Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Οι συναντήσεις οι καλές.


(Λάσπη, από τον κύκλο: Κυκλοτερό, μουσική Χαρίλαος Τρουβάς, ποίηση Νικόλαος Κάλας, τραγούδι Αλέξανδρος Μαράκης)

Μέρες τώρα διαβάζω το εξαιρετικό site Ασσόδυο, έψαξα τη συντακτική ομάδα, από κει ανακάλυψα τον Χαρίλαο Τρουβά, εκ των συντακτών και ιδρυτικών μελών, αλλά και μουσικό, έψαξα τη δουλειά του στο YouTube, τη θαύμασα, επικοινώνησα διαδικτυακά μαζί του. Από τη Λένα Πλάτωνος της δεκαετίας του '80 είχα ν' ακούσω τόσο εντελή ελληνικά τραγούδια, του λέω. Μετά το lockdown της πανδημίας, να ένας ακόμα λόγος για ν' ανεβώ στην Αθήνα: να συναντηθώ με τον Χαρίλαο Τρουβά.


(Στρογγυλή Συμφωνία, από τον ίδιο κύκλο: Κυκλοτερό / Χαρίλαος Τρουβάς, Νικόλαος Κάλας, Αλέξανδρος Μαράκης.)

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2020

Το είδος της ψυχοπάθειας.


Δεν βγήκαμε καλά καλά απ' την πανδημία, το ΥΠΠΟ, αφού τέλος πάντων βρήκε τρόπους να μοιράσει λεφτουδάκια σε ηθοποιούς, τραγουδιστές και λοιπούς εργάτες της τέχνης, ανακοίνωσε και τις βραχείες λίστες των λογοτεχνικών βραβείων για τις εκδόσεις του 2018.
Να θυμίσω εδώ, το 2018 είναι το έτος έκδοσης και για "Το γυμναστήριό" μου.
Μου διηγούνταν τις προάλλες εκλεκτή φίλη για έναν γνωστό της και την υστερία του να λάβει συναφές βραβείο, η φίλη μού μίλαγε με το ύφος ανθρώπου που παρατηρεί σκοτεινά πλην ευτράπελα πράγματα: "Έκανε ό,τι μπορείς να φανταστείς παρασκηνιακά για να του το δώσουν. Ο ίδιος μού περιέγραφε τις ίντριγκες, τα αλισβερίσια, τα τηλέφωνα στα οποία πρωταγωνιστούσε. Ένα απ' αυτά τα τηλεφωνήματα, μάλιστα, με εκλιπάρησε να το κάνω εγώ η ίδια για χάρη του. Περάσανε οι μέρες, συναντιόμαστε τυχαία στον δρόμο και όλος συγκίνηση -πίστεψέ με, έκλαιγε!- μου ανακοινώνει πως το πήρε τελικά το βραβείο και πόσο, μα πόσο συγκινημένος ένιωθε που τον τιμούσε το σινάφι του. Το πιστεύεις; Απίστευτο δεν είναι; Θα πρέπει να πρόκειται για είδος ψυχοπάθειας -τι λες κι εσύ;" κατέληξε η εκλεκτή φίλη, που δεν περίμενε κι απάντηση, γελάσαμε και οι δυο.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020

Πάει και το δεύτερο κεφάλαιο.


Παρά την κακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα λόγω της πανδημίας, ευτυχής στο γράψιμο όσο ποτέ, συνεχίζω το καινούργιο μου μυθιστόρημα, το ιστορικό. Νομίζω είναι όντως ό,τι πιο συναρπαστικό περιείχε ο κλήρος μου στη λογοτεχνία -ίσαμε τώρα τουλάχιστον. Πάει και το δεύτερο κεφάλαιο -εκτενέστερο απ' όσο το υπολόγιζα.
Έγινε ποτάμι πια και ρέει. Νομίζω απρόσκοπτα.
Συνέπεσε το τέλος του κεφαλαίου με την ανθοφορία, τη μεθυστική μυρωδιά απ' τις αγγελικούλες. Τι καλή ιδέα να τις φυτέψω κοντά στην αυλόπορτα. Στοιχείο μαγικής τελετουργικής εισόδου το άρωμά τους για φέτος · όποτε περνάω στις διορθώσεις απ' το δεύτερο κεφάλαιο, συνειρμικά θ' ανακαλώ τη μυρωδιά τους.


Γιάννης Τσαρούχης (1910–1989), τίτλος έργου (1961): αγγελικούλα.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2020

Ένα-δυο μυστικά.


