Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Μάκης Πανώριος: Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος ΣΤ', από τις εκδόσεις Αίολος.


Αντώνης Νικολής
γυναίκες στα ράφια του μανάβη
                                              
                                           
ΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΣΩΣΤΑ, ΦΙΛΕ ΜΟΥ, ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 21ου, όπως αριθμούσαν τότε τους αιώνες, ή περίπου στο δικό μας 1ο προ καταστροφής (1st b. c.), το πιθανότερο στα μέσα του. Το εύρημα μας το προσκόμισε εδώ η καλή συνάδελφος της Εφορείας Εναλίων, η Μαρία η Τσίρος, (τη θυμάσαι, εκείνη με τις πολύ ανοιχτές πλάτες), από καταδύσεις της βορειοδυτικά στη βραχονησίδα του Λυκαβηττού -με μια επιφύλαξη μόνο να ελέγξουμε ξανά τις συντεταγμένες- στη θέση Σεπόλια ή ίσως Πατήσια. Αγαθή τύχη -εκτιμώ- διαφύλαξε το εύρημά μας, ένα DVD-Rom τυλιγμένο σε νάιλον και «χτισμένο» μέσα σε κύβο μπετόν. Προφανώς θα παράπεσε στο τσιμέντο πριν από την πήξη του, ποιος ξέρει από ποια απροσεξία του ή της κατόχου του.

