Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7α) Η παλιότερη οικογενειακή φωτογραφία.


Εν είδει υστερόγραφου στην προηγούμενη συναφή ανάρτηση [7) Με τον παππού Αντώνη].
Τους τελευταίους μήνες ορμώμενος είτε από τη συγκίνηση που μου προξενεί η Κρήτη -άλλωστε Κρήτη βρίσκομαι και τώρα, απ' όπου και το σημείωμα αυτό-, είτε ανατρέχοντας σε παππούδες και προπαππούδες, ανέφερα τουλάχιστον δυο φορές τον… Σφακιανό παππεπίπαππο (τον πάππο-επί-πάππο / τον παππού του παππού), Σπύρο Αντωνίου Γρυπάρη, τον Μαστροσπύρο -από τους άρρενες απογόνους του, άλλοι συνέχισαν ως Σπύρου, άλλοι ως Αντωνίου. Έφτασε στην Κω από τα Σφακιά, το πιθανότερο γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα κι ύστερα από κάποια βεντέτα. Μεγαλοεργολάβος για τα δεδομένα της εποχής, έχτιζε σπίτια – γεφύρια, απόκτησε μεγάλη περιουσία. 
Τη φωτογραφία από το νεκροκρέβατό του και το πορτρέτο του, μου τα έστειλε ο δισέγγονός του Αχιλλέας Κουτσουράδης (1952 / δικηγόρος Αθηνών στον Άρειο Πάγο, και τακτικός καθηγητής του αστικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.), γιος της Περσεφόνης Κουτσουράδη και εγγονός της Κατίνας / Κατέ Μουζάκη, κόρης του Μαστροσπύρου και αδελφής της προγιαγιάς μου Καλλιόπης. Θυμάμαι τη "θεία το Κατέ", όπως την αποκαλούσαμε, να κατηφορίζει από το σπίτι της (το μόνο σωζόμενο από τον σεισμό του 1933 στη Χώρα, στην περιοχή της Αρχαίας Αγοράς στην πόλη της Κω) προς το γραφείο του άντρα της, Αχιλλέα Μουζάκη, μια επιβλητική και στιβαρή γυναίκα στην παιδική μου μνήμη. Η ανεψιά της, η νονά μου η Φροσύνη, την περιέγραφε, και μάλλον σωστά, άνθρωπο με καλή σχέση με την πραγματικότητα, στο άλλο άκρο ως ψυχοσύνθεση με την αδελφή της, τη σχεδόν… αλαφροΐσκιωτη προγιαγιά Καλλιόπη, η οποία θεία πρέπει να είχε ιδιαίτερη έγνοια και τα ανίψια της, και που –κι εδώ παρεισέφρεε το παράπονο της νονάς- είχε αδυναμία στη γιαγιά (μου) Σεβαστούλα, την αδελφή της νονάς, που προφανώς διαισθανόταν απ' τον χαρακτήρα της και παιδιόθεν ότι θα τα κατάφερνε καλύτερα (να παντρευτεί, να κάνει παιδιά κ.τ.ό.).
Στη φωτογραφία απ' την πρόθεση του νεκρού, στην άκρη δεξιά εικονίζεται ο γαμπρός του εκλιπόντος και σύζυγος της προγιαγιάς Καλλιόπης, ο προπαππούς Μιχαήλ / Μιχαήλος Γεωργιάδης. Υφασματέμπορος, με κατάστημα στην Πλατεία του Πλατάνου, κοντά στο τζαμί της Λότζας, καταγόταν εν μέρει από τον Γέροντα της Μικράς Ασίας.
Στην ερώτησή μου αν μπορεί να χρονολογηθεί η φωτογραφία της κηδείας -η απάντηση του Αχιλλέα Κουτσουράδη, όπως μου την έστειλε με email: «Στο κεφάλι του έχει τοποθετηθεί φέσι, το πορτρέτο (του που σου επισυνάπτω) έγινε με μοντάζ από την φωτογραφία της κηδείας, με επιμέλεια της κόρης του Κατίνας-Κατέ Μουζάκη, στη Δεκαετία του 1930 στον Πειραιά, όταν επισκέπτονταν τον γιο της Πραξιτέλη, μαθητή του αμερικάνικου κολλεγίου. Συνεπώς, το στοιχείο αυτό (φέσι) αποτελεί terminus ante quem, αφού ξέρουμε ότι το 1912, με την άφιξη των Ιταλών, ο κόσμος έσκιζε και πετούσε στους δρόμους τα φέσια, που υποχρεωτικά έφεραν οι άνδρες. Υποθέτω ότι η κηδεία πρέπει να έγινε γύρω στα 1910 ή ορθότερα στην πρώτη 10ετία του 20ου αιώνα.» 