Συμβαίνει στους κήπους, συμβαίνει νομίζω και στην τέχνη, στη λογοτεχνία.

Οι ντόπιες, οι εγκλιματισμένες ποικιλίες ή τα καταφρονεμένα άγρια της χλωρίδας, εξημερωμένα, κοσμούν πολύ καλύτερα τα παρτέρια μας. Αρκεί να τα ξαναδούμε με καινούργιο βλέμμα, να τα λαμπικάρουμε απ' τη συνήθεια και την κούραση, όπως -να πω- οι θεοί του Ομήρου καταχεύουσιν χάριν (περιχύνουν με χάρη) τους θνητούς για να τους κάνουν να δείχνουν νεότεροι ή και ωραιότεροι, πιο θελκτικοί κι εράσμιοι, πιο ερατεινοί τέλος πάντων, ή όπως οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες εν γένει, μεταποιούμε την οικεία εμπειρία σε μύθους.


Το ταπεινό σπάρτο στα βουνά και τις εξοχές μας, έγινε σιγά σιγά δεντράκι και κάθε Απρίλη σκάει σαν βεγγαλικό με λαμπερά κίτρινα ανθάκια.


Το μόσχευμα της λυγαριάς έπιασε,


και με το κύρος του αστικού πρασίνου στο Παλέρμο, πήρε θέση δίπλα στα εκατοντάφυλλα, παραδίπλα στο γιασεμί και το σπάρτο.

Το μόσχευμα από λυγαριά στον κολπίσκο του Αγίου Φωκά.

Κι ακόμα ένα μυστικό. Δεν θέλουν πότισμα ούτε ιδιαίτερη φροντίδα.


Φυτρώνουν μετά τις πρώτες καλές βροχές και γύρω στον Απρίλη ανθοφορούν. Καθαρίζω τις γλάστρες στο τέλος της άνοιξης απ' τ' αποξηραμένα φυτά, κι όχι πάντοτε, βοτανίζω λίγο γύρω στον Δεκέμβρη.

Περίπου κάθε πέντε χρόνια αραιώνω τους βολβούς. Γλάστρες με φρέζιες, νάρκισσους, άγριους ή ήμερους, και ζουμπούλια -με τουλίπες, ακόμα και με τις άγριες, τους απρίληδες όπως τους λέμε στο νησί, προσπάθησα, δεν τα κατάφερα, το καλοκαίρι, διαβάζω, χρειάζονται αποθήκευση σε δροσερό και σκοτεινό χώρο.
  

Οι ετήσιοι επισκέπτες της άνοιξης. Ήρθαν και φέτος όλοι, ο ένας μετά τον άλλο. Λόγω της πανδημίας τόσο πιο καλοδεχούμενοι.








Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Μεγαλώνουν τα Στρατάκια, μα δεν γερνούν καθόλου.

Λακ(κ)ουβάκια / Γιώργος και Νίκος Στρατάκης, τ' αγαπημένα Στρατάκια.
Χαρώ τα, όμορφα που 'ν' τα σύμφωνα, η λαλιά, τα ελληνικά στα στόματά τους.

[Η πέμπτη ανάρτηση τραγουδιών τους εδώ (και 1, 2, 3, 4).]

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Πέντε χρόνια και τέσσερις μήνες νωρίτερα.


"Μετά την πανδημία του κορωνοϊού τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο..." Λέγεται κατά κόρον.
Προτιμώ τη διαπίστωση: η πανδημία ήρθε σαν μια υπενθύμιση του τι σημαίνει αληθινή ζωή.
Κι επιπλέον, ότι ο (αρχαίος) τρόμος της πανδημίας, η ίδια η πανδημία, όση συμφορά κι αν αφήσει πίσω της, αφότου περάσει, θα απωθηθεί στη συλλογική λήθη. Είναι ζωτική και ενστικτώδης η ανάγκη να ξεχνούμε τον πόνο.   
Ίσαμε τότε -τι καλύτερο- πειθαρχούμε στις οδηγίες των ειδικών. 
Ο θάνατος ας περιμένει ακόμη λίγο.
Αργά ή γρήγορα θ' αντηχήσει η άγρια προτροπή -μέσ' απ' τους κήπους των νεκρών, τους θαλάμους των αρρώστων, μέσ' απ' τους έρημους δρόμους- Πίσω στη ζωή με πολλή, όσο γίνεται περισσότερη ορμή!

