Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Τα κόκκινα φύλλα της αγράμπελης, η βροχή του Κώστα.



Το απόγευμα της περασμένης Κυριακής το πέρασα στο σπίτι της Ευγενίας (Μπογιάνου) και του Κώστα (Καναβούρη). Τους γνώρισα πριν από λίγους μήνες, μετά το σημείωμα της Ευγενίας για τη Διονυσία. Αληθινοί λογοτέχνες και οι δυο. Τα παιδιά τους, οι ίδιοι, οι κουβέντες τους, όλα τρυφερά και με βάθος και με οικονομία. Πέρασε η ώρα, ξεχαστήκαμε, όταν τους άφησα κατηφόριζα την Ιοφώντος ελαφρύτερος.

Το ίδιο απόγευμα ο Θανάσης ο αδελφός μου φωτογράφισε τη βρεγμένη αγράμπελη στην άκρη της βεράντας.

Θα βάλω να βρέχει
Κι εσύ θα ξυπνήσεις μέσα στα ερείπια
Και η εκδίκηση θα είναι μια ψευδής πραότητα
Που προκαλεί αστάθεια στον κόσμο
Σα να ’τανε τα αγάλματα μωρά
Που κάνουνε τα πρώτα βήματά τους
Ψελλίζοντας το παρελθόν με λάθος λέξεις.
Η λέξη «βρέχει».
Λάθος λέξη, σε λάθος τόπο.
Στάζει απ’ το μυαλό ωραίων κοριτσιών
Στάζουν αργά τα μάτια τους επάνω στα κορμιά
Μάτια που λιώσανε κοιτάζοντας πάγους
Κοιτάζοντας αδέσποτα σκυλιά
Να τρώνε σπασμένα μέλη αγαλμάτων.
Βρέχει.
Θα ξυπνήσεις μέσα στα ερείπια∙
Οι νεκροί θα το πάρουν απόφαση
Πως γίνανε έτσι τα πράγματα
Και τότε η βροχή θα σταματήσει.
[Κώστας Καναβούρης, Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ, από τη συλλογή Τα επίχειρα της προοπτικής, σελ. 29, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010]