Μαστροσπύρος Αντωνίου Γρυπάρης

Αχιλλέας Κουτσουράδης

Φέτος επιτέλους έφτασα και στα Σφακιά. Πήρα την απόφαση δηλαδή να δοκιμάσω τον καλό δρόμο, δίχως το άγχος εκείνου του απίστευτου ιλίγγου απ' την άλλη διαδρομή πριν από 21 χρόνια... Τότε, το καλοκαίρι του 1997, οδηγώντας από Φραγκοκάστελο, οδηγός με πείρα ενός μόνο χρόνου και με κοχλία ευπαθή στον ίλιγγο, τα είχα σκουροφέρει, ο δρόμος πολύ στενός, δεν ξέρω αν έκτοτε τον διαπλάτυναν, δεν τον ξαναδοκίμασα εννοείται, με απίστευτα ύψη να χάσκουν, με πλάτος ο δρόμος όχι μιάμιση φορά του Renault Clio που οδηγούσα, να αναρωτιέμαι με τρελή αγωνία τι θα έκανα αν συναντιόμουν με άλλον από το αντίθετο ρεύμα, σωστός εφιάλτης για έναν υψοφοβικό σαν του λόγου μου, κι όταν επιτέλους βρέθηκα κάπου σ' ένα σταυροδρόμι για τη Χώρα Σφακίων, σταθμεύω, τρέχω στο καφενεδάκι εκεί πέρα, ρωτάω έντρομος αν υπάρχει άλλος δρόμος για Χανιά ή Ρέθυμνο, ένας γέρος θαμώνας, αμίλητος γρουσούζης, μου δείχνει απέναντί του ευθεία, τον ρωτάω αν ετούτος ο άλλος είναι καλύτερος απ' αυτόν που μόλις διάνυσα, μου κουνάει στο έτσι κι έτσι την παλάμη, ότι περίπου ο ίδιος. Ήτανε αργά, σούρουπο, δεν το ξανασκέφτηκα, έφυγα, εξαφανίστηκα αμέσως.
Από τα Σφακιά, κι άλλος παππεπίπαππος, απ' την κεφαλιανή ρίζα αυτός, δύο το σύνολο, ισοδυναμούν με έναν προπαππού, υπολόγιζα ότι έλκω καταγωγή κατά τα δύο δέκατα έκτα (2/16, άρα 1/8) από τον τόπο, έλεγα "κρίμα, δεν κατάφερα να φτάσω εκεί από όπου η μία γάμπα μου περίπου" -ή όποιο άλλο μέλος ίσο με το ένα όγδοο του σώματός μου...
Kαι ιδού η φωτογραφική απόδειξη ότι επιτέλους τα κατάφερα... να φτάσω, αλλά και να περάσω το απόγευμά μου χτες Κυριακή 17 Ιουνίου του 2018. Πόσους πολλούς είδα με το μέτωπο και τη γρυπή μύτη του παππού... ιδέα μου, άραγε; Και η διαδρομή, και ο τόπος, όρμος με την άγρια ομορφιά του Λιβυκού, μοναδικός, υποσχέθηκα, δε θα ξανάρθω Κρήτη και να τον αφήσω έξω από τις εξορμήσεις μου.


Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Τζον Γουίλιαμς: Ο Στόουνερ.



John Edward Williams (29 Αυγούστου 1922 – 3 Μαρτίου 1994). Ο έξοχος, ο καίριος, ο με όλη τη σημασία της λέξης σπουδαίος συγγραφέας - λογοτέχνης. Δε θέλω να συνέλθω από τον σεβασμό, τη γοητεία, τη συγκίνηση που μου προξένησε το έργο του, και στον βαθμό που διαισθανόμουν την παρουσία του, ο ίδιος ο συγγραφέας. Είχα διαβάσει αποσπάσματα από τον Στόουνερ, να διευκολυνθώ κάπως όσο παρακολουθούσα συναρπασμένος το άλλο αριστούργημά του, τον Αύγουστο. Δεν ξέρω αν μπορώ (ακόμα και αν θέλω αυτή τη φορά) να κάνω λιανά τη μεταρσίωση, τη χαρά απ’ τις ώρες που πέρασα στο εργαστήρι αυτού του λογοτέχνη.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7) Με τον παππού Αντώνη.