Υ.Γ. 1. Από τα χρόνια του '90 ήδη, πολύ προτού γίνουν της μόδας, έλεγα πως όταν (κι αν είμαι τυχερός και) φτάσω τα 65, θ' αφήσω γένια, επίσης ότι παράλληλα θα φοράω ρούχα σε φωτεινά, τύπου ινδικά, χρώματα. Το πρώτο, τα γένια, μ' όλα ετούτα γύρω μας, καλού-κακού είπα να το... επισπεύσω κατά πέντε χρόνια και τέσσερις μήνες.
Υ.Γ. 2. Το κούρεμα, λόγω των περιορισμών της καραντίνας, από εμένα τον ίδιο -παρακαλώ- (με κουρευτική μηχανή/trimmer), όπως και τα φωτογραφικά αυτοπορτρέτα (selfies).


Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Τέσσερα εξαιρετικά βιβλία.

Wallace Stegner Το τραγούδι της σάλπιγγας (και άλλα διηγήματα) / Thomas Hardy Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ (η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου με χαρακτήρα) / Joseph Roth Φράουλες / Stefan Zweig Μενόρα (το θαμμένο κηροπήγιο). 

Τέσσερα εξαιρετικά βιβλία, για διαφορετικούς λόγους το καθένα -ας πούμε για τέσσερις απ' τις μύριες επόψεις απ' όπου μπορεί να εποπτεύσει κανείς την (αληθινή, άρα την καλή) λογοτεχνία. Δυστυχώς η πολλή και εντατική εργασία μου του καιρού (μαζί και οι αναπόφευκτοι περισπασμοί λόγω της επιδημίας) δεν μου επιτρέπουν τέσσερις ξεχωριστές εκτεταμένες αναρτήσεις. Θα περιοριστώ στα αξιοσημείωτα ένα-δυο στοιχεία τους, πιο σωστά αυτά που η συγκυρία των προσωπικών μου αναζητήσεων υπογράμμισε, και σε ορισμένα ενδεικτικά αποσπάσματά τους.

Ουάλας Στέγκνερ* Το τραγούδι της σάλπιγγας. Ανθολόγηση, μετάφραση και εισαγωγή -διαισθάνομαι με πολλή φροντίδα- από τον Γιάννη Παλαβό, στις φροντισμένες εκδόσεις Gutenberg / σειρά Aldina, σελ. 238. Ένα πολύ καλό παράδειγμα (μα είναι η αληθινή, θέλω να πω η καλή λογοτεχνία αυτό το πράγμα) για το ότι δεν είναι η θεματολογία ή η σκηνογραφία μιας αφήγησης που επιτρέπει ή όχι τη γνήσια ποίηση, αλλά μόνο η δύναμη του δημιουργού. Διηγήματα παρμένα από τη ζωή στην αμερικανική αγροτική ύπαιθρο κυρίως, τα οποία στην ημεδαπή γραμματεία θα βούλιαζαν σε αφόρητα παλαιική ηθογραφία, συχνότατα στο χειρότερο είδος της, την ιδεοληπτική, για τον Ου. Σ. δεν είναι παρά εικόνες μόνο της ανθρώπινης περιπέτειας. Θα ήταν απαράλλακτα της ίδιας ποίησης αν διαδραματίζονταν σε ανάκτορα ή σε υποβαθμισμένες αστικές συνοικίες είτε στα χωριά και τις φάρμες της αμερικανικής δύσης του Στέγκνερ. Όλα τα διηγήματα, μα ειδικά "Το πουλάρι" από τα συγκλονιστικότερα που διάβασα ποτέ.
Ένα απόσπασμα (σελ. 178-179): 
(...) Το μεσημέρι ήταν βαρύ και υγρό, γεμάτο από τα νωχελικά γεννήματα του καλοκαιριού στα μεσοδυτικά -το τριζοβόλημα των ακρίδων, το τιτίβισμα των πουλιών, τον βόμβο των εντόμων, τις φωνές των παιδιών και το μακρινό καμπάνισμα του ρολογιού που σήμαινε τέσσερις από τον πύργο του πανεπιστημίου. Ο αχός της λεωφόρου φούντωσε κι ακουγόταν σαν δισκοπρίονο που στρίγγλιζε. Τ' αυτοκίνητα σφύριζαν και χάνονταν, κουκκίδες που έσερναν ξοπίσω τους μια βουερή χοάνη. Κάπου μες στην εστία βρόντηξε μια πόρτα και η Λούσι, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, άκουσε το σύρσιμο των βλεφάρων στο δέρμα της. Ζαλισμένη, σκέφτηκε πως έπρεπε να σηκωθεί και να κάνει ντους. Σύντομα θα επέστρεφαν όλοι. Ο Τόμι Προμπστ τέλειωνε τις εξετάσεις του στις τεσσερισήμισι και το βράδυ τούς περίμενε γιορτή κι ένα βαρέλι μπίρα. (...)
   
