Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Το Σκοτεινό Νησί -η αποκατάσταση.


Το επόμενο τρίμηνο - τετράμηνο θα διορθώνω εντατικά το πρώτο μου πεζό, τη νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί. Από καιρό διεκδικεί μέσα μου ένα είδος αποκατάστασης. Δεκαεπτά χρόνια μετά την αρχική εκδοχή του σε θεατρική μορφή, και μια δεκαετία μετά τη μετατροπή του σε πρόζα, τότε που από τη λυτρωτική παρόρμηση να απομακρυνθώ από το θέατρο, (μαζί με τη χαρά επιτέλους να σαρώνονται όλα τα προσκόμματα όπως ένα ποτάμι με ορμητική ροή απομακρύνει λογής μπάζα από την κοίτη του, ό,τι με κράταγε θέλω να πω μακριά από την πεζογραφία, και μάλιστα της μακράς έκτασης), Το Σκοτεινό Νησί ξεχώρισα και πήρα μαζί μου φεύγοντας, αλλά και μ' όσα κατέκτησα έκτοτε, πολλά μικρά - μεγάλα της τέχνης μου μυστικά σε τούτη την εντωμεταξύ καλύτερη δεκαετία της ζωής μου, επιστρέφω από σήμερα σαν με τρυφερότητα σ' αυτό το ενδιάμεσο, όμως και πρώτο ολόκληρο διάβημα της αυθεντικής συγγραφικής μου ζωής, να το φροντίσω, να το επιμεληθώ, να του αποδώσω την τιμητική πρώτη θέση ανάμεσα στα κατοπινά αγαπημένα.
Τους επόμενους τρεις - τέσσερις μήνες, λοιπόν, θα αραιώσω τις αναρτήσεις -όσοι με παρακολουθείτε, μην ανησυχήσετε. Θα λείπω για καλό σκοπό.

 [Manuel Moncayo (1989-).]

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Ο γιος της Κίττυς, και εγγονός της Σάρας, και δισέγγονος της Ζουλιέτας και του Μουσέ Μενασέ!




Σε κείμενα που μου ζητήθηκαν για την Κω έχω συχνά αναφερθεί στην κουλτούρα ανοχής των κατοίκων του νησιού, που προϋπήρχε και που συνέβαλε στην τουριστική ανάπτυξη. Σ’ ένα απ’ αυτά (Κως, ήτανε το πεπρωμένο της ο τουρισμός), τον Ιούλιο του 2013, για το ειδικό τεύχος 444 της Athens Voice, σημείωνα ανάμεσα σε άλλα:

«…Μια βόλτα στην πόλη, και από τον ιδιότυπο συγκρητισμό των μνημείων της, τις ορθόδοξες εκκλησιές μαζί με την καθολική μητρόπολη, τα τζαμιά, τη συναγωγή, τη λαϊκή νησιωτική αρχιτεκτονική μαζί με τα ιταλικά δημόσια κτίρια, το κάστρο των Ιπποτών, τα παλαιοχριστιανικά ερείπια μαζί με την Κάζα Ρομάνα, το ρωμαϊκό ωδείο, τα αρχαιολογικά πάρκα και το Ασκληπιείο, και μόνο από το συγκερασμό όλων αυτών, ο επισκέπτης της πόλης μπορεί να εικάσει τη συνειδητή ή ασύνειδη πολυπολιτισμική ανεκτικότητα των κατοίκων της.
Η γιαγιά μου έλεγε πως στα παλιά χρόνια σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας σύσσωμος ο πληθυσμός ακολουθούσε τη λιτανεία πρώτα του μητροπολίτη, έπειτα του ραβίνου, στο τέλος του χότζα, «κι οποιανού έπιανε η ευχή», όποιου εισακουγόταν η δέηση.
Γειτόνισσα και καλή της φίλη ήταν η Ζουλιέτα Μενασέ, εβραία με καταγωγή από τη μικρασιατική Μέλασσο, σπουδασμένη στο προπολεμικό Παρίσι –οι περίπλοκες μαγειρικές του σπιτιού μας ήτανε πάντοτε δικές της συνταγές–, μαζί με τους υπόλοιπους εβραίους του νησιού έφτασε ως τα κρεματόρια, σώθηκε όμως κι έσωσε την οικογένειά της λόγω του τουρκικού διαβατηρίου της, βέβαια έκτοτε με κλονισμένη ψυχική υγεία. Η μεγάλη κόρη της, η Ρενάτα, ήτανε συμμαθήτρια κι επίσης στενή φίλη της μάνας μου, και τα καλοκαίρια ενώνονταν στα παιχνίδια μας, στην αυλή της συναγωγής και στο γειτονικό αρχαιολογικό πάρκο, τα εγγόνια της από το Ισραήλ, η Μύριαμ, ο Νώε, η Κίττυ…»

Για την ακρίβεια, η Κίττυ ειδικά, ερχόταν από το Μπουρούντι της Αφρικής. Να διορθώσω επίσης από τις υπόλοιπες πληροφορίες για την οικογένεια των Μενασέ, ότι δεν έφτασαν μέχρι τα κρεματόρια, αλλά ως το Χαϊδάρι, ενδιάμεσο σταθμό από τα Δωδεκάνησα –το διάβασα στη συνέντευξή του στη LiFO, μου το επιβεβαίωσε τώρα στο inbox και ο ίδιος ο γιος της Κίττυς. Θυμάμαι αμυδρά την πληροφορία, μάλλον τη δεκαετία του ’80, ότι η Κίττυ είχε αποφασίσει να ζήσει Ελλάδα, πρώτα Κω, αργότερα Αθήνα, σχετικά πρόσφατα επίσης συζητώντας με την Κάρεν Μενασέ, εξαδέλφη της στην Κω, κάπως το κανονίζαμε να μου έδινε το τηλέφωνο της Κίττυς, να επικοινωνούσα μαζί της, από αυτά που όλο τα συζητάς κι όλο τα αναβάλλεις.
Μέχρι που την περασμένη Δευτέρα με περίμενε στην ύλη της ηλεκτρονικής LiFO μια πολύ πολύ συγκινητική έκπληξη. Η συνέντευξη κάποιου Ντίμη Ντέιβιντ Οψυμούλη, με μακρινή καταγωγή λέει από την εβραϊκή κοινότητα της Κω, τρέχω τη συνέντευξη, να την η παλιά φωτογραφία, οι προπαππούδες του Ντίμη, Μουσές / Μωυσής και Ζουλιέτα Μενασέ, δεξιά η Ματίκα, η δεύτερη κόρη τους, και αριστερά η τρίτη, η μικρότερή τους, η Σάρα, η μητέρα της Κίττυς και γιαγιά του Ντίμη.
Ο γιος της Κίττυς, και εγγονός της Σάρας, και δισέγγονος της Ζουλιέτας και του Μουσέ Μενασέ!
Στη συνέντευξή του στη LiFO κοινοποιούσε το γάμο με τον σύντροφό του Luca Amos αλλά και ιστορούσε τις περιπέτειες της οικογένειας από την πλευρά της μητέρας του. Τέσσερις γενιές άνθρωποι εκόντες άκοντες παραδείγματα για την αναγκαιότητα της ανοχής. 


Η ορμή της μνήμης κάποτε είναι εντυπωσιακή. Απέναντι και ελαφρά διαγωνίως στο εικονιζόμενο μπαλκόνι των Μενασέ, το σπίτι όπου νοίκιαζε η οικογένεια του Αντώνη και της Καιτούλας Κόντη. Ακριβώς δίπλα στου Κόντη, το δικό μας πατρικό. Απέναντί μας, ο κήπος της συναγωγής, που είχε τη μεγαλύτερη ποικιλία τριαντάφυλλα στα χρόνια της Ζουλιέτας, λέει συχνά η μάνα μου, και παραδίπλα η συναγωγή, με το Άστρο του Δαυίδ όπως και τα υπόλοιπα κοσμήματα της μετώπης από γρανίλια. 


Είναι μερικές μέρες τώρα που η Αλεξάνδρου Διάκου στο μυαλό μου σφύζει από φωνές, παιχνίδια, ανθρώπους.  

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ.


Andro, 03.11.2017, http://www.andro.gr/apopsi/newyorker-kabul/ 
Γράφει ο Αντώνης Νικολής.

