Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Gustave Flaubert, ο συγγραφέας.

Από τον πρόλογο του Jacques Suffel (1964) στη Σαλαμπώ [Γκυστάβ Φλομπέρ, Σαλαμπώ, εκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 11-12]:
"Την άνοιξη του 1862, η Σαλαμπώ, στην οριστική της μορφή, περίμενε πια τον εκδότη. Ο Φλομπέρ δεν ήταν καλόβολος διαπραγματευτής. Απέρριπτε ως υποτιμητική κάθε αίτηση προηγούμενης ανάγνωσης και, έχοντας συνείδηση της λογοτεχνικής του αξίας, ζητούσε για τα βιβλία του υψηλή τιμή. Τελικά, στις 30 Μαΐου έγραψε στον εκδότη του, Μισέλ Λεβύ: " (...) Πήγαινε στου κ. Ερνέστ Ντυπλάν, στην οδό Σαιντ -Ονορέ, αρ. 163 (είναι συμβολαιογράφος)... Σε προειδοποιώ, αγαπητέ μου Μισέλ, ότι θα βρεις τις απαιτήσεις μου υπερβολικές, αλλά σε παρακαλώ να λάβεις υπόψη σου ότι για το έργο αυτό χρειάστηκα πέντε χρόνια και μου στοίχισε σε ταξίδια και διάφορα έξοδα τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες φράγκα. Γνωρίζεις, άλλωστε, ότι πουλώ καλή ποιότητα.""
(Οι υπογραμμίσεις δικές μου.) 

[Για τον Γουσταύο Φλομπέρ και: 1, 2, 3.]

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Dom La Nena, Sambinha.

Η Ντον Λα Νένα από το Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας τραγουδάει την τρυφερή σάμπα Sambinha. Αντίδοτο: ο πλανήτης δεν κατοικείται μόνο από τοξικούς μικροαστούς.

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Οι απαρχές.



Αυτές τις μέρες, στα τελειώματα του δεύτερου μυθιστορήματός μου, ξεκίνησα και την προεργασία για το επόμενο. Ελπίζω να μου δοθεί ο αναγκαίος γι' αυτό χρόνος, η υγεία και η δύναμη, -ανήκει στην πολύ απαιτητική κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος.
Θα χρειαστώ, όπως πρόχειρα υπολόγισα, περί τους 48 μήνες, τέσσερα χρόνια, (μα και για το άρτι περαιωθέν που λογάριαζα 30, στο τέλος, μια το ένα – μια το άλλο, οι μήνες γίνανε 37). Θα ξεκινήσω ανατρέχοντας στα κορυφαία του είδους διαβάσματά μου (Φλομπέρ, Γιουρσενάρ, Γκορ Βιντάλ), και, αποτίνοντας την οφειλόμενη πρώτη συγκίνηση, από τη Σαλαμπώ.    
Στις 18 Μαρτίου του 1857 ο Γουσταύος Φλομπέρ (12 Δεκεμβρίου 1821 – 8 Μαΐου 1880), μόλις που απαλλασσόταν από τη δικαστική ταλαιπωρία για τη «Μαντάμ Μποβαρύ», εκμυστηρεύεται σε επιστολή του: «Θα γράψω ένα μυθιστόρημα, του οποίου η δράση θα αναφέρεται στον τρίτο αιώνα π.Χ., γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να ξεφύγω από το σύγχρονο κόσμο, με τον οποίο έχω πολύ απασχολήσει την πένα μου και που, άλλωστε, με κουράζει τόσο για να τον αναπαραστήσω, όσο και με αηδιάζει να τον κοιτώ.»
Απόφαση, να δραπετεύσει από τη Γαλλία του καιρού του, που προφανώς σχετιζόταν και με τις αναμνήσεις από το πολύμηνο ταξίδι του μερικά χρόνια νωρίτερα (1849-1850) στην Αίγυπτο, αλλά και στα μέρη μας, Τουρκία (και Ρόδο) και Ελλάδα.
Στο χειρόγραφο της Σαλαμπώ ο ίδιος ο Φλομπέρ σημειώνει για το χρόνο συγγραφής τις ημερομηνίες Σεπτέμβριος 1857 – Απρίλιος 1862. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1862 σε σχήμα όγδοο με κίτρινο εξώφυλλο.
Την άνοιξη του 1858 ένιωσε την ανάγκη της αυτοψίας εκεί όπου εκτυλίσσεται η Σαλαμπώ, να περπατήσει ο ίδιος στα ερείπια της Καρχηδόνας. Όταν επέστρεψε, σημείωσε την επίκληση: «Μακάρι όλες οι ενέργειες της φύσης που ανέπνευσα να με κατακλύσουν και να δώσουν την ανάσα τους στο βιβλίο μου! Δικές μου οι δυνάμεις της πλαστικής δύναμης! Δικιά μου, δικιά μου η ανάσταση του παρελθόντος! Πρέπει το παρελθόν να ζωντανέψει, να γίνει αληθινό, μέσ’ απ’ το Ωραίο. Έλεος, Θεέ των ψυχών, νιώσε τον πόθο μου! Δώσε μου δύναμη κι ελπίδα!»
[Από τον πρόλογο (Γκυστάβ Φλομπέρ, Σαλαμπώ, εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος), και το επίμετρο (Γκυστάβ Φλωμπέρ, Σαλαμπώ, εκδόσεις Ηριδανός).] 

