Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Λόγγου: Δάφνης και Χλόη.


(Ο πλήρης τίτλος: Λόγγου Ποιμενικὰ Κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην, λόγοι τέσσαρες.)

Ο Λόγγος, πιθανόν Λέσβιος μυθιστοριογράφος, μα και δεν είναι σίγουρο γι’ αυτόν τίποτε σχεδόν άλλο πέρα από το εν λόγω ποιμενικό ερωτικό μυθιστόρημά του, που χρονολογείται από τους περισσότερους ειδικούς στα τέλη του 2ου μ.Χ. αι. Κατά τον ΤόμαςΧαιγκ πρόκειται για τον πιο συνειδητό καλλιτέχνη από τους Έλληνες μυθιστοριογράφους, ενώ το έργο του είναι δουλεμένο προσεκτικά ως την παραμικρή λεπτομέρεια και επηρεασμένο από τον Θεόκριτο. Εμφανής επίσης η απήχηση της Νέας Κωμωδίας (π.χ. έκθετα βρέφη, αναγνωρισμοί).
Λεπτή γλαφυρή αφήγηση, πινελιές ενός πολύ δροσερού –να μου επιτραπεί- ρομαντισμού, κείμενο που μπορεί με τις χάρες του να γοητεύσει κι ένα σημερινό αναγνώστη. Ενώ το διάβαζα, σκεφτόμουν συχνά πόσο αντιστρόφως πολλή τέχνη απαιτείται για να δώσει κανείς αλήθεια, όχι μόνο ζωντάνια και χάρη, σε πράγματα που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν επιφανειακά ή και ρηχά.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Ὁ βέλτιστος τέττιξ / ο τυχερός τζίτζικας.


(Από το μυθιστόρημα του Λόγγου Δάφνης και Χλόη. Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα των δύο εφήβων, οι οποίοι αγαπήθηκαν από τους αναγνώστες όσο λίγα μυθιστορηματικά ζευγάρια.)  

Ο Δάφνης έπαιζε τη φλογέρα του, μεσημεράκι, τα κοπάδια ήτανε στη σκιά, και δεν αντιλήφθηκε που τη Χλόη την πήρε ο ύπνος. Μόλις την είδε, άφησε κάτω τη φλογέρα και την κοίταζε με άπληστα βλέμματα σε κάθε της λεπτομέρεια, και δίχως καμιά ντροπή για τις ματιές του ενώ σιγοψιθύριζε: «Τι ματάκια που γλυκά κοιμούνται, τι μυρωδιά που αποπνέει το στόμα, ούτε τα μήλα δε μυρίζουνε τόσο όμορφα ούτε οι αρωματικοί θάμνοι στις λόχμες. Όμως φοβάμαι να τη φιλήσω, γιατί το φίλημα δαγκώνει την καρδιά και σαν το φρέσκο μέλι με τρελαίνει∙ φοβάμαι κιόλας μήπως με το φιλί μου την ξυπνήσω.
»Τι φλύαρα τζιτζίκια, δε θα την αφήσουν να κοιμηθεί έτσι δυνατά που φωνάζουνε. Αλλά κι οι τράγοι δεν πάνε πίσω, χτυπάνε τα κέρατά τους στους καβγάδες τους.»
Κι πάνω που έλεγε αυτά ένας τζίτζικας στην προσπάθειά του να γλυτώσει από το χελιδόνι που τον κυνήγαγε έπεσε και χώθηκε στον κόρφο της Χλόης, και το χελιδόνι που τον ακολουθούσε δεν κατάφερε να τον πιάσει, αλλά καταδιώκοντάς τον από κοντά, άγγιξε με τις φτερούγες του τα μάγουλα της Χλόης.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Η αναμονή, η εκδίκηση, οι σούμες.