Μπορεί ένας Αφγανός που ζει σήμερα στην Καμπούλ να είναι κάποιος σύγχρονος στην αντίληψη, στις κεραίες του, πολίτης, άρα και δημιουργός; Κάποιος Νεοϋορκέζος, ας πούμε –αν θεωρήσουμε τη Νέα Υόρκη ακόμη κέντρο του κόσμου όσο και κατ’ αναλογία την Καμπούλ ακραίο σημείο στην περιφέρειά του; Το αντιθετικό ζεύγος του τίτλου, Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ, για να καταστήσω πιο εύληπτο, πιο αδρό, το Νεοϋορκέζος στην Αθήνα. Μπορεί ένας Νεοέλληνας σήμερα να νιώσει, άρα και να εκφράσει ό,τι ονομάζουμε σύγχρονο ρίγος;
Η παραπάνω και οι συναφείς με αυτήν ερωτήσεις μάλλον απαιτούν για να απαντηθούν πολλές πραγματείες μαζί, που ούτε προτίθεμαι ούτε είναι δουλειά μου. Μερικές σκέψεις μόνο καταχωρίζω εδώ, περισσότερο ιδιοσυγκρασιακού χαρακτήρα και λιγότερο προϊόντα επισταμένης ανάλυσης.
Μία εύλογη απάντηση θα ήταν: «Ε, και τι τον μέλει έναν Νεοέλληνα το ρίγος της Νέας Υόρκης, ας αρκεστεί στο δικό του, το τωρινό αθηναϊκό, και μάλιστα το φοβερό της κρίσης, κι εδώ που τα λέμε ποιος ο λόγος να τον ενδιαφέρει ή και πώς θα μπορούσε να καταπιαστεί με κάτι πέρα από την εμπειρία του.»
Πράγματι. Με τη διαφορά πως, ενώ δε βιώνει την πραγματικότητα της Νέας Υόρκης, όμως ούτε περιμένει για να την πληροφορηθεί με καθυστέρηση μηνών, εβδομάδων, ημερών επιλεγμένες ειδήσεις, ή έως ότου υποτιτλιστούν ή μεταφραστούν τα πλέον συζητημένα αμερικανικά μυθιστορήματα ή ταινίες∙ βλέπει και μάλιστα ταυτόχρονα τις ίδιες σειρές, περιδιαβάζει τους ίδιους ειδησεογραφικούς ιστότοπους με τους σύγχρονούς του Νεοϋορκέζους, και το κυριότερο, το ίδιο κάνει εκείνο το κρίσιμο ποσοστό γύρω του, οι ευαίσθητοι στους δέκτες τους Νεοέλληνες, οι συντονισμένοι με τους καιρούς τους, οι οποίοι, μολονότι ευάριθμοι, είναι και οι σημαίνοντες, οι επιδραστικοί όπως πια τους λέμε, αυτοί που καθορίζουν τις τρέχουσες αξίες και τρόπους της ζωής και εδώ, στην Αθήνα –βέβαια με κάποια διαφορά φάσης.
Δε ζει στη Νέα Υόρκη, όμως οι κεραίες οι δικές του και των συγκαιρινών του είναι σε μεγάλο βαθμό συγχρονισμένες με τα διαδραματιζόμενα εκεί. Άρα;
Για να αντιληφθούμε την αντίφαση, ας προσπαθήσουμε να δούμε τις διαφορές των δύο κοινωνιών: ώριμη μετανεωτερική δυτική η αμερικανική, με πολλή προνεωτερική βαλκανική καθυστέρηση η νεοελληνική. Εδώ, φέρ’ ειπείν, ακόμα και σε τουριστικούς τόπους τις Κυριακές οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπάνε επτά η ώρα το πρωί και οι λειτουργίες από τα μεγάφωνα στη διαπασών ακούγονται δεκάδες μέτρα γύρω από τους ναούς, λες και απευθύνονται σε πληθυσμό που ζει με λάμπες και ξυπνά από τα άγρια χαράματα για τις εργασίες στο χωράφι, που αν συνυπολογίσουμε και τα μεγάφωνα, να το πάλι το γνωστό νεοελληνικό τουρλού, όλες οι εποχές ανάκατες, το τέλειο άλλοθι και η χαρά του κάθε αντιδραστικού.
Σε μία από τις παλιότερες σπουδαίες τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων δύο δεκαετιών, στο Six Feet Under / Γραφείο Κηδειών Φίσερ (2001-2005), του Alan Ball, μεταξύ των βασικών χαρακτήρων ο David, ο δευτερότοκος της οικογένειας των εργολάβων κηδειών, είναι ομοφυλόφιλος, από τις πρώτες φορές που με πολλή τόλμη και σοβαρότητα προβάλλεται ένας τέτοιος ήρωας –να θυμίσω ο Άλαν Μπολ (1957-) είναι επίσης ο σεναριογράφος της εμβληματικής πια ταινίας «American beauty» (1999)-, στα extras της σειράς εκπρόσωπος του Συλλόγου Ομοφυλόφιλων Εργολάβων Κηδειών ΗΠΑ (ναι, αυτό σημαίνει ώριμη δυτική κοινωνία) συγχαίρει τους συντελεστές, γιατί μέσω του χαρακτήρα του David εξαίρεται το κύρος των μελών του εν λόγω συλλόγου. Σε αντιδιαστολή, μη φτάσουμε μέχρι την Καμπούλ, ήδη εδώ, στο ένδοξο λίκνο της δημοκρατίας, δεν υπάρχει ακόμη καν αποτεφρωτήριο, δεν υπάρχει καν ένα τζαμί, και τα λείψανα των μουσουλμάνων συμπολιτών, για να ταφούν σε ομόθρησκά τους νεκροταφεία, χρειάζεται να μεταφερθούν στη Δυτική Θράκη...  
Οι ελευθερίες του ατόμου, οι θεσμοί που αέναα εκσυγχρονίζονται, αποτελούν τις θεμελιώδεις αξίες των δυτικών όπως ονομάζονται οι κοινωνίες που γέννησε ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Σ’ εμάς όλα ετούτα παραμένουν συνήθως αναφομοίωτοι εισαγόμενοι εκμοντερνισμοί, κάπως σαν καινούργια επεισόδια σ’ έναν ασθμαίνοντα, μάλλον στα όρια της παρωδίας εξευρωπαϊσμό. Περισσεύει η ανάλυση, αρκεί να ρίξουμε ένα ψυχρό βλέμμα στη μετωνυμία – τέλεια απεικόνισή του: τις νεοελληνικές πόλεις.
Ανάλογα και στις τέχνες δεν ολοκληρώθηκε ποτέ το αστικό δράμα ή το μυθιστόρημα, παρά τις όποιες ιδιοφυείς εξαιρέσεις, ενώ αντίθετα γόνιμα και συστηματικά υπηρετήθηκε ό,τι προϋπέθετε σχηματικούς κοινωνικούς τύπους και το άτομο μόνο υποτυπωδώς διακριτό: η ηθογραφία στην πεζογραφία και στο σινεμά ή η επιθεώρηση στο θέατρο.
Αλλ’ ας εστιάσω στο μυθιστόρημα, και μάλιστα με φόντο την εξωτική Καμπούλ. Τι θα μπορούσαν να κάνουν εκείνη ή εκείνος οι συμπαθείς Αφγανοί μυθιστοριογράφοι, προκειμένου να «συνομιλήσουν» με τη δουλειά των συναδέλφων τους της ώριμης Δύσης; Να γράφουν για Αφγανούς της Καμπούλ απερίσπαστους σε εσωτερικά τους βιώματα; Σαν να λέμε, με την ηρωίδα βυθισμένη στο διεσταλμένο χρόνο, τη μνήμη της, αφηρημένη εκεί στην κάμαρά της, μόλο που μόλις μπήκε στο σπίτι συνοδευόμενη υποχρεωτικά από άντρα κατά την έξοδό της, και μ’ όλη την ταλαιπωρία να βγάλει από πάνω της την μπούρκα, να πάρει μια ανάσα; Ή ίσως καλύτερα, με ήρωες καθόλα δυτικόφρονες Αφγανούς, ιστορίες με κοσμοπολίτικα τρέχα γύρευε στα τέσσερα σημεία του πλανήτη; Άραγε, πόσο θα φτουρούσαν οι συμπαθείς συνάδελφοι ανταγωνιζόμενοι τα μεταφρασμένα στην αφγανική αυθεντικά δυτικά μυθιστορήματα; Ή μήπως να το επιχειρούσαν, και μόνο ευελπιστώντας να αξιωθούν, εφόσον μεταφραστούν, τον αντίστροφο δρόμο προς τη Νέα Υόρκη; Κάτι σαν τα Ελληνάκια που τραγουδάνε με αγγλόφωνο στίχο, ας πούμε.
Υπάρχει, εννοείται, και η στάση της παλιάς πλην τίμιας ηθογραφίας: να αγνοήσουν την τωρινή έλλειψη συνόρων στον πλανήτη, να εντρυφήσουν σε οικεία ήθη και πάθη, στην... αφγανικότητά τους, στην παράδοση και τα συναφή. Θα έχουν βέβαια την τύχη των Ελλήνων συναδέλφων τους που εννοούν ακόμα να σκαλίζουν τον εμφύλιο, ή ας πούμε εκείνου του βάρδου που με το λυγμικό λαρύγγι ενός Καζαντζίδη θα διεκτραγωδούσε σήμερα τον καημό του νεαροσυνταξιούχου που είδε τη συνταξάρα του να συρρικνώνεται από τα τρία χιλιάρικα στα χίλια τόσα ευρώ.
Η ελληνική κοινωνία στύλωσε τα ποδάρια απ’ την πιο πεισιθάνατη παρόρμηση: να παραμείνει, κόντρα σε κάθε λογική, κοινωνία δημοσίων υπαλλήλων. Γερασμένη, με τους αγκώνες στο περβάζι του παραθυριού της, χαζεύει την κίνηση έξω στο δρόμο: ταινίες, σειρές, λογοτεχνία, μουσική από τις κοινωνίες που δε φοβούνται την οικονομική ελευθερία.
Και ορισμένες ακόμα σκέψεις:
Όσο υπήρχαν σύνορα και σχετικά κλειστές εθνικές παραδόσεις, είχε νόημα η εισαγωγή ρευμάτων από το εξωτερικό∙ ο Ανδρέας Εμπειρίκος φερ’ ειπείν εισηγείται τον υπερρεαλισμό στα νεοελληνικά γράμματα. Η αντίληψη δηλαδή ότι καθώς συνολικά η χώρα ακολουθεί με χρονική απόσταση τις περισσότερο ανεπτυγμένες απ’ αυτήν, εύλογα επιτρέπεται και στους καλλιτέχνες της να κάνουν το ίδιο.
Άλλοτε πάλι, σε έκτακτες περιπτώσεις, σαν γιατί ο προβολέας της παγκόσμιας ιστορίας λοξεύει κατ’ εξαίρεση προς την περιφέρεια, συγκεντρώνουν τη διεθνή περιέργεια, φωτίζονται έργα και δημιουργοί στην εσχατιά μας. Μετά τη δικτατορία, το 1974, ο νέος ελληνικός κινηματογράφος, αν όχι μόνος του ο Αγγελόπουλος, όπως μετά απ’ αυτή την εντελώς weird ελληνική χρεοκοπία (πώς μπόρεσε να συμμετέχει σε ΕΕ και ευρωζώνη μια χώρα με πασιφανή καθυστέρηση σε οικονομία και θεσμούς;), μετά το 2008, αντίστοιχα ο ντόπιος weird κινηματογράφος, αν όχι και πάλι μόνος του ο Λάνθιμος.
Δεν μπορεί εύκολα ένας… Αφγανός –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στην παγκόσμια ιστορία, να αναφέρω τρεις που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό: Λουκιανός, Θεοτοκόπουλος, Ναμπόκοφ- να βρεθεί με την τέχνη του στην πρωτοπορία… της Νέας Υόρκης. Αντίθετα, και εφόσον βέβαια διαθέτει οξυδερκή αισθητικό νου και ταλέντο παραπάνω από το συνηθισμένο, (ή τότε μοιάζει ευκολότερο) να εμβαθύνει στην οικεία του εμπειρία, την αφγανική, αλλά με τα αισθητικά εφόδια ενός Νεοϋορκέζου. Το οποίο, οικείο, εντούτοις, να καταφέρει να το δει από απόσταση, δηλαδή με ειρωνεία -η περίπτωση του Καβάφη της νεοελληνικής εμπειρίας ή του Πεσσόα της πορτογαλικής. Όταν με πολλές πομφόλυγες οι Αθηναίοι ανακήρυσσαν τον Παλαμά νέο Όμηρο, την εποχή της έξαρσης του μεγαλοϊδεατισμού, ο Καβάφης γράφει επιγράμματα στις σπασμένες πλάκες μιας ελληνιστικής νεκρόπολης. Κι ο σύγχρονός του Πεσσόα, αποκομμένος από την επίσης επαρχιακή Λισαβόνα, ανακαλύπτει σαν σε παιχνίδι με κάτοπτρα την πολυσχιδή σύγχρονη συνείδηση, τα πολλά ετερώνυμα πρόσωπα που δυνάμει κουβαλάει ο νεωτερικός δημιουργός, αλλά και την αντίστοιχη δυνατότητα για πολλαπλά ύφη.  
Τραγωδίες γράφονταν στην Αθήνα και μόνο όσο ο προβολέας της παγκόσμιας ιστορίας ήτανε στραμμένος στην απίστευτη εκείνη συνθήκη της ανθρώπινης περιπέτειας. Κι αν γράφονταν σε κάποια πόλη του Πόντου, περίπου όπως γράφτηκαν έπη στην Αλεξάνδρεια των ελληνιστικών χρόνων, θα ήτανε σαν κι εκείνα για πέταμα. Ένας όμως με την ελληνική παιδεία που ταξιδεύει και καταγράφει με το δικό του βλέμμα πόλεις, ήθη και μνημεία τότε, όπως ο Ηρόδοτος ή ο Παυσανίας πολύ αργότερα, κάνει και τις εσχατιές εκείνου του κόσμου ενδιαφέρουσες. Η πολιτιστική εξέλιξη, σκέφτομαι -ελπίζω δίχως κάποιο λογικό άλμα-, έχει την ισχύ της βιολογικής. Το ιστορικό κέντρο κάθε φορά γίνεται το εντατικό εργαστήρι όπου παράγεται η πλέον εξελιγμένη αντίληψη του είδους.
Να επιστρέψω πιο σαφής στο ζεύγος του τίτλου: Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ. Όχι να πάει εκείνος, ένας Αφγανός, στην Νέα Υόρκη, ούτε να ψάχνει τη Νέα Υόρκη στην Καμπούλ, αλλά με το βλέμμα, τα αισθητικά εφόδια του Νεοϋορκέζου να ξαναδεί με πλήρη αισθηματική αμεροληψία το οικείο του, την Καμπούλ του καιρού του. Ο διεσταλμένος χρόνος, η μνήμη, οι ρυθμοί και οι μορφές της σύγχρονης αφήγησης δεν αποποιούνται τίποτε ζωντανό, ούτε βέβαια τις ανάσες κάτω από τις μπούρκες. Άλλωστε το πιθανότερο, ένας Αφγανός είναι καταδικασμένος να βρει το ρίγος του καιρού του μόνο εκεί: κάτω από τις μπούρκες.

