Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Η Ελεoνόρα της Αραγoνίας, ο Ευαγγελισμός, ο Θρίαμβος του Θανάτου κι ένα - δυο άλλα.



Η προτομή (του 1468) της Ελεονόρας της Αραγονίας, κοντέσας της Καλταμπελότα, κοινότητας στην επαρχία του Ακράγαντα, από τον Francesco Laurana (1430-1502), o Ευαγγελισμός του Antonello da Messina (1430-1479), Ο Θρίαμβος του Θανάτου (15ος), μερικά από τα εκθέματα στο Palazzo Abatellis. Ακόμα, Ο άγιος Rocco θεραπεύεται από έναν άγγελο (17ος, από ζωγράφο Φλαμανδό, ίσως τον Geronimo Geraldi), από την εποχική έκθεση στο Palazzo Reale, στο Παλέρμο επίσης.


Τα ψηφιδωτά στον καθεδρικό του Monreale, αλλά κι απ’ την chiesa di Santa Maria dell Ammiraglio (Μαρτοράνα), το καμπαναριό της με τους πανύψηλους φίκο και φοίνικα να το συνορίζονται, τα ψηφιδωτά στην Cappella Palatina, μνημεία στην περιοχή ή την πόλη του Παλέρμου, σ’ ένα γοητευτικό παλίμψηστο βυζαντινό, αραβικό, νορμανδικό, αλλά και ιταλικό ασφαλώς.


Αρχαίος χιπστεράκος σε αγγείο στο αρχαιολογικό, και άποψη από το εσωτερικό του καθεδρικού στο Παλέρμο.


Η μπίρα Περόνι –την εμπορευόταν στο νησί ο παππούς Θανάσης με τον θείο Γιώργο∙ σε συγγενικά σπίτια υπάρχουν ακόμα τασάκια και ποτήρια διαφημιστικά με τη φίρμα της εταιρείας. Στην panineria και focacceria στην Piazza Marina, όπου και φέτος για το panino con la milza, το παραδοσιακό τοπικό ψωμάκι με φέτες μοσχαρίσιας σπλήνας και πνευμονιού, τυρί caciocavallo και λεμόνι. Στο Παλέρμο πάντοτε. 


Αλλά και οι ειδικές φόρμες για τα arancini ή arancine, τα αραντσίνι / τα πορτοκαλάκια που λατρεύει ο Μονταλμπάνο του Αντρέα Καμιλλέρι, τα έφτιαξα ήδη άπαξ, επιτυχία 70%, θα τα επαναλάβω εορταστικά και μεθαύριο, και οι μεταλλικοί σωλήνες για τα cannoli / τις σικελικές φλογέρες, σ’ αυτά απροσδόκητα άγγιξα ποσοστό 85% επιτυχίας, απ’ όσα έχω γευτεί ίσαμε τώρα, νομίζω, το γευστικότερο γλυκό της Μεσογείου, αν όχι και του σύμπαντος κόσμου.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Οι λυγαριές, τα φούλια, οι φραγκοσυκιές.