Η αναμονή, η εκδίκηση, οι σούμες

image

















Athens Voice, 23/4/2016
 
Εδώ και καιρό βρισκόμαστε συλλογικά σε μία κατάσταση μόνιμης, βασανιστικής αναμονής. Σαν αυτόν που με τα αναγκαία σε μια βαλίτσα, όλα ακατάστατα: αντικείμενα, σκέψεις, αισθήματα, στέκεται σαστισμένος στην αποβάθρα ενός σταθμού, εντούτοις αδρανεί. Ποτέ και καμιά κοινωνία δεν υπήρξε αθώα ούτε η ελληνική βέβαια, η οποία δεν αγνοεί τους λόγους που την οδήγησαν ή την κρατάνε σ’ αυτό το σημείο, ακόμα κι αν ένα μεγάλο κομμάτι της προτιμάει να τους βλέπει σαν ένα κουβάρι μπερδεμένο ή δεν είναι σε θέση να τους εκφράσει με το λόγο. Άλλωστε, είτε άτομα είτε περισσότερο συλλογικές ομάδες, όταν ρωτιούνται υπό πίεση, γενικότερα σε περιστάσεις έκτακτες, σπάνια απαντούν με σαφήνεια ή αμεσότητα.
Σκεφτείτε πόσο συχνός είναι ο διάλογος: «Είσαι καλά;» ρωτάει ο Α. «Ναι», απαντάει βυθισμένος ο Β. «Γιατί, τι σου συμβαίνει;» ξανά ο Α, που αφουγκράστηκε περισσότερο την έκφραση του προσώπου παρά το στόμα του συνομιλητή του. «Τίποτα, μωρέ. Ξέρω κι εγώ», πάλι ο Β. Και η στιχομυθία θα πάρει σε μάκρος, με την επικοινωνία να είναι πολύ αμεσότερη στους μορφασμούς και τις χειρονομίες, στη μιμόγλωσσα που μαθαίναμε στο πανεπιστήμιο, παρά στο λόγο. Θέλω να καταλήξω, στη συγκυρία των τελευταίων μηνών δεν είναι εύκολο να υπάρξει έγκυρη (πέρα από την καταγραφή μιας πολύ γενικής τάσης) δημοσκόπηση. Σε ό,τι άλλο συγκεκριμένο, είναι εύλογο οι απαντήσεις να είναι ή αντιφατικές ή του τύπου: για να μην καταλάβεις αυτό που σκέφτομαι εγώ τώρα, ή γιατί θέλω να το κρύψω ή γιατί μου είναι δύσκολο να το ξεμπερδέψω στο μυαλό μου, για αντιπερισπασμό σού απαντώ αυτό που μου φαίνεται κοινωνικά πιο αποδεκτό. Όπως περίπου ένας μαθητής στην τάξη, που, αφού κοκκινίσει, αποτολμάει αυτό που φαντάζεται ότι θα έλεγαν και στην πλειονότητά τους οι συμμαθητές του.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Ξενοφών Εφέσιος: Ἐφεσιακὰ / Ανθία και Αβροκόμης.


Ξενοφῶν Ἐφέσιος: Ἐφεσιακὰ (Οἱ κατ’ Ἀνθίαν καὶ Ἁβροκόμην Ἐφεσιακοὶ λόγοι): ο αρχαίος πλήρης τίτλος.