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μαύρο, μαύρο, μαύρο, σίγουρα μαύρο!

[Ο σπουδαίος Ναπολιτάνος Sergio Bruni (1921-2003), τραγουδιστής, τραγουδοποιός, κιθαρίστας, ο επονομαζόμενος και "η φωνή της Νάπολης" τραγουδάει τη μεγάλη λαϊκή επιτυχία των E.A.Mario (1884-1961 / σύνθεση), και Edoardo Nicolardi (1878-1954 / στίχους): Tammurriata nera. Το τραγούδι με αφέλεια ηθογραφική καταγράφει το σούσουρο στις γειτονιές της όμορφης πόλης (και 1, 2) όταν συμβαίνει ένα από τα πολλά ανάλογα περιστατικά στη διάρκεια της αμερικανικής διοίκησης του 1944, τα γεννητούρια έγχρωμου μωρού, που είτε το ονομάσει η μάνα του Cyrus ή Ciccio ή 'Ntuono ή Peppe ή Ciro, μ' όποιο ναπολιτάνικο όνομα τέλος πάντων, εκείνο είναι μαύρο, μαύρο, μαύρο σαν το κάρβουνο, σίγουρα μαύρο! Το τραγουδάκι ολότελα αθώο, ξεχειλίζει από τη μεταπολεμική μεσογειακή κατάφαση στη ζωή.]


