Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Ο Αστυάνακτας τρομάζει από την περικεφαλαία του μπαμπά του (Ιλ. Ζ. 466 – 473).

Και τότε ο λαμπρός Έκτορας γύρισε μ’ αγάπη προς τον Αστυάνακτα, όμως το παιδί, γιατί φοβήθηκε απ' την όψη του, χώθηκε στον κόρφο της νεαρής παραμάνας του, τρομαγμένο απ’ το χαλκό και την αλογίσια χαίτη στο λοφίο, όπως την έβλεπε να κατεβαίνει φοβερή απ’ την κορφή της περικεφαλαίας του πατέρα του. Γέλασαν με την ψυχή τους ο Έκτορας κι η σεβαστή μάνα του παιδιού, η Ανδρομάχη. Αμέσως έβγαλε απ’ το κεφάλι του την περικεφαλαία ο ένδοξος πατέρας και την απίθωσε αστραφτερή χάμω στη γη. Σήκωσε έπειτα και φίλησε τον αγαπημένο γιο, τον χόρεψε στα χέρια, ευχήθηκε κιόλας: «Δία και οι υπόλοιποι θεοί, όπως κάνατε για μένα, κάντε και για το γιο μου να ξεχωρίσει ανάμεσα στους Τρώες, να βασιλέψει στο Ίλιο δυνατός και γενναίος.»

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Τα δύο βόδια.

Τα δύο βόδια

image

















Athens Voice, 29/8/2015

Η απελθούσα κυβέρνηση αύξησε στο 23% το ΦΠΑ των διδάκτρων στην ιδιωτική εκπαίδευση ως αντιστάθμισμα στη μετάταξη του βοδινού κρέατος από το 23% στο 13%.
Εδώ χωράει το αρχαίο γνωστό ανέκδοτο.
Ένας Αθηναίος πλησιάζει το φιλόσοφο Αρίστιππο ενδιαφερόμενος για την εκπαίδευση του γιου του. Ρωτάει και για τα δίδακτρα και όταν ακούει το ποσόν, σαστισμένος γιατί του φαίνεται υπερβολικό, λέει στο φιλόσοφο: «Μα με τόσα χρήματα αγοράζω ένα βόδι!» «Αγόρασέ το, λοιπόν», του απαντάει ο Αρίστιππος, «και θα 'χεις δυο βόδια στο σπίτι σου, ένα το αγορασμένο κι ένα το γιο σου».

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Τα λύτρα στην εποχή του σιδήρου (Ιλ. Ζ. 37 – 50).


Ο βροντόφωνος Μενέλαος τότε συνέλαβε ζωντανό τον Άδρηστο∙ κι αυτό γιατί τα άλογα του δεύτερου τρέχοντας φοβισμένα στην πεδιάδα σκοντάψανε στον κλώνο ενός αρμυρικιού, μ’ αποτέλεσμα να σπάσει το άκρο του τιμονιού στο καμπύλο άρμα, εκείνα να το σκάσουν προς την πόλη μαζί με τ’ άλλα τρομαγμένα ζώα, αυτός όμως να κυλιστεί έξω από το αμάξι, να πέσει πλάι στον τροχό, μπρούμυτα και με το στόμα στο χώμα. Δίπλα του στάθηκε ο Μενέλαος, ο γιος του Ατρέα, κρατώντας το πελώριο δόρυ του. Ο Άδρηστος αμέσως του ’πιασε τα γόνατα, τον θερμοπαρακάλεσε: «Κράτησέ με ζωντανό, γιε του Ατρέα, και δέξου τα λύτρα που αξίζω. Έχει θησαυρούς πολλούς ο πατέρας μου, είναι πλούσιος, έχει χαλκό και χρυσάφι και καλά κατεργασμένο σίδηρο, κι απ’ αυτά θα σου χαρίσει όσα λύτρα θες, και μόνο να μάθει πως βρίσκομαι αιχμάλωτος στα καράβια των Αχαιών.»

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Θλιβερά πολιτιστικά σωματεία (Ανοιχτή απάντηση στην υπεύθυνη της Λέσχης Ανάγνωσης Κω).

Αυτές τις μέρες έλαβα μήνυμα - επιστολή στην εσωτερική επικοινωνία (inbox) του facebook από την κα Ιωσηφίνα Dilillo Γιαννίκου, αν καταλαβαίνω υπεύθυνη της Λέσχης Ανάγνωσης Κω, όπου τιμητικά δήθεν μου προτείνει να καθίσω στο κέντρο του… πάνελ μιας διημερίδας τους με θέμα το ιστορικό μυθιστόρημα. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω αυτό το δήθεν.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Ο Σιμοείσιος, ένα λεβεντόπαιδο πάνω στα καλά του, σωριάζεται νεκρός (Ιλ. Δ. 473 – 489).

