Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Κως, η εὖ ναιομένη / η όμορφα κατοικημένη (Ιλ. Ξ. 253 - 256).


«…Εσύ τότε έβαλες κακό με το νου σου, σήκωσες φοβερές ανεμοθύελλες στη θάλασσα, κι ύστερα τον έριξες στην Κω την όμορφα κατοικημένη, μακριά απ’ όλους τους αγαπημένους του…»

(Μιλάει ο θεός Ύπνος στην Ήρα. Αναφέρεται στον Ηρακλή.
Εὖ ναιομένη και πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, λοιπόν.
Η φωτογραφία από τον πολύ καλό φίλο Γιάννη Χατζηπαναγιώτη.)

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Δείγμα ομηρικού σπλάτερ (Ιλ. Ν. 567 - 575).


Ο Μηριόνης, όμως, καθώς ο άλλος το ’βαζε στα πόδια, από μικρή απόσταση ακολουθώντας τον του κάρφωσε το δόρυ ανάμεσα στα γεννητικά όργανα και τον αφαλό, περιοχή όπου το χτύπημα προξενεί στους αξιολύπητους θνητούς πολύ μεγάλο πόνο. Εκεί του ’μπηξε τη λόγχη και ο χτυπημένος, περιφερόμενος γύρω από το κοντάρι, σπαρταρούσε σαν το βόδι που δίχως τη θέλησή του οι γελαδάρηδες στα βουνά το δένουνε με σχοινιά και το σέρνουνε με τη βία. Έτσι σπαρτάρησε κι εκείνος, για λίγο βέβαια, όχι για πολύ, μέχρι που ήρθε κοντά του ο γενναίος Μηριόνης και του τράβηξε τη λόγχη έξω απ’ το σώμα. Εκείνου όμως τα μάτια τα σκέπαζε το σκοτάδι.

Το δισέγγονο του Δία (Ιλ. Ν. 448 - 453).

(Το καυχιέται με δυνατή φωνή ο Ιδομενέας στον Δηίφοβο. Γύρω τους λυσσομανάει η σύγκρουση των δύο στρατών.)

«…Κακομοίρη μου, άμα σε βαστάει, έλα κι εσύ απέναντί μου, να δεις τι απόγονος του Δία είμ’ εγώ που έφτασα μέχρις εδώ! Ο Δίας γέννησε πρώτο τον Μίνωα, το φύλακα της Κρήτης, ο Μίνωας τον έξοχο γιο του, τον Δευκαλίωνα, κι ο Δευκαλίωνας εμένα, τον κυβερνήτη πολλών αντρών στην ευρύχωρη Κρήτη…»

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Ὁ δειλὸς ἀνὴρ ἐς λόχον (Ιλ. Ν. 279 - 283).


(Ο Ιδομενέας, ο αρχηγός των Κρητικών, περιγράφει το δειλό άντρα στη διάρκεια στρατιωτικής ενέδρας:)

«…Του δειλού το χρώμα συνεχώς αλλάζει, κι η ψυχή και το μυαλό του δεν τον αφήνουν ήσυχο, παρά μόνο τού λύνονται τα γόνατα και κάθεται μια στο ένα και μια στο άλλο πόδι, κι όποτε του περάσει από τη σκέψη ο θάνατος, χτυπά δυνατά κάτω απ’ το στήθος η καρδιά του, τα δόντια του τρίζουνε με θόρυβο…»

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ν, στίχοι 279 – 283]

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Το κεφάλι του Ίμβριου, σφαίρα στα χέρια του Αίαντα (Ιλ. Ν. 197 - 205).


