Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Ο εκ Κεφάλου της Κω ορμώμενος νέος ακαδημαϊκός.

Τιμή για τους Κεφαλιανούς, για τους Κώους, για όλους τους Έλληνες η εκλογή του νέου μέλους της Ακαδημίας Αθηνών Βασίλη Ράπανου. Μεγάλη τιμή.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Το γυμναστήριο - το ελάχιστο δείγμα.



«Σε μια λίμνη να πάμε, καλύτερα. Μικρούλα λίμνη, γύρω γύρω πλατάνια και καρυδιές, βούρλα ωραία σαν ζωγραφιστά και νούφαρα και πάπιες, παπάκια, και μικρά μικρά ψαράκια». Στέκεται μια ανάσα, να τα χαζέψει ένα γύρο, τοπίο, πράγματα, δέντρα, ζώα, τι άλλο να σκεφτεί, τι άλλο να συμπεριλάβει όπως τα απαριθμεί. Το ξεφουρνίζει κοφτά–στα γρήγορα: «Και μια παρέα νεαροί αξιωματικοί. Γυμνιστές».

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

21 Νοεμβρίου 2018: μία ωραία μέρα.


Δεν είναι πολλές οι εξαιρετικές ημέρες στη ζωή ενός συγγραφέα.
Έπιασα στα χέρια μου ένα πολύ όμορφο βιβλίο.
Μαζί με την Αναστασία (Λαμπρία) και τον Κώστα (Παπαδόπουλο), τους εκδότες του Ποταμού, που το λιγότερο να πω τους είμαι ευγνώμων.

(Με την Αναστασία στο μπαλκονάκι του Ποταμού κάποια άλλη φορά ευελπιστώ να πείσω και τον Κώστα για μια φωτογραφία οι τρεις μας...)



Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Το γυμναστήριο - το δελτίο τύπου.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΤΑΜΟΣ I Ξενοκράτους 48, 10676 Αθήνα I τ: 2107231271 f: 2107254629
I info@potamos.com.gr I www.potamos.com.gr
 (Ποταμόπλοια / 19)

ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ
Το γυμναστήριο
 

Δυο ετεροθαλείς αδελφές σε ώριμη ηλικία, η Ρούλα και η Ράνια, ζουν απομονωμένες σ’ένα διαμέρισμα. Το παρόν πηγαινοέρχεται αφηνιασμένα στο παρελθόν, μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά. Επικοινωνούν μεταξύ τους και με τον έξω κόσμο, δημιουργώντας ασυνήθιστες ιστορίες ανάμεσα στην φαντασία και την πραγματικότητα. Στο βαγόνι ενός τρένου μια παράξενη μετανάστρια με κοφτερό βλέμμα, ο πειρασμός ενός αγοριού από το απέναντι γυμναστήριο, η αποπνικτική σχέση με την μητέρα, ένας σχεδόν ομαδικός βιασμός, η καθήλωση σ’ένα τραυματικό κενό. Επάλληλες αφηγήσεις, δεμένες συνειρμικά, που μεταφέρουν τον τρόμο της έλξης και τον ηλεκτρισμό της απώθησης. Αναδρομές σε φόντο σκοτεινού ερωτισμού που αλληλοσυμπληρώνονται για να αποδώσουν την αλήθεια, δηλαδή τον μύθο της ζωής των δυο γυναικών.
Τελικά αυτό που αποκαλούμε παράλογο, δεν είναι παρά το αντεστραμμένο είδωλο μιας ασύλληπτης καθημερινότητας.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 13) Απόφοιτος λυκείου-υποψήφιος και επιτέλους φοιτητής!



