Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Δωδεκάνησα ή Νότιες Σποράδες;


 
(Μου ζητήθηκε από το GREECE IS DODECANESE ένα κείμενο για τα Δωδεκάνησα, δημοσιεύθηκε τον περασμένο Αύγουστο, μεταφρασμένο, με τον τίτλο: The Floating Worlds of the Dodecanese.)

Δωδεκάνησα ή Νότιες Σποράδες;
 
Όταν ακόμα στέλναμε γράμματα και κάρτες, με φακέλους, ταχυδρομεία, γραμματόσημα, τότε, προ email και sms, κάτω από τον ταχυδρομικό κώδικα και το ιδιαίτερο νησί, φέρ’ ειπείν εμείς οι Κώοι: Κως 85300, γράφαμε συντομογραφικά: 12-νησα. Είμαστε οι 12-νήσιοι και ζούσαμε στα 12-νησα. Συμβεβλημένοι τρόπον τινά με τον αριθμό δώδεκα∙ δώδεκα το μεσημέρι, δώδεκα τα μεσάνυκτα, τα Δώδεκα Ευαγγέλια, οι Απόστολοι, οι μήνες. Μετά το 3, το 7 και το 9, ο επόμενος μαγικός αριθμός. 
Μόνο που δεν είμαστε ακριβώς δώδεκα∙ είμαστε περισσότερα νησάκια από δώδεκα (15 κύρια και 93 νησίδες, με κατοικημένα, το 2006, τα 27), και από την Πάτμο ίσαμε τη Μεγίστη, το Καστελλόριζο, το καράβι χρειάζεται συνήθως όσες ώρες από Αθήνα μέχρι Πάτμο: μ’ άλλα λόγια, και περισσότερα από δώδεκα, και υπερ…δωδεκάνησα, και επιπλέον σκόρπια, διασπαρμένα σε μεγάλη έκταση στη νοτιονατολική άκρη του Αιγαίου. Μήπως, άραγε, ο γεωγραφικός όρος Νότιες Σποράδες, η παλιότερη ονομασία του νησιωτικού συμπλέγματος, μας περιέγραφε σωστότερα; 
Άλλωστε, οι Νότιες προϋποθέτουν τουλάχιστον τις Βόρειες (αν όχι και τις Ανατολικές και Δυτικές), ο γεωγραφικός προσδιορισμός από μόνος του αναδεικνύει την ενότητα του νησιωτικού Αιγαίου. Οι παππούδες μας, οι γεννημένοι στις αρχές του 20ού αιώνα, όσοι πέρασαν παιδική ηλικία υπό τους Οθωμανούς, εφηβική, νεαρή έως και ώριμη υπό τους Ιταλούς, Γερμανούς και Άγγλους, απ’ αυτή τη συνείδηση της ενότητας αγωνίζονταν για την ένωση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Εθνολογικά, ευρύτερα πολιτιστικά, ο νησιωτικός κόσμος του Αιγαίου είναι αδιαμφισβήτητα ενιαίος. 
Υποδιαιρείται, εντούτοις, σε διακριτά διαμερίσματα. Τα νησιά του Βόρειου, του Ανατολικού Αιγαίου, η Εύβοια, οι Σποράδες, οι Κυκλάδες, η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα. Και με τα όριά τους συνάμα, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, συγκεχυμένα: ανάμεσα σε Πάτμο και Σάμο για παράδειγμα, ή σε Αστυπάλαια και Αμοργό, ή σε Κάρπαθο ή Κάσο και Σητεία.   
Έχω πολλές φορές σκεφτεί πως αν με οδηγούσαν με δεμένα μάτια σε στενά, σε γειτονιές μου άγνωστες όχι μόνο της Κω, αλλά και της Πάτμου, της Λέρου, της Καλύμνου, της Νισύρου, της Σύμης, της Τήλου, της Χάλκης, της Ρόδου, μα και όπου αλλού, ύστερα μου τα έλυναν και με ρωτούσαν, μόλο που αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους τα νησιά μας, ένα είδος διαίσθησης του τόπου θα μ’ έσπρωχνε να πω, «Δεν ξέρω πού ακριβώς, όμως βρίσκομαι στα Δωδεκάνησα».
Μερικές φορές λέω ότι ετούτη τη διαίσθηση μπορεί να την υποβάλλει το φως, δηλαδή οι γεωγραφικές συντεταγμένες της περιοχής, ίσως και η εγγύτητα των νησιών μας με τη νοτιανατολική Μικρά Ασία (τις αρχαίες Καρία και Λυκία), ή η ιδιαίτερη μεσογειακή ιστορική περιπέτεια αυτής της απόφυσης του ελληνισμού, οι δύο αιώνες, ας πούμε, κατά τους οποίους τα Δωδεκάνησα περιήλθαν στην κατοχή των Ιωαννιτών Ιπποτών (περίπου 1306 με 1522 μ.Χ.), του ιπποτικού τάγματος που ερχόταν από τη Μέση Ανατολή, προτού καταλήξει στη Μάλτα, ή οι σχετικά πρόσφατες τρεις δεκαετίες της ιταλοκρατίας (1912-1943), περίοδος που υπήρξε για αρκετούς λόγους καθοριστική, και η επίδρασή της είναι ορατή στα νησιά έως και σήμερα. Επίσης, ένας διάχυτος και διάσπαρτος κοσμοπολίτικος χαρακτήρας τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στον τρόπο της ζωής, στις πόλεις, αλλά και στους μικρότερους οικισμούς των νησιών μας. 