Τον Ίμβριο, πάλι, οι δύο Αίαντες, τυφλωμένοι από το πολεμικό μένος τους, σαν δυο λιοντάρια που άρπαξαν από τα κοφτερά δόντια σκυλιών μια κατσίκα και την κουβαλάνε σε πυκνούς θάμνους, κρατώντας την με τα σαγόνια τους ψηλά πάνω απ’ το έδαφος, έτσι και το σκοτωμένο Ίμβριο βαστώντας τον ψηλά στα χέρια τους οι δύο Αίαντες τον γύμνωσαν από τα όπλα του, κι ο μικρότερος απ' τους δυο, ο γιος του Οϊλέα, οργισμένος για το σκοτωμό του Αμφίμαχου, του ’κοψε το κεφάλι απ’ το μαλακό λαιμό και στριφογυρνώντας το το πέταξε σαν σφαίρα μέσα στο πλήθος των πολεμιστών. Κι αυτό έπεσε κι έσκασε μπροστά στα πόδια του Έκτορα, στις σκόνες.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Τι προστατεύει απ' την οξείδωση το χάλκινο άξονα στο αμάξι του Ποσειδώνα (Ιλ. Ν. 10 -31).

(Ένα ίχνος ρεαλισμού –και ειρωνείας;- σε περιβάλλον ατόφιας λογοτεχνίας του φανταστικού.)

Ο κραταιός Ποσειδώνας, πάλι, ο θεός που σείει τη γη, δεν επαγρυπνούσε ανώφελα∙ καθόταν στην πιο ψηλή κορφή της Σαμοθράκης που ’ναι γεμάτη δάση, και θαύμαζε αφ’ υψηλού τον πόλεμο και τη μάχη. Γιατί από κει φαινόταν ολόκληρη η Ίδη, φαινόταν η πόλη του Πρίαμου και τα καράβια των Αχαιών. Βγήκε, δηλαδή, από τη θάλασσα και κάθισε κει, καθώς λυπόταν τους Αχαιούς που τους δάμαζαν οι Τρώες, αλλά και αγανακτούσε δικαιολογημένα με τον Δία.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο οιωνός / εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης (Ιλ. Μ. 196 – 209 και 237 – 243).

(Ένας ο άριστος σύμβουλος, η λογική. Η αρχή της ελευθερίας.)
 
(196 – 209) Οι νέοι που ακολουθούσαν τον Πολυδάμαντα και τον Έκτορα ήταν οι περισσότεροι και οι πιο γενναίοι και είχαν το μεγαλύτερο μένος να γκρεμίσουν το τείχος και να κάψουν με φωτιά τα πλοία, όμως στέκονταν ακόμα στην τάφρο και ταλαντεύονταν, και ο λόγος, ότι, ενόσω ενθουσιασμένοι προχωρούσαν, ήρθε ψηλά πάνω τους ένα πουλί, ένας αετός από αυτούς που πετούν στα ύψη, απ’ τ’ αριστερά του στρατού, κρατώντας στα νύχια του ένα πελώριο κατακόκκινο φίδι, ζωντανό, που ακόμα σπαρτάραγε και που δεν είχε χάσει την επιθετική του ορμή∙ γιατί, όπως το κράταγε, εκείνο στράφηκε λυγισμένο προς τα πίσω και τον δάγκωσε στο στήθος κοντά στο λαιμό. Κι ο αετός απ’ τη σουβλιά του πόνου το 'ριξε χάμω στο μέσον του στρατού, κι αφού έβγαλε ένα στριγκό κρώξιμο πέταξε κατά την πνοή του ανέμου. Οι Τρώες, λοιπόν, ρίγησαν από φόβο μόλις είδαν το αστραφτερό φίδι να κείτεται στο μέσον τους, φοβερό σημάδι του Δία που κρατάει την αιγίδα. (…)

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Πάτροκλος περιποιείται το τραύμα του Ευρύπυλου (Ιλ. Λ. 842 - 848).


(Στον ελληνικό κόσμο από τη γεωμετρική εποχή κιόλας υποφώσκει ο ορθός λόγος. Οι θεοί πάνε κι έρχονται στο έπος, ωστόσο οι ιατρικές πληροφορίες αποθησαυρίζονται ορθολογικά.)
 