Τόμας Χάρντι* Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ. Μετάφραση - προλογικό σημείωμα Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Gutenberg / Orbis Literae, Editio Minor, σελ. 600. Ένα συναρπαστικό, εξαιρετικής οικονομίας δείγμα της στιβαρής μυθιστοριογραφίας του 19ου αιώνα (1886). Τα μυθιστορήματα τότε είχαν την απήχηση του σημερινού κινηματογράφου και των τηλεοπτικών σειρών μαζί. Διαισθανόμαστε, όπως πολύ συχνά και με τους Ρώσους του 19ου ή τον διαπρεπέστερο Άγγλο του αιώνα, τον Ντίκενς, τις "ραφές" από συνέχεια σε συνέχεια στη ροή του μυθιστορήματος, όσο κι αν από το περιοδικό ή την εφημερίδα στην τελική έκδοση σε βιβλίο οι δεξιοτέχνες λογοτέχνες προσπαθούσαν να σβήσουν τα ίχνη αυτών των "ραφών". Ένα καλό δείγμα μιας τέχνης, του μυθιστορήματος, όταν ακόμα έχαιρε ευρείας αποδοχής. 
Ένα απόσπασμα (σελ. 479):
(...) Στα ανατολικά του Κάστερμπριτζ, ανάμεσα στα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, έρρεαν άφθονα γάργαρα νερά. Ο ταξιδιώτης που τύχαινε να βρεθεί προς τα κει, αν στεκόταν ακίνητος για λίγα λεπτά στη σιγαλιά της νύχτας, ίσως άκουγε τα νερά αυτά να στήνουν συμφωνίες ιδιότυπες, ερμηνευμένες από μια αθέατη ορχήστρα, έτσι όπως κελάρυζαν σε κοντινά και μακρινά σημεία του έλους. Στην τρύπα ενός σάπιου ποταμοφράκτη εκτελούσαν ένα ρετσιτατίβο εκεί όπου κάποιο θριαμβικό ρυάκι κρημνιζόταν σε κατακόρυφη πέτρινη επιφάνεια, έκαναν χαρούμενες τρίλιες κάτω από μια σπηλιά χτυπούσαν μεταλλικά κύμβαλα και στον Λάκκο του Ντέρνοβερ σφύριζαν παρατεταμένα. Εκεί που γινόταν εκκωφαντική η μουσική τους ήταν σ' ένα μέρος που το έλεγαν "Δέκα Μπουκαπόρτες", όπου ο χείμαρρος ενορχήστρωνε μια ολόκληρη φούγκα από ήχους. (...)

Γιόζεφ Ροτ* Φράουλες. Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 97. Ένα σπάνιο σπάραγμα από το αρχείο του μεγάλου Εβραίου συγγραφέα, τόσο κοντινού νιώθω συχνά με τον σχεδόν σύγχρονό του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (ο Ροτ γεννήθηκε το 1894, ο Σίνγκερ το 1902). Το έργο ενός αληθινού λογοτέχνη -ακόμα μια ευκαιρία να εννοήσει κανείς γιατί στη λογοτεχνία ή στην τέχνη η πραγματικότητα είναι μόνο το πρόσχημα (σε αντίθεση με τη ρητορική ή τη δημοσιογραφία).
Ένα απόσπασμα (σελ. 80):
(...) Η ομίχλη σκέπαζε ακόμα το χώμα, σκέπαζε ακόμα το φθινοπωρινό πρωί, που έμοιαζε με γέροντα κουκουλωμένο στις κουβέρτες του, κουφό κι αμίλητο. Τα κοράκια κάθονταν ασάλευτα πάνω στα κλαδιά, που λύγιζαν και ταλαντεύονταν, λεπτά ολόκληρα έμεναν ασάλευτα, τόσο που νόμιζες ότι ήταν φυτρωμένα, ότι ήταν τα μεγάλα, θλιβερά φρούτα των δέντρων. Πετούσαν στον αέρα μόλις ανάβαμε τη φωτιά κι ο καπνός άρχιζε ν' ανεβαίνει. Ήμασταν οι εχθροί τους. Πότε πότε τα βάζαμε στο σημάδι με τις πέτρες. Κι όταν πετυχαίναμε κάποιο κι έπεφτε ζαλισμένο στο χώμα, το πιάναμε στα χέρια μας και πάντα μάς έπιανε φόβος, μας τρόμαζε το κοφτερό γαμψό του ράμφος, ίδιο με μικρή δίκοπη σπάθα. Τα χωράφια ανέδιδαν μια μυρωδιά υγρή και μεθυστική, μύριζε μούχλα και σήψη. (...)