Για το συγγραφέα Ξενοφώντα Εφέσιο οι πληροφορίες είναι ελάχιστες, ως ανύπαρκτες. Όσο για τα Ἐφεσιακά, στο λεξικό Σουίδα αποδίδονται 10 λόγοι / βιβλία, στο σωζόμενο χειρόγραφο μόνο 5, οι ερευνητές εικάζουν ότι αποτελεί επιτομή του αρχικού έργου, κάτι συχνά εμφανές (από τις αιφνίδιες πυκνώσεις της πλοκής περισσότερο ή τα λάθη προοικονομίας). Εντούτοις, δεν είναι σπάνιες οι καλές στιγμές του κειμένου, ιδίως στις ερωτικές σκηνές, αν και δεν επαρκούν για να αποζημιωθεί για το χρόνο του ο σύγχρονος αναγνώστης που θα 'φτανε στο εν λόγω κείμενο δίχως κάποιο συγκεκριμένο ερευνητικό ενδιαφέρον.
Όλα τα γνωστά μοτίβα του αρχαίου μυθιστορήματος είναι εδώ. Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, έφηβοι στην Έφεσο, ο Αβροκόμης και η Ανθία, τόσο όμορφοι, που ο κόσμος τούς περνάει για θεούς και τους προσκυνά, που μπροστά τους ωχριούν ακόμα και αγάλματα και ζωγραφιές. Οι δυο νέοι γνωρίζονται στην εορταστική πομπή της πολιούχου Αρτέμιδας, ερωτεύονται, παντρεύονται, τους βλέπουμε στο νυφικό θάλαμο σαν κλείνουνε οι πόρτες (Α’, ΙΧ 6 και 9)

…καὶ τὰ χείλη τοῖς χείλεσι φιλοῦσα συνειρμόκει, καὶ ὅσα ἐνενόουν, διὰ τῶν χειλέων ἐκ ψυχῆς εἰς τὴν θατέρου ψυχὴν διὰ τοῦ φιλήματος παρεπέμπετο.

…και πάνω στο φιλί τα χείλη του με τα χείλη της είχανε ταιριάξει, και με το φίλημα τα αισθήματά τους μέσ’ απ’ τα χείλη από την ψυχή του ενός προς την ψυχή του άλλου μεταβιβάζονταν.

…καὶ περιφύντες ἀνεπαύοντο καὶ τὰ πρῶτα τῶν Ἀφροδίτης ἐρώτων ἀπήλαυον∙ ἐφιλονείκουν δὲ δι’ ὅλης νυκτὸς πρὸς ἀλλήλους, φιλοτιμούμενοι τίς φανεῖται μᾶλλον ἐρῶν.

…κι αγκαλιασμένοι αναπαύονταν κι απολάμβαναν για πρώτη φορά τις ηδονές της Αφροδίτης∙ κι ολόκληρο το βράδυ συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο, αμιλλώμενοι ποιος θα φανεί περισσότερο ερωτευμένος.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ο Ιππόθοος και ο Υπεράνθης, ο Αιγιαλέας και η Θελξινόη∙ δυο ερωτικές ιστορίες.


(Δύο άρτιες και αυτοτελείς διηγήσεις, εγκιβωτισμένες στο αρχαίο μυθιστόρημα του Ξενοφώντα Εφέσιου Ἐφεσιακά (Οἱ κατ’ Ἀνθίαν καὶ Ἁβροκόμην Ἐφεσιακοὶ λόγοι), το μυθιστόρημα για τις περιπέτειες της Ανθίας και του Αβροκόμη, το πιθανότερο του 2ου αι. μ.Χ.. Ειδικά για την ιστορία του Αιγιαλέα και της Θελξινόης ο Τόμας Χαιγκ (Το αρχαίο μυθιστόρημα, σελ. 47) θεωρεί πως αποτελεί σύμπτυξη της υπόθεσης ενός άλλου μυθιστορήματος, και, εάν συμφωνήσουμε, γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο και με την ιστορία του Ιππόθοου και του Υπεράνθη, σε μοτίβο μάλιστα συγγενικό με το (προγενέστερο) Σατυρικό του Πετρώνιου.)

Ιππόθοος και Υπεράνθης.

(Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος Αβροκόμης στις περιπλανήσεις του συναντήθηκε με το ληστή Ιππόθοο, τώρα βρίσκονται στη Μάζακο της Καππαδοκίας και καταλύουν κάπου κοντά στις πύλες της πόλης.)