(Ο Ευρύπυλος παρακάλεσε τον Πάτροκλο να φροντίσει το τραύμα του, γιατί, όπως λένε, έχει διδαχτεί από τον Αχιλλέα, κι εκείνος από τον Χείρωνα, τον πιο δίκαιο από τους Κενταύρους, τα μαλακτικά, τα πραϋντικά βότανα (τὰ ἤπια φάρμακα), αλλά και το πώς να περιποιείται μια πληγή, κι ακόμα γιατί οι επίσημοι γιατροί του στρατοπέδου των Αργείων, ο Ποδαλείριος και ο Μαχάονας, οι γιοι του Ασκληπιού, ο πρώτος ήτανε κι αυτός τραυματίας, ο δεύτερος απασχολημένος στο πεδίο της μάχης, κι άλλος δεν υπήρχε να τον βοηθήσει.)

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Στην Πλατεία Συντάγματος, άλλοτε και φέτος.

Στην Πλατεία Συντάγματος, 

άλλοτε και φέτος

image


















Athens Voice, 19-9-2015.
Νομίζω είχα την τύχη να βρεθώ στην Πλατεία Συντάγματος εκείνες τις δύο φορές που σαν να μην έπρεπε να λείψω, -αν δεν τις αποτιμώ, βέβαια, με κριτήρια προσωπικά-, αλλά καλύτερα ας εξηγηθώ. Η μία φορά ήτανε την άνοιξη του 1985, όταν στη Βουλή διεξαγόταν η επεισοδιακή ψηφοφορία για την εκλογή στην Προεδρία της Δημοκρατίας του Χρήστου Σαρτζετάκη, η άλλη αρχές του φετινού καλοκαιριού, μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια δηλαδή, στην πρώτη μεγάλη συγκέντρωση του «Μένουμε Ευρώπη».

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Αυτός ήμουνα, αν ήμουν ίσως κάποιος, ανάμεσα στους ανθρώπους (Ιλ. Λ. 762).


Ὣς ἔον, εἴ ποτ’ ἔον γε, μετ’ ἀνδράσιν.
Αυτός ήμουνα, αν ήμουν ίσως κάποιος, ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η στοχαστική κατακλείδα του γερο – Νέστορα στα όσα ανδραγαθήματα της νιότης του αφηγήθηκε στον απεσταλμένο του Αχιλλέα Πάτροκλο. Σαν το θυμόσοφο γέροντα που πρώτα κουνάει το κεφάλι όλος περίσκεψη, κι ύστερα καταλήγει: «Αν κατάφερα κι εγώ στα νιάτα μου κάτι...»


[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Λ, στο στίχο 762]

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Η Εκαμήδη τρατάρει κυκεώνα την παρέα του Νέστορα (Ιλ. Λ. 622 – 643).