Αλλά κι όλ’ αυτά ενδεχομένως ηχούν ως ιδιοσυγκρασιακές προβολές, περίπου όπως συχνά εφευρίσκουμε οδηγημένοι από τη συναισθηματική φόρτιση, ποιητικῇ ἀδείᾳ, διάφορες αιτιολογίες στην ερώτηση για ποιους λόγους αγαπάμε τον τόπο μας. Η πιο τίμια απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήσεις είναι βέβαια η λέξη οικειότητα. Αγαπάω τον τόπο μου, γιατί μου είναι ο πιο οικείος απ’ όλους τους άλλους.
Στην οικογένεια της εκ μητρός γιαγιάς μου, με αστική καταγωγή από την πόλη της Κω, γιαγιάδες, θειες και εξαδέλφες, πρόσεχα πως έστρωναν το τραπέζι και σέρβιραν το φαγητό με εθιμοτυπία που μαρτυρούσε διαφορετική προέλευση από την κλασική γαλλική. Το ίδιο ακριβώς τυπικό το βρήκα αργότερα στη Χώρα της Πάτμου και σε αντίστοιχα περιβάλλοντα στη Ρόδο, αλλά κάποτε και σε εγχειρίδιο σχετικό με την κουζίνα και τις αστικές συνήθειες της Σμύρνης. 
Ανάλογα και στις  λαϊκές γειτονιές των νησιών μας, στη Σκάλα της Πάτμου, στα καντούνια της Καλύμνου, στα Χαλουβαζιά ή τα Κούμπουρνα της Κω, στα στενά της Παλιάς Πόλης της Ρόδου, φαίνεται και εδώ να επιχωριάζει ένας ιδιαίτερος δωδεκανησιακός χαρακτήρας. 
Παρά την ποικιλία λόγω του γεωγραφικού κατακερματισμού, οι δωδεκανησιακές ντοπιολαλιές –διδάχτηκα στη γλωσσολογία- καταχωρίζονται στο νοτιοανατολικό νησιωτικό ιδίωμα, μαζί με της Ανατολικής Κρήτης και της Κύπρου.
Τα νησιά στη συνείδηση ενός νησιώτη δεν είναι ποτέ κομμάτια ξηράς ζωσμένα κι αποκλεισμένα από τη θάλασσα∙ αντίθετα, είναι κόσμοι πλωτοί. Σε κίνηση. Σε τούτο τον υδάτινο πλανήτη κάθε νησιωτικό σύμπλεγμα είναι κι ένας στόλος, τα δικά μας νησάκια ειδικά, ένας στολίσκος στη νοτιοανατολική άκρη του Αιγαίου, με ρότα ανέκαθεν ελληνική, όμως κι απ’ την ιστορία του κοσμοπολίτης, που και γι’ αυτό τού ταιριάζει η ιδιαίτερη οικονομία που συνιστά ο τουρισμός. 
Όταν το 1989, μετά τις σπουδές και τη στρατιωτική θητεία μου, αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Κω, ουσιαστικά να επιστρέψω οριστικά εκεί όπου είχα ζήσει ίσαμε και την εφηβεία μου, τότε, ανάμεσα σε άλλα νεανικά πλάνα, σχεδίαζα, αν ποτέ είχα ελεύθερη μια ολόκληρη χρονιά, να καταλύσω για έναν μήνα στο κάθε νησί των Δωδεκανήσων, να γράψω από ένα διήγημα για το καθένα, με τίτλο σκέτο το όνομα του εκάστοτε νησιού, και της συλλογής όλης Δωδεκάνησα, ή μόνο Δώδεκα. Εντωμεταξύ, και γιατί η ίδια η ζωή αποδεικνύεται συναρπαστικότερη από τα σχέδιά μας, έμπλεξα με άλλα, άλλωστε τα Δωδεκάνησα δεν είναι μόνο δώδεκα (όσοι οι μήνες της χρονιάς που θα διέθετα ταξιδεύοντας από το ένα στο άλλο), ούτε και λίγες οι στιγμές που το… Νοτιοσποραδίτης μέσα μου υπερκεράζει το Δωδεκανήσιος. 
Αλλά και πάλι, ας μην αποκλείω ιδίως ό,τι ωριμάζει με τα χρόνια, ίσως στο μέλλον πάρω σβάρνα κάθε σκαρί του στολίσκου μας εδώ κάτω, οι μήνες του ταξιδιού θα είναι βέβαια παραπάνω από δώδεκα, και ο τίτλος των διηγημάτων αντί Δωδεκάνησα, Νότιες Σποράδες. 
Ωστόσο, είναι ήδη καταγεγραμμένο (στη νουβέλα μου «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα») το βαθύτερο απόσταγμά μου για τον τόπο (της Κω, που όμως νομίζω ότι συνεκδοχικά αφορά στο σύνολό τους τα νησιά μας) –ιδού το απόσπασμα:
«Υπάρχει κάτι στην Εγγύς Ανατολή, σκέφτομαι καμιά φορά, δεν αποκλείεται η κούραση από τις χιλιετίες της κατοίκησης στα ίδια μέρη, τόποι και πόλεις οι ίδιες, άλλοτε σε ακμή, άλλοτε σε μαρασμό, υπάρχει κάτι εδώ πέρα που βαριέται αφόρητα το περιττό, που χαρίζει υψηλή αισθητική αξία σ’ ό,τι εξοικονομεί το ελάχιστο αναγκαίο. Φέρε αυτό που φτιάχνεις, να γίνει τόσο όσο ακριβώς το χρειάζεσαι. Μικρό ή μεγάλο όσο η χρεία του. Τότε θα είναι και αδιαφιλονίκητα όμορφο.
Αυτή είναι η ομορφιά εδώ πέρα.»