[Το ίδιο τραγούδι και από τη Ρωμαία Gabriella Ferri (1942-2004), διακεκριμένη ερμηνεύτρια ρωμαϊκών και ναπολιτάνικων canzoni popolari.]

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Το οριστικό τέλος μιας συνεργασίας.

Δε θέλω να καταγράψω εδώ τα συναισθήματά μου. Είναι πια -το λιγότερο να πω- αρνητικά, και οι αιτίες που τα προξένησαν αρκετές και πολύ σοβαρότερες απ' αυτήν που σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή μου (ραδιόφωνο Amagi, εκπομπή Αντιφάσεις, 21-5-2017) ανέφερα.
Βάσει ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού που μόλις υπογράφηκε (από εμένα και τους υπευθύνους της εκδοτικής εταιρείας Τὸ Ροδακιὸ), τα δικαιώματα της Διονυσίας έχουν ήδη αποδεσμευτεί, και με τη λήξη των πενταετών συμβολαίων τους το ίδιο θα συμβεί και για τον Δανιήλ, το 2018, και για τον Μισθοφόρο, το 2020.

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Το είδος της ειρωνείας.


(…)
 Ό,τι και να του έλεγα πια, δε θα με άκουγε καν. Βρήκε το ακράδαντο επιχείρημα αυτός, δυνάμωσε τη φωνή, ξεσπάθωσε.

«Και… η διαίσθηση και… η τηλεπάθεια και όλα!», ότι εξηγούνται. «Μία τυχαία, μία τυχαία!» Τσίριζε. Ρίχνεται στο κορμί της, της βγάζει τις σαγιονάρες, εξετάζει λεπτομερώς τα ακροπόδια της, «δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλες ανωμαλίες…».

«Όχι, να σου δείξω τα χαρτιά της», φωνάζω εγώ. Κατευθύνομαι προς την πορτοκαλιά βαλίτσα, ρωτάω την Πέργαμοντ για τα έγγραφά της, «πού είναι; Πού τα ’χωσες, λέγε μου!» Φωνάζω, απευθύνομαι στη λογική του. «Αν είχες μηχάνημα ελέγχου εδώ, θα το έβλεπες: τον τελευταίο έλεγχο τον κάναμε μαζί. Την ίδια μέρα, στην ίδια κλινική. Μίλα του κι εσύ. Είναι ελεγμένη. Πίστεψέ με. Χρόνια ζούμε μαζί, αν ήτανε τυχαία, δε θα το είχα καταλάβει; Απλώς έγινε ένα μικρό λάθος, ένα εντελώς ασήμαντο λαθάκι.»

«Φοβάσαι για το νερό και δεν κοιτάς που ζεις δίπλα σε μια εστία μόλυνσης…» Την ψάχνει στις μασχάλες, ύστερα στο σβέρκο. Να βρει τι στο σβέρκο της. Θα τρελαθώ.

«Πού είναι το G.C.* σου, ηλίθια; Μίλα!» Τρέχω στη βαλίτσα, πετάω αριστερά δεξιά κουρελάκια, κάθε λογής άχρηστο σουβενίρ, τίποτε, δεν το βρίσκω. «Το έχασες πάλι, ηλίθια, δεν το πιστεύω!» Άντε πάλι να τρέχουμε στις κλινικές, ξανά μανά καινούριο G.C., να γλείφουμε τον έναν και τον άλλον μαλάκα, άσε την ταλαιπωρία, άσε τις προσβολές, άσε τα έξοδα! Μου ’ρχόταν να σκάσω.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Γιάννης Δημητράκης, Vertigo.

Με τον πολύ καλό ζωγράφο Γιάννη Δημητράκη υπήρξαμε συστρατιώτες το μακρινό 1988. Από τις 19 / 10 έως τις 5 / 11 / 2017 εκθέτει την τελευταία, πολύ συναρπαστική δουλειά του στην αίθουσα τέχνης Alibi, Σαρρή 12, στου Ψυρρή. Τα εγκαίνια, αυτή την Πέμπτη στις 19.30.
Χαίρομαι την καλή τύχη που μας έφερε κοντά νεαρούς, αλλά θα 'ψαχνα την τέχνη του, το σχέδιο, τα χρώματα, αυτό τον ίλιγγο του ενθουσιασμού του, ακόμα κι αν δε γνωριζόμαστε.




(Δημητράκης στο γραφείο, στο καθιστικό, ως και... στην κουζίνα μου.)   



Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Μυστική δική μου Ρόδος.

Βρέθηκα στη Ρόδο αυτές τις μέρες, για μία επέμβαση ρουτίνας στη μητέρα μου.
Σημαδιακές επέτειοι φέτος: είκοσι χρόνια από την πρώτη φορά στην Κρήτη, σαράντα από την αντίστοιχη στη Ρόδο. Ήτανε το 1977, μάλλον Μάιος, σε σχολική εκδρομή της Β’ Λυκείου. Τι έξαψη, πόση μαγεία. Οι πόλεις είναι ή γίνονται μετωνυμίες για πολλά πράγματα της νόησης, της ποιήσεώς μας –κατά το καβαφικόν. Σχετικά πρόσφατα εξιχνίασα ο ίδιος μερικά από τα εντονότερα αισθήματα που μου γέννησε αυτή η πόλη, που πάντοτε τιμώ ως τη δική μου, την καταδική μου πρωτεύουσα.
[Να υπενθυμίσω πάντως κι εδώ τη ρήση του Μίλαν Κούντερα, “Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του” (Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153). Αξιοποιεί δηλαδή το πραγματολογικό ή άλλο υλικό της εμπειρίας του, όμως δεν αυτοβιογραφείται, ακόμα κι όταν ισχυρίζεται ότι κάνει κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας αφηγείται, δε λέει απλώς ιστορίες∙ ο καλός μάλιστα, περισσότερο κι απ' αυτό, δημιουργεί ύφος, δίνει μορφή και ρυθμό στο έργο του.]

Ο ήρωας στο Σκοτεινό Νησί (2008, μεταγραφή θεατρικού του 2001) ανακαλεί εικόνα της Ρόδου (κυρίως από την πλατεία Ιωάννη Ζίγδη, όπου και η Ακαδημία) για την απολεσθείσα Εδέμ, τη ζωή στον πλανήτη προ οικολογικής καταστροφής.

Θα του πω ένα παραμύθι. Ένα ειδυλλιακό στιγμιότυπο, να τον γλυκάνω. «Στα πολύ πολύ παλιά χρόνια» αρχίζω να του λέω, εκείνος παίρνει βαθιά ανάσα, ησυχάζει. «Μια φορά κι έναν καιρό. Πριν από την καταστροφή. Δεκάδες χρόνια πριν. Μια μικρή πλατεία. Απόγευμα. Νωρίς το απόγευμα. Γυρίζουμε, λέει, από την παραλία. Είμαστε εσύ κι εγώ. Φοράμε μόνο το μαγιό. Περπατάμε ξυπόλητοι, κρατάμε τα παπούτσια μας στα χέρια. Ο ήλιος μάς στεγνώνει. Λεπτές άσπρες γιρλάντες το αλάτι στους ώμους σου. Όπως προχωράμε και χαζολογάμε, ο ήλιος κάνει απαλές σκιές στην πλάτη σου, ως κάτω στα δυο λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής σου στήλης, δυο μικρές γούβες σκιά. Όλο και σου ρίχνω εγώ πονηρές ματιές. Εσύ είσαι όμορφος. Καθίζουμε σ’ ένα καφενείο. Υπαίθριο. Υπαίθριο… μ’ ακούς; Υπαίθριο, υπαίθριο! Ανέμελοι! Ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανέμελους. Να πιούμε κάτι, να δροσιστούμε. Αρωκαρίες ψηλές και φοίνικες και πεκούνιες ανθισμένες, όλα τα χρώματα, και λιγούσχρα κλαδεμένα ολόγυρα στα παρτέρια, χαμηλοί φράχτες. Κυλούνε δυο ρυάκια στο στέρνο σου και έχεις λίγη υγρασία ανάμεσα στα σκέλη, μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα, να είναι ιδρώτας. Έρχεται το γκαρσόνι, ένας τρυφερούλης σαν ούτε τριάντα πέντε χρονών. Και παραγγέλλουμε να πιούμε ποτά. Δεν ξέρω τι ποτά. Ή μήπως αφεψήματα; Όχι, ναι. Καφέ παραγγέλλουμε. Που φτιάχνεται, λέει, από πραγματικό καφέ. Που τον φέρνουνε, τον καφέ, από μια άλλη ήπειρο, που τον αλέθουνε στη βόρεια άκρη της δικής μας, και που τον ψήνουν, λέει, για την πάρτη μας, στη νότια άκρη της ηπείρου μας, εδώ. Και μια κοιτάζω τους μικρούς νευρικούς παλμούς στους μυς των μπράτσων σου, απέναντί μου, μια τους άλλους θαμώνες (τι ποικιλία τα πορτρέτα), άλλοι με ακάλυπτα κεφάλια όπως κι εμείς, αναμαλλιασμένοι από το νερό και το αλάτι, άλλοι με καπέλα, άλλοι ημίγυμνοι, άλλοι σχεδόν γυμνοί. Έχεις προσέξει σε κάτι αρχαία φιλμ τι χρώμα είχε το ηλιοκαμένο δέρμα; Βλέπεις και τώρα καμιά φορά κανέναν τυχαίο ηλιοκαμένο, αλλά καμία σχέση, αυτοί είναι γεμάτοι εξανθήματα κι εγκαύματα…»  