Ο παππούς Αντώνης (Νικολής του Χαραλάμπους - η απόλυτη συνωνυμία), (1902-1987), πατρικός παππούς εννοείται, ανήκε στη γενιά των Νεοελλήνων την περιβόητη του 30, απ’ όσες τουλάχιστον πρόλαβα ίσως τη γενιά με τις ισχυρότερες προσωπικότητες. To επίθετο Νικολής, εξέλιξη ή απλοποίηση του Μαστρονικολής, όπως και τα συγγενικά του με πρώτο συνθετικό το μαστρο-, δηλώνει προέλευση από οικογένεια τεχνιτών. Και πράγματι, γιος κι εγγονός σιδερά (με μακρινή καταγωγή από Κρήτη), -ήμαστε οι σιδεράδες του χωριού της Κεφάλου-, ο ίδιος θα προαχθεί, θα βγει από το μαστορόσοο, ανάμεσα στους ελάχιστους μορφωμένους συνομηλίκους του του νησιού, τέλειωσε το γυμνάσιο της Καλύμνου, όταν ακόμη δεν υπήρχε γυμνάσιο στην Κω.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 6) Με τη μαμά.



Εφόσον φωτογράφος είναι ο μπαμπάς, το μοτίβο μαμά και γιος θα ήτανε συχνό. Αν θέλει η τύχη, αν έχω ζωή, χωράει πολλή αφήγηση εδώ. Ήδη στον Μισθοφόρο ο ήρωας μού έκλεψε τον παιδικό εφιάλτη όταν περπατάμε βράδυ στο πέταλο του λιμανιού, με κρατάει απ’ το χέρι, τη χάνω, κλαίω απελπισμένος, κοιτάζω τους ενήλικους από χαμηλά, πού πήγε η μαμά μου*.
Ζουν και οι δυο, δόξα τω Θεώ, κι όσο ζούμε οι άνθρωποι, ίσαμε και την τελευταία κοινή μας στιγμή, οι σχέσεις μας συνεχίζουν δυναμικές.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης.



Είχα διαβάσει τον Φύλακα στη σίκαλη παλιά, δε θυμάμαι πότε, δε θυμόμουν καν το κείμενο. Αγόρασα την καινούρια μεταφραστική δουλειά της Τζένης Μαστοράκη, και γιατί συζητήθηκε -τον Φύλακα τον είχα χαμένο κιόλας-, επιπλέον γιατί πριν από επτά χρόνια με είχε συναρπάσει η συλλογή διηγημάτων «Εννέα ιστορίες» του ίδιου, του J. D. Salinger (1/1/1919-27/1/2010), από τότε έψαχνα την ευκαιρία να επιστρέψω πιο εμπεριστατωμένα στον Φύλακα. Και ο λόγος ότι τα διηγήματα ήτανε εξαιρετικής ποιότητας νεωτερική λογοτεχνία και απορούσα γιατί δεν είχα καταχωρίσει στο μυαλό μου ανάλογα και τον Φύλακα. Και πράγματι, γιατί πρόκειται όχι μόνο για γοητευτική αφήγηση καθ’ αυτήν, αλλά και λειτουργική τόσο, που σχεδόν δε γίνεται αντιληπτός ο νεωτερικός χαρακτήρας της: ένας έφηβος παρατηρεί, κινείται, αφορίζει, απορεί, ψηφίδα ψηφίδα συνθέτει την πρώτη μεγάλη τοιχογραφία της ζωής του, ένα ταξίδι που πιθανόν θα οριοθετήσει την κοσμοαντίληψή του, στη διαδρομή από το σχολείο του -φοιτούσε σ’ αυτό εσώκλειστος-, απ’ όπου αποβάλλεται, το ιδιωτικό Πένσι στο Έιγκερσταουν της Πενσυλβάνια, ως το πατρικό του, στη Νέα Υόρκη.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 5) Ανάμεσα σε δύο φωτογραφίες κυρίως.