(Κως, Ιούνιος του 2018)


Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Γιώργος Θεοτοκάς: Αργώ και Το δαιμόνιο.



Ο Γιώργος Θεοτοκάς (1915-1966) ανήκει στους κορυφαίους διανοητές και εκπροσώπους της γενιάς του 1930. Τον είχα διαβάσει βέβαια, νεαρός πολύ, μπορεί και έφηβος, ούτε θυμάμαι. Και για άλλους λόγους, κυρίως για την αταλάντευτη και τόσο έγκαιρη εναντίωσή του στα μη συνταγματικά καθεστώτα και τις ιδεολογίες τους, ήθελα να ρίξω και μια τωρινή ματιά στη λογοτεχνία του. Η μνήμη συνήθως αρχειοθετεί σωστά: άλλου συγγραφέα τα ίχνη τα διατηρεί αδρά, κάποτε σαν διαβασμένου χτες μόλις, άλλου αχνά, σχεδόν σαν να μην τον έχεις διαβάσει -παρόλο που ασφαλώς ούτε αυτό αποτελεί από μόνο του κριτήριο αδιάψευστο. Ωστόσο, μόλο που το έργο του Γ. Θ. ήτανε σχεδόν σβησμένο απ’ τη μνήμη μου, μόνο αρνητικά προκατειλημμένος δεν το ξανάπιασα στα χέρια. Πρώτα την Αργώ κι ύστερα Το δαιμόνιο. Έχει περάσει ένα δίμηνο περίπου έκτοτε, τη μια έλεγα να αναρτήσω κάποιο σημείωμα, την άλλη όχι. Ο λόγος, ότι βρέθηκα μπροστά σε κάτι που συναντώ μάλλον σπάνια. Να εκτιμώ τον γραφιά, τα τεχνικά στοιχεία της γραφής, όμως να διακρίνω λιγοστό ύφος (πολύ περισσότερο και καλύτερο εντούτοις από το ύφος πολλών συγκαιρινών δικών μας με την ενδημική πια επιτήδευση, την τόσο επιπόλαια, τη θλιβερή ενίοτε, ιδίως σε επιλογές σχετικές με την ιδιόλεκτο), λίγη λογοτεχνία καθ’ αυτήν. Μπορεί λοιπόν κανείς με εξαιρετική γλώσσα (με γλωσσικό αίσθημα που πρόβλεψε τις εξελίξεις στην ομιλούμενη πολλών δεκαετιών), με εντυπωσιακή κάποτε άνεση (ευφράδεια πήγα να πω) να αφηγείται, να εξιστορεί, και όμως η αφήγησή του (καθώς αποτραβιέται η εποχή του, όπως το νερό στην άμπωτη) ν' αποκαλύπτεται εν πολλοίς κατασκευασμένη; Μα είναι άλλος ο νους με τον οποίο χτίζεται ένα άρθρο, ένα κείμενο στοχασμού ή ρητορικής, και ολότελα άλλη η λογοτεχνία. Και είναι ενδιαφέρον πως αυτό, θεωρητικά-προγραμματικά τουλάχιστον, ο συγγραφέας Γ. Θ. φαίνεται να το γνωρίζει καλά. Να ευθύνονται άραγε ευρύτερα οι ιδεολογικές στρατηγικές της γενιάς του '30 (αντιστροφή του κλίματος ηττοπάθειας / ελληνικότητα), στις οποίες εξάλλου πρωτοστάτησε; Όποτε, πάντως, παραμερίζει τον λογοτέχνη ο διανοητής Γ. Θ., εκεί εντυπωσιάζει η καίρια και διεισδυτική σκέψη του και ιδίως το πώς τα καταφέρνει, κι απ' τη σκοτεινή δεκαετία του ’30 ακόμα, να βλέπει μακριά, τουλάχιστον ίσαμε τις μέρες μας.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Το γυμναστήριο.