Πρόκειται για μία συρραφή αποσπασμάτων από τηλεοπτικά προγράμματα -υποθέτω. Κάποιος έφτιαξε κάτι σαν αρχείο εμφανίσεων μιας γυναίκας, δεν αποκλείεται δημοσίου προσώπου. Ακκίζεται μαζί με μερικές άλλες αλλά και με άντρες, νέους ή νεάζοντες και αυτούς, αναλόγου ήθους ή επιπέδου δε μου διαφεύγει, απλώς κάνω μία παρατήρηση περί την ενδυμασία τους, σχετική με τις διαφορές τότε στα δύο φύλα, είναι και ο λόγος που σου γράφω, -αλλά ας βάλω μία τάξη.
Κατ’ αρχάς τον ήχο, ολότελα σβησμένο ή με σοβαρές αλλοιώσεις, τον επαναφέραμε κάπως, και μ’ ένα μελετητή χειλέων (lip-reader) καταφέραμε να διαβάσουμε τα λεγόμενα των προσώπων. Θλιβερές κοινοτοπίες, φλυαρίες, κυρίως ιαχές βλακείας, αλλά αυτά δε μας εξέπληξαν, υπάρχει πολλή βιβλιογραφία αναφορικά με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο τότε. Είναι η εποχή, να σου θυμίσω επίσης, που ομιλούν εκείνα τα καημένα ύστερα νεοελληνικά, τα διανθισμένα με αγγλικές λέξεις, σαν για να τα ζωντανέψουν.
Ε, λοιπόν, το ακατανόητο είναι το εξής, καλέ μου φίλε. Οι εικονιζόμενες στο εν λόγω ντοκουμέντο γυναίκες, ανεξαρτήτως καιρού, -στο μεσογειακό κλίμα διατηρούνταν ακόμα κάπως ευδιάκριτες οι εποχές- βρέξει χιονίσει είναι πάντοτε ντυμένες ελαφρά, καλοκαιρινά: μπλουζάκια με λεπτές τιράντες στις γυμνές πλάτες και τους ώμους, ανάλαφρα υφάσματα, πέδιλα με στενή σόλα και ελάχιστους δερμάτινους ιμάντες, ποδαράκια χαλαρότατα τυλιγμένα σε κάτι που θυμίζει παπούτσι. Δίπλα τους, μπορεί εξίσου φαιδροί και οι αρσενικοί (και ορισμένοι να εκθέτουν τα γραμμωμένα μπράτσα – στήθη τους με εφαρμοστές βαμβακερές φανέλες), όμως στην πλειονότητά τους ετούτοι φοράνε μακρομάνικα, φοράνε σακάκια, μακριά ζεστά παντελόνια, παπούτσια με κάλτσες. Υπάρχει σκηνή, να φανταστείς, που η κυρία περπατάει και συζητάει με μία άλλη στο ύπαιθρο (σε κάτι που μοιάζει με κακόμοιρο αλσύλλιο), αμφότερες εντωμεταξύ καλοκαιρινές, ενώ οι περαστικοί ένα γύρο προβάλλουν με σκουφιά και βαριά πανωφόρια. Να απορείς ποια εσωτερική θέρμη τις ζεσταίνει, σε βαθμό να μη σκάει ούτε ένα ελάχιστο τρεμούλιασμα στις άκριες των χειλιών τους…
Εικάζω, φίλε μου, ότι ήταν καιρός που όχι μόνο τα ενεργοβόρα θερμοκήπια παρήγαν μες στο καταχείμωνο ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, αλλά και οι θηλυκοί άνθρωποι εξέθεταν το κορμί τους, την πραμάτεια τους, αναλόγως. Πληθωριστικά θέλγητρα, δολώματα για αναπαραγωγή βέβαια (και για τα συνήθη συμπαρομαρτούντα της αναπαραγωγής, το γάμο κι ό,τι εννοούσαν τότε με τη φράση: κοινωνική αποκατάσταση), -την αθώα σεξουαλική απόλαυση την προφασίζονταν μόνο.
Ελπίζω εσύ τουλάχιστον να μη μου καταλογίζεις μισογυνισμό ή έστω ότι μεροληπτώ, γιατί τάχα προέρχομαι από μονοφυλετική αντρική οικογένεια.
Αγαπώ τους πατεράδες μου, και προφανώς κάθε ειρμός των εικόνων της παιδικής μου ζωής είναι γεμάτος από τους δυο τους, από τις άναρθρες χαρές, τα χουρχουρητά τους φέρ’ ειπείν, όταν ξύπναγα ανάμεσά τους τα νωχελικά κυριακάτικα πρωινά, όταν τους περίμενα στον καναπέ με τα παιχνίδια μου εγώ, εκείνοι σκυφτοί στον πάγκο της κουζίνας, με τα γέλια, με τα τραγούδια τους, να ετοιμάσουν το εντυπωσιακά ποικίλο σε αλμυρά και σε γλυκά πρόγευμά μας, όμως αγαπούσα πολύ και τις γιαγιάδες και τις θειες, με τα επιφωνήματα, τα ξεφωνητά τους όταν μ’ έβλεπαν στην πόρτα τους, όταν με σήκωναν, μ’ έσφιγγαν στους ζεστούς κόρφους –οι μέρες οι γιορτινές έχουν πάντοτε τη μυρωδιά του στήθους τους-, όπως αγαπώ και τη σύντροφό μου βέβαια, τις γυναίκες εν γένει.
Ο πληθυσμός στο σύνολό του -να πω σωστότερα-, όχι μόνο οι γυναίκες, απλώς οι παλαιές εκείνες γυναίκες, ως πιο ευεπίφορες σε ζητήματα οικιακής οικονομίας και οικογενειακού προγραμματισμού (λόγω αγωγής, όχι οπωσδήποτε λόγω φύσεως), στις δεκαετίες πριν από την καταστροφή υπήρξαν περισσότερο τα ενεργούμενα της συσσωρευμένης από αιώνες αδράνειας: των μονοθεϊστικών θρησκειών, των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων… (Μα να έχουν φτάσει στο χείλος του γκρεμού, και να πριμοδοτούν ακόμα την πολύτεκνη ετεροφυλετική οικογένεια! Αυτό το απλούστατο, και όμως, από μικρό παιδί που το διαβάζω στα βιβλία της ιστορίας και που προσπαθώ να το χωνέψω, πίστεψέ με δεν μπορώ…)  
Τι να τα λέμε πάλι…
Ήταν έξι δισεκατομμύρια εκείνοι οι άνθρωποι, έπρεπε επειγόντως να μειωθούν στα τέσσερα, σταδιακά στα τρία, κι αντί γι’ αυτό, φτάσανε τα δώδεκα… Τι να σου κάνει έπειτα και η καταστροφή… Κι εδώ που τα λέμε, άργησε.
Τα φιλιά μου, καλέ μου φίλε, σ’ εσένα, στον σύντροφο και στην κορούλα σας, τη μικρούλα Ίριδα.


(Νοέμβριος 2008 και με ορισμένες αλλαγές τον Ιανουάριο του 2010. Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 29.12.2008, στη συλλογή 21 διηγημάτων που επιμελήθηκε η Ελένη Γκίκα με το γενικό τίτλο «Τι θα βρει ο αρχαιολόγος του μέλλοντος από τη σύγχρονη Πομπηία;». Ο Μ. Πανώριος το συμπεριέλαβε στον έκτο τόμο της ανθολογίας του μαζί με άλλα, συνολικά τριάντα διηγήματα.)