(5)
Ξέρω πολλούς πατεράδες, τρελούς με τα μικρά τους, να τα φωτογραφίζουν επίμονα. Αρχές του 60 ήταν αρκετά ακριβό απόκτημα μία φωτογραφική μηχανή, κόστιζαν ακόμα και τα φιλμ ή και οι εμφανίσεις των φιλμ, θέλω να πω το κίνητρο για τον πατέρα μου πρέπει να ήταν βαθύ, δεδομένου κιόλας ότι δε συνέχισε να ασχολείται με τη φωτογραφία, με εντυπωσιάζει επίσης πόσο εκφραστικές οι απεικονίσεις του παιδιού που ήμουν, νομίζω εκφραστικότερες φωτογραφίες μεταγενέστερες δεν έχω. Να είναι, άραγε, που έμαθα με τα χρόνια να καταχωνιάζω τα πολύ δικά μου πράγματα, από τα πολλά άγχη της έκφρασης που έχασα την αμεσότητα εκείνη, ή να ήταν ο καλύτερος φωτογράφος της ζωής μου; Τις πρωτοείδα έφηβος, αρκετές από αυτές, όλες αυτής της ανάρτησης, τις είχα μεγεθύνει και τις είχα καδράκια στα φοιτητικά μου δωμάτια.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Ένα συγγραφικό διήμερο στη Ρόδο.


Το περασμένο Σαββατοκύριακο ήμουν στη Ρόδο. Έφτασα πρωί Σαββάτου 21, έφυγα απόγευμα Δευτέρας 23 Απριλίου. Κατέλυσα σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο της Ιαλυσού. Με αποστολή συγγραφική. Περαιτέρω λεπτομέρειες σε ευθετότερο χρόνο.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Μία… μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία – 4) Η βάφτιση - η νανά μου η Φροσύνη.



Η μητέρα μου θυμάται Κυριακή του Θωμά, την άνοιξη του 1961 -10 Απριλίου έπεφτε το Πάσχα, άρα 17 Απριλίου-, να γίνεται η βάφτισή μου, και το σίγουρο, όπως φαίνεται κι απ’ τη φωτογραφία, στον Άγιο Νικόλαο στην Κω. Νονά μου - “νανά” μου στην ντοπιολαλιά του νησιού- η Ευφροσύνη Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδου (1911-2000), αδελφή της μητρικής γιαγιάς μου.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Αντώνης Νικολής, Ο «Αύγουστος» του Τζον Γουίλιαμς: ένας θρίαμβος της λογοτεχνίας.

Αντώνης Νικολής, Ο «Αύγουστος» του Τζον Γουίλιαμς: ένας θρίαμβος της λογοτεχνίας

Στάχτες, 19/04/2018 · 07:42

J-Williams-bk-Nikolis19.4.18
favicon
Ο λογοτέχνης, από τα αφομοιωμένα, τα χωνεμένα στη μνήμη του βιώματα, συνθέτει μύθους, μύθους που αποδίδει με μορφές που ικανοποιούν το ύφος του.
Στα είδη της αφηγηματικής λογοτεχνίας ιδιαίτερα, και νομίζω κατεξοχήν στο ιστορικό μυθιστόρημα, η επινόηση του αφηγητή, συνειδητή ή ακόμα και ασύνειδη, αποτελεί, μία από τις πρώτες και σημαντικότερες επιλογές του δημιουργού. Αν το καλοσκεφτούμε, ακόμα και προφορικά, όταν αρχίζουμε να αφηγούμαστε, νιώθουμε την ανάγκη να ανακαθίσουμε ή να τοποθετήσουμε τη φωνή σε άλλον τόνο. Πόσο μάλλον στο εργαστήρι μας, ως λογοτέχνες. Η επινόηση του αφηγητή, ο αφηγητής, είναι σε μεγάλο βαθμό το ίδιο το ύφος: η θερμοκρασία της γραφής, η απόσταση του συγγραφέα από τα ιστορούμενά του, ο ρυθμός και η ένταση της αφήγησης, ο κύριος συντελεστής της οικονομίας που θα βοηθήσει στη μετατροπή του λόγου σε μύθο.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 3) Οδός Τριφυλίας 2, στα Ιλίσια.