Τότε ο Αίαντας, ο γιος του Τελαμώνα, σκότωσε το γιο του Ανθεμίωνα, ένα λεβεντόπαιδο πάνω στα καλά του, τον Σιμοείσιο, που τον έκανε η μάνα του κοντά στις όχθες του ποταμού Σιμόεντα, κατεβαίνοντας από την Ίδη μαζί με τους γονείς της για να επιβλέψουν τα πρόβατά τους, -για τούτο και τον είπαν Σιμοείσιο.

Ιαχές, αλαλαγμοί, βουή, ορυμαγδός (Ιλ. Δ. 422 – 456).

(Παρομοιώσεις και μεταφορές από το βουκολικό ή το θαλασσινό περιβάλλον.)

Κι όπως στον πολύβουο γιαλό το ένα κύμα μετά το άλλο σηκώνεται απ’ το φύσημα του Ζέφυρου, υψώνεται πρώτα στο πέλαγος κι ύστερα σπάζει πάλι στην ξηρά, με φοβερή βουή κυρτωμένο από ψηλά καθώς σκάει στα βράχια απλώνοντας τη θαλασσινή άχνη, έτσι ασταμάτητα κινούνταν οι φάλαγγες των Δαναών στη σειρά η μια μετά την άλλη ορμώντας στη μάχη.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Άγε φιλότητι τραπείομεν ευνηθέντε (Ιλ. Γ. 441).


-Άγε φιλότητι τραπείομεν ευνηθέντε.
Αν χρειαστεί να πούμε ομηριστί το πάμε στο κρεβάτι για έρωτα. Λέγεται συχνότερα είτε προς περικαλλέα κούρην είτε προς παίδα κάλλει στίλβοντα.




[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Γ, στίχος 441]

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Το γλυκό τερέτισμα των προεστών (Ιλ. Γ. 146 – 158).

Στις Σκαιές πύλες ήτανε καθισμένοι ο Πρίαμος και οι δικοί του, ο Πάνθοος και ο Θυμοίτης και ο Λάμπος και ο Κλυτίος και ο Ικετίονας, ο ακόλουθος του Άρη, ο Ουκαλέγοντας επίσης και ο Αντήνορας, κι οι δυο τους σοφοί δημογέροντες. Λόγω γήρατος δεν πολεμούσαν πια, αλλά ήτανε καλοί αγορητές, μοιάζοντας με τα τζιτζίκια που καθισμένα σε δέντρο στο δάσος χύνουν το γλυκό τερέτισμά τους. Οι προεστοί, λοιπόν, των Τρώων, από τον πύργο τους στις πύλες, κι ενώ έβλεπαν την Ελένη να ’ρχεται προς τη μεριά τους, σιγανά ο ένας στον άλλο χαριτολογούσαν: «Να μη θυμώνουμε που οι Τρώες και οι Αχαιοί με τις ωραίες περικνημίδες υποφέρουν τόσα γι’ αυτή τη γυναίκα. Είναι ολόιδια θεά, η αφιλότιμη.»

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Γ, στίχοι 146 – 158]   

Βίκυ Μοσχολιού, δέκα χρόνια.





Βίκυ Μοσχολιού (17 Μαΐου 1943 – 16 Αυγούστου 2005).
Οι αληθινοί τραγουδιστές καθαρίζουν μια – μια τις λέξεις, έναν - έναν τους φθόγγους. Τι ολόκληρες που είναι οι λέξεις της Μοσχολιού, τι σπουδαία δουλειά, τι ταλέντο. 

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Ένα εκατομμύριο πρόσφυγες στοιβαγμένοι ανάμεσα Σύνταγμα και Ομόνοια.

Ένα εκατομμύριο πρόσφυγες στοιβαγμένοι ανάμεσα Σύνταγμα και Ομόνοια!

Η Κως τον Αύγουστο του 2015



image
Athens Voice, 12-8-2015



Πρόκειται γι’ αυτό που αναλογικά συμβαίνει στην Κω τις τελευταίες μέρες. Σ’ ένα νησί συνολικού πληθυσμού 35.000 κατοίκων, στην πόλη της Κω οι 20.000 απ’ αυτούς, κατέφθασαν περί τους 7.000 πρόσφυγες και μετανάστες.
Άπλωσαν τις σκηνές ή τα λιγοστά υπάρχοντά τους σε έκταση ούτε δέκα στρεμμάτων, στα δύο - τρία κεντρικότερα πάρκα, στην προκυμαία, σε πεζόδρομους, στην Οδό των Φοινίκων, στο κέντρο της τουριστικής πόλης.