Στέφαν Τσβάιχ* Μενόρα. Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, επίμετρο Παναγιώτης Κ. Τσούκας, εκδόσεις Άγρα, σελ. 233. Σύντομο, με όλες της αρετές του Τσβάιχ, μυθιστόρημα. Ένα ιστορικό δράμα για τις αγωνίες του εβραϊκού λαού, θα έλεγα αξίζει να διαβαστεί κυρίως σε παραβολή με τα κείμενα του Σίνγκερ, η διαφορά τους είναι η εκλεπτυσμένη πλην δραστική ειρωνεία του δεύτερου. Λόγω της ειρωνείας η εβραϊκότητα στον Σίνγκερ καταλήγει αμφίεση, σκηνογραφία, όχι ουσία. Κάπου στην καρδιά της αφήγησης οι ήρωές του αποδύονται το ρούχο τους, ντύνονται τον μύθο τους. Κι ενώ, λοιπόν, διαβάζοντας τη Μενόρα συμπαθώ τους Εβραίους, συμπάσχω μαζί τους, διαβάζοντας τον Σίνγκερ ζηλεύω που δεν είμαι κι ο ίδιος Εβραίος! (Έχω βυθιστεί στη "Σώσα" του αυτόν τον καιρό -το είχα τελευταίο σε λίστα μετά από αρκετά άλλα, σαν για να με περιμένει η γλυκιά προσδοκία του, όμως δεν άντεξα, είναι που κι αυτός ο ζόφος που βιώνουμε ξεχνιέται μόνο με πολύ δυνατά ερεθίσματα-, όποτε το τελειώσω κι εφόσον ξεκλέψω τον αναγκαίο χρόνο, θα αναφερθώ λεπτομερέστερα. Για τον Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ ποτέ λίγα, ποτέ ένα μικρό σημείωμα μόνο!)
Ένα απόσπασμα (σελ.150)
(...) Οι Εβραίοι στη Συναγωγή του Πέραν δεν προσεύχονταν, δεν νήστευαν πια. Πικραμένοι κάθονταν στις γωνιές τους μασουλώντας κρεμμύδι και ξερό ψωμί. Και τώρα που η προσμονή του θαύματος δεν φλόγιζε πια τα μάτια τους, δεν φώτιζε τα μέτωπά τους, ξανάγιναν οι μικροί αξιολύπητοι άνθρωποι που ήταν πάντα: φτωχοί κακόμοιροι Εβραίοι∙ κι οι σκέψεις τους, που λίγες ώρες πριν φτερούγιζαν κι ανέβαιναν ψηλά στον Θεό, σέρνονταν τώρα ξανά στη γη, σαν τις ταπεινές τους έγνοιες και τα μικρά τους καθημερινά βάσανα. (...)

* Αμφότερες οι εκδόσεις Gutenberg και Άγρα αδιαμφισβήτητα φροντίζουν σε υψηλό επίπεδο την ελληνική γλώσσα (και παρά την ναρκισσιστική, ανόητη από φιλολογική/γλωσσολογική άποψη εμμονή τους και δη στο μπάσταρδο ετούτο πολυτονικό [και απλουστευμένη ορθογραφία και βαρείες - οξείες!] -έκανα πολλούς καυγάδες με την παλιότερη εκδοτική εταιρεία όπου εξέδιδα τα βιβλία μου για το πολυτονικό, το οποίο πέρα απ' τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής δεν είναι παρά μυγάκια, μυγάκια πάνω σε μουχλιασμένα τρόφιμα, μύγες πάνω από ψοφίμια, η θλιβερότερη εικόνα για τα νεοελληνικά κείμενα, κυρίως η πιο δυσοίωνη), προς τι άραγε η ξενόγλωσση απόδοση των ονομάτων των συγγραφέων στο εξώφυλλο; Θα το έκαναν και για έναν Γεωργιανό ή Άραβα ή Κινέζο συγγραφέα; Για τις βιβλιογραφικές αναζητήσεις αρκεί η αναγραφή του πρωτότυπου ονόματος στην εσωτερική σελίδα των δικαιωμάτων. Ή μήπως υποδηλώνουν ένα είδος πολιτιστικού σεβασμού ή και μειονεξίας προς τις κύριες σύγχρονες δυτικές γλώσσες (αγγλική, γερμανική, γαλλική); Τι να πω, κρίμα!