Η φωτογραφία-μικρή αφιέρωση και αναγγελία από την Αναστασία Λαμπρία, στο χρονολόγιό της στο fb, της συνεργασίας των Εκδόσεων Ποταμός με τον Άγγελο Παπαδημητρίου κι εμένα (αριστερά η σελιδοποιημένη νουβέλα μου ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ) .
Από το site των εκδόσεων:

"Δύο ώριμες στην ηλικία, ετεροθαλείς αδελφές, με έναυσμα τις κρυφές ματιές της μιας προς τα αποδυτήρια ενός γυμναστηρίου απέναντι απ’ την μπαλκονόπορτά τους, περνούν τις μέρες τους εξιστορώντας η μία στην άλλη τα καθέκαστα (δεν αποκλείεται και επινοημένα απ’ τις ίδιες) μιας φρικτής ιστορίας. Επάλληλες αφηγήσεις, δεμένες συνειρμικά, μαζί με πολλές αναδρομές, σε φόντο σκοτεινού ερωτισμού, που καθώς αλληλοσυμπληρώνονται αποδίδουν την αλήθεια, δηλαδή τον μύθο της ζωής των δύο γυναικών.
Κι αν η αλήθεια είναι αυτή, γιατί να ενδιαφέρει τελικά αν η πραγματικότητα υπήρξε άλλη…"

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Της ποιήσεως∙ όχι της αγοράς.



Σ’ άλλες εποχές, τιμωρημένος ή αγαπημένος απ' τον έναν ή τον άλλο θεό, θα γινότανε λουλούδι, πουλί. Εξιλαστήριος μύθος. Της ποιήσεως των καταραμένων, ίσως, ιδεώδης νεκρός. Τώρα, σε καιρούς μικρούς, τον πιάσανε στο στόμα τους οι ρήτορες.


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 11) Γυμνάσιο – πρακτικό λύκειο∙ η εφηβεία.



Από το δημοτικό στο γυμνάσιο κι ως το τέλος της δευτεροβάθμιας έγιναν -συντελέστηκαν το σωστότερο ρήμα- πάρα πολλά. Το πώς βρέθηκα στο πρακτικό κι όχι στο κλασικό λύκειο (το αποφασίζαμε στο τέλος του γυμνασίου, ούτε δεκαπεντάχρονοι), παρ' όλη την προφανή κλίση στη γλώσσα και την όμοια με εμμονή αγάπη προς το μάθημα των αρχαίων ελληνικών, όσο κι αν για πολλά χρόνια απέδιδα την κύρια ευθύνη στον πατέρα μου, η απάντηση μόνο απλή δεν είναι. Μαθητής γυμνασίου διάβαζα αρχαία μέχρι πολύ αργά, δυο – τρεις μετά τα μεσάνυχτα, έπαιρνα λεξικά και ανωμάλων ρημάτων μαζί μου στο σχολείο, απολάμβανα να βρίσκω λάθη στις φιλολογίνες μου, ιδίως και αλίμονό τους αν δεν σέβονταν την τρέλα μου. Τρέλα, να σημειώσω κι αυτό, που δεν μου εμφύσησε κανένας εκπαιδευτικός. Μα ούτε στο ευρύτερο περιβάλλον μου υπήρχε κάποιος σχετικός με τις σπουδές της αρχαίας γλώσσας. Ο πατέρας μου σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι, ερχόταν, με κατσάδιαζε που διάβαζα αρχαία και όχι μαθηματικά –που ήταν και το πραγματικό ίσως πρόβλημά μου, με λίγο διάβασμα είχα και στα θετικά μαθήματα πολύ καλές επιδόσεις, άρα μπορούσα να συνεχίσω στο πρακτικό-, αν ήμουν τουλάχιστον αδύναμος σ’ εκείνα, αναγκαστικά θα μ’ άφηναν στην ησυχία μου, άρα και στο κλασικό. Ή μήπως ούτε τότε;

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Δυοῖν δέοντα ἑξήκοντα, ἤτοι ὀκτὼ καὶ πεντήκοντα.



Δυοῖν δέοντα ἑξήκοντα, ἤτοι ὀκτὼ καὶ πεντήκοντα / δύο για να γίνουν εξήντα, δηλαδή πενήντα οκτώ.
Η... οικονομία της αρχαίας ελληνικής... εξοικειώνει... έγκαιρα και με την επερχόμενη δεκάδα...
Μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και όλα τα συναφή, πάνε και τα 58.
Σας ευχαριστώ όλους. Αντεύχομαι με πολλή θέρμη.

(Για τις χτεσινές ευχές σε fb, timeline και msg, email και sms.)

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Η Ελεoνόρα της Αραγoνίας, ο Ευαγγελισμός, ο Θρίαμβος του Θανάτου και μερικά άλλα.