Ο ενάμισης περίπου χρόνος μετά την αποφοίτηση απ’ το λύκειο μοιάζει στη μνήμη μου σαν μια εκρηκτική σύνθεση ετερόκλητων εικόνων αλλά και ένα βουερό ασθματικό κυνήγι του χρόνου. Φοιτούσα στο φροντιστήριο του Τσούνη, στη Σόλωνος, ακριβώς στο κτήριο όπου στεγάζεται το «Έναστρον βιβλιοκαφέ» σήμερα, εκεί δίδασκε χημεία ο θείος Σπύρος Χατζημάρκος (1938-2011), ο αδελφός της μητέρας μου. Έμενα στη Λήμνου, τωρινή Λέλας Καραγιάννη, στην Κυψέλη, σε γκαρσονιέρα που αγοράσαμε στην ίδια πολυκατοικία με τον θείο. Ήμουν ο πρώτος ένοικος, η υπόλοιπη οικοδομή δεν είχε ολοκληρωθεί. Ντυνόμουν από ένα πανκ -θα το έλεγε κανείς και κουήρ για την εποχή- μαγαζί στην Πλάκα, κάτι πολύ εκκεντρικά ρούχα, αλήτευα μέχρι πρωίας, επέστρεφα σπίτι αφότου είχε ανατείλει, μετά τις επτά συνήθως. Ο μεσήλικας επιστάτης της οικοδομής ένα τέτοιο πρωινό με κοιτάζει κάπως λοξά, με ρωτάει, «Δεν μου λες εσύ, παιδί μου, τι κάνεις εδώ πέρα;», «Είμαι υποψήφιος της ιατρικής», του απαντάω. «Δύσκολη η ιατρική», κουνάει το κεφάλι και προφανώς υπονοεί άλλα. Όχι πως είχε άδικο. Ήτανε η ηλικία, αλλά και η εποχή, εκεί στο τέλος του ’70. Είχα πέσει με τα μούτρα: γνώριζα ανθρώπους, τα μυστικά της πόλης, σύχναζα στα μπαρ της Θόλου στην Πλάκα, αλλά κι όπου το πράγμα γινόταν πάρα πολύ ζόρικο (πάρκα, λουτρά, κ.τ.ό.), πραγματικά άτρομος. Παράλληλα άκουγα σαν τρελός το Τρίτο του Μάνου Χατζιδάκι –Θε μου, τι ελευθερία, ποτέ ξανά τόση πολλή σ’ αυτό τον τόπο-, έτρεχα στο «Στούντιο» και στο «Βοξ» κυρίως στ’ αφιερώματα, για τις ταινίες που άκουγα χρόνια στην εκπομπή του Μπακογιαννόπουλου και δεν είχα τη δυνατότητα να δω στο νησί –μάλλον στο Δεύτερο ραδιοφωνικό πρόγραμμα η εκπομπή, στη μιάμιση τα μεσημέρια Κυριακής-, έβλεπα συστηματικά για πρώτη φορά θέατρο. Στο Τρίτο πρωτάκουσα και τον Γιώργο Ιωάννου. Το ρήγμα βάθαινε, δεν ήμουν και ποτέ ευτυχής μικροαστός, που ούτε και κανείς στο σπίτι μας ήτανε το δείγμα του πράγματος. Ο πατέρας μου δεν μου ζητούσε να γίνω γιατρός (αυτό το απαιτούσε ποικιλοτρόπως και ίσως ακόμα το απαιτεί η νεοελληνική κοινωνία απ' τους καλούς μαθητές, και δη τα αγόρια)∙ ο πατέρας μου μου ζητούσε να μην ακολουθήσω το ταλέντο μου. Ταλέντο σημαίνει δυστυχία, έλεγε. Το ταλέντο το καλλιτεχνικό∙ όχι η κλίση. Πολύ σοβαρή κουβέντα, που την ένιωθα και σωστή, για να μην την ακούω. Δεν έφερε αντίρρηση στον Θανάση τον αδελφό μου, όταν εκείνος επέλεγε το μαθηματικό τέσσερα χρόνια αργότερα, παρόλο που είχε τις μονάδες και για την ιατρική. Άλλωστε ο ίδιος καυχιόταν που σαν γιατρός δεν έκανε χρήματα (όταν στην Κω του ενός ακτινολόγου η ακτινογραφία κόστιζε 120 δραχμές, στη Ρόδο των τεσσάρων ακτινολόγων κόστιζε 1500 δραχμές) ούτε θυμάμαι ποτέ στο σπίτι να μιλάνε για περιουσίες ή για την οικονομική κατάσταση του ενός ή του άλλου.