Κι ενώ τρώγανε και πίνανε, ο Ιππόθοος αναστέναξε και δάκρυσε∙ κι ο Αβροκόμης τον ρώτησε ποια ήτανε η αιτία για τα δάκρυά του. Κι εκείνος είπε, «Η ιστορία μου είναι μεγάλη και πολύ τραγική». Ο Αβροκόμης τού ζήτησε να του την αφηγηθεί, υποσχόμενος πως έπειτα, με τη σειρά του, θα του ιστορήσει και ο ίδιος τη δική του. Κι εκείνος πιάνοντας το νήμα από την αρχή (συνέβαινε να είναι και μόνοι τους) του διηγείται τα βάσανά του. «Εγώ», είπε, «κατάγομαι από την πόλη της Περίνθου (πόλη που βρίσκεται κοντά στη Θράκη) και η οικογένειά μου συγκαταλεγόταν στις πιο εύπορες του τόπου. Θα έχεις ακουστά την Πέρινθο και πόσο πλούσιοι είναι οι κάτοικοί της. Εκεί στα νιάτα μου ερωτεύτηκα ένα ωραίο αγόρι∙ ήτανε συντοπίτης μου το αγόρι αυτό, ονόματι Υπεράνθης. Τον ερωτεύτηκα με το που τον είδα στο γυμναστήριο να ασκείται στην πάλη, και πια δεν μπορούσα να κρατηθώ. Σε μια γιορτή της πόλης μας και στη διάρκεια της θρησκευτικής ολονυκτίας πλησιάζω τον Υπεράνθη και τον ικετεύω να με οικτίρει στο πάθος μου. Το αγόρι με άκουσε, συναίνεσε και μου υποσχέθηκε τα πάντα. Και βάζουμε μπροστά τον έρωτά μας με φιλιά και με αγγίγματα και με πολλά δάκρυα από την πλευρά μου∙ και τελικά στην πρώτη ευκαιρία μπορέσαμε να μείνουμε οι δυο μας μόνοι –δεν έδινε υποψία και το ότι ήμαστε συνομήλικοι. Και η σχέση μας κράτησε για πολύ καιρό, και με πολλή αγάπη ο ένας για τον άλλον, εωσότου κάποιος δαίμονας μας έβαλε στο μάτι. Και έρχεται από το Βυζάντιο (το Βυζάντιο βρίσκεται κοντά στην Πέρινθο), ένας άντρας από τους πιο εύπορους εκεί, και λόγω του πλούτου και των χτημάτων του με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του∙ ονομαζόταν Αριστόμαχος. Αυτός αμέσως μόλις πάτησε το πόδι του στην Πέρινθο, λες και σταλμένος από κάποιο θεό εναντίον μου, βλέπει τον Υπεράνθη μαζί μου κι ευθύς τον ερωτεύεται, γιατί τον θάμπωσε η ομορφιά του αγοριού, που άλλωστε μπορούσε να σαγηνέψει τον καθένα. Κι ερωτευμένος, δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τον έρωτά του∙ στην αρχή έστελνε στο αγόρι μεσολαβητές, αλλά καθώς δεν κατάφερνε τίποτε (γιατί ο Υπεράνθης λόγω της αγάπης του για μένα δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον πλησιάσει), πείθει τον πατέρα του, άνθρωπο πονηρό και φιλοχρήματο, κι αυτός τού παραδίδει τον Υπεράνθη, με την πρόφαση της διδασκαλίας –ισχυριζόταν πως ήταν δάσκαλος της ρητορικής. Κι αφότου παράλαβε το αγόρι, αρχικά το φύλαγε κλειδωμένο, ύστερα το πήρε μαζί του στο Βυζάντιο. Τους ακολούθησα κι εγώ παρατώντας όλες τις δουλειές μου, και όσο μπορούσα συναντιόμουνα με το αγόρι. Αλλά δε γινόταν για πολύ, σπάνια ανταλλάσσαμε ένα φιλί και δύσκολα μια κουβέντα -εμένα με είχαν υπό την παρακολούθησή τους πολλοί. Εντέλει και γιατί δεν άντεχα άλλο, βρήκα μέσα μου τη δύναμη κι επέστρεψα στην Πέρινθο, πούλησα ό,τι είχα και δεν είχα, μάζεψα χρήματα, πηγαίνω στο Βυζάντιο και με όπλο ένα μικρό ξίφος (είχε συμφωνήσει σ’ αυτό κι ο Υπεράνθης) γλιστράω νύχτα στο σπίτι του Αριστόμαχου, τον βρίσκω πλαγιασμένο δίπλα στο αγόρι, τυφλώνομαι απ' την οργή μου και του καταφέρνω το καίριο χτύπημα.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Χαρίτωνος Αφροδισιέως: Χαιρέας και Καλλιρρόη.