Πριν από πολλά χρόνια, για μια επέμβαση στον πατέρα μου, στο νεόδμητο τότε νοσοκομείο της Ρόδου, με είχαν εντυπωσιάσει στα παρτέρια αριστερά και δεξιά στον δρόμο μπροστά απ’ την πύλη τα ανθισμένα σπάρτα. Μερικά άγρια όταν καλλιεργηθούν –ή ίσως τότε τα προσέχω;- γίνονται ωραιότερα και πιο ήμερα κι από τα ήμερα. Οι πικροδάφνες ένα άλλο καλό παράδειγμα. Από εκείνα τα παρτέρια του νοσοκομείου της Ρόδου και η ιδέα μου να φυτέψω σπάρτα στον κήπο, αλλά και αργότερα, κατά την περίοδο της προηγούμενης μεγάλης ξηρασίας (γύρω στο 1999, αφότου και Το Σκοτεινό Νησί) ο συνειρμός να φέρω κάποια λυγαριά επίσης. Για τη λυγαριά το θυμήθηκα φέτος, κι απ’ την αναβροχιά, αλλά και γιατί στα νότια του νομού Ρεθύμνου έβλεπα σε ξερολιθιές ή στις άκριες δρόμων στα βουνά, λυγαριές πράσινες θαλερές αλλά και ανθισμένες σαν… διπλές –ή μήπως υπερέβαλλα; Πάντως με το που επέστρεψα Κω και τις έψαξα, οι εδώ λυγαριές μού φαίνονταν σαν… μονές. Και να που την καλύτερη έκπληξη μου την επιφύλασσε το Παλέρμο, στην Πλατεία Ανεξαρτησίας (Piazza Indipendenza): λυγαριές απομονωμένες και διακριτές σε δημόσια πρασιά. Τώρα, εκτός που πρέπει να βρω πώς πιάνει μια λυγαριά (με σπόρους ή με μοσχεύματα μαθαίνω γκουγκλάροντας), να δω και πώς θα καταφέρω να προμηθευτώ την… κρητική ή τέλος πάντων τη… διπλή ποικιλία. 

Επιπλέον, παντού στη Σικελία, σε ιδιωτικές αυλές και ιδίως σε μπαλκόνια, τα ινδικά φούλια (plumeria).
(Παλέρμο, φούλια σε μπαλκόνια.)

Σε ανθοπωλείο στην Πιάτσα Ιντεπεντέντσα του Παλέρμου, μάλιστα, φούλια πιασμένα έτοιμα σε γλάστρες προς πώληση.


Το είχα προσέξει και πέρσι στις σικελικές πόλεις, φραγκοσυκιές διακοσμητικές σε γλάστρες. Κυρίως σε εισόδους ξενοδοχείων ή άλλων μεγάλων κτηρίων. Εδώ από δρόμο στην Ορτυγία των Συρακουσών.   

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;

(Παλέρμο, Καθεδρικός.)

(Με τη «Ρόδο» του τίτλου συνεκδοχικά να εννοηθεί η αστική ιταλική παράδοση και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.) Τους προηγούμενους μήνες για οικογενειακούς και άλλους λόγους βρέθηκα τρεις φορές Ρόδο, αναφέρθηκα ήδη στην εκλεκτική συγγένεια Δωδεκανήσου - Σικελίας. Στις όψεις των κτηρίων ή τη ρυμοτομία, όσο και στο αστικό πράσινο.
Πολλά πράγματα, βέβαια, σχετίζονται λιγότερο με την Ιστορία, περισσότερο με τη γεωγραφική συνάφεια: κόσμοι στις όχθες της Μεσογείου στον ίδιο πάνω - κάτω παράλληλο. Οι Δωδεκανήσιοι, οι Κρητικοί, υποθέτω και οι Κύπριοι, είμαστε της Μεσογείου μάλλον παρά Βαλκάνιοι. 
Εδώ κάτω έχει ήλιο βαρύ, βαθιές σκιές, έχει θάλασσα, λογής σκαριά και σκάφη, έχει και πολύ αεράκι.

(Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;)

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Στη Σικελία και φέτος.


(Σετζέστα, 23/7/2018.)

Για το ΒΔ πόδι του νησιού, (Παλέρμο και τα πέριξ: Τράπανι / Δρέπανον, Έριτσε / Έρυξ, Σετζέστα / Έγεστα, Σελινούντε / Σελινούντα, Τσεφαλού / Κεφαλοίδιον), αλλά και μια επανάληψη στα περσινά καλύτερα, την Κατάνια / Κατάνη (και το Ατσιρεάλε κοντά της, για τις ωραιότερες γρανίτες mandorla και pistacchio του κόσμου) και τις Συρακούσες -για δυο βδομάδες και φέτος στη Σικελία. Νομίζω δεν είναι εμμονές τα ταξίδια ξανά και ξανά στον ίδιο τόπο, αλλά κάπως σαν η απομάκρυνση για να δω ευκρινέστερα το οικείο ή κάτι οικείο, έχω συχνά την εντύπωση ότι προσωπικά δεν ταξίδεψα ποτέ μου και για πουθενά. Αν είχα γνωρίσει τη Σικελία πριν από την Πορτογαλία, λέω, ας πούμε, εδώ θα είχα ξοδέψει εκείνη τη δωδεκαετία των ταξιδιών μου. Οι ιταλικές δωδεκανησιακές πόλεις φτιάχτηκαν με κύρια πρότυπα τις σικελικές –να κάπου που βυθιζόμουν σχεδόν συνεχώς, από τη μια στην άλλη μυστική πύλη, από την Κω στη Ρόδο, από τη Ρόδο στο Παλέρμο –την πατρίδα, άλλωστε, πια ενός από τους δικούς μου: του Τζοβάνι Παλερμιτάνο!



Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Λύπη, ντροπή και απέχθεια.

Το μεσημέρι της 30 Ιουλίου από το Παλέρμο σημείωνα στο fb δυο γραμμές για την τραγωδία στο Μάτι: "Αυτές τις μέρες βρίσκομαι εκτός Ελλάδος -δυστυχώς. Δεν συνηθίζω τα σημειώματα εδώ, όμως είμαι μόνο με κινητό. Λύπη, ντροπή και αηδία. Τόση πολλή λύπη. Πολλή ντροπή. Αηδία κι απέχθεια."

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 10) Σχολικές γιορτές και μερικά άλλα.

Μάλλον από την αποχαιρετιστήρια εκδήλωση του νηπιαγωγείου. Προφανώς χορεύουμε –είμαι στην πρώτη γραμμή, και χορευτικό ζευγάρι με την Αγγελικούλα Ιερομνήμονος. Στο νηπιαγωγείο της Ρούλας Κουλούρα. Η κυρία Ρούλα, σύζυγος του Χρήστου Κουλούρα, το σπίτι τους ακριβώς το διπλανό στο πατρικό μου, ήτανε η καλή γειτόνισσα της μαμάς. Με τις αυλές στον πρώτο όροφο, να τις χωρίζει ένα τοιχίο, «Ρούλα!», «Πόπη!», τις άκουγες κάθε λίγο, κρεμιόντουσαν άκρη άκρη, τα λέγανε με τις ώρες. Να πω κατ’ αρχάς για τη διάκριση της πρώτης γραμμής, δεν ήταν εύνοια από ετούτη τη γειτονία, είχα πάντοτε έφεση στο χορό, μαθαίνω πολύ εύκολα βήματα, μέχρι και το τέλος του λυκείου σε κάθε ανάλογη περίσταση πρωτοστατούσα. Άλλωστε η κυρία Ρούλα ήταν αυστηρή και δίκαιη, και όσο μπορώ να κρίνω ή να εκτιμήσω με τα χρόνια, πρέπει να υπήρξε άριστη νηπιαγωγός. Θυμάμαι την ένταση στην έκφραση, στο πρόσωπό της, το πώς κυριολεκτικά αναλωνόταν με τα νήπια μαθητούδια της. Τα πρωινά έπαιρνε από το ένα χέρι τη Μιρέλλα, την κόρη της, από το άλλο εμένα. Όποτε ήμουν άρρωστος, εκεί απ’ το πλατύσκαλο, δίπλα στη μαμά που αιτιολογούσε γιατί δεν θα τις ακολουθούσα, εγώ έκλαιγα, την παρακαλούσα να μην παίξει κουκλοθέατρο εκείνη τη μέρα, μην το χάσω. Πόσο συναρπαζόμουνα! Μας έδινε επίσης κάτι τεύχη από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», -να διαβάζουμε δεν ξέραμε εννοείται- μας εξιστορούσε εκείνη εικόνα εικόνα και σελίδα σελίδα τι βλέπαμε –αυτό το κομμάτι του μαθήματος με απορροφούσε πολύ, αλλά και με τρόμαζε. Θα πρέπει ακόμα στα παιχνίδια και τις κατασκευές με τις πλαστελίνες να μας εξοικείωνε με πολλή ευαισθησία στην χειροτεχνία: όταν κάτι πλάθω με τα χέρια μου, γλιστράνε μνήμες από τη μικρή μακρόστενη αίθουσά της. Η μητέρα μου έλεγε ότι δεν υπήρξε αριστούχος μαθητής απ’ όσους πέρασαν από το νηπιαγωγείο της που να μην είχε προβλέψει την καλή εξέλιξή του.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Η Όλγα, η Μάσσα, η Ιρίνα.