Με την Αθήνα με συνδέει μια πολύ ιδιότυπη οικειότητα, να την ονομάσω και διαταραγμένη οικειότητα. Ίσως η ασύνειδη βρεφική μνήμη του τόπου μαζί με την από πολύ νωρίς αίσθηση ότι η πόλη συνιστά μια μνημειακών διαστάσεων απόδοση των στρεβλώσεων της νεοελληνικής ζωής. Μεγαλούπολη πνιγηρή, αλλά δεν υπάρχει κι άλλη. Χαμηλού μέσου όρου, δυσλειτουργική, όμως και με εντυπωσιακές εξαιρέσεις: γωνιές ή συντροφιές ανθρώπων. Το διαισθανόμουν αλλά και δεν το άντεχα, ότι θα πέρναγα όλη μου τη ζωή σε εξάρτηση αλλά και σε απόσταση απ’ αυτή την πόλη. Έγινε κυριολεκτικά και μεταφορικά εντός μου ο τόπος της ασυδοσίας, της ελευθεριότητας, αλλά και της ισοπέδωσης. Μέσα σ' αυτή την οιονεί... δυστοπία έπρεπε να διαπραγματευτώ την ύπαρξή μου, μακριά πορεία που εξιχνιάζω βέβαια τώρα, τότε, στην αρχή, δεν ήταν παρά ψαχουλευτά τυφλά μπουσουλήματα.
Πάντως τον Φεβρουάριο του 1979 αποφασίζω να μαζέψω κάπως τα μυαλά μου, να γίνω επιτέλους φοιτητής, να μην είμαι άλλο υποψήφιος, κι οριστικά αποκλείω να φύγω για σπουδές εκτός Ελλάδος. Βυθιζόμουν στη γλώσσα, στην ελληνική γλώσσα -ακόμα κάτι που συνειδητοποιώ εκ των υστέρων. Διάβαζα λογοτεχνία, δεν το ήξερα ακόμα πως όλα τα άλλα θα μου ήτανε μία επιφανειακή στοιβάδα μόνο, η δική μου η χώρα, η μόνη, θα γινόταν η ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Είχε δίκιο ο πατέρας μου, έκρινε εξ ιδίων -τον απελευθέρωσα στα 76 του, έκτοτε έγραψε κι εκείνος, ησύχασε νομίζω. Είχε δίκιο, αλλά ο ίδιος μπόρεσε να το κουλαντρίσει γιατί δεν του ήταν τόσο. Όταν είναι πολύ, είναι θηρίο, το θηρίο που έλεγε ο Σαχτούρης, πρέπει να κλειστείς μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, να μη σε κατασπαράξει, να μην του φορέσεις περιλαίμιο, να τα βρείτε. Ύστερα ό,τι άλλο. Γιατί σε περιπτώσεις όπως η δική μου ή τα βγάζεις πέρα με το θηρίο σου ή πας στο τρελάδικο, που δεν αποκλείεται παρ’ όλ’ αυτά και στο τρελάδικο.  
Εντωμεταξύ, ενόσω καταλάγιαζε η λίμπιντο, τακτοποιούσα και τις τελευταίες λεπτομέρειες στη συνείδηση του προσανατολισμού μου, διάβαζα με ζήλο το Αμφί τότε, έγινα μέλος του ΑΚΟΕ, η μόνη και ουσιαστικότερη ένταξή μου σε συλλογικότητα που λέμε σήμερα, για την οποία, γιατί συνέβη στο πολύ πρώιμο γι' αυτά τα ζητήματα 1979, είμαι με τα χρόνια υπερήφανος.
Στις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, τον Σεπτέμβριο του 1979, θα πέρναγα από τους τελευταίους, όμως ιατρική, στα Γιάννενα, η αναλογία τη χρονιά εκείνη στις ιατρικές ήταν ένας επιτυχών στους 48 υποψηφίους, όχι και μικρή επιτυχία αν συνυπολογιστούν μαζί με τη χλιαρή, μάλλον τυφλή φιλοδοξία μου, επιπλέον και τα ανωτέρω... ανδραγαθήματα, καθώς και τα πολλά περισσότερα, που από συγγραφική... σκοπιμότητα –τα χρειάζομαι ως υλικό-, όχι βεβαίως από καμιά δειλία, αποσιωπώ εδώ.      
Οι φωτογραφίες σε καφετέρια στον μόλο της Παμβώτιδας. Και δύο τεκμήρια του πρώτου έτους στην ιατρική, φυλαγμένα κι αυτά σ' ένα απ' τα φωτογραφικά άλμπουμ που μου αποκάλυψε ο σεισμός του 2017.  




Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Ο Νίκος του Νερόμυλου∙ μόλις 42 χρόνων.




Ο Νίκος Υφαντής, ο αισθαντικός ταξιδιώτης, ο λάτρης των ανέμων και των κυμάτων, ο εμπνευσμένος, ο εναλλακτικός επιχειρηματίας, ο Νίκος ο καλός πάει.
Τι κρίμα, πόσο μεγάλη απώλεια για το νησί.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

Ρομπέρτο Μπολάνιο: Λούμπεν μυθιστορηματάκι.



Δεν είχα διαβάσει ξανά Ρομπέρτο Μπολάνιο (1953-2003), ξεκίνησα με τούτο το μικρής έκτασης μυθιστόρημα, πάνε δυο μήνες διαβασμένο, κι όλο το αναβάλλω να σημειώσω εδώ λίγες γραμμές. Ένα είναι σίγουρο, θα δοκιμάσω κι άλλον Μπολάνιο. Οι αφηγηματικές τέχνες, η τέχνη ίσως το σύνολό της, προαναγγέλλει ή παρακολουθεί τις αλλαγές από εποχή σε εποχή, με τρόπο που πάντοτε εκπλήσσει όσους τη μελετούν. Θέλω να πω, δεν ακολουθεί μηχανιστικά την υπόλοιπη ιστορική εξέλιξη. Η όποια αλλαγή σχετίζεται πολύ λίγο, και οπωσδήποτε όχι άμεσα, με τις τρέχουσες εκάστοτε πληροφορίες ή ιδέες. Αν αλλάζει κάτι είναι η συνείδηση του εαυτού, οι συσχετίσεις του νου που του επιτρέπουν να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα στον χώρο και στον χρόνο, και κατά συνέπεια και η μνήμη, άρα και η αφήγηση.
Το Λούμπεν μυθιστορηματάκι είναι από τις ευτυχέστερες στιγμές ή εκδοχές της σύγχρονης (ώριμης μετανεωτερικής) λογοτεχνίας που έπεσαν στα χέρια μου. Καμιά επιτήδευση. Έμπνευση, ταλέντο, λογοτεχνία ατόφια. Κι όταν το πράγμα είναι τόσο καθαρό, η λογοτεχνία θριαμβεύει: επαληθεύει τη δύναμή της, ξαναγίνεται τέχνη αιχμής. 

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 12) Ρόδος – Αθήνα∙ η έξοδος.


(1)
Η έξοδος από το λύκειο, η έξοδος από την Κω, από την εφηβεία να πω δραματικότερα κιόλας, τότε στο τέλος της δεκαετίας του ’70, έμοιαζε θριαμβική για αρκετούς λόγους. Η ορμή της ηλικίας, οι ποικίλες λιγότερο ή περισσότερο τυφλές αναζητήσεις γύρευαν ζωτικό χώρο, ελευθερίες, στην ανάγκη ελευθεριότητα. Περίπου δώδεκα χρόνια αργότερα, όταν θα επέστρεφα απ' την Αθήνα στο νησί, το είχα-δεν το είχα ακόμα αποφασίσει οριστικά, νομίζω από μια ωραία παράλληλη συμπόρευση, τίποτε δεν θα ήτανε πια το ίδιο: ο κόσμος, η Ελλάδα, η Κως, μα βέβαια ούτε κι εγώ.
Όμως κι ένα ένα με τη σειρά.
Όντας ο μπαμπάς ο μόνος ακτινολόγος στην Κω, η οικογένεια δεν ταξίδευε∙ έφυγα για πρώτη φορά απ’ το νησί τον Απρίλιο ή τον Μάιο του 1977, σε σχολική εκδρομή της Β' λυκείου, μάλλον τριήμερη, στη Ρόδο.
Τι ταξίδι, πόσα στιγμιότυπα και εικόνες ολοζώντανες στη μνήμη! Κυρίως εντυπωμένη η Ρόδος, η πόλη της Ρόδου. Αν έχεις μεγαλώσει στην Κω, μεγάλωσες σε πόλη. Μικρή, αλλά πόλη. Με πάρκα πρασίνου και αρχαιολογικά, διαμορφώσεις του δημόσιου χώρου, δρόμους, πεζοδρόμια, πλατείες, δημόσια κτήρια, ενιαία αρχιτεκτονικά σύνολα, όλα επιπλέον με χαρακτήρα -τη μεγάλη κληρονομιά πολιτισμού που μας άφησαν –υπάρχει και σ’ αυτό, φυσικά, αντίλογος- οι Ιταλοί. Η Ρόδος, λοιπόν, ήτανε μια μεγαλύτερη πόλη, και οι πόλεις καθώς μεγαλώνουν, κατά την αριστοτελική ανάλυση -να προσθέσω και ολίγη... αυθεντία-, βαθαίνουν κι εμπλουτίζονται ως οι κατ’ εξοχήν κοινωνικοί θεσμοί. Ώριμος -και ολόκληρα 40 χρόνια μετά-, το περσινό φθινόπωρο και τη φετινή άνοιξη, περπατώντας ξανά στη Ρόδο, αναλογιζόμουν τη δύναμη εκείνης της πρώτης εμπειρίας, νομίζω και την κατανόησα: θα έκφραζε τη διαρκή σχεδόν ανάγκη, την ανικανοποίητη βέβαια, μετά την Κω και τη Ρόδο να βρεθώ κάποτε στη δική μου μεγαλούπολη. Που θα ήταν ελληνόφωνη, θα ικανοποιούσε όσες απ' τις αστικές ανάγκες μου άφηναν ανεκπλήρωτες οι (μικρές) πόλεις στα Δωδεκάνησα, μα που κατ’ αρχάς θα ήτανε πόλη.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Το γυμναστήριο / το εξώφυλλο.