(Για τον Γ. Φλομπέρ και 1, 2)


Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Και να μην υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε.

Και να μην υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε

image



















Athens Voice, 18/4/2015

Η Ελλάδα ανήκει στις επικράτειες τούτου δω του πλανήτη, για τις οποίες, ακόμα κι αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε επειγόντως να επινοηθεί ο φιλελευθερισμός, ο πολιτικός και ιδίως ο οικονομικός.
Για τον πρώτο, τον πολιτικό, αρκεί μια ματιά στην τρέχουσα ειδησεογραφία: η κατίσχυση του ορθόδοξου ιερατείου, η προβολή των αγαστών σχέσεών του με την κυβέρνηση, οι παρελάσεις και ποικίλες εθνικιστικές κορόνες, η εντύπωση μιας υποβόσκουσας ανοχής προς τους τρομοκράτες, το κανάκεμα «μπαχαλάκηδων» και λοιπών καταστροφέων ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας, τα εθνικοσοσιαλιστικά ψήγματα στην κυβερνητική ρητορική, η προπαγάνδα για τις επιβουλές των Ευρωπαίων ενάντια στα συμφέροντα του ελληνικού λαού, οι… αυθόρμητες λαϊκές συγκεντρώσεις, η πεποίθηση ότι η στήριξη από την πλειοψηφία νομιμοποιεί κάθε λογής καθεστωτικές συμπεριφορές.
Οι πλειοψηφίες, βέβαια, αρέσκονταν ανέκαθεν στα καθεστώτα, στήριξαν τον Χίτλερ, τον Στάλιν, τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, γνώση που φαίνεται να περιέχεται στη θεμελιώδη αρχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κατά την οποία, ενώ παρέχεται η δυνατότητα στην πλειοψηφία να κυβερνήσει, περιορίζεται ταυτόχρονα η ισχύς της με την παράλληλη κατοχύρωση των μειοψηφιών, ουσιαστικά των ατόμων, κυρίως με τη συνταγματική διάκριση των εξουσιών και την υπεράσπιση των αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων. Ο ιδεοληπτικός, (που δεν είναι άλλος από τον ηθικολόγο), δεν μπορεί να δει την πιο περιφανή νίκη της δημοκρατίας: όταν ο ένας πολίτης, ο θιγόμενος, καταφεύγοντας στο Συμβούλιο της Επικρατείας καταρρίπτει το νόμο που του στερεί το άλφα ή το βήτα δικαίωμα, ακόμα κι αν ο νόμος αυτός ψηφίστηκε από το σύνολο των βουλευτών, τυπικά το σύνολο του λαού, όποιος κι αν είναι αυτός ο πολίτης (ο τάδε οικονομικά ισχυρός ή το δείνα λαμόγιο). Στην πραγματικότητα η κοινοβουλευτική δημοκρατία, (η πεμπτουσία της φιλελεύθερης δύσης), είναι το πολίτευμα που θεσμοθετεί διαρκώς την εξισορρόπηση ανάμεσα στο σύνολο και το άτομο, στην πλειοψηφία και τις μειοψηφίες.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Ο αφηγηματικός χρόνος / σημειώσεις στην Άννα Καρένινα του Λέοντα Τολστόι.