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Δεινά τα πέλωρα των θεών / φοβερά τα σημάδια των θεών (Ιλ. Β. 278 - 335).

Σηκώθηκε τότε κρατώντας το σκήπτρο στο χέρι ο Οδυσσέας, ο πορθητής των κάστρων. Πλάι του η Αθηνά με τα λαμπερά μάτια που πήρε τη μορφή κήρυκα πρόσταζε το στρατό να σιωπήσει, για ν’ ακούσουν και να σκεφτούν τα λόγια του οι πρώτοι μα και οι τελευταίοι απ’ τους γιους των Αχαιών. Και αυτός, με την πρόθεση να τους ωφελήσει, πήρε το λόγο και είπε:
«Βασιλιά, γιε του Ατρέα, τώρα δα οι Αχαιοί θέλουν να σε ντροπιάσουν μπροστά σε όλους τους θνητούς, με το να μην εκπληρώσουν την υπόσχεση που σου έδωσαν όταν ακόμα ξεκινούσαν για εδώ από το Άργος το φημισμένο για τα άλογά του, ότι θα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής μόνο αφού κυριευόταν το Ίλιο με τα γερά τείχη. Τώρα σαν τα μικρά παιδιά ή σαν γυναίκες χήρες οδύρονται ο ένας στον άλλο, παρακαλώντας να αποπλεύσουμε για τα σπίτια μας.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Όμηρος, ο πρώτος μυθιστοριογράφος.


Ο τίτλος της ανάρτησης αυτής, όπως και της ομώνυμης κατηγορίας / ετικέτας εφεξής στο αρχείο του blog, μοιάζει φιλολογικά τουλάχιστον προβοκατόρικος.
Μα μυθιστοριογράφος ο πρώτος ποιητής!
Τα έπη είναι αφηγηματική, διεξοδική σε περιγραφές και εξιστορήσεις, λογοτεχνία, κατά Albin Lesky (Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, σελ. 80) ιδίως η Οδύσσεια: «εκτεταμένη διήγηση και γι’ αυτό τη χαρακτηρίζουμε λαϊκή μυθιστορία (νουβέλα)», και παρότι είναι μάλλον σωστότερο να θεωρούμε τον Όμηρο, εκτός από μεγάλο ανανεωτή του είδους, το πιθανότερο και γνώστη της γραφής, ο οποίος ωστόσο παρά την πλούσια εγγραμματοσύνη του ως δημιουργός, για να στηρίξει την προφορική διάδοση του έργου του, αναγκαστικά τού έδωσε έμμετρη μορφή, στο γνώριμο μέτρο των επών, στο δακτυλικό εξάμετρο.

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Μίλτος Σαχτούρης: Εγώ, ο Μαύρος γάτος - ποιητής.

Τα τιμαλφή μου. Δύο τετράστιχα από τον Μίλτο Σαχτούρη, το πρώτο στις 28/10/88, την περίοδο που υπηρετούσα, μου το στέλνει από Αθήνα, το δεύτερο, 3/7/91, το υπογράφει Γάτος - Μίλτος, από τον Πόρο. Επειδή εκτιμώ ή αγαπώ ελάχιστους Νεοέλληνες ποιητές όσο τον Σαχτούρη, ετούτα εδώ τα δύο τετράστιχα τα λογαριάζω την πιο υψηλή τιμή και διάκριση που δέχτηκα ποτέ.

Για τη γνωριμία μου μαζί του έχω κάνει ήδη λόγο: (Τα λιθαράκια του σπιτιού μας) "Φοιτητής μετακινούμουν με παπί και, γιατί μετά την εξαγορά του τότε από την Goody’s είχε ανακαινιστεί ο Φλόκας της Φωκίωνος, πολύ εντυπωσιακός –πρόκειται για την εποχή που είναι πια σε παρακμή οι καφετέριες του ’70, τα δερμάτινα καθίσματα και οι τσίγκινες ταπετσαρίες στους τοίχους, οι θαμώνες να χτυπούν με το κουταλάκι στο φλιτζάνι εωσότου ασπρίσει τη ζάχαρη με τους κόκκους του στιγμιαίου και μια κουταλιά νερό για το ζεστό νες με γάλα-, πεταγόμουν για καφέ, λοιπόν, στο Φλόκα της Φωκίωνος, όπου σύχναζε και ο Σαχτούρης, κι αφότου συνδεθήκαμε, καθώς ο ποιητής δεν είχε τηλέφωνο για προηγούμενη συνεννόηση, είχα ανοιχτή πρόσκληση, μπορούσα να τον επισκέπτομαι, όποια μέρα ήθελα, τα απογεύματα στις επτά.