Σημείωμα της Αναστασίας Λαμπρία (Εκδόσεις Ποταμός) πριν από λίγο στο χρονολόγιό της / fb, μαζί με την πρώτη δημοσίευση της εικόνας του εξωφύλλου:

Όταν φτάνει η ώρα του σχεδιασμού του εξωφύλλου, κορυφώνεται ο πυρετός της προετοιμασίας. Όταν ξέρεις ότι αυτό το εξώφυλλο ταιριάζει απολύτως σε αυτό και μόνο το βιβλίο αυτού και μόνο συγγραφέα και μαζί αποτυπώνει το ύφος και το γούστο του εκδότη τότε, ε τότε κάπως φτερουγίζεις.
Αυτό είναι το εξώφυλλο που σχεδίασε η Δάφνη Κουγέα για "Το γυμναστήριο" του Αντώνη Νικολή. Το εσωτερικό του βιβλίου σχεδίασε και φρόντισε η Βίβιαν Γιούρη.
Στις 15 Νοεμβρίου το βιβλίο θα μπορεί να γίνει και των αναγνωστών του. Μέχρι τότε εμείς στον Ποταμό απολαμβάνουμε την πρώτη συνεργασία με τον Αντώνη Νικολή.


 
Είχαν προηγηθεί στις 12 Οκτωβρίου λίγες ακόμα γραμμές της:

Τα πολύ ωραία αυτής της δουλειάς: φροντίζοντας για την έκδοση της νουβέλας του Αντώνη Νικολή "Το γυμναστήριο" αυτό που στιγμή δεν έφευγε από το μυαλό μου είναι πως ο Νικολής επιβεβαιώνει την βαριά (κυρίως για τους συγγραφείς / γραφιάδες), περίφημη φράση του Αναγνωστάκη για τις λέξεις που πρέπει να καρφώνονται σαν πρόκες, μία μία. Ανυπομονώ να βγει, λίγες εβδομάδες μένουν.

(Από την πλευρά μου:) Ευγνώμων.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Δωδεκάνησα ή Νότιες Σποράδες;


 
(Μου ζητήθηκε από το GREECE IS DODECANESE ένα κείμενο για τα Δωδεκάνησα, δημοσιεύθηκε τον περασμένο Αύγουστο, μεταφρασμένο, με τον τίτλο: The Floating Worlds of the Dodecanese.)

Δωδεκάνησα ή Νότιες Σποράδες;
Όταν ακόμα στέλναμε γράμματα και κάρτες, με φακέλους, ταχυδρομεία, γραμματόσημα, τότε, προ email και sms, κάτω από τον ταχυδρομικό κώδικα και το ιδιαίτερο νησί, φέρ’ ειπείν εμείς οι Κώοι: Κως 85300, γράφαμε συντομογραφικά: 12-νησα. Είμαστε οι 12-νήσιοι και ζούσαμε στα 12-νησα. Συμβεβλημένοι τρόπον τινά με τον αριθμό δώδεκα∙ δώδεκα το μεσημέρι, δώδεκα τα μεσάνυκτα, τα Δώδεκα Ευαγγέλια, οι Απόστολοι, οι μήνες. Μετά το 3, το 7 και το 9, ο επόμενος μαγικός αριθμός. 
Μόνο που δεν είμαστε ακριβώς δώδεκα∙ είμαστε περισσότερα νησάκια από δώδεκα (15 κύρια και 93 νησίδες, με κατοικημένα, το 2006, τα 27), και από την Πάτμο ίσαμε τη Μεγίστη, το Καστελλόριζο, το καράβι χρειάζεται συνήθως όσες ώρες από Αθήνα μέχρι Πάτμο: μ’ άλλα λόγια, και περισσότερα από δώδεκα, και υπερ…δωδεκάνησα, και επιπλέον σκόρπια, διασπαρμένα σε μεγάλη έκταση στη νοτιονατολική άκρη του Αιγαίου. Μήπως, άραγε, ο γεωγραφικός όρος Νότιες Σποράδες, η παλιότερη ονομασία του νησιωτικού συμπλέγματος, μας περιέγραφε σωστότερα; 