Όταν τις φύτευα, το 1995, τρεις ουασινγκτόνιες -συγχρόνως με δυο χουρμαδιές, τις οποίες δυστυχώς, δεκαπενταετείς, κοντά στα πέντε μέτρα, τις ξέραναν τα κόκκινα σκαθάρια-, ήμουν σε περίοδο που μελετούσα το αστικό δράμα με έμφαση στους Ίψεν, Στρίντμπεργκ και φυσικά Τσέχοφ, ήτανε τρεις, ήτανε μικρούλες και ουασινγκτόνιες, άρα τις βάφτισα από τις ηρωίδες του τσεχοφικού "Οι τρεις αδελφές", Όλγα, Μάσσα και Ιρίνα. Είκοσι τρία χρόνια έκτοτε, για το προσδόκιμο των αιωνόβιων αυτών δέντρων, καν νεαρές, έφτασαν τα εννιά - δέκα μέτρα, και ήταν αναγκαίος πια ο καλλωπισμός τους -ένα φορτηγό αποκλάδια...

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 9) Όταν γίναμε τρεις.


[Οι τρεις μας, ο Λάμπρος, εγώ, ο Θανάσης, το πιθανότερο το 1973 ή 1974. Στο φωτογραφείο του Ζαχαρία Παπαζαχαρίου.]