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Μία πόλη, παλιά, πολύ παλιά... / Το Σκοτεινό Νησί / απόσπασμα.

(...) «Μία πόλη, παλιά, πολύ παλιά… -να πούμε απόγευμα; Απομεσήμερο ή πιο αργά; Αργά το απομεσήμερο καλύτερα», προτείνω. «Έβρεξε πριν από λίγο. Μερικές στάλες μόνο. Άνθρωποι στους δρόμους. Ψωνίζουν». Ξάνοιγα την εικόνα παραστατικά και με την υπόλοιπη έκφρασή μου (τη μιμόγλωσσα και τον επιτονισμό), σαν σε οθόνη σινεμασκόπ. Πάντα μού άρεσε να αφηγούμαι, τα λόγια μου να γραπώνουν τους ακροατές μου, να μετεωριζόμαστε μαζί στις κοιλάδες και τις λαγκαδιές και τα λαγούμια του μυαλού μου.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Στις πηγές της συγκίνησής μας.

Μάνος Χατζιδάκις - Η Μελαγχολία της Ευτυχίας

Κατ' αρχάς να ζητήσω συγγνώμη για την προηγούμενη ανάρτησή μου: Το Σκοτεινό Νησί. Με είχε καταβάλει στιγμιαία ο πανικός: χώθηκα στο έργο μου όπως το στρείδι στο κέλυφός του.
Η πανδημία μάς δοκιμάζει με πολλούς τρόπους. Ο φόβος σπρώχνει τους περισσότερους αταβιστικά είτε στα εικονίσματα είτε στην ασφάλεια της κοινότητας. Η πανδημία αντίθετα αναγκάζει τις εκκλησιές να κλείσουν και τον πληθυσμό να μένει προσεκτικά σε απόσταση ο ένας από τον άλλον.
Η ζωή είναι συναρπαστική γιατί είμαστε κομμάτι της. Δύσκολη να την εννοήσουμε και ποτέ περισσότερο ασφαλής από το ταξίδι πάνω σε μια σχεδία. Κι είναι τότε ιδίως, στα δύσκολα, που αποδεικνύεται η ζωτική ανάγκη της τέχνης, της ποίησης.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Το Σκοτεινό Νησί.




(...) 
Σκεφτόμουν φωναχτά: «Είμαστε στο κατάστρωμα ενός σκυλοπνίχτη. Ένα σκουριασμένο σκαρί που όλο αγκομαχάει και τρίζει, από αυτά που μεταφέρουν τυχαίους επί το πλείστον. Ταξιδεύουμε. Κορμιά στοιβαγμένα όπως όπως, ανάμεσά τους κι εμείς. Η ναυτία. Η ζάλη και οι μυρωδιές, οι δυσωδίες και οι ευωδιές. Η θάλασσα τη νύχτα. Μελανή με τον άσπρο αφρό των κυμάτων. Πεθύμησα τη θάλασσα. Επιτέλους, από τη ναυτία δεν σκέφτομαι».

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2020

Ο Jim Jarmusch / Τζιμ Τζάρμους και η εμπειρία της ποίησης.


Δεν θυμάμαι πότε και ποιες ταινίες του είχα δει -πρέπει να είχα δει μια-δυο, όταν ακόμα δεν ξεχώριζα καλά καλά τα πράγματα απ' την ποίησή τους. Σαν ένα μικρό στιγμιότυπο αυτές τις μέρες ανακάλεσα επίσης την πρεμούρα του Μίλτου Σαχτούρη (και εδώ), όταν μου 'λεγε "Πρέπει να δω την καινούργια ταινία του Τζιμ Τζάρμους", μάλλον το Down by Law / Στην παγίδα του νόμου, το 1986. Είχε προηγηθεί το 1984 το Stranger than Paradise / Πέρα από τον παράδεισο. Δεν ξέρω πόσον Τζάρμους πρόλαβε να δει ο ποιητής ούτε αν έπεσε ποτέ στα χέρια του Jarmusch ποίημα του Σαχτούρη, πιο ταιριαστή συνάντηση δεν μπορώ να φανταστώ.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Το τέλος του πρώτου κεφαλαίου, η αρχή ενός μυθιστορήματος.