Έπειτα μπήκαν στη σκηνή, κάθισαν σε σκαμνιά, και τότε τους ετοίμασε τον κυκεώνα η Εκαμήδη με τα ωραία πλεγμένα μαλλιά, η κόρη του γενναίου Αρσίνοου, που την πήρε ο Νέστορας από την Τένεδο όταν κυρίευσε το νησί ο Αχιλλέας. Του την ξεχώρισαν οι Αχαιοί, γιατί στη σκέψη ήτανε ο άριστος ανάμεσα σ’ όλους. Εκείνη έβαλε μπροστά τους πρώτα πρώτα ένα ωραίο τραπέζι με μαύρα πόδια, σκαλισμένο όμορφα, και πάνω σ’ αυτό ακούμπησε ένα χάλκινο κάνιστρο με κρεμμύδι -μεζέ για το ποτό- και κιτρινωπό μέλι, και παραδίπλα πλιγούρι. Έβγαλε κι ένα ποτήρι για σπονδές, πολύ όμορφο, που το είχε κουβαλήσει ο γέρο – Νέστορας από το σπίτι του, κοσμημένο με χρυσά καρφιά, και στ’ αυτιά του, που ήτανε τέσσερα, γύρω απ’ το καθένα τους να βόσκουν από ένα ζευγάρι χρυσά περιστέρια, και που είχε διπλό πάτο. Ένας άλλος, γεμάτο το εν λόγω σκεύος, δύσκολα θα το μετακινούσε από το τραπέζι, ο γέρο – Νέστορας όμως το σήκωνε δίχως κόπο. Σ’ αυτό το ποτήρι των σπονδών, λοιπόν, ανακάτεψε για χάρη τους η όμοια με τις θεές γυναίκα νερό με κρασί από τ' αμπέλια του Πράμνου στην Ικαρία, από πάνω έτριψε κατσικίσιο τυρί με χάλκινο τρίφτη, κι επιπλέον πασπάλισε άσπρο κριθάλευρο. Κι όταν ετοίμασε τον κυκεώνα τούς παρακινούσε να πίνουν. Κι εκείνοι, αφού ήπιαν και κόρεσαν τη δίψα που στεγνώνει το λαιμό, ύστερα, κουβέντα στην κουβέντα ο ένας με τον άλλον, περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους.

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Λ, στίχοι 622 – 643]    

Χάλκεος ὕπνος / χάλκινος ύπνος (Ιλ. Λ. 241).



Είναι πολλές οι περιφράσεις – μεταφορές για τη στιγμή που χτυπημένος παραδίδεται στο θάνατο ένας ήρωας, οι συνηθέστερες του τύπου: (Ιλ. Δ. 526) τὸ δὲ σκότος ὄσσε κάλυψε / το σκοτάδι κάλυψε τα μάτια, ή η παρεμφερής (Ιλ. Ε. 310) ἀμφὶ δὲ ὄσσε κελαινὴ νὺξ ἐκάλυψε / σκοτεινή νύχτα τού σκέπασε τα μάτια, κ.ά., αλλά ιδιαίτερη και τούτη, για το ψηλό ομορφόπαιδο από τη Θράκη, τον Ιφιδάμαντα, το γιο του Αντήνορα.

ὣς ὁ μὲν αὖθι πεσὼν κοιμήσατο χάλκεον πνον
κι έτσι αυτός (ο Ιφιδάμαντας) έπεσε κει και κοιμήθηκε το χάλκινο ύπνο

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Πολύ πιο αρεστοί στους γύπες παρά στις γυναίκες τους (Ιλ. Λ. 150 - 162).

Οι πεζοί σκότωναν τους πεζούς που αναγκάζονταν σε φυγή κι οι αρματηλάτες τους αρματηλάτες εξολοθρεύοντάς τους με τα χάλκινα όπλα. Από κάτω τους σηκωνόταν η σκόνη που τίναζαν τα πόδια των αλόγων χτυπώντας με βρόντο το χώμα της πεδιάδας. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας, εντούτοις, ακολουθούσε από κοντά και σκότωνε ασταμάτητα εχθρούς, αναπτερώνοντας τους Αργείους. Κι όπως, όταν η καταστροφική φωτιά ενσκήψει σε δάσος πυκνό κι ο άνεμος με τους στροβίλους του τη μεταφέρει παντού, τα κλαδιά των δέντρων πέφτουν στις ρίζες τους σπρωγμένα από την ορμή της φωτιάς, έτσι κι απ’ τα χέρια του Αγαμέμνονα πέφτανε τα κεφάλια των Τρώων, και πολλά περήφανα άλογα κροτάλιζαν τ' άδεια αμάξια τους στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στους δυο στρατούς ψάχνοντας τους έξοχους ηνίοχούς τους, μα εκείνοι κείτονταν πια στη γη, πολύ πιο αγαπητοί στους γύπες παρά στις γυναίκες τους.