Η προτομή (1468) της Ελεονόρας της Αραγονίας, κοντέσας της Καλταμπελότα, κοινότητας στην επαρχία του Ακράγαντα, από τον Francesco Laurana (1430-1502), o Ευαγγελισμός του Antonello da Messina (1430-1479), Ο Θρίαμβος του Θανάτου (15ος), μερικά από τα εκθέματα στο Palazzo Abatellis. Ακόμα, Ο άγιος Rocco θεραπεύεται από έναν άγγελο (17ος, από ζωγράφο Φλαμανδό, ίσως τον Geronimo Geraldi), από την εποχική έκθεση στο Palazzo Reale, στο Παλέρμο επίσης.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Οι λυγαριές, τα φούλια, οι φραγκοσυκιές.



Πριν από πολλά χρόνια, για μια επέμβαση στον πατέρα μου, στο νεόδμητο τότε νοσοκομείο της Ρόδου, με είχαν εντυπωσιάσει στα παρτέρια αριστερά και δεξιά στον δρόμο μπροστά απ’ την πύλη τα ανθισμένα σπάρτα. Μερικά άγρια όταν καλλιεργηθούν –ή ίσως τότε τα προσέχω;- γίνονται ωραιότερα και πιο ήμερα κι από τα ήμερα. Οι πικροδάφνες ένα άλλο καλό παράδειγμα. Από εκείνα τα παρτέρια του νοσοκομείου της Ρόδου και η ιδέα μου να φυτέψω σπάρτα στον κήπο, αλλά και αργότερα, κατά την περίοδο της προηγούμενης μεγάλης ξηρασίας (γύρω στο 1999 -αφότου και Το Σκοτεινό Νησί) ο συνειρμός να φέρω κάποια λυγαριά επίσης. Για τη λυγαριά το θυμήθηκα φέτος, κι απ’ την αναβροχιά, αλλά και γιατί στα νότια του νομού Ρεθύμνου έβλεπα σε ξερολιθιές ή στις άκριες δρόμων στα βουνά, λυγαριές πράσινες θαλερές αλλά και ανθισμένες σαν… διπλές –ή μήπως υπερέβαλλα; Πάντως με το που επέστρεψα Κω και τις έψαξα, οι εδώ λυγαριές μού φαίνονταν σαν… μονές. Και να που την καλύτερη έκπληξη μου την επιφύλασσε το Παλέρμο, στην Πλατεία Ανεξαρτησίας (Piazza Indipendenza): λυγαριές απομονωμένες και διακριτές σε δημόσια πρασιά. Τώρα, εκτός που πρέπει να βρω πώς πιάνει μια λυγαριά (με σπόρους ή με μοσχεύματα μαθαίνω γκουγκλάροντας), να δω και πώς θα καταφέρω να προμηθευτώ την… κρητική ή τέλος πάντων τη… διπλή ποικιλία. 

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;

(Παλέρμο, Καθεδρικός.)

(Με τη «Ρόδο» του τίτλου συνεκδοχικά να εννοηθεί η αστική ιταλική παράδοση και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.) Τους προηγούμενους μήνες για οικογενειακούς και άλλους λόγους βρέθηκα τρεις φορές Ρόδο, αναφέρθηκα ήδη στην εκλεκτική συγγένεια Δωδεκανήσου - Σικελίας. Στις όψεις των κτηρίων ή τη ρυμοτομία, όσο και στο αστικό πράσινο.
Πολλά πράγματα, βέβαια, σχετίζονται λιγότερο με την Ιστορία, περισσότερο με τη γεωγραφική συνάφεια: κόσμοι στις όχθες της Μεσογείου στον ίδιο πάνω - κάτω παράλληλο. Οι Δωδεκανήσιοι, οι Κρητικοί, υποθέτω και οι Κύπριοι, είμαστε της Μεσογείου μάλλον παρά Βαλκάνιοι. 
Εδώ κάτω έχει ήλιο βαρύ, βαθιές σκιές, έχει θάλασσα, λογής σκαριά και σκάφη, έχει και πολύ αεράκι.

(Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;)

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Στη Σικελία και φέτος.


(Σετζέστα, 23/7/2018.)

Για το ΒΔ πόδι του νησιού, (Παλέρμο και τα πέριξ: Τράπανι / Δρέπανον, Έριτσε / Έρυξ, Σετζέστα / Έγεστα, Σελινούντε / Σελινούντα, Τσεφαλού / Κεφαλοίδιον), αλλά και μια επανάληψη στα περσινά καλύτερα, την Κατάνια / Κατάνη (και το Ατσιρεάλε κοντά της, για τις ωραιότερες γρανίτες mandorla και pistacchio του κόσμου) και τις Συρακούσες -για δυο βδομάδες και φέτος στη Σικελία. Νομίζω δεν είναι εμμονές τα ταξίδια ξανά και ξανά στον ίδιο τόπο, αλλά κάπως σαν η απομάκρυνση για να δω ευκρινέστερα το οικείο ή κάτι οικείο, έχω συχνά την εντύπωση ότι προσωπικά δεν ταξίδεψα ποτέ μου και για πουθενά. Αν είχα γνωρίσει τη Σικελία πριν από την Πορτογαλία, λέω, ας πούμε, εδώ θα είχα ξοδέψει εκείνη τη δωδεκαετία των ταξιδιών μου. Οι ιταλικές δωδεκανησιακές πόλεις φτιάχτηκαν με κύρια πρότυπα τις σικελικές –να κάπου που βυθιζόμουν σχεδόν συνεχώς, από τη μια στην άλλη μυστική πύλη, από την Κω στη Ρόδο, από τη Ρόδο στο Παλέρμο –την πατρίδα, άλλωστε, πια ενός από τους δικούς μου: του Τζοβάνι Παλερμιτάνο!



Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Λύπη, ντροπή και απέχθεια.

Το μεσημέρι της 30 Ιουλίου από το Παλέρμο σημείωνα στο fb δυο γραμμές για την τραγωδία στο Μάτι: "Αυτές τις μέρες βρίσκομαι εκτός Ελλάδος -δυστυχώς. Δεν συνηθίζω τα σημειώματα εδώ, όμως είμαι μόνο με κινητό. Λύπη, ντροπή και αηδία. Τόση πολλή λύπη. Πολλή ντροπή. Αηδία κι απέχθεια."

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 10) Σχολικές γιορτές και μερικά άλλα.

Μάλλον από την αποχαιρετιστήρια εκδήλωση του νηπιαγωγείου. Προφανώς χορεύουμε –είμαι στην πρώτη γραμμή, και χορευτικό ζευγάρι με την Αγγελικούλα Ιερομνήμονος. Στο νηπιαγωγείο της Ρούλας Κουλούρα. Η κυρία Ρούλα, σύζυγος του Χρήστου Κουλούρα, το σπίτι τους ακριβώς το διπλανό στο πατρικό μου, ήτανε η καλή γειτόνισσα της μαμάς. Με τις αυλές στον πρώτο όροφο, να τις χωρίζει ένα τοιχίο, «Ρούλα!», «Πόπη!», τις άκουγες κάθε λίγο, κρεμιόντουσαν άκρη άκρη, τα λέγανε με τις ώρες. Να πω κατ’ αρχάς για τη διάκριση της πρώτης γραμμής, δεν ήταν εύνοια από ετούτη τη γειτονία, είχα πάντοτε έφεση στο χορό, μαθαίνω πολύ εύκολα βήματα, μέχρι και το τέλος του λυκείου σε κάθε ανάλογη περίσταση πρωτοστατούσα. Άλλωστε η κυρία Ρούλα ήταν αυστηρή και δίκαιη, και όσο μπορώ να κρίνω ή να εκτιμήσω με τα χρόνια, πρέπει να υπήρξε άριστη νηπιαγωγός. Θυμάμαι την ένταση στην έκφραση, στο πρόσωπό της, το πώς κυριολεκτικά αναλωνόταν με τα νήπια μαθητούδια της. Τα πρωινά έπαιρνε από το ένα χέρι τη Μιρέλλα, την κόρη της, από το άλλο εμένα. Όποτε ήμουν άρρωστος, εκεί απ’ το πλατύσκαλο, δίπλα στη μαμά που αιτιολογούσε γιατί δεν θα τις ακολουθούσα, εγώ έκλαιγα, την παρακαλούσα να μην παίξει κουκλοθέατρο εκείνη τη μέρα, μην το χάσω. Πόσο συναρπαζόμουνα! Μας έδινε επίσης κάτι τεύχη από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», -να διαβάζουμε δεν ξέραμε εννοείται- μας εξιστορούσε εκείνη εικόνα εικόνα και σελίδα σελίδα τι βλέπαμε –αυτό το κομμάτι του μαθήματος με απορροφούσε πολύ, αλλά και με τρόμαζε. Θα πρέπει ακόμα στα παιχνίδια και τις κατασκευές με τις πλαστελίνες να μας εξοικείωνε με πολλή ευαισθησία στην χειροτεχνία: όταν κάτι πλάθω με τα χέρια μου, γλιστράνε μνήμες από τη μικρή μακρόστενη αίθουσά της. Η μητέρα μου έλεγε ότι δεν υπήρξε αριστούχος μαθητής απ’ όσους πέρασαν από το νηπιαγωγείο της που να μην είχε προβλέψει την καλή εξέλιξή του.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Η Όλγα, η Μάσσα, η Ιρίνα.



Όταν τις φύτευα, το 1995, τρεις ουασινγκτόνιες -συγχρόνως με δυο χουρμαδιές, τις οποίες δυστυχώς, δεκαπενταετείς, κοντά στα πέντε μέτρα, τις ξέραναν τα κόκκινα σκαθάρια-, ήμουν σε περίοδο που μελετούσα το αστικό δράμα με έμφαση στους Ίψεν, Στρίντμπεργκ και φυσικά Τσέχοφ, ήτανε τρεις, ήτανε μικρούλες και ουασινγκτόνιες, άρα τις βάφτισα από τις ηρωίδες του τσεχοφικού "Οι τρεις αδελφές", Όλγα, Μάσσα και Ιρίνα. Είκοσι τρία χρόνια έκτοτε, για το προσδόκιμο των αιωνόβιων αυτών δέντρων, καν νεαρές, έφτασαν τα εννιά - δέκα μέτρα, και ήταν αναγκαίος πια ο καλλωπισμός τους -ένα φορτηγό αποκλάδια...