Στις 14 Μαΐου του 1964, μας πήρε ο παππούς Θανάσης, εμένα, ούτε τεσσάρων, απ' το ένα χέρι, και την κόρη του μικρού του αδελφού Γιώργου, τη Νίτσα, απ' το άλλο, εκείνη τριών και κάτι, να πάμε στον Πέρο, την κλινική του αείμνηστου Θεόφιλου Πέρου, όπου γεννούσε η μαμά. Είχε γεννηθεί ήδη; το είχε πληροφορηθεί ότι ήταν αγόρι, άρα θα έπαιρνε κατά το έθιμο το όνομά του; (γεννούσε, βέβαια, η κόρη του, δεν χρειαζόταν κάτι επιπλέον για να ζει δυνατά συναισθήματα) –αλλά και πώς να θυμάμαι τέτοια πράγματα. Το λαμπερό πρωινό θυμάμαι, τη χαρά και την έξαψή μου, να κατηφορίζουμε το φαρδύ πεζοδρόμιο της Βασιλέως Παύλου από το εμπορικό του παππού και θείου Γιώργου, το σημερινό φαρμακείο της Νίτσας, και λίγα βήματα παρακάτω τους πολλούς θαμώνες και την πυκνή αγράμπελη που σκίαζε το τότε καφενείο του Κενενούνη, στα μαγαζιά του Χρήστου Κουλούρα αυτό, και στο πέταλο του λιμανιού συνεχίζοντας, χεράκι με τον παππού οι τρεις μας, ακόμα μία στιγμή, να κοιτάζω από χαμηλά τον εύσωμο και ψηλό παππού, βρισκόμαστε στη γωνία με το σουβλατζίδικο του Μωρέ. Ύστερα, το κρεβάτι στο νοσοκομείο, η μαμά ήσυχη χαμογελαστή, από παντού εκτυφλωτικός ήλιος –η εικόνα στη μνήμη μου-, θυμάμαι τη γιαγιά Καλλιόπη, ποιος ξέρει πώς συμφύροντας εικόνες, λογικά θα έπρεπε να είναι η μητρική γιαγιά Σεβαστούλα δίπλα στη λεχώνα, ή μήπως έλειπε προσωρινά, τον Θανασάκη βέβαια, να κοιμάται, ένα όμορφο βρέφος, και μεταγενέστερη κουβέντα σίγουρα ότι τι ωραίο μωρό, σε αντίθεση με μένα που γεννήθηκα με εμβρυουλκό, με πρωτοείδε η μαμά με πρησμένο κεφάλι, και τρόμαξε. Είναι επίσης πολλές οι εικόνες, από τις εβδομάδες που είχαν προηγηθεί, με τη γιαγιά Σεβαστούλα στο σπίτι να βοηθάει την κόρη της στις δουλειές, μνήμες που καταγράφουν το αίσθημα της προσμονής, παρακολουθώ τις δυο γυναίκες που προετοιμάζουν κάτι πολύ σημαντικό, τον ερχομό του αδελφού μου.
Στη γέννηση του Λάμπρου, 26 Ιουνίου του 1967, στα επτά πια, ο Θανάσης τριών, δεν ξέρω γιατί είμαστε στο σπίτι της γιαγιάς Σεβαστούλας –νοίκιαζαν ακόμα οι παππούδες στην Πλατεία του Πλατάνου- και μάλιστα στις έξι το πρωί, η μαμά καθιστή στο κρεβάτι, ετοιμάζονται να φύγουν για το νοσοκομείο. Αργότερα, στο νοσοκομειακό δωμάτιο της λεχώνας πια -και εδώ οι εκδοχές είναι δύο, είτε γιατί ήτανε τόση η κοιλιά της μαμάς που πολλοί έλεγαν θα κάνει δίδυμα, είτε γιατί στους δρόμους και τις αλάνες (στον κήπο της Χάβρας ή στα Αρχαία του Φόρου ή στο δασάκι του Ηρώου, μπορεί και πενήντα στρέμματα… παιδότοπος) που μεγαλώναμε λυτοί εκείνα τα χρόνια, παρατηρούσαμε τα γεννητούρια γατιών ας πούμε, και εν τινι τρόπω αφομοιώναμε… εμπειρική βιολογία-, ο Θανασάκης έκανε την ερώτηση: «Μαμά, μόνο ένα;»
Γίναμε, λοιπόν, τρεις. Και μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα, και όλα τα συναφή, δεμένοι και αγαπημένοι αληθινά.

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 8) Όταν ήμαστε τρεις.


[1]

Δεν έχω παρά ελάχιστες μνήμες, εικόνες ή στιγμιότυπα, παλιότερες από τους μήνες ή τις μέρες που περιμέναμε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού στην οικογένεια. Δεν αποκλείεται, βέβαια, οι μνήμες οι προγενέστερες απ’ τον Μάιο του 1964 που γεννιέται ο Θανάσης, να είναι ανακατεμένες με κατοπινές. Όπως συμβαίνει και στις φωτογραφίες -όταν δεν σημειώθηκε στην πίσω τους πλευρά η ημερομηνία λήψης-, αναγκαστικά παραμένουν αχρονολόγητες ή χρονολογούνται κατά προσέγγιση. Πάντως, θυμάμαι με τόση έξαψη τη γέννηση του Θανάση και αργότερα το 1967 του Λάμπρου, που υποθέτω δεν πρέπει να ήμουν και πολύ ευτυχισμένο μοναχοπαίδι.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Από Κρήτη θενά 'ρθει το καλό!


Ήταν ανθισμένες οι πικροδάφνες, κόκκινες οι ρεματιές στα βουνά, οι θάμνοι τα θυμάρια στις πλαγιές μαβιοί, μαβιά και τ' άνθη στις λυγαριές οι ωραιότερες λυγαριές του κόσμου φυτρώνουνε στην Κρήτη. 
Χαίρομαι και συγκινούμαι πια μόνο στην Κρήτη και στον ανατολικότερο σκόρπιο νομό της, τα Δωδεκάνησα.
Όπου αλλού στην Ελλάδα νιώθω περαστικός μονάχα.
Δεν εξηγούνται αυτά τα πράγματα. Ή δεν εξηγούνται σε δυο - τρεις γραμμές, στο ποδάρι.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Η μεγάλη χύτρα.