Ἠΐθεόν τ' Ἀκάμαντ', ἐπιείκελον ἀθανάτοισιν (Ιλ. Λ. 60).





(...) και το νεαρόπαιδο, τον Ακάμαντα, που έμοιαζε με τους αθάνατους.



[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Λ, στίχος 60]

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Στη θάλασσα και στους λουτήρες (Ιλ. Κ. 572 – 579).


Ξέπλυναν τον πολύ ιδρώτα τους με θαλασσινό νερό, μπήκαν στη θάλασσα κι έπλεναν τις γάμπες, ολόγυρα τους μηρούς, και ψηλά το σβέρκο. Ύστερα, όταν το κύμα καθάρισε το δέρμα τους απ' τα πολλά και το κρύο νερό τούς αναζωογόνησε, χώθηκαν και λούστηκαν σε καλοφτιαγμένους λουτήρες. Λουσμένοι κι αλειμμένοι με πολύ λάδι, κάθισαν έπειτα για το δείπνο, ξεκινώντας με σπονδή στην Αθηνά, γλυκό κρασί από ξέχειλο κρατήρα.

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Κ, στίχοι 572 -579]

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Ούτε ο τελευταίος μετανάστης να 'μουνα (Ιλ. Ι. 644 - 648).

(Ο Αχιλλέας στον Αίαντα, που του ζητάει κι αυτός ν’ αποδεχτεί τα δώρα και τη συγγνώμη του Αγαμέμνονα.)

«Αίαντα σεβαστέ, γιε του Τελαμώνα, κυβερνήτη στρατιωτών, συμφωνώ με όλα όσα είπες, όμως η καρδιά μου γεμίζει οργή και μόνο να θυμηθώ τον τρόπο που με ξεφτίλισε μπροστά στους Αργείους ο γιος του Ατρέα, μα ούτε ο τελευταίος μετανάστης να 'μουνα.»

(Στο πρωτότυπο: ὡς ετιν’ ἀτίμητον μετανάστην)

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Η φόρμιγγα, το τραγούδι, τα σουβλάκια (Ιλ. Ι. 182 - 221).

(Η πρεσβεία των Αχαιών έρχεται στις σκηνές και στα καράβια του Μυρμιδόνων, προκειμένου να ανακοινώσει στον Αχιλλέα τα διόλου ευκαταφρόνητα δώρα που ο Αγαμέμνονας προτίθεται να του στείλει για να τον εξευμενίσει.)

Ακολουθούσαν τη γραμμή του γιαλού στη θάλασσα με τον ασταμάτητο φλοίσβο, και θερμοπαρακαλούσαν τον Ποσειδώνα, το θεό που περικυκλώνει και σείει τη γη, να πείσουν εύκολα τη μεγάλη ψυχή του εγγονού του Αιακού. Σαν φτάσανε στις σκηνές και στα καράβια των Μυρμιδόνων, βρήκαν τον Αχιλλέα να τέρπει την ψυχή του με γλυκιά φόρμιγγα, έγχορδο όμορφο, διακοσμημένο με πολλά πλουμίδια, και που είχε ζυγό ασημένιο. Την είχε μαζέψει από το σωρό τα λάφυρα, όταν κατέστρεψε την πόλη του Ηετίωνα. Με τη φόρμιγγα ευχαριστούσε την ψυχή του, και με τη φωνή του τραγουδούσε τις δόξες των πολεμιστών. Ήτανε μαζί με τον Πάτροκλο, που καθόταν απέναντί του και περίμενε σιωπηλός πότε ο εγγονός του Αιακού θα αποσώσει το τραγούδι του. 

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Δανιήλ στα τραπεζάκια έξω.

Ο καλός δημοσιογράφος Παντελής Βαλασόπουλος φωτογράφισε τον Δανιήλ και σημείωσε στο χρονολόγιο / τοίχο του (στο facebook): "Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Α. Νικολής. Ό,τι καλύτερο διαβάσαμε αυτό το καλοκαίρι."