Νομίζω ζω ό,τι πιο συναρπαστικό περιείχε ο κλήρος μου στη λογοτεχνία.
Πάει εβδομάδα που τελείωσα το πρώτο από τα επτά κεφάλαια σύμφωνα με το αδρομερές διάγραμμα του νέου μου μυθιστορήματος, του ιστορικού, μυθιστόρημα που έχω προαναγγείλει ήδη από τον Απρίλιο του 2015. Χρειάστηκα δυόμισι με τρία χρόνια έρευνας για το πραγματολογικό υλικό, μια σειρά από κατηγορίες στο αρχείο εδώ του μπλογκ πιστοποιούν την προεργασία (Αρχαίο μυθιστόρημα, Δεύτερη Σοφιστική, Ιστορικό μυθιστόρημα, Κλασική γραμματεία, Λουκιανός-ο Σύρος αττικιστής, Όμηρος-ο πρώτος μυθιστοριογράφος) και που καταγράφουν μέρος μόνο αυτής της εργασίας. Το γράψιμο καθαυτό το ξεκίνησα τον Νοέμβριο του 2019, αν έχω ζωή, αν είμαι καλά, προβλέπω να τελειώνει το φθινόπωρο του 2022, το αργότερο την άνοιξη του 2023. Ό,τι άλλο μού είναι πια περισπασμός, όλο και σπανιότερη θα είναι η παρουσία μου εδώ ή οπουδήποτε αλλού.
Όσοι με παρακολουθείτε, μην ανησυχείτε, λείπω για πολύ πολύ καλό σκοπό.  

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Με περίμεναν.


Επέστρεψα στο νησί προχτές. Δεν τα προλαβαίνω πάντοτε, συνήθως απουσιάζω τέτοιες μέρες, τις περισσότερες χρονιές τα βρίσκω μετά το πέρας της ανθοφορίας τους, με τα πέταλα ξερά. Τα νερακίζια όπως τα λέμε εδώ στο νησί, τους άγριους νάρκισσους, τα μανουσάκια αλλού.
Τα νερακίζια είναι οι πρώτοι βολβοί που ανθοφορούν στα μέρη μας, στις αλκυονίδες συχνότερα, προοιωνίζονται όπως κι εκείνες την άνοιξη.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020

Εύα Μαθιουδάκη: Το Σκοτεινό Νησί.

Μία ευαίσθητη ανάγνωση της καλής και γενναιόδωρης συγγραφέως Εύας Μ. Μαθιουδάκη [oanagnostis.gr (11/01/2020)].

Ο δρόμος του συγγραφέα είναι τραχύς, …μεταγράφοντας για δεύτερη φορά το θεατρικό του έργο «Το Σκοτεινό Νησί» 2001, που κυκλοφόρησε ως νουβέλα το 2008 από την Εμπειρία Εκδοτική, και επανακυκλοφορεί αναθεωρημένο-διορθωμένο από τις Εκδόσεις Ποταμός, Νοέμβριος 2019, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Αντώνης Νικολής, νιώθει την ανάγκη να μας επανασυστηθεί με ένα έργο που ενώ είναι το πρώτο του, αποτελεί μια καθοριστική και αδιαμφισβήτητη κατάκτηση στη δημιουργική του πορεία.
Ο Αντώνης Νικολής είναι από τους πλέον σοβαρούς τεχνίτες της γλώσσας. Η νουβέλα που μας παρουσιάζει είναι δουλεμένη και φτασμένη σε μια σιγουριά σχεδόν κλασική, διατηρώντας την έντονη θεατρικότητά της. Γιατί ο Νικολής, σε όσους δεν είναι γνωστό, είναι κλασικός φιλόλογος, ακούραστος μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας αλλά και του σύγχρονου παγκόσμιου θεάτρου.

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2020

Αύριο, στην εκπομπή ''Αθήνα το Φελέκι σου'', 11.00-12.00, στον Αθήνα 9.84, στους 98,3.


Θα συζητήσουμε με τον Κωνσταντίνο Μοστράτο για Το Σκοτεινό Νησί.