Το χαμάμ του Δανιήλ, στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (άνοιξη 2009) είναι σίγουρα η φανταστική μικρότερη εκδοχή του Γενί Χαμάμ της πλατείας Αρίωνος στην Παλιά Πόλη.

Η Ρόδος, και πάλι, σ’ ένα διήγημα που μου ζητήθηκε για τη LiFO, το καλοκαίρι του 2012. (Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου. 17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO. 18.7.2012. The Summer fiction issue. Μια μικρή εκδοχή του κόσμου. Από τον Αντώνη Νικολή. Ένα διήγημα για την Κω.)


(…) παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου (…)

Στον Μισθοφόρο (2012-2015) οι εικόνες της Ρόδου συμφύρονται με πράγματα του ασυνειδήτου. Εκεί θα καταφύγει ο Ηλίας για να εξαφανίσει τα τεκμήρια του φόνου, αλλά κι εκεί θα νιώσει την αφύπνιση του ερωτισμού του.

Περπάταγε, ύστερα, ανάμεσα σε αποβιβασμένα φορτηγά και γιωταχί, λίγους πεζούς, σκυμμένος, έπειτα στον παραλιακό με τα άθλια διώροφα, το φως της Ρόδου είναι σαν πιο κίτρινο, στη μνήμη γίνεται γλυκιά ώχρα, βυθιζόταν κι άλλο μέσα του, μετά τη στροφή του πρώτου κόλπου, όπου το παλιό λιμάνι, κι από κει και πέρα η διαδρομή παράλληλα προς το κάστρο ως την Πύλη της Ελευθερίας και τη μικρή γέφυρα με την αβαθή τάφρο κάπως θα τον αποσπούσε, όλα γίνονταν πιο οικεία, σε λίγο θα τον δρόσιζε κι η απόληξη του πάρκου στις παρυφές του κάστρου, οι βαθύσκιωτοι φίκοι στο απέναντι πεζοδρόμιο, θα σήκωνε το βλέμμα προς το Μαντράκι και την παραλιακή λεωφόρο. Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του δίχως να συσπώνται οι μύες του προσώπου, σαν από μόνοι τους οι αδένες, δίχως συναισθήματα, εκτός από την κάπως ανακουφιστική εντύπωση του βλέμματος που ξανοιγόταν στον ανοιχτό ορίζοντα της πόλης. 

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Για τους τιμώντες την ελληνική γλώσσα -και φέτος.

Μετά το περσινό μου ταξίδι στην Κρήτη, είχα αναρτήσει ένα σημείωμα εδώ για τις ωραίες φόρμες στα κηδειόσημα του Ρεθύμνου, δεν ήξερα αν ήτανε σε χρήση και στο υπόλοιπο νησί.
Να θυμίσω ένα απόσπασμα από εκείνη την ανάρτηση: "...κάποιοι λόγιοι, λοιπόν, ίσως εκπαιδευτικοί, ενδεχομένως ιερείς, μακάρι και εργολάβοι κηδειών, κάποιοι πάντως που είχαν την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό να αγαπούν την καλή διατύπωση στην οικεία, τη μητρική τους γλώσσα, την ελληνική, εικάζω θα έφτιαξαν αυτές τις ωραίες φόρμες.

                                                          Αγγελτήριο Μνημοσύνου
Τελούμε μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του/της αγαπημένου/ης μας. Παρακαλούμε όπως προσέλθετε και προσευχηθείτε μαζί μας. Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως παραστούν σ’ αυτό.
Αγγελτήριο Θανάτου
Τον/τη λατρευτό/ή μας … ετών … κηδεύουμε ημέρα … … … … και ώρα … από την οικία μας. Η νεκρώσιμος θα ψαλεί στον Ιερό Ναό … Η ταφή στο κοιμητήριο … Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως συνοδεύσουν την εκφορά του/της.
Οι συγγενείς …

Φέτος κουβάλησα έως και φωτογραφικά τεκμήρια. Τα κηδειόσημα με τα ωραία ελληνικά τα συνάντησα παντού. Από τα Χανιά ως τη Σητεία, στον Άγιο επίσης και στο Ηράκλειο, σε χωριά κάτω στο Λιβυκό. Δεν αποκλείεται να συνηθίζονται και σε άλλη περιφέρεια, φέρ' ειπείν στη γειτονική της Κρήτης νοτιοανατολική Πελοπόννησο. Θα χαιρόμουν, παρόλο που θα μου χαλούσε αυτή την πολύ γοητευτική εντύπωση ενός τόπου που εννοεί να διατηρεί ιδιώματα, να επιμένει στα ιδιοχαρακτηριστικά του λίγο έως πολύ, από την προφορά στην ομιλία ως την τρέχουσα μουσική ντόπια παραγωγή, αλλά και σε πολύ καθημερινά πράγματα. Κρητικό και το μανάβικο, ας πούμε, ή ακόμα και το σουπερμάρκετ. Από τα τοπικά προϊόντα μέχρι και την όλη χωροθέτηση του μαγαζιού.
Στήνω αυτί για τους ουρανικούς φθόγγους (κ, γ, χ), ιδίως στην ανατολική Κρήτη, νομίζω δεν υπάρχουν πιο εύηχα αλλόφωνα συμφώνων, τρελαίνομαι να ρουφάω ολόκληρες κουβέντες από διπλανά τραπέζια ή και στους δρόμους, στα μαγαζιά, όχι τα νοήματά τους, το τι λένε, μόνο τον ήχο της ομιλίας τους. Οι Κρητικοί -οι Κύπριοι ακόμη περισσότερο- συγκαταλέγονται στους πιο υπερήφανους για τη διάλεκτό τους ελληνόφωνους. Στην ίδια νοτιοανατολική νησιωτική διάλεκτο (ανατολική Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κύπρος) υπαγόμαστε κι εμείς, μόνο που εμείς σχεδόν την απωλέσαμε. Πολύ σπάνια μιλούμε τις ντοπιολαλιές μας, και οι νεότεροι σχεδόν καθόλου. Άρα, όταν ένα Κρητικόπουλο βλέπει τηλεόραση, ακούει την νεοελληνική (αττική) κοινή, δεν ακούει ούτε νογάει ακριβώς τους δικούς του, ένα Κωτάκι αντίθετα ή Ροδιτάκι νομίζει ότι ακούει τα μοντέρνα, τα καλά νεοελληνικά -και είναι κρίμα.

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Στην Κρήτη –είκοσι χρόνια μετά την πρώτη φορά.