Είχα αναφερθεί εδώ στο μπλογκ στο ταξίδι - συγγραφική μου αποστολή στη Ρόδο. Μου ζητήθηκε, αν μπορούσα να γράψω, επ' αμοιβή βεβαίως, ένα διήγημα που να διαδραματίζεται στη Ρόδο και κάπως, έστω και ονομαστικά, να αναφέρεται σ' αυτό το ροδίτικο Electra Palace της γνωστής αλυσίδας των ξενοδοχείων. Το διήγημα θα δημοσιευόταν αυτούσιο, στη γλώσσα του, αλλά και μεταφρασμένο στα αγγλικά στο ELECTRA Magazine. Ενθουσιάστηκα. Με δεδομένο ότι οι εκλεκτοί συνεργάτες ήδη απ' το περσινό GREECE IS KOS, αποδέχονταν τον απαράβατο όρο μου: καμία, οσοδήποτε μικρή, επέμβαση ή επιμέλεια σε κείμενό μου, ήταν μία θαυμάσια ευκαιρία να αποδείξω με την ίδια τη δουλειά μου τα δύο που ισχυρίζομαι μετ' επιτάσεως: α) υπερήφανο παιδί του τουρισμού, β) θιασώτης της ελεύθερης οικονομίας, της μόνης που διαπολιτισμικά προσφέρει ευημερία και ελευθερία σε κοινωνίες και άτομα.
Τύποις, ωστόσο, να προειδοποιήσω, το διήγημα περιέχει... τοποθέτηση προϊόντος...

[Η εικονογράφηση απ' όπου και το σχέδιο στην ανάρτηση εδώ, από τον Βασίλη Γεωργίου, και η μετάφραση (The Great Melting Pot) από τη Mica Provata-Carlone.]


Αντώνης Νικολής
Η μεγάλη χύτρα

«ΓΙΩΡΓΟ, ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ οι μικροί;» κοιτάζει τον γιο της απορροφημένο στο κινητό του, δίπλα στις μπιγκόνιες, κι όσο κατευθύνεται προς την αυλόπορτα με στεντόρεια φωνή: «Σταμάτη, Αντώνη!» Παρά τις γέννες και τα περασμένα σαράντα, παρά τις παντόφλες και την ξεβαμμένη ρόμπα, η Πελαγία παραμένει γυναίκα ελκυστική, με βαμμένα όμως ταιριαστά στην επιδερμίδα της μαύρα μαλλιά, μ’ ανοιχτές πλάτες, με λεπτή μέση. Σπρώχνει το θυρόφυλλο, προβάλλει στο ανηφορικό καλντερίμι. Ο μικρότερος παρακολουθεί τον αδελφό του, κι εκείνος την έφηβη αδελφή τους που συζητάει λίγο παραπέρα μ’ έναν ξένο.
«Άννα, ακόμα εδώ είσαι! Άργησες, φύγε αμέσως!»
Ο ξένος στρέφεται προς την Πελαγία με έκδηλη προσήνεια.
«Πελαγία!»
Μεσολαβούν λίγα δευτερόλεπτα.
«Ο… Τζοβάνι; Τζοβάνι!»
«Τι κάνεις, Πελαγία…»
Τρέχουν και οι δυο, το αμήχανο δεξί τους χέρι για τον χαιρετισμό συμπαρασύρεται σε θερμό αγκάλιασμα.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7α) Η παλιότερη οικογενειακή φωτογραφία.