Αυτούσια η αναγγελία του Κ. Μ. (στο fb):

"Αύριο, 11 Ιανουαρίου, δύο πολύ αγαπημένοι μου συγγραφείς στο Φελέκι. Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου θα μας μιλήσει για το τελευταίο της βιβλίο, το πολυαναμενόμενο δεύτερο μέρος της Τριλογίας της Πρέσπας, την ''Κεχριμπαρένια έρημο'' (εκδόσεις Καστανιώτη), ενώ ο Αντώνης Νικολής θα είναι στο στούντιο για την αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας του ''Το Σκοτεινό Νησί'' (εκδόσεις Ποταμός).
''Αθήνα το Φελέκι σου'', κάθε Σάββατο, 11:00-12:00, στον Αθήνα 9.84 και στους 98,3."



Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

Μνημείο που αγλαΐζει την Αθήνα. Στην οδό Ξενοκράτους.

Βρίσκεται στο κατωφερές αλσύλλιο επί της Ξενοκράτους καμιά διακοσαριά μέτρα πριν από το 48 των εκδόσεων Ποταμός. Μνημείο άλλο στην πόλη που να με συγκίνησε περισσότερο δεν θυμάμαι. Έχω από καιρό τις φωτογραφίες στο κινητό μου, έχω αναλογιστεί αρκετά πόσο διαφορετική, καλύτερη ως ἄστυ θα ήταν η Αθήνα, οι πόλεις της χώρας όλης, η Ελλάδα ως σύνολο θεσμών, αν ήμαστε (ή έστω είμαστε) σε θέση να τιμήσουμε όσους όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος υποστήριξαν την ήπια, την αργή, τη συντεταγμένη, τη δύσκολη όμως ασφαλέστερη αστικοποίηση της χώρας. Και έκτοτε, και γενικότερα, όσους, ελάχιστους, αποφεύγουν κατά το δυνατόν τη βαρβαρότητα της σκέψης: τις ηθικολογίες, τις αισθηματολογίες, τις ιδεολογίες.

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2020

Ο Αρκάς και η ποίησή του.


Άλλαξε η πολιτική κατάσταση, κι ο Αρκάς ξαναβρήκε τη γλύκα, την ευγένειά του. Την ποίησή του δεν την είχε χάσει στιγμή, εννοείται. Τουναντίον: διαφύλαξε με πολύ κύρος την αρχαία απέχθεια των κωμικών προς τους σαλταδόρους δημαγωγούς.

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Και... καλή δεκαετία.


Υγιείς, μειλίχιοι, νηφάλιοι και τη νέα χρονιά. Επιπλέον μακάρι και ακμαίοι καθ' όλη τη νέα δεκαετία. Να χαιρόμαστε την ποίηση που αναλογεί στη ζωή μας -κατά την περσινή ευχή.

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2019

Σημείωμα της Kατερίνας Σχινά για Το Σκοτεινό Νησί.

Η Κατερίνα Σχινά στο The Books' Journal, τεύχος 104, σελ. 83, " Βιβλία για τα Χριστούγεννα" σημειώνει για Το Σκοτεινό Νησί:


Το Σκοτεινό Νησί (τοπωνύμιο και όχι ουσιαστικό με επιθετικό προσδιορισμό σύμφωνα με τον συγγραφέα) είναι ό,τι έχει απομείνει από την άνοδο των υδάτων, μετά από μια απροσδιόριστη στο χρόνο περιβαλλοντική καταστροφή. Τρία πρόσωπα θα το κατοικήσουν (ή μήπως τρεις εκφάνσεις του ίδιου προσώπου;), τρεις παράδοξες σχέσεις θα αναπτυχθούν, τρεις διαφορετικοί λόγοι θα συνηχήσουν σ’ αυτό το δυστοπικό, απειλητικό πουθενά, που μοιάζει να γεννά το ίδιο εικόνες αρχέγονες, μύθους παλαιούς καταχωνιασμένους στο συλλογικό ασυνείδητο. Ένα εξαιρετικά τολμηρό βιβλίο, τόσο αφηγηματικά όσο και γλωσσικά∙ μια εσχατολογική αλληγορία όπου ο ορθός λόγος και η μαγική σκέψη συγκρούονται ασταμάτητα, η σεξουαλικότητα κατέχει προνομιακή θέση, αλλά τα ηνία τα κρατά η ενόρμηση του θανάτου.