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Γιώργος Θεοτοκάς: Αργώ και Το δαιμόνιο.



Ο Γιώργος Θεοτοκάς (1915-1966) ανήκει στους κορυφαίους διανοητές και εκπροσώπους της γενιάς του 1930. Τον είχα διαβάσει βέβαια, νεαρός πολύ, μπορεί και έφηβος, ούτε θυμάμαι. Και για άλλους λόγους, κυρίως για την αταλάντευτη και τόσο έγκαιρη εναντίωσή του στα μη συνταγματικά καθεστώτα και τις ιδεολογίες τους, ήθελα να ρίξω και μια τωρινή ματιά στη λογοτεχνία του. Η μνήμη συνήθως αρχειοθετεί σωστά: άλλου συγγραφέα τα ίχνη τα διατηρεί αδρά, κάποτε σαν διαβασμένου χτες μόλις, άλλου αχνά, σχεδόν σαν να μην τον έχεις διαβάσει -παρόλο που ασφαλώς ούτε αυτό αποτελεί από μόνο του κριτήριο αδιάψευστο. Ωστόσο, μόλο που το έργο του Γ. Θ. ήτανε σχεδόν σβησμένο απ’ τη μνήμη μου, μόνο αρνητικά προκατειλημμένος δεν το ξανάπιασα στα χέρια. Πρώτα την Αργώ κι ύστερα Το δαιμόνιο. Έχει περάσει ένα δίμηνο περίπου έκτοτε, τη μια έλεγα να αναρτήσω κάποιο σημείωμα, την άλλη όχι. Ο λόγος, ότι βρέθηκα μπροστά σε κάτι που συναντώ μάλλον σπάνια. Να εκτιμώ τον γραφιά, τα τεχνικά στοιχεία της γραφής, όμως να διακρίνω λιγοστό ύφος (πολύ περισσότερο και καλύτερο εντούτοις από το ύφος πολλών συγκαιρινών δικών μας με την ενδημική πια επιτήδευση, την τόσο επιπόλαια, τη θλιβερή ενίοτε, ιδίως σε επιλογές σχετικές με την ιδιόλεκτο), λίγη λογοτεχνία καθ’ αυτήν. Μπορεί λοιπόν κανείς με εξαιρετική γλώσσα (με γλωσσικό αίσθημα που πρόβλεψε τις εξελίξεις στην ομιλούμενη πολλών δεκαετιών), με εντυπωσιακή κάποτε άνεση (ευφράδεια πήγα να πω) να αφηγείται, να εξιστορεί, και όμως η αφήγησή του (καθώς αποτραβιέται η εποχή του, όπως το νερό στην άμπωτη) ν' αποκαλύπτεται εν πολλοίς κατασκευασμένη; Μα είναι άλλος ο νους με τον οποίο χτίζεται ένα άρθρο, ένα κείμενο στοχασμού ή ρητορικής, και ολότελα άλλη η λογοτεχνία. Και είναι ενδιαφέρον πως αυτό, θεωρητικά-προγραμματικά τουλάχιστον, ο συγγραφέας Γ. Θ. φαίνεται να το γνωρίζει καλά. Να ευθύνονται άραγε ευρύτερα οι ιδεολογικές στρατηγικές της γενιάς του '30 (αντιστροφή του κλίματος ηττοπάθειας / ελληνικότητα), στις οποίες εξάλλου πρωτοστάτησε; Όποτε, πάντως, παραμερίζει τον λογοτέχνη ο διανοητής Γ. Θ., εκεί εντυπωσιάζει η καίρια και διεισδυτική σκέψη του και ιδίως το πώς τα καταφέρνει, κι απ' τη σκοτεινή δεκαετία του ’30 ακόμα, να βλέπει μακριά, τουλάχιστον ίσαμε τις μέρες μας.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Το γυμναστήριο.