Εν είδει υστερόγραφου στην προηγούμενη συναφή ανάρτηση [7) Με τον παππού Αντώνη].
Τους τελευταίους μήνες ορμώμενος είτε από τη συγκίνηση που μου προξενεί η Κρήτη -άλλωστε Κρήτη βρίσκομαι και τώρα, απ' όπου και το σημείωμα αυτό-, είτε ανατρέχοντας σε παππούδες και προπαππούδες, ανέφερα τουλάχιστον δυο φορές τον… Σφακιανό παππεπίπαππο (τον πάππο-επί-πάππο / τον παππού του παππού), Σπύρο Αντωνίου Γρυπάρη, τον Μαστροσπύρο -από τους άρρενες απογόνους του, άλλοι συνέχισαν ως Σπύρου, άλλοι ως Αντωνίου. Έφτασε στην Κω από τα Σφακιά, το πιθανότερο γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα κι ύστερα από κάποια βεντέτα. Μεγαλοεργολάβος για τα δεδομένα της εποχής, έχτιζε σπίτια – γεφύρια, απόκτησε μεγάλη περιουσία.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Τζον Γουίλιαμς: Ο Στόουνερ.



John Edward Williams (29 Αυγούστου 1922 – 3 Μαρτίου 1994). Ο έξοχος, ο καίριος, ο με όλη τη σημασία της λέξης σπουδαίος συγγραφέας - λογοτέχνης. Δε θέλω να συνέλθω από τον σεβασμό, τη γοητεία, τη συγκίνηση που μου προξένησε το έργο του, και στον βαθμό που διαισθανόμουν την παρουσία του, ο ίδιος ο συγγραφέας. Είχα διαβάσει αποσπάσματα από τον Στόουνερ, να διευκολυνθώ κάπως όσο παρακολουθούσα συναρπασμένος το άλλο αριστούργημά του, τον Αύγουστο. Δεν ξέρω αν μπορώ (ακόμα και αν θέλω αυτή τη φορά) να κάνω λιανά τη μεταρσίωση, τη χαρά απ’ τις ώρες που πέρασα στο εργαστήρι αυτού του λογοτέχνη.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7) Με τον παππού Αντώνη.



Ο παππούς Αντώνης (Νικολής του Χαραλάμπους - η απόλυτη συνωνυμία), (1902-1987), πατρικός παππούς εννοείται, ανήκε στη γενιά των Νεοελλήνων την περιβόητη του 30, απ’ όσες τουλάχιστον πρόλαβα ίσως τη γενιά με τις ισχυρότερες προσωπικότητες. To επίθετο Νικολής, εξέλιξη ή απλοποίηση του Μαστρονικολής, όπως και τα συγγενικά του με πρώτο συνθετικό το μαστρο-, δηλώνει προέλευση από οικογένεια τεχνιτών. Και πράγματι, γιος κι εγγονός σιδερά (με μακρινή καταγωγή από Κρήτη), -ήμαστε οι σιδεράδες του χωριού της Κεφάλου-, ο ίδιος θα προαχθεί, θα βγει από το μαστορόσοο, ανάμεσα στους ελάχιστους μορφωμένους συνομηλίκους του του νησιού, τέλειωσε το γυμνάσιο της Καλύμνου, όταν ακόμη δεν υπήρχε γυμνάσιο στην Κω.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 6) Με τη μαμά.



Εφόσον φωτογράφος είναι ο μπαμπάς, το μοτίβο μαμά και γιος θα ήτανε συχνό. Αν θέλει η τύχη, αν έχω ζωή, χωράει πολλή αφήγηση εδώ. Ήδη στον Μισθοφόρο ο ήρωας μού έκλεψε τον παιδικό εφιάλτη όταν περπατάμε βράδυ στο πέταλο του λιμανιού, με κρατάει απ’ το χέρι, τη χάνω, κλαίω απελπισμένος, κοιτάζω τους ενήλικους από χαμηλά, πού πήγε η μαμά μου*.
Ζουν και οι δυο, δόξα τω Θεώ, κι όσο ζούμε οι άνθρωποι, ίσαμε και την τελευταία κοινή μας στιγμή, οι σχέσεις μας συνεχίζουν δυναμικές.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης.