 [1]
Γεννήθηκα στην Αθήνα, 19 Αυγούστου του 1960. Σε μια κλινική κάπου στην Αχαρνών. Ο μπαμπάς ειδικευόταν στην ακτινολογία στον Ευαγγελισμό, μέχρι και το 1963, ύστερα κατεβήκαμε Κω. Εκείνα τα τρία χρόνια μέναμε στα Ιλίσια, Τριφυλίας 2, με γείτονα τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο (1890-1977) -εξ ου και η οδός αργότερα μετονομάστηκε σε Γουναροπούλου. Το 1985, φοιτητές και συγκάτοικοι με τον αδελφό μου Θανάση, εκείνος στο μαθηματικό, εγώ στη φιλοσοφική, νοικιάζαμε στην Ηρώων Πολυτεχνείου (64, αν θυμάμαι καλά) στου Ζωγράφου, πέρασε αρχιτεκτονική και ο μικρός, ο Λάμπρος. Έπρεπε να βρούμε ένα τριάρι πια, με τρία δωμάτια ει δυνατόν ίσου εμβαδού, άρα ψάχναμε για παλιά διαμερίσματα σε δίπατα – τρίπατα, και γιατί συνέχιζε να μας βολεύει, στην ευρύτερη περιοχή Ζωγράφου - Ιλίσια. Ένα απ' τα πρωινά τότε ψάχνοντας, κάπου σε μία γωνία, ρωτάω έναν κύριο σε μπαλκόνι πρώτου ορόφου «Μήπως ξέρετε να νοικιάζεται κανένα τριάρι - παλιό διαμέρισμα εδώ κοντά;», «Νοικιαζόταν ένα απέναντι, αλλά μου φαίνεται το έδωσε η σπιτονοικοκυρά. Πήγαινε ρώτα την -από το πλάι είναι η είσοδος», μου απαντάει. «Τι κρίμα», μου λέει κι εκείνη, «χτες το νοίκιασα∙ εκτός κι αν περιμένεις μέχρι τον Σεπτέμβριο, που ξενοικιάζεται το από κάτω, το ισόγειο». «Μα για τον Σεπτέμβριο ενδιαφέρομαι, τότε ξεκινάει σπουδές και ο μικρός μου αδελφός.» Και καθώς προχωρούσε η κουβέντα, «Από πού είσαι, παιδί μου;», «Από την Κω», της λέω, «Από την Κω; Α, τι μου θύμισες τώρα, από Κω ήτανε ένα ζευγαράκι νοικάρηδες στο κάτω σπίτι κάποτε, ο σύζυγος γιατρός, είχανε κι ένα παιδάκι, τον Αντωνάκη»...

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 2) Μια βόλτα στο Αμύνταιο.


Ο μπαμπάς υπηρετούσε έφεδρος αξιωματικός του Υγειονομικού στο Αμύνταιο. Παντρεύτηκαν με τη μαμά στις 18 Νοεμβρίου του 1959, στην Κω βέβαια, κι αμέσως έπειτα έφυγαν για τη μικρή κωμόπολη του νομού Φλώρινας. Ισχυρίζονται ότι στο Αμύνταιο ...συνελήφθην, και οπωσδήποτε ότι σ' αυτή τη βόλτα απ' όπου και η φωτογραφία, η μαμά είναι έγκυος, πα' να πει, τη βόλτα εκείνη την έκανα μαζί τους και εγώ.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Το Σκοτεινό Νησί σε τόμο μελετών του Παναγιώτη Νούτσου.


Το απόγευμα της Τετάρτης 28 Μαρτίου ενθουσιασμένη η πολύ καλή ζωγράφος και φίλη Πελαγία Κυριαζή με ειδοποιούσε πως ούσα σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Ιανό, άκουσε να γίνεται αναφορά στο όνομά μου και στη νουβέλα μου «Το Σκοτεινό Νησί». 

Επρόκειτο για την παρουσίαση του τόμου μελετών του καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου με τίτλο «Για το ιστορικό “υπόβαθρο” της λογοτεχνίας» (Εκδόσεις Παπαζήση, 2017, σελ. 660), εκδήλωση από τον κύκλο συζητήσεων «Από το Αμπέλι στο Θέατρο» που διοργανώνει στον Ιανό ο Κώστας Καζαμιάκης.     
Το όγδοο κεφάλαιο του εν λόγω τόμου είναι αφιερωμένο στη νουβέλα «Το Σκοτεινό Νησί» με τον τίτλο «Η “ετεροτοπία” ως “αυτοκάθαρση”;». Δεν το είδα, είμαι στο νησί, υποθέτω πως ο Π.Ν. συμπεριέλαβε στα περιεχόμενα του βιβλίου του την κριτική παρουσίαση της νουβέλας που είχε δημοσιεύσει στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010. 

                                               
 (Ο καθηγητής Παναγιώτης Νούτσος.)

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 1) Τα συντρίμμια της βιβλιοθήκης, τα φωτογραφικά άλμπουμ.