Η φωτογραφία-μικρή αφιέρωση και αναγγελία από την Αναστασία Λαμπρία, στο χρονολόγιό της στο fb, της συνεργασίας των Εκδόσεων Ποταμός με τον Άγγελο Παπαδημητρίου κι εμένα (αριστερά η σελιδοποιημένη νουβέλα μου ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ) .
Από το site των εκδόσεων:

"Δύο ώριμες στην ηλικία, ετεροθαλείς αδελφές, με έναυσμα τις κρυφές ματιές της μιας προς τα αποδυτήρια ενός γυμναστηρίου απέναντι απ’ την μπαλκονόπορτά τους, περνούν τις μέρες τους εξιστορώντας η μία στην άλλη τα καθέκαστα (δεν αποκλείεται και επινοημένα απ’ τις ίδιες) μιας φρικτής ιστορίας. Επάλληλες αφηγήσεις, δεμένες συνειρμικά, μαζί με πολλές αναδρομές, σε φόντο σκοτεινού ερωτισμού, που καθώς αλληλοσυμπληρώνονται αποδίδουν την αλήθεια, δηλαδή τον μύθο της ζωής των δύο γυναικών.
Κι αν η αλήθεια είναι αυτή, γιατί να ενδιαφέρει τελικά αν η πραγματικότητα υπήρξε άλλη…"

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Της ποιήσεως∙ όχι της αγοράς.



Σ’ άλλες εποχές, τιμωρημένος ή αγαπημένος απ' τον έναν ή τον άλλο θεό, θα γινότανε λουλούδι, πουλί. Εξιλαστήριος μύθος. Της ποιήσεως των καταραμένων, ίσως, ιδεώδης νεκρός. Τώρα, σε καιρούς μικρούς, τον πιάσανε στο στόμα τους οι ρήτορες.


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 11) Γυμνάσιο – πρακτικό λύκειο∙ η εφηβεία.



Από το δημοτικό στο γυμνάσιο κι ως το τέλος της δευτεροβάθμιας έγιναν -συντελέστηκαν το σωστότερο ρήμα- πάρα πολλά. Το πώς βρέθηκα στο πρακτικό κι όχι στο κλασικό λύκειο (το αποφασίζαμε στο τέλος του γυμνασίου, ούτε δεκαπεντάχρονοι), παρ' όλη την προφανή κλίση στη γλώσσα και την όμοια με εμμονή αγάπη προς το μάθημα των αρχαίων ελληνικών, όσο κι αν για πολλά χρόνια απέδιδα την κύρια ευθύνη στον πατέρα μου, η απάντηση μόνο απλή δεν είναι. Μαθητής γυμνασίου διάβαζα αρχαία μέχρι πολύ αργά, δυο – τρεις μετά τα μεσάνυχτα, έπαιρνα λεξικά και ανωμάλων ρημάτων μαζί μου στο σχολείο, απολάμβανα να βρίσκω λάθη στις φιλολογίνες μου, ιδίως και αλίμονό τους αν δεν σέβονταν την τρέλα μου. Τρέλα, να σημειώσω κι αυτό, που δεν μου εμφύσησε κανένας εκπαιδευτικός. Μα ούτε στο ευρύτερο περιβάλλον μου υπήρχε κάποιος σχετικός με τις σπουδές της αρχαίας γλώσσας. Ο πατέρας μου σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι, ερχόταν, με κατσάδιαζε που διάβαζα αρχαία και όχι μαθηματικά –που ήταν και το πραγματικό ίσως πρόβλημά μου, με λίγο διάβασμα είχα και στα θετικά μαθήματα πολύ καλές επιδόσεις, άρα μπορούσα να συνεχίσω στο πρακτικό-, αν ήμουν τουλάχιστον αδύναμος σ’ εκείνα, αναγκαστικά θα μ’ άφηναν στην ησυχία μου, άρα και στο κλασικό. Ή μήπως ούτε τότε;

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Δυοῖν δέοντα ἑξήκοντα, ἤτοι ὀκτὼ καὶ πεντήκοντα.



Δυοῖν δέοντα ἑξήκοντα, ἤτοι ὀκτὼ καὶ πεντήκοντα / δύο για να γίνουν εξήντα, δηλαδή πενήντα οκτώ.
Η... οικονομία της αρχαίας ελληνικής... εξοικειώνει... έγκαιρα και με την επερχόμενη δεκάδα...
Μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και όλα τα συναφή, πάνε και τα 58.
Σας ευχαριστώ όλους. Αντεύχομαι με πολλή θέρμη.