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 9) Όταν γίναμε τρεις.


[Οι τρεις μας, ο Λάμπρος, εγώ, ο Θανάσης, το πιθανότερο το 1973 ή 1974. Στο φωτογραφείο του Ζαχαρία Παπαζαχαρίου.]

Στις 14 Μαΐου του 1964, μας πήρε ο παππούς Θανάσης, εμένα, ούτε τεσσάρων, απ' το ένα χέρι, και την κόρη του μικρού του αδελφού Γιώργου, τη Νίτσα, απ' το άλλο, εκείνη τριών και κάτι, να πάμε στον Πέρο, την κλινική του αείμνηστου Θεόφιλου Πέρου, όπου γεννούσε η μαμά. Είχε γεννηθεί ήδη; το είχε πληροφορηθεί ότι ήταν αγόρι, άρα θα έπαιρνε κατά το έθιμο το όνομά του; (γεννούσε, βέβαια, η κόρη του, δεν χρειαζόταν κάτι επιπλέον για να ζει δυνατά συναισθήματα) –αλλά και πώς να θυμάμαι τέτοια πράγματα. Το λαμπερό πρωινό θυμάμαι, τη χαρά και την έξαψή μου, να κατηφορίζουμε το φαρδύ πεζοδρόμιο της Βασιλέως Παύλου από το εμπορικό του παππού και θείου Γιώργου, το σημερινό φαρμακείο της Νίτσας, και λίγα βήματα παρακάτω τους πολλούς θαμώνες και την πυκνή αγράμπελη που σκίαζε το τότε καφενείο του Κενενούνη, στα μαγαζιά του Χρήστου Κουλούρα αυτό, και στο πέταλο του λιμανιού συνεχίζοντας, χεράκι με τον παππού οι τρεις μας, ακόμα μία στιγμή, να κοιτάζω από χαμηλά τον εύσωμο και ψηλό παππού, βρισκόμαστε στη γωνία με το σουβλατζίδικο του Μωρέ. Ύστερα, το κρεβάτι στο νοσοκομείο, η μαμά ήσυχη χαμογελαστή, από παντού εκτυφλωτικός ήλιος –η εικόνα στη μνήμη μου-, θυμάμαι τη γιαγιά Καλλιόπη, ποιος ξέρει πώς συμφύροντας εικόνες, λογικά θα έπρεπε να είναι η μητρική γιαγιά Σεβαστούλα δίπλα στη λεχώνα, ή μήπως έλειπε προσωρινά, τον Θανασάκη βέβαια, να κοιμάται, ένα όμορφο βρέφος, και μεταγενέστερη κουβέντα σίγουρα ότι τι ωραίο μωρό, σε αντίθεση με μένα που γεννήθηκα με εμβρυουλκό, με πρωτοείδε η μαμά με πρησμένο κεφάλι, και τρόμαξε. Είναι επίσης πολλές οι εικόνες, από τις εβδομάδες που είχαν προηγηθεί, με τη γιαγιά Σεβαστούλα στο σπίτι να βοηθάει την κόρη της στις δουλειές, μνήμες που καταγράφουν το αίσθημα της προσμονής, παρακολουθώ τις δυο γυναίκες που προετοιμάζουν κάτι πολύ σημαντικό, τον ερχομό του αδελφού μου.
Στη γέννηση του Λάμπρου, 26 Ιουνίου του 1967, στα επτά πια, ο Θανάσης τριών, δεν ξέρω γιατί είμαστε στο σπίτι της γιαγιάς Σεβαστούλας –νοίκιαζαν ακόμα οι παππούδες στην Πλατεία του Πλατάνου- και μάλιστα στις έξι το πρωί, η μαμά καθιστή στο κρεβάτι, ετοιμάζονται να φύγουν για το νοσοκομείο. Αργότερα, στο νοσοκομειακό δωμάτιο της λεχώνας πια -και εδώ οι εκδοχές είναι δύο, είτε γιατί ήτανε τόση η κοιλιά της μαμάς που πολλοί έλεγαν θα κάνει δίδυμα, είτε γιατί στους δρόμους και τις αλάνες (στον κήπο της Χάβρας ή στα Αρχαία του Φόρου ή στο δασάκι του Ηρώου, μπορεί και πενήντα στρέμματα… παιδότοπος) που μεγαλώναμε λυτοί εκείνα τα χρόνια, παρατηρούσαμε τα γεννητούρια γατιών ας πούμε, και εν τινι τρόπω αφομοιώναμε… εμπειρική βιολογία-, ο Θανασάκης έκανε την ερώτηση: «Μαμά, μόνο ένα;»
Γίναμε, λοιπόν, τρεις. Και μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα, και όλα τα συναφή, δεμένοι και αγαπημένοι αληθινά.

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 8) Όταν ήμαστε τρεις.