Ήτανε αργά το απόγευμα μιας από τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 1997, με πολλές ώρες καθυστέρηση αράζαμε στο λιμάνι της Σητείας. Ταξίδευα με πλοίο, για να μεταφέρω το τότε αυτοκινητάκι μου, ένα Clio Renault. Το πλοίο το λέγανε Romilda, ξεκίναγε από Αλεξανδρούπολη, άγονη γραμμή, μετά την Κω έπιανε Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο (Διαφάνι και Πηγάδια), Κάσο, κατέληγε Σητεία. Θυμάμαι τη στιγμή που από την μπουκαπόρτα στην αποβάθρα έψαχνα την πρώτη εντύπωση της κοντινότερης σε μας κρητικής πόλης, σούρουπο, όλα τα θυμάμαι αμυδρά βέβαια, αλλά και δεν ξέρω γιατί ή από ποιους άδηλους συνειρμούς τη Σητεία θα την έδενα από τότε με την Κω του ’60. 
Ταξίδι προς την Κρήτη που επανέλαβα και το 1998 και το 2000, και που θύμιζε τα φοιτητικά καλοκαίρια του ’80 με τα σλίπινγκ μπαγκ, τους υπνόσακους και τις σκηνές, στις παραλίες των παρθένων ακόμα Κυκλάδων. Πάνω κάτω θάλασσες βουνά χωριά πόλεις στη δίχως όρια στις αντιθέσεις μεγαλόνησο, κι όπου μας έβγαζε το τέλος της μέρας παίρναμε από το αυτοκινητάκι – ντουλάπα τα χρειώδη, νοικιάζαμε για ένα βράδυ κάποιο δωμάτιο, αρκούσε να έχει καθαρά σεντόνια και μπάνιο.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Nα τους παρηγορήσει τ' αηδονάκι τους.


Carla Morrison (19 Ιουλίου 1986 -) Te Regalo / Σου δίνω.
Κάρλα Μόρισον και 1, 2, 3. 

Να γίνει η φωνή της ἡδὺ καὶ λιγυρὸν αεράκι, παραμυθία τρυφερή στις ψυχές των δοκιμαζόμενων Μεξικανών.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Μαίρη Αδαμοπούλου: Αντώνης Νικολής / Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής.


Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής

Ένα βιβλίο, που αν και θυμίζει αστυνομικό, είναι περισσότερο μια τραγωδία, αντλεί υλικό από τα πλούσια κοιτάσματα του ανθρώπινου ψυχισμού για να θίξει ζητήματα που ακόμη δεν έχουν λυθεί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας

  | ΤΑ ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο,16/09/2017 08:00. |
Τα βιβλία του 57χρονου Αντώνη Νικολή που κυκλοφορούν ήδη είναι: «Το Σκοτεινό Νησί», νουβέλα (2008), η τριλογία «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα», νουβέλα (2014) και τα μυθιστορήματα «Διονυσία» (2012) και «Ο θάνατος του μισθοφόρου» (2016)
Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής 
Μια στιγμή αρκεί για να μετατρέψει έναν ήσυχο και μοναχικό σαρανταπεντάχρονο φιλόλογο, που ζει στη γενέτειρά του, την Κω, σε δολοφόνο. Αρκεί για να τεμαχίσει τη ζωή του στα δύο ή ακόμη και στα τέσσερα: στην εποχή πριν γνωρίσει το θύμα του, τον Γιούρι, και στην περίοδο μετά. Και στην εποχή πριν από τη δολοφονία και σε εκείνη που ακολουθεί. 
Ποια είναι όμως εκείνη η στιγμή στο μυθιστόρημα του Αντώνη Νικολή «Ο θάνατος του μισθοφόρου» που βαραίνει περισσότερο; Η διαρκείας; Εκείνη που η παρουσία του νεαρού επαγγελματία οπλίτη αρχίζει σαν μικρόβιο να μολύνει σταδιακά τη σκέψη του κεντρικού του ήρωα, του Ηλία, μέχρι να την κυριεύσει; Ή μήπως εκείνη που σε μια κίνηση αυτοάμυνας ο φιλόλογος θα σκοτώσει ακούσια τον άνδρα που θα μπορούσε να είναι «ο γιος που δεν είχε, ο ιδανικός μαθητής που δεν είχε, που ήτανε η εικόνα της ομορφιάς στην όψη και στον εσωτερικό του κόσμο, τα νιάτα, συνεκδοχικά η ζωή»;
Ο αναγνώστης θα πρέπει να απαντήσει αφού αφεθεί στις σελίδες όπου ξεδιπλώνεται η ιστορία του κουρασμένου και αφημένου στη ρουτίνα του Ηλία, του οποίου η ζωή θα αλλάξει δραματικά όταν στην καθημερινότητά του θα εμφανιστεί ο αρρενωπός, ευγενής, αλλά ελάχιστα καλλιεργημένος νεαρός, ο οποίος θέλει να κερδίσει τον χαμένο χρόνο της εφηβείας και έχει επιστρέψει στα θρανία. Ο καθηγητής θα προσφερθεί να του κάνει δωρεάν ιδιαίτερα μαθήματα για να αποκτήσει οικειότητα μαζί του. Κι αν η έλξη που αισθάνεται προς τον νεαρό δεν είναι σεξουαλική, όπως υποστηρίζει, το υποσυνείδητό του αποδεικνύεται πιο ισχυρό. Είναι εκείνο που σε μια στιγμή αδυναμίας θα παρακάμψει τη λογική, θα εκφραστεί με δυο αθώα χάδια στο στέρνο, αρκετά όμως για να πυροδοτήσουν τις εξελίξεις για τις οποίες μας προϊδεάζει ο τίτλος.
Πάθη και εμμονές 
Ολα από εκεί και στο εξής θα γίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο Ηλίας θα καταφέρει να ξεφορτωθεί τη σορό του Γιούρι, όχι όμως και τον πόθο του, τις ενοχές και τις εμμονές του για τον νεαρό. Κι αν τα χαρακτηριστικά ενός αστυνομικού μυθιστορήματος βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, ο έμπειρος αναγνώστης γρήγορα διαπιστώνει πως το κείμενο δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία, αλλά ουσιαστικά φέρει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν μια τραγωδία: έλεος, φόβο και κάθαρση. 
Ο συγγραφέας σκάβει σε βάθος, στα μαλακά μέρη της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου όλα είναι ρευστά και ομολογητέα, προτού βγουν ακόμη στην επιφάνεια και παγώσουν από τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά και το βλέμμα των τρίτων για να ερμηνευθούν ανάλογα με τα δικά τους «γνωρίζω» και «θέλω». Αφήνει πάθη κι εμμονές να εκφραστούν όπως πραγματικά καταλαμβάνουν τον νου και την ψυχή. Λειτουργεί ως καθρέφτης μέσα από τον οποίο όταν κοιτάζονται οι χαρακτήρες του, δεν αποκαλύπτονται απλώς, αλλά αφήνουν πάνω στο γυαλί να χαραχθεί ακόμη κι η παραμικρή αμυχή που φέρουν στα κατά τα άλλα αθέατα σωθικά τους. Και μέσα από αυτά τα παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής που θα ταλανίσουν τον Ηλία στη μετά Γιούρι εποχή θα έρθει η κάθαρση. Μια καθαρτήρια λύση που θα δώσει ο ίδιος ο δράστης ύστερα από μια δύσκολη διαδρομή και η οποία θα του χαρίσει σε μια άλλη πραγματικότητα τη συντροφιά του ανθρώπου που αθώα αποζητούσε σε τούτη τη ζωή.
Ηδυσμένος λόγος
Η τραγωδία όμως δεν χαρακτηρίζεται μόνο από έλεος, φόβο και κάθαρση, αλλά και από ηδυσμένο λόγο, τον οποίο υπηρετεί η εξαιρετική γραφή του Αντώνη Νικολή με τα άψογα ελληνικά και χωρίς διάθεση εκζήτησης. Μια γραφή που διατηρεί ισορροπία με την πλοκή, χωρίς να τη «στραγγαλίζει», και επιτρέπει στον αναγνώστη να απολαύσει κάθε λεπτή απόχρωση των χαρακτήρων οι οποίοι σκιαγραφούνται με λεπτομέρεια μικροσκοπίου και ακρίβεια χειρουργικής λεπίδας. Τεχνική που ενδεχομένως υποσυνείδητα να σχετίζεται με τις πανεπιστημιακές σπουδές του συγγραφέα, καθώς ξεκίνησε από την ιατρική πριν αφιερωθεί στη φιλολογία. 
Με αφορμή δε τους συμπαγείς και καλοχτισμένους χαρακτήρες, ο συγγραφέας τολμά να θίξει ζητήματα που ακόμη και σήμερα δεν έχουν λυθεί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, όπως η αμφισεξουαλική ταυτότητα του Ηλία. Δεν διστάζει να περιγράψει τη σεξουαλικότητα όπως εκφράζεται στη σχέση του ήρωά του, είτε συναναστρέφεται με άνδρες είτε με την εξ αποστάσεως σύντροφό του (τη Μερόπη που ζει στην Αθήνα), με λεπτομέρεια, ζωντάνια και ακρίβεια, τόσο που ενώ ο αναγνώστης μπορεί να εισπράξει ακόμη και την ερεθισμένη ανάσα των ηρώων, δεν υπάρχει ούτε υποψία πορνογραφικής διάθεσης. Παρακολουθεί τις επιπτώσεις της κρίσης στη ζωή των Ελλήνων, εντάσσει την υπόθεσή του στο πλαίσιο της «κλασικής» ελληνικής οικογένειας που διατηρεί αρκετά ισχυρούς ακόμη δεσμούς, ενώ η προσοχή του σε κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αμφισβητείται ως φανταστικό το σκηνικό του, φτάνει σε σημείο να τεκμηριώνει με ιατρικά δεδομένα τις συνθήκες θανάτου του Γιούρι, αλλά και να παρουσιάζει με επιστημονική ακρίβεια τα μνημεία που μελετούσε στον ελεύθερο χρόνο του ο Ηλίας.
[Αντώνης Νικολής
Ο θάνατος του μισθοφόρου
Εκδ. Ροδακιό, 2016, σελ. 296
Τιμή: 17 ευρώ]


