Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Η Διονυσία στο ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ.



4.6.12
Σ' ΤΟΝ ΗΚΑΜΑ Τ' ΑΛΑΤΙΟΥ ΤΟΝ ΠΟΥΣΤΗ
 
Ξανάπιανε την αφήγηση ο μεγάλος. «Εμείς ηχωθήκαμε στο λάκκο με το νερό, όχι κοντά στο καυτό λούκι, είχε κι άλλο κόσμο, κάτι τουρίστες και κάτι Αρβανούς, οι Αρβανοί ημπαίνανε μέσα στο λούκι, εμείς ήμαστον με τους τουρίστες. Πλακώνει τότε, καμιά δεκαριά άτομα, η παρέα του μάγειρα, φλώροι όλοι τους, μας γυροφέρνανε. Όλο απλωνόντουσαν πέρα ‘πό τις πατούσες μας. Όπου και να ‘βαζες τα πόδια σου, να σου και σε γαργάλευε ένας κώλος. “Ρε μαλάκα”, του λέω του Γιώργου, “ηγέμισεν αδερφές η γούρνα”. “Είδες;”, μου λέει και ‘φτός. “Ρε μάγκες”, βάζω μια φωνή, “εμείς να χαλαρώσουμε ήρταμε, εν ήρταμε να γαμήσουμε κώλο”. Κι ο μικρός έκανε πλάκα, δηλαδή τι; “για μαζεύτε κώλους, για μαζεύτε”. “Σιγά, ρε αγόρια”, αρχίσανε οι φλώροι, ήτανε περισσότεροι –κατάλαβες;- και κάτι μας λέανε, ότι ας πούμε είμαστε κρυφές…»
«Ότι είμαστε… ομοφοβικοί», συμπληρώνει Γιώργος.
«“Πάτε καλά, ρε μαλακισμένα; Έλα δω, έβγα έξω, μωρή πούστρα εσύ, θα με πεις εμένα κρυφή…” αρπάζω το μάγειρα, ήβγαμε στην άμμο, σ’ τον ήκαμα τ’ αλατιού τον πούστη. Οι άλλοι οι φλώροι κοιτάζανε από κειδά, σαν κατουρημένες σκυλίτσες. Μόνο ένας, ένα σαμιαμίδι, όλο να βγάζει λόγους, που έλεε “ξέρω ποιοι είναι, θα τους καταγγείλουμε στην αστυνομία”, ότι θα πηγαίνανε με το δαρμένο αμέσως στο νοσοκομείο κι από κει θα καλούσανε τους μπάτσους. Αλλά δεν ήτανε σίγουροι ποιοι είμαστε. Μέχρι που κατεβαίνει ο ένας ‘πο τους Καλύμνιους, που έχουνε την ταβέρνα ‘πο πάνω, να μας χωρίσουν, και μου λέει “Του Τόλη εν είσ’ εσύ;”. “Αυτοί που έχουν τα Tolis apartmentes δεν είναι;” ρωτάει το σαμιαμίδι. “Χα!” κάνει μετά πούστικα.

Αντώνης Νικολής: Διονυσία (Το ροδακιό, 2012)