[1]

Δεν έχω παρά ελάχιστες μνήμες, εικόνες ή στιγμιότυπα, παλιότερες από τους μήνες ή τις μέρες που περιμέναμε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού στην οικογένεια. Δεν αποκλείεται, βέβαια, οι μνήμες οι προγενέστερες απ’ τον Μάιο του 1964 που γεννιέται ο Θανάσης, να είναι ανακατεμένες με κατοπινές. Όπως συμβαίνει και στις φωτογραφίες -όταν δεν σημειώθηκε στην πίσω τους πλευρά η ημερομηνία λήψης-, αναγκαστικά παραμένουν αχρονολόγητες ή χρονολογούνται κατά προσέγγιση. Πάντως, θυμάμαι με τόση έξαψη τη γέννηση του Θανάση και αργότερα το 1967 του Λάμπρου, που υποθέτω δεν πρέπει να ήμουν και πολύ ευτυχισμένο μοναχοπαίδι.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Από Κρήτη θενά 'ρθει το καλό!


Ήταν ανθισμένες οι πικροδάφνες, κόκκινες οι ρεματιές στα βουνά, οι θάμνοι τα θυμάρια στις πλαγιές μαβιοί, μαβιά και τ' άνθη στις λυγαριές οι ωραιότερες λυγαριές του κόσμου φυτρώνουνε στην Κρήτη. 
Χαίρομαι και συγκινούμαι πια μόνο στην Κρήτη και στον ανατολικότερο σκόρπιο νομό της, τα Δωδεκάνησα.
Όπου αλλού στην Ελλάδα νιώθω περαστικός μονάχα.
Δεν εξηγούνται αυτά τα πράγματα. Ή δεν εξηγούνται σε δυο - τρεις γραμμές, στο ποδάρι.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Η μεγάλη χύτρα.

Είχα αναφερθεί εδώ στο μπλογκ στο ταξίδι - συγγραφική μου αποστολή στη Ρόδο. Μου ζητήθηκε, αν μπορούσα να γράψω, επ' αμοιβή βεβαίως, ένα διήγημα που να διαδραματίζεται στη Ρόδο και κάπως, έστω και ονομαστικά, να αναφέρεται σ' αυτό το ροδίτικο Electra Palace της γνωστής αλυσίδας των ξενοδοχείων. Το διήγημα θα δημοσιευόταν αυτούσιο, στη γλώσσα του, αλλά και μεταφρασμένο στα αγγλικά στο ELECTRA Magazine. Ενθουσιάστηκα. Με δεδομένο ότι οι εκλεκτοί συνεργάτες ήδη απ' το περσινό GREECE IS KOS, αποδέχονταν τον απαράβατο όρο μου: καμία, οσοδήποτε μικρή, επέμβαση ή επιμέλεια σε κείμενό μου, ήταν μία θαυμάσια ευκαιρία να αποδείξω με την ίδια τη δουλειά μου τα δύο που ισχυρίζομαι μετ' επιτάσεως: α) υπερήφανο παιδί του τουρισμού, β) θιασώτης της ελεύθερης οικονομίας, της μόνης που διαπολιτισμικά προσφέρει ευημερία και ελευθερία σε κοινωνίες και άτομα.
Τύποις, ωστόσο, να προειδοποιήσω, το διήγημα περιέχει... τοποθέτηση προϊόντος...

[Η εικονογράφηση απ' όπου και το σχέδιο στην ανάρτηση εδώ, από τον Βασίλη Γεωργίου, και η μετάφραση (The Great Melting Pot) από τη Mica Provata-Carlone.]


Αντώνης Νικολής
Η μεγάλη χύτρα

«ΓΙΩΡΓΟ, ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ οι μικροί;» κοιτάζει τον γιο της απορροφημένο στο κινητό του, δίπλα στις μπιγκόνιες, κι όσο κατευθύνεται προς την αυλόπορτα με στεντόρεια φωνή: «Σταμάτη, Αντώνη!» Παρά τις γέννες και τα περασμένα σαράντα, παρά τις παντόφλες και την ξεβαμμένη ρόμπα, η Πελαγία παραμένει γυναίκα ελκυστική, με βαμμένα όμως ταιριαστά στην επιδερμίδα της μαύρα μαλλιά, μ’ ανοιχτές πλάτες, με λεπτή μέση. Σπρώχνει το θυρόφυλλο, προβάλλει στο ανηφορικό καλντερίμι. Ο μικρότερος παρακολουθεί τον αδελφό του, κι εκείνος την έφηβη αδελφή τους που συζητάει λίγο παραπέρα μ’ έναν ξένο.
«Άννα, ακόμα εδώ είσαι! Άργησες, φύγε αμέσως!»
Ο ξένος στρέφεται προς την Πελαγία με έκδηλη προσήνεια.
«Πελαγία!»
Μεσολαβούν λίγα δευτερόλεπτα.
«Ο… Τζοβάνι; Τζοβάνι!»
«Τι κάνεις, Πελαγία…»
Τρέχουν και οι δυο, το αμήχανο δεξί τους χέρι για τον χαιρετισμό συμπαρασύρεται σε θερμό αγκάλιασμα.