(Η κα Μαίρη Αδαμοπούλου.)

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Όταν σκάει δίπλα τους αυτοπροσώπως ένας Καβάφης.

Αντώνης Νικολής, Όταν σκάει δίπλα τους αυτοπροσώπως ένας Καβάφης*

Ο Γιώργος Κατσίμπαλης
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης
Στάχτες, 7/9/2017.
favicon
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης (1899 -1978) δεν ήταν οποιοσδήποτε, βέβαια. «Εμψυχωτής της γενιάς του ’30», «πατριάρχης της βιβλιογραφίας της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας», αυτός που φιλοδόξησε και όσο κανείς ενσάρκωσε το ρόλο του ισχυρού παράγοντα περί τα ελληνικά γράμματα στον καιρό του, και που κατά πως τα φέρνει η ζωή, (ἵνα μὴ εἴπω και η κορωνίδα της λογοτεχνίας, δηλαδή η ειρωνεία), έμελλε και να συναντηθεί με έναν τουλάχιστον, και δη αυτόν τον Καβάφη.
Έρχεται κάποια στιγμή, θέλω να πω, μάλλον αναπόφευκτη, που αυτό με το οποίο καταγίνεται ο ζηλωτής της λογοτεχνίας, για το οποίο φαίνεται να τρώγεται ολημερίς, η ιδιοφυΐα του μεγάλου δημιουργού, στέκεται απέναντι του, μπορεί επιτέλους κάπως να την περιεργαστεί. Είτε ως έργο, και που συνήθως δε συγκαταλέγεται στα αρεστά του σιναφιού, (η πλειονότητα του οποίου κατασκευάζει ή περίτεχνα απομιμείται το ήδη παρωχημένο ή δεδομένο, και στην καλύτερη περίπτωση φτάνει ίσαμε την αδύναμη εκδοχή του άξιου να συντελεστεί), και καθώς ο ζηλωτής μας θέλει να καμώνεται και τον αρμόδιο μελετητή, είτε ως αυτοπρόσωπη παρουσία τον ίδιο το δημιουργό, απ’ τον οποίο ελπίζει να εκμαιεύσει καίριες μαρτυρίες για το ιδιοφυές από την άποψη του ύφους έργο του.

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Απόκρυφες πράξεις Παύλου και Θέκλας.

[Απόκρυφες πράξεις Παύλου και Θέκλας, (ανωνύμου), από την έκδοση των Δέσποινα Ιωσήφ και Μαρώ Τριανταφύλλου, (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια), εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 2008, σελ. 109.]

Πολλοί από τους πρώτους μάρτυρες / αγίους θεωρούνται "φιλολογικοί", δηλαδή φανταστικοί ήρωες μυθιστοριών που συντίθενται όταν ακόμα ανθεί το αρχαίο μυθιστόρημα, το 2ο μ.Χ., αλλά και τους αμέσως επόμενους αιώνες, και διαβάζονται από το αναγνωστικό κοινό το εθισμένο στα μυθιστορήματα και που έχει προσηλυτιστεί στη νέα θρησκεία. Από πολλούς η ιστορικότητα της αγίας Θέκλας αμφισβητείται.
Κατά το κείμενο του ανωνύμου (πιθανότερο της ανωνύμου) συγγραφέως, δεκαεπτά χρονών κοπέλα, η Θέκλα, ζει στο Ικόνιο, κόρη της σκληρής Θεόκλειας και μνηστή του πλέον εύπορου στην πόλη, του Θάμυρη, ακούει όμως από το παράθυρό της το κήρυγμα του φιλοξενούμενου στο διπλανό της σπίτι αποστόλου Παύλου, κήρυγμα στο οποίο προέχει η προτροπή προς τον παρθενικό βίο, το κορίτσι ενθουσιάζεται, ακολουθεί κήρυκα και βίο. Θα διωχθεί, ουσιαστικά για την επιλογή της αγνείας, όμως τις φλόγες της πυράς στην οποία καταδικάζεται θα σβήσει κατακλυσμιαία θεόθεν βροχή, το ίδιο και στην Αντιόχεια αργότερα, από τον εκεί άντρα που θα την ερωτευθεί, τον Αλέξανδρο, έναν προμηθευτή θηρίων της αρένας, επάγγελμα πολύ προσοδοφόρο της εποχής, θα καταδικαστεί ξανά, αυτή τη φορά στα θηρία, που κι αυτά δε θα την κατασπαράξουν. Θα επιστρέψει στο Ικόνιο, θα καταλήξει στη Σελεύκεια, όπου κατά μεταγενέστερες προσθήκες του κειμένου, θα ζήσει έξω από την πόλη, σε σπηλιά, 72 χρόνια διαιτώμενη μόνο με αγριόχορτα και νερό, και θαυματουργώντας. Θα "κοιμηθεί" σε βαθύ γήρας, ενενηκοντούτις.

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Ημέρα μνήμης και περισυλλογής.



Χρειάστηκαν πολλά εκατομμύρια κατεστραμμένες ζωές στην Ευρώπη (κυρίως αλλά και τον υπόλοιπο πλανήτη) κατά τον 20ό αιώνα για να αντιληφθούμε πόσο θεμελιώδεις για την ευημερία των κοινωνιών όσο και αλληλένδετοι είναι ο πολιτικός φιλελευθερισμός / η φιλελεύθερη δημοκρατία και η ελεύθερη οικονομία.
23 Αυγούστου, ημέρα που ανακαλούμε στη μνήμη τα θύματα των (κατ' αλφαβητική σειρά) εθνικοσοσιαλιστικών και κομμουνιστικών καθεστώτων της ηπείρου (αλλά και του πλανήτη όλου).

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ένα πολύ τιμητικό δώρο.


Ο Χρήστος Παπανίκος, ο πολύ καλός γελοιογράφος, ο ευαίσθητος σκιτσογράφος, μαζί με τις ευχές του χτες στο inbox, μου έστειλε ένα πολύ τιμητικό δώρο: σχεδιασμένο από το πενάκι του, το σκίτσο - πορτρέτο μου. Δε γνωριζόμαστε, παρακολουθώ βέβαια και θαυμάζω τη δουλειά του, αλλά και γι' αυτούς τους λόγους, ακόμη περισσότερο, καταχωρίζω τη χειρονομία του στις πιο ευγενικές που δέχτηκα ποτέ.

[Ο Χρήστος Παπανίκος, από την εικόνα προφίλ του στο facebook.]

(Από το χρονολόγιο του Χ.Π., fb, 20/8/2017: "Βαρκελώνη 17/8/2017".)

Μα την Αδράστεια, 57.