«Χαρίτων Ἀφροδισιεύς, Ἀθηναγόρου τοῦ ῥήτορος ὑπογραφεύς, πάθος ἐρωτικὸν ἐν Συρακούσαις γενόμενον διηγήσομαι» / «Εγώ ο Χαρίτωνας από την Αφροδισιάδα, ο γραμματεύς του ρήτορα Αθηναγόρα, θα σας αφηγηθώ μιαν ερωτική ιστορία που έγινε στις Συρακούσες». (σελ. 7) Μ’ αυτή τη δήλωση στο προοίμιο, που θυμίζει αντίστοιχες του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη, μας αυτοσυστήνεται ο κατά γενική εκτίμηση πρώτος μυθιστοριογράφος του κόσμου. Δε γνωρίζουμε τίποτε άλλο γι’ αυτόν, και για ορισμένους ακόμα και η ελάχιστη αυτή πληροφορία εκτιμάται ως πιθανό ψευδώνυμο. Από τη χρήση της αλεξανδρινής κοινής και την απουσία αττικισμών το μυθιστόρημα χρονολογείται πριν από τη Δεύτερη Σοφιστική, δηλαδή πριν από το δεύτερο μ.Χ. αι., το πιθανότερο τον πρώτο π.Χ. αι. ή στο πρώτο μισό του δεύτερου. 
Ο Χαρίτωνας είναι μυθιστοριογράφος και με τα σημερινά κριτήρια, για κάποιον μάλιστα που αγαπάει το είδος το Χαιρέας και Καλλιρρόη μπορεί να φανεί μία γοητευτική επίσκεψη στο εργαστήρι του πρώτου της συντεχνίας μας, που ήθελε να τέρψει ακόμα και να συγκινήσει τους συγκαιρινούς του ανακατεύοντας το παραμύθι με την ιστορία αλλά και ανάγοντας στη σφαίρα του δημόσιου βίου τα γεγονότα του ιδιωτικού. Η Καλλιρρόη είναι κόρη ενός ιστορικού προσώπου, του Ερμοκράτη, του Συρακούσιου που νίκησε τους Αθηναίους στη Σικελική Εκστρατεία, όμως ο βασιλιάς των Περσών Αρταξέρξης και η βασίλισσα Στάγειρα, επίσης υπαρκτά πρόσωπα, κατά το μυθιστόρημα σύγχρονα του Ερμοκράτη, στην πραγματικότητα χρονικά δε συμπίπτουν. Το πλαίσιο είναι ψευδοϊστορικό, αλλά και αυτή είναι η σύμβαση με τον αναγνώστη. Προφανώς την ιστορία που διαβάζει ή ακούει παρά τα κάποια ιστορικά προσχήματα την προτιμάει καμωμένη από τη μυθοπλασία αλλά και ζωσμένη από την αχλή της.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Tomas Hägg: Το αρχαίο μυθιστόρημα.