(Για τις χτεσινές ευχές σε fb, timeline και msg, email και sms.)

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Η Ελεoνόρα της Αραγoνίας, ο Ευαγγελισμός, ο Θρίαμβος του Θανάτου και μερικά άλλα.



Η προτομή (1468) της Ελεονόρας της Αραγονίας, κοντέσας της Καλταμπελότα, κοινότητας στην επαρχία του Ακράγαντα, από τον Francesco Laurana (1430-1502), o Ευαγγελισμός του Antonello da Messina (1430-1479), Ο Θρίαμβος του Θανάτου (15ος), μερικά από τα εκθέματα στο Palazzo Abatellis. Ακόμα, Ο άγιος Rocco θεραπεύεται από έναν άγγελο (17ος, από ζωγράφο Φλαμανδό, ίσως τον Geronimo Geraldi), από την εποχική έκθεση στο Palazzo Reale, στο Παλέρμο επίσης.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Οι λυγαριές, τα φούλια, οι φραγκοσυκιές.



Πριν από πολλά χρόνια, για μια επέμβαση στον πατέρα μου, στο νεόδμητο τότε νοσοκομείο της Ρόδου, με είχαν εντυπωσιάσει στα παρτέρια αριστερά και δεξιά στον δρόμο μπροστά απ’ την πύλη τα ανθισμένα σπάρτα. Μερικά άγρια όταν καλλιεργηθούν –ή ίσως τότε τα προσέχω;- γίνονται ωραιότερα και πιο ήμερα κι από τα ήμερα. Οι πικροδάφνες ένα άλλο καλό παράδειγμα. Από εκείνα τα παρτέρια του νοσοκομείου της Ρόδου και η ιδέα μου να φυτέψω σπάρτα στον κήπο, αλλά και αργότερα, κατά την περίοδο της προηγούμενης μεγάλης ξηρασίας (γύρω στο 1999 -αφότου και Το Σκοτεινό Νησί) ο συνειρμός να φέρω κάποια λυγαριά επίσης. Για τη λυγαριά το θυμήθηκα φέτος, κι απ’ την αναβροχιά, αλλά και γιατί στα νότια του νομού Ρεθύμνου έβλεπα σε ξερολιθιές ή στις άκριες δρόμων στα βουνά, λυγαριές πράσινες θαλερές αλλά και ανθισμένες σαν… διπλές –ή μήπως υπερέβαλλα; Πάντως με το που επέστρεψα Κω και τις έψαξα, οι εδώ λυγαριές μού φαίνονταν σαν… μονές. Και να που την καλύτερη έκπληξη μου την επιφύλασσε το Παλέρμο, στην Πλατεία Ανεξαρτησίας (Piazza Indipendenza): λυγαριές απομονωμένες και διακριτές σε δημόσια πρασιά. Τώρα, εκτός που πρέπει να βρω πώς πιάνει μια λυγαριά (με σπόρους ή με μοσχεύματα μαθαίνω γκουγκλάροντας), να δω και πώς θα καταφέρω να προμηθευτώ την… κρητική ή τέλος πάντων τη… διπλή ποικιλία. 

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;

(Παλέρμο, Καθεδρικός.)

(Με τη «Ρόδο» του τίτλου συνεκδοχικά να εννοηθεί η αστική ιταλική παράδοση και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.) Τους προηγούμενους μήνες για οικογενειακούς και άλλους λόγους βρέθηκα τρεις φορές Ρόδο, αναφέρθηκα ήδη στην εκλεκτική συγγένεια Δωδεκανήσου - Σικελίας. Στις όψεις των κτηρίων ή τη ρυμοτομία, όσο και στο αστικό πράσινο.
Πολλά πράγματα, βέβαια, σχετίζονται λιγότερο με την Ιστορία, περισσότερο με τη γεωγραφική συνάφεια: κόσμοι στις όχθες της Μεσογείου στον ίδιο πάνω - κάτω παράλληλο. Οι Δωδεκανήσιοι, οι Κρητικοί, υποθέτω και οι Κύπριοι, είμαστε της Μεσογείου μάλλον παρά Βαλκάνιοι. 
Εδώ κάτω έχει ήλιο βαρύ, βαθιές σκιές, έχει θάλασσα, λογής σκαριά και σκάφη, έχει και πολύ αεράκι.

(Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;)