Είχα διαβάσει τον Φύλακα στη σίκαλη παλιά, δε θυμάμαι πότε, δε θυμόμουν καν το κείμενο. Αγόρασα την καινούρια μεταφραστική δουλειά της Τζένης Μαστοράκη, και γιατί συζητήθηκε -τον Φύλακα τον είχα χαμένο κιόλας-, επιπλέον γιατί πριν από επτά χρόνια με είχε συναρπάσει η συλλογή διηγημάτων «Εννέα ιστορίες» του ίδιου, του J. D. Salinger (1/1/1919-27/1/2010), από τότε έψαχνα την ευκαιρία να επιστρέψω πιο εμπεριστατωμένα στον Φύλακα. Και ο λόγος ότι τα διηγήματα ήτανε εξαιρετικής ποιότητας νεωτερική λογοτεχνία και απορούσα γιατί δεν είχα καταχωρίσει στο μυαλό μου ανάλογα και τον Φύλακα. Και πράγματι, γιατί πρόκειται όχι μόνο για γοητευτική αφήγηση καθ’ αυτήν, αλλά και λειτουργική τόσο, που σχεδόν δε γίνεται αντιληπτός ο νεωτερικός χαρακτήρας της: ένας έφηβος παρατηρεί, κινείται, αφορίζει, απορεί, ψηφίδα ψηφίδα συνθέτει την πρώτη μεγάλη τοιχογραφία της ζωής του, ένα ταξίδι που πιθανόν θα οριοθετήσει την κοσμοαντίληψή του, στη διαδρομή από το σχολείο του -φοιτούσε σ’ αυτό εσώκλειστος-, απ’ όπου αποβάλλεται, το ιδιωτικό Πένσι στο Έιγκερσταουν της Πενσυλβάνια, ως το πατρικό του, στη Νέα Υόρκη.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 5) Ανάμεσα σε δύο φωτογραφίες κυρίως.

(5)
Ξέρω πολλούς πατεράδες, τρελούς με τα μικρά τους, να τα φωτογραφίζουν επίμονα. Αρχές του 60 ήταν αρκετά ακριβό απόκτημα μία φωτογραφική μηχανή, κόστιζαν ακόμα και τα φιλμ ή και οι εμφανίσεις των φιλμ, θέλω να πω το κίνητρο για τον πατέρα μου πρέπει να ήταν βαθύ, δεδομένου κιόλας ότι δε συνέχισε να ασχολείται με τη φωτογραφία, με εντυπωσιάζει επίσης πόσο εκφραστικές οι απεικονίσεις του παιδιού που ήμουν, νομίζω εκφραστικότερες φωτογραφίες μεταγενέστερες δεν έχω. Να είναι, άραγε, που έμαθα με τα χρόνια να καταχωνιάζω τα πολύ δικά μου πράγματα, από τα πολλά άγχη της έκφρασης που έχασα την αμεσότητα εκείνη, ή να ήταν ο καλύτερος φωτογράφος της ζωής μου; Τις πρωτοείδα έφηβος, αρκετές από αυτές, όλες αυτής της ανάρτησης, τις είχα μεγεθύνει και τις είχα καδράκια στα φοιτητικά μου δωμάτια.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Ένα συγγραφικό διήμερο στη Ρόδο.


Το περασμένο Σαββατοκύριακο ήμουν στη Ρόδο. Έφτασα πρωί Σαββάτου 21, έφυγα απόγευμα Δευτέρας 23 Απριλίου. Κατέλυσα σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο της Ιαλυσού. Με αποστολή συγγραφική. Περαιτέρω λεπτομέρειες σε ευθετότερο χρόνο.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Μία… μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία – 4) Η βάφτιση - η νανά μου η Φροσύνη.



Η μητέρα μου θυμάται Κυριακή του Θωμά, την άνοιξη του 1961 -10 Απριλίου έπεφτε το Πάσχα, άρα 17 Απριλίου-, να γίνεται η βάφτισή μου, και το σίγουρο, όπως φαίνεται κι απ’ τη φωτογραφία, στον Άγιο Νικόλαο στην Κω. Νονά μου - “νανά” μου στην ντοπιολαλιά του νησιού- η Ευφροσύνη Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδου (1911-2000), αδελφή της μητρικής γιαγιάς μου.