Μα την Αδράστεια, 57. Ολογράφως: πενήντα επτά.
Σας ευχαριστώ όλους. Αντεύχομαι με πολλή θέρμη.

(Για τις χτεσινές ευχές σε fb, timeline και inpox, και sms.)

[Φωτογραφία: Παλέρμο, 10/7/2017, σε panineria και focacceria στην Piazza Marina.]

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Το φούλι το ινδικό και το φούλι το αφρικανικό.


Plumeria / πλουμέρια ή ινδικό φούλι (άλλες κοινές ονομασίες: αιγυπτιακό φούλι ή ροδίτικο φούλι ή φραντζιπάνι) -εδώ στη λευκοκίτρινη ποικιλία του. Σε Ρόδο, Κω και Κρήτη -το θυμάμαι σίγουρα σε Ιεράπετρα και Μάταλα- συχνό στα παρτέρια, συνήθως δεντράκι, φυλλοβόλο τους χειμερινούς μήνες, με ταξιανθίες ανθισμένες σχεδόν όλο το καλοκαίρι, με λεπτό, ιδιαίτερο, εντονότερο τα βράδια άρωμα. Απ' αυτά τ' ανθάκια φτιάχνουν στη Χαβάη και τ' άλλα νησιά του Ειρηνικού τις λουλουδένιες γιρλάντες που κρεμάνε στους λαιμούς.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Επουλώνοντας ρωγμές.

Στην Κω, τρεις εβδομάδες μετά το σεισμό. Γράφει ο Αντώνης Νικολής. 
Andro, 12.08.2017

[Η μουσουλμανική κρήνη στο τζαμί της Λότζιας προ του πρόσφατου σεισμού, φωτογραφία Θανάσης Νικολής.] 

Ο χρόνος από την αποφράδα Παρασκευή μετράει πια σε βδομάδες. Είπα την πρώτη Παρασκευή αργότερα, πάει κιόλας μια βδομάδα, τη δεύτερη, πάνε δυο, με τη χτεσινή, τρεις. Είχα μαζέψει λάπτοπ και σημειώσεις από τη βεράντα της αυλής, έκλεινα παράθυρα, πόρτες, και –που δεν το συνηθίζω-, μάλλον για τις ώρες του ύπνου που υπολείπονταν ή το πότε θα ξυπνούσα, κοίταξα το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας: 01.31, κι ήτανε πάνω στη στιγμή που θα ξεκίναγε το κακό. Οι τρομερές δονήσεις, σαν να μας ξεριζώνανε συθέμελα, ο θόρυβος, η βουή, η συσκότιση. Κράταγα το κινητό, πρόλαβα κι ένα μακρομάνικο για τη νυκτερινή ψύχρα, πετάχτηκα έξω απ’ το σπίτι. Η πόλη στο δυτικό ορίζοντα αντηχούσε από φωνές, συναγερμούς που ενεργοποιήθηκαν, ο νυχτερινός θόλος ακόμα, που δεν ξέρω από ποια μη ρεαλιστική εντύπωση θα τον θυμάμαι σαν κίτρινο, όλα έδειχναν ότι συντελούνταν ο… επαπειλούμενος από χρόνια «μεγάλος». «Αργεί ο μεγάλος, και θα παραείναι καταστροφικός», μουρμούραγε ο πατέρας μου ήδη από τη δεκαετία του ’70, για το μεγάλο σεισμό που καθυστερούσε να συμβεί. Ο προηγούμενος ήτανε του 1933, και τα ίχνη του τα βρίσκουμε έως και στη λαλιά μας. Δεν υπάρχει Κώος να μην έχει πει ή κατανοήσει τη διάκριση: προσεισμική και μετασεισμική (από εκείνο το σεισμό) Κως.
Φως, νερό, σταθερό τηλέφωνο, κομμένα όλα. Με την εφαρμογή του φακού στο κινητό έλεγξα πρόχειρα τις ζημιές: η βιβλιοθήκη από τον ένα τοίχο είχε πέσει πλακώνοντας καρέκλες - γραφείο, τα τζαμάκια θρύψαλα και τα βιβλία σκορπισμένα και σωριασμένα ως τη βιβλιοθήκη του απέναντι τοίχου, φωτιστικά, γυαλικά, η γλάστρα μαζί με την ανθοστήλη, αλλά και δόξα τω Θεώ επρόκειτο μόνο για ζημιές αντικειμένων κι επίπλων, ούτε μια ρωγμή σε σοβάδες. Ήδη οι κινητές τηλεφωνίες λειτουργούσαν, στο εικοσάλεπτο απάνω πρόλαβα να μιλήσω με δυο - τρεις από τους πολύ οικείους, έμενε η αγωνία για τους γονείς, περασμένα ογδόντα με βαριά βαρηκοΐα αμφότεροι, δεν άκουγαν φωνές, τηλέφωνα,  το ρόπτρο, αμπαρωμένοι, χρειάστηκε να σπάσουμε την εξώπορτα, ούτε θα ξεχάσω με πόδια που τρέμανε πώς ανέβαινα στο υπνοδωμάτιό τους -ευτυχώς όλα καλά κι εδώ.
Μερικά δευτερόλεπτα – η απόλυτη διαστολή του χρόνου. Η πόλη, το νησί γέμισε ιστορίες, ο καθένας τη δική του, υγρά μάτια, τρέμουλο στα χείλη, η έγνοια για τους αδύναμους, για τις στριγκλιές των παιδιών στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας, για τους ηλικιωμένους γονείς που βγήκαν στους δρόμους μονάχοι, σαστισμένοι, ανηφορίζοντας μαζί μ’ εκατοντάδες όλων των ηλικιών προς τις εξοχές, το βουνό, τρομαγμένοι από τη θάλασσα που ανέβηκε σε ύψος κοντά ένα μέτρο στην προκυμαία και τον παραλιακό του λιμανιού, τις φήμες για φονικό επερχόμενο τσουνάμι. Οδηγώντας από το σπίτι στο εξοχικό των γονιών μου, η ακόμα δυσκολότερη εικόνα: τουρίστες στα πεζοδρόμια και τους κήπους των ξενοδοχείων τυλιγμένοι με σεντόνια ή πετσέτες. Τα πρώτα δάκρυα, οι σιωπηλοί σπασμοί. Το είδα σε πολλά πρόσωπα κι όταν ξημέρωσε: ντρεπόμασταν τους ξένους μας, σαν γιατί φταίγαμε εμείς. Είμαι σίγουρος, ποτέ άλλοτε δεν ήμαστε τόσο φιλόξενοι. 

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Μόνο φοιτήτριες και δημόσιοι υπάλληλοι (2010 / 2017).

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ που πρωτοείδα το Δεκέμβριο του 2010 -είχα κάνει και σχετική ανάρτηση:

Σε πολυκατοικία επί της Λέλας Καραγιάννη στο ύψος της Σικίνου, στην Κυψέλη, είναι κολλημένο ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ με πλαστικοποιημένη πρόσθετη σελίδα, όπου μαζί με οκτώ σχετικές φωτογραφίες αναγράφονται με κεφαλαία τα εξής: ΔΥΑΡΙ 65 τμ, 2ος , ΕΠΙΠΛΩΜΕΝΟ, ΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟ (A/C), ΦΡΕΣΚΟΜΠΟΓΙΑΤΙΣΜΕΝΟ, ΦΩΤΕΙΝΟ, ΜΟΝΟ ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ (το τελευταίο, επιπλέον, μαρκαρισμένο με κίτρινο υπογραμμιστή).

Και το σχόλιό μου τότε: Είχα καιρό να διαβάσω ένα κείμενο τόσο εύγλωττο για τα όσα ο συγγραφέας -το πιθανότερο εν αγνοία του- υποδηλοί.  

Τώρα, σχεδόν επτά χρόνια αργότερα, ξανά το ίδιο ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ, και ας μη γελιόμαστε, τώρα κι αν είναι όντως φερεγγυότεροι νοικάρηδες οι (πριγκίπισσες των πατεράδων τους) φοιτήτριες και οι δημόσιοι υπάλληλοι, που σημαίνει πως ούτε η ουσιαστική χρεοκοπία έπαψε να επικρέμαται πάνω απ' τα κεφάλια μας ούτε η μίζερη στασιμοχρεοκοπία που ήδη βιώνουμε κάπως ελάφρυνε∙ τουναντίον.