Τα τελευταία δυο – τρία χρόνια όποτε περνούσα μπροστά απ’ τη βιβλιοθήκη σκεφτόμουν πως ήταν πια καιρός να την τακτοποιήσω, να καταχωρίσω εξαρχής, να ταξινομήσω με προσοχή τα βιβλία που είχανε σωρευτεί στα ράφια της. Πρόκειται για βιβλιοθήκη σε χρήση από τον Φεβρουάριο του 1996, πολύφυλλη με τζάμια, και που πιάνει τους δυο αντικριστούς τοίχους του δωματίου. Κι ευτυχώς που από τη μια στην άλλη αναβολή δεν έκανα τη δουλειά, θα πήγαινε στράφι πολύς κόπος. Στον σεισμό του περασμένου καλοκαιριού (21/7/2017), τα φύλλα του ενός τοίχου σωριάστηκαν ίσαμε τον απέναντι, τζάμια, ξύλα, βιβλία, όλα ένας σωρός, συνθλίβοντας κι ό, τι μεσολαβούσε ανάμεσα στους δυο αντικριστούς τοίχους (ένα γραφείο, τη συρταροθήκη του, καρέκλες, ένα παραβάν). Ήταν η μεγαλύτερη από τις ζημιές που υπέστη το σπίτι –όμως, αναλογικά, συγκρινόμενη με το τι έπαθαν περιουσίες άλλων συντοπιτών, ζημιά αμελητέα.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα.


[Στα χτεσινά ΝΕΑ / Σαββατοκύριακο, δημοσιεύτηκε ανάμεσα σε άλλες και δική μου συνεργασία, στο ένθετο Weekend Πρόσωπα, σε έρευνα με θέμα: ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΩ ΤΗ ΛΕΞΗ "ΗΡΩΑΣ" / Ποιος είναι ο προσωπικός σας ήρωας;]

ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ 
Συγγραφέας

Ο Λουκιανός
από τα Σαμόσατα

Ο Λουκιανός γεννήθηκε στα Σαμόσατα, πόλη στον πάνω Ευφράτη της Συρίας, έζησε κατά τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα, Σύρος στην καταγωγή και στη μητρική του γλώσσα, σε κόσμο ελληνίζοντα, βέβαια, μυήθηκε στην ελληνική παιδεία, και όχι μόνο, απέβη ο επιδραστικότερος αττικιστής του καιρού του, ο τεχνικότερος και ευφυέστερος, κατά την επικρατούσα φιλολογική αποτίμηση, συγγραφέας στην ελληνική γραμματεία των αυτοκρατορικών χρόνων.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Επίσκεψη στο Ακρωτήρι των Βενιζέλων.

Επίσκεψη στο Ακρωτήρι των Βενιζέλων


Του Αντώνη Νικολή*
Το Σάββατο 24 Φεβρουαρίου σχεδόν το έφερε ο δρόμος, το πρότεινε και ο συνταξιδιώτης, ήταν επίσης ο καλός καιρός και η ώρα με τις ιώδεις αποχρώσεις στον δυτικό ορίζοντα, από την τοποθεσία κιόλας, ύψωμα, θα αγναντεύαμε την πόλη των Χανίων, συναίνεσα. Έχω ταξιδέψει πολλές φορές στην Κρήτη, ειδικά στα Χανιά και με μόνο σκοπό το σπίτι των Βενιζέλων στη Χαλέπα, όμως από κάποια αδιευκρίνιστη εντός μου διστακτικότητα τους τάφους τους τους απέφευγα.
Αράξαμε στο χώρο στάθμευσης απέναντι απ’ την είσοδο, περπατήσαμε τον καλαίσθητο και υποβλητικό διάδρομο μετά την πύλη έως το πλατύ άνδηρο με τα σκόρπια λίγα πεύκα και το τοιχίο περιμετρικά, και ως την άκρη του πλατώματος με τα πλακόστρωτα βαθμιδωτά βάθρα όπου οι δύο λιτοί τάφοι, του Σοφοκλή παραμέσα, του Ελευθέριου μπροστά. Αλλά μαζί με τα βήματά μας που ζύγωναν, πύκνωναν στον νου πολλά.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες.