Ο Τόμας Χαιγκ στο βιβλίο του «Το αρχαίο μυθιστόρημα» παρουσιάζει το λογοτεχνικό είδος από την απαρχή του, με αρχαιότερο σωζόμενο «Τὰ περὶ Χαιρέαν καὶ Καλλιρρόην» του Χαρίτωνα, ερευνά τη γενεαλογία του, τη συνύπαρξή του με άλλα συναφή είδη, έως και τον απόηχό του στη λογοτεχνία των νεότερων χρόνων.
Στο πανεπιστήμιο -δε θυμάμαι πια σε ποια ενότητα ούτε από ποιον- το διδάχτηκα ως αλεξανδρινό μυθιστόρημα. Ο Τόμας Χαιγκ το προτιμάει σωστότερα αρχαίο, το κατηγοριοποιεί περαιτέρω σε «ιδεώδες» ελληνικό, που και αυτό το υποδιαιρεί σε «προ-σοφιστικό» ή «μη σοφιστικό», όπως το έργο του Χαρίτωνα και τα «Ἐφεσιακὰ» του Ξενοφώντα Εφέσιου από τα σωζόμενα, και το επηρεασμένο από τη Δεύτερη Σοφιστική (κυρίως 2ος αι. μ.Χ.), εδώ κατατάσσει τα «Δάφνις καὶ Χλόη» του Λόγγου, «Τὰ κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα» του Αχιλλέα Τάτιου και τα «Αἰθιοπικὰ» του Ηλιόδωρου.
Το μυθιστόρημα το γεννάει η ελληνιστική κοινωνία (330 π.Χ. – 30 μ.Χ.), το κράμα του ελληνικού κόσμου μ’ εκείνον της Ανατολής, για να εκφράσει και να παρηγορήσει την ποικίλη και πολύπλευρη ανασφάλεια του κατοίκου της μεγάλης ελληνιστικής πόλης και αργότερα της ρωμαϊκής.

Η άλλη Κύπρος, η φωτεινή.

Χάρης Γεωργιάδης (1972-), ο Κύπριος Υπουργός των Οικονομικών. Μεταρρυθμίσεις, χαμηλοί φόροι, αποκρατικοποιήσεις. Η Κύπρος προοδεύει.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

António Zambujo: Foi Deus / Ήτανε ο Θεός.



Ο Αντόνιου Ζαμπούζου είναι μόνο 35 χρόνων εδώ (live στο Teatro São Luiz / Λισαβόνα, τον Απρίλιο του 2010). A cappella και με ωριμότητα το Foi Deus που γράφτηκε ειδικά για την Αμάλια.
Η Amália Rodrigues θα ήτανε περήφανη για τον τρυφερό Antoninho / Αντονίνιου.

(Κι ένας συνειρμός ανάμεσα στη γραβάτα και τη σοβαρότητα, που θα ήθελα να μην κάνω, αλλά και κάθε φορά που βλέπω το φιλμάκι δυσκολεύομαι να αποφύγω…)

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Όμηρος, ο πρώτος δυτικός συγγραφέας.

Όμηρος, ο πρώτος δυτικός συγγραφέας

image



















Athens Voice, 2 / 4 / 2016.
Καταλαβαίνω πόσο προβοκατόρικος μπορεί να διαβάζεται ο τίτλος αυτού του άρθρου. Προϋποθέτει κατ’ αρχάς για το «συγγραφέας» την εγγραμματοσύνη του Ομήρου, ότι δηλαδή υπήρχε η γραφή στον καιρό του, κυρίως και παρά την προφορική διάδοσή τους ότι η σύνθεση των επών την απαιτούσε, που νομίζω αποδέχονται αρκετοί από τους ομηριστές, όσο για το «δυτικός», κανείς δε θα αμφισβητούσε το «ο πρώτος Ευρωπαίος συγγραφέας», που δεν έχει δα και διαφορά από τη δική μου διατύπωση –άλλωστε, θα εξηγηθώ.