Τα τελευταία χρόνια ίσως δεν έχω αγαπήσει άλλον συγγραφέα όσο τον Σίνγκερ. Παραστατικότατες, ολοζώντανες περιγραφές, αφηγηματική δεινότητα, λεπτότατη ειρωνεία, υπαινικτικό χιούμορ. Εξαιρετικός μυθιστοριογράφος, αλλ’ ακόμη καλύτερος διηγηματογράφος. Τα διηγήματά του έχουν αρτιότητα και πυκνότητα που εφάμιλλές τους ως αναγνώστης έχω συναντήσει μόνο στον Έ. Ά. Πόε. Σ’ αυτήν εδώ τη συλλογή, και πάλι το ένα διήγημα καλύτερο απ’ το άλλο, παρόλο που θα ήταν άδικο να μην ξεχωρίσω ανάμεσά τους δύο: το «Κάτι υπάρχει εκεί» και «Το κλειδί», και τα δύο μ’ εκείνη την ιδιαίτερη «ψίχα» του συγγραφέα τους, ένα βαθύ ποιητικό στοχασμό που δεν έχει να διδάξει ή να «πει» κάτι, όμως σε παρασέρνει στην πιο μύχια έξαρση.

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Περσεφόνη Κουτσουράδη (1923-2018).


Υπήρξε αδιαμφισβήτητα η μεγάλη κυρία του πολιτισμού στο νησί της Κω. Πρόεδρος του παραρτήματος του Λυκείου Ελληνίδων με σημαντική δράση εκεί, συλλογέας λαογραφικού υλικού, όπως με περισσή αξιοπρέπεια ήξερε να δηλώνει, να διευκρινίζει μάλιστα τη διαφορά από τον λαογράφο - ερευνητή επιστήμονα, αλλά και ένας / μία από τους τελευταίους Κώους με κομψότητα πνεύματος και χιούμορ, ντόπιου χρώματος όμως και ιδιαίτερα εκλεπτυσμένου. Τη θυμάμαι να οδηγεί το κατσαριδάκι της, με συνοδηγό τον άντρα της, τον αείμνηστο Γιώργο Κουτσουράδη, να λένε για ένα "καρτελίνο" που τους έστειλε μια φίλη τους Ζωή απ' την Αθήνα, κι εγώ παιδί στο πίσω κάθισμα να ξεκαρδίζομαι. Δεν ήξερα να το πω, μα ήτανε εκείνοι οι Κώοι η παρηγορητική εξαίρεση τότε, τέλος του '60, όταν άρχιζε να θεριεύει η μικροαστική βαρβαρότητα στη χώρα. Η Περσεφόνη Κουτσουράδη, το γένος Μουζάκη, ήταν πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου από τη μητέρα μου. Εγγονή εκείνου του παππεπίπαππου από τα Σφακιά, του Σπύρου Γρυπάρη, για τον οποίο πρόσφατα σχετικά έκανα μνεία. Την προσφωνούσα θεία, τη συμπαθούσα πολύ, μα κι ανέκαθεν περισσότερο την εκτιμούσα. Νομίζω εκπροσωπούσε μια γενιά σπάνιων αστών στη νεοελληνική κοινωνία, βενιζελικής "κοπής" και που ανέπτυξαν δημόσια δράση όσο και ατομική προσωπική καλλιέργεια αξιοσημείωτη.
Στον Αχιλλέα, τον Κώστα, τον Τίμο, τον Πάρη, στις νύφες και τα εγγόνια της, συλλυπητήρια. Η τιμή και η αξία της προσφοράς της, η αγάπη και η μνήμη της μάνας και γιαγιάς να τους συνοδεύουν πάντα.
Λυπάμαι πολύ που, καθώς απουσιάζω από το νησί αυτές τις μέρες, δε θα μπορέσω να την τιμήσω με την παρουσία μου στο ξόδι της.


Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Η ελληνική γλώσσα και η ντροπή.

Σήμερα μιλάμε άλλη γλώσσα όσοι υπερασπιζόμαστε το φιλελεύθερο συνταγματικό πολίτευμα της χώρας και άλλη γλώσσα οι σκευωροί. Κι αν τυχόν μιλάμε την ίδια, σήμερα ντρέπομαι που μιλώ και γράφω στην ελληνική γλώσσα.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Φραντς Κάφκα: Ο Πύργος.


Πρόσφατα σχετικά, σε πάγκο στο υπόγειο της Πρωτοπορίας, έπεσε το μάτι μου σε αντίτυπο του Πύργου του Κάφκα, της ειδικής έκδοσης για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, στην εξευτελιστική τιμή του ενάμισι ευρώ (1,5 €)! Ντράπηκα, πήρα ένα από τη στοίβα, μαζί με ό,τι άλλο είχα επιλέξει το ανέβασα στο ταμείο. Τον Κάφκα, και σίγουρα και τον Πύργο, τον είχα διαβάσει, μάλλον αρχές της δεκαετίας του ’80, σ’ εκείνες τις ωραίες (τόσο ισόρροπες και με ειλικρίνεια σεβαστικές προς τη λογοτεχνία) εκδόσεις Ηριδανός. (Και όντως, εκ των υστέρων τον βρίσκω στη βιβλιοθήκη, είναι σε μετάφραση Τέας Ανεμογιάννη / μακέτα εξωφύλλου από τον Αλέξανδρο Ίσαρη.) Τέλος πάντων, και γιατί χρόνια έψαχνα μια ευκαιρία να επιστρέψω στον Κάφκα, έπιασα να ξαναδιαβάσω, όμως τον τωρινό, τον ταπεινωμένο Πύργο του 1,5 €.
Από τα σημαντικότερα έργα του Φραντς Κάφκα, στην καρδιά της νεωτερικής λογοτεχνίας των αρχών του 20ού αιώνα, και κατά την εγκυρότερη ανάλυση, αν στη Δίκη, το άλλο μεγάλο του έργο, μια σκοτεινή γραφειοκρατία καταδιώκει αναίτια το άτομο, εδώ, στον Πύργο, ο ήρωας της αφήγησης, ο (όπως και στη Δίκη) οιονεί ανώνυμος Κ., αναζητεί ο ίδιος την κατηγορία με την οποία βαρύνεται, την αιτία που και πάλι ένας αφανής πολυπλόκαμος μηχανισμός, η κλειστή διοικητική ιεραρχία του Πύργου, τον κρατάει στις παρυφές ή έξω από την επικράτειά της.

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Χέρμαν Μέλβιλ: Τα μαγεμένα νησιά.



Ιστορίες από τα Ενκαντάδας ή τα Μαγεμένα νησιά στις Νότιες Θάλασσες, του Herman Melville. Δημοσιευμένες το 1854, τρία χρόνια μετά το μοναδικό στην παγκόσμια γραμματεία αριστούργημά του, τον Μόμπι – Ντικ.
Στοιχεία βιογραφικά του Μέλβιλ και παρουσίαση του Μόμπι – Ντικ σε παλιότερη ανάρτησή μου. (Παρεμπιπτόντως, σημειώνω τότε, τον Οκτώβριο του 2010: Φέτος που όλα τα σκιάζει ο ζόφος του λαϊκισμού… -πού να φανταζόμουν επτά και βάλε χρόνια αργότερα πόσο τρομακτικά περισσότερο θα τα έσκιαζε…)
Το έργο του Μέλβιλ συγκαταλέγεται στην ατόφια λογοτεχνία / τέχνη. Ο Μέλβιλ μηρυκάζει τον κόσμο της εμπειρίας του, για να τον αποδώσει σχεδόν επινοημένο από τη φαντασία του, περίπου σαν δρώμενα και εικόνες του εσωτερικού του βίου. Αφήγηση με ιδιοφυΐα και ζηλευτή ζωντάνια, και που παραμένει η κύρια αξία του έργου του, αλλά νομίζω και η απόλυτη λογοτεχνική αξία. Δηλαδή τι άλλο έκανε ο Όμηρος;

Μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα.
(Σελ. 16) (…) Γκρεμισμένες μάζες από ένα μαυριδερό ή πρασινωπό υλικό σαν σκωρία από υψικάμινο, σχηματίζουν σκοτεινές σχισμές και σπήλαια εδώ κι εκεί, μέσα στα οποία η θάλασσα αδειάζει ακατάπαυστα με μένος τον αφρό της, απλώνοντας από πάνω τους ένα πέπλο γκρίζας καχεκτικής ομίχλης μέσα στην οποία πετούν εξώκοσμα πτηνά μεγαλώνοντας την αντάρα με τις στριγκλιές τους. Όσο ήρεμη κι αν είναι η θάλασσα στ’ ανοιχτά, δεν υπάρχει ανάπαυση γι’ αυτά τα κύματα κι αυτούς τους βράχους. Μαστιγώνουν και μαστιγώνονται, ακόμη και όταν ο ωκεανός πιο έξω είναι γαληνεμένος. Εκείνες τις καταθλιπτικές συννεφιασμένες μέρες, που είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της περιοχής του υδάτινου μεσημβρινού, οι σκούρες υαλώδεις μάζες, πολλές από τις οποίες υψώνονται μέσα από λευκές δίνες και κύματα σε απομονωμένα και επικίνδυνα μέρη μπροστά στην ακτή, παρουσιάζουν ένα πλουτώνειο τοπίο. Τέτοια μέρη μόνο σ’ έναν εκπεσόντα κόσμο θα μπορούσαν να υπάρχουν. (…)