Ποια είναι η σχέση του πραγματικού με τον αφηγηματικό χρόνο;
Πώς αποδίδεται ο πρώτος από το δεύτερο ή μήπως η αφήγηση απατηλά κάνει κάτι τέτοιο, είναι μόνο ρευστή μνήμη;

Ένα μικρό -νομίζω- καλό παράδειγμα, το λύγισμα των δαχτύλων και οι τριγμοί των αρθρώσεων στα παρακάτω αποσπάσματα.

(Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς, ο σύζυγος της Άννας, που κάτι διαισθάνθηκε απόψε για το ειδύλλιό της με τον αξιωματικό Βρόνσκι, την περιμένει να επιστρέψει σπίτι, δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σκέφτεται τι θα της πει.)

«”Πρώτον να εξηγήσω τη σημασία της κοινής γνώμης και της καλής συμπεριφοράς δεύτερον να εξηγήσω τη σημασία του γάμου από θρησκευτική άποψη τρίτον, αν χρειαστεί να υποδείξω τη δυστυχία που ενδέχεται να πλήξει τον γιο μας τέταρτον να υποδείξω τη δική της προσωπική δυστυχία”. Και μπλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών του γύρισε προς τα κάτω τις παλάμες, τα λύγισε και τα δάχτυλα τρίξανε στις αρθρώσεις.
Αυτή η χειρονομία, αυτή η κακή συνήθεια –το μπλέξιμο των χεριών και το τρίξιμο των δαχτύλων- τον καθησύχαζε πάντα και του χάριζε την ακρίβεια και την τάξη που του ήταν τώρα τόσο απαραίτητη. Στην είσοδο ακούστηκε να σταματάει η καρότσα. Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς στάθηκε στη μέση της σάλας.
Στη σάλα ακούστηκαν ν’ ανεβαίνουν γυναικεία βήματα. Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς, έτοιμος με το λόγο του, στεκότανε σφίγγοντας τα μπλεγμένα του δάχτυλα και περιμένοντας μήπως ξανατρίξει κανένα. Μια άρθρωση έτριξε.
(…)

(Οι σύζυγοι αμέσως έπειτα.)

-Έτσι είναι πάντα, του απάντησε σα να μην καταλάβαινε καθόλου περί τίνος πρόκειται κι απ’ όσα είπε να κατάλαβε μόνο το τελευταίο. Όταν πλήττω, στενοχωριέσαι, όταν διασκεδάζω, στενοχωριέσαι. Απόψε δεν έπληττα. Αυτό σε πρόσβαλε;
Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς ανατρίχιασε και λύγισε τα χέρια για να τρίξουν τα δάχτυλα.
-Αχ, σε παρακαλώ, μην κάνεις αυτό το κρακ – κρακ, δε μ’ αρέσει, είπε αυτή.
-Άννα, δε σε αναγνωρίζω! είπε ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς σιγά, προσπαθώντας να συγκρατηθεί και σταματώντας απότομα την κίνηση των χεριών.»

[Από την Άννα Καρένινα, το κατά πολλούς αρτιότερο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, του Λέοντα Τολστόι (9-9-1828 – 20-11-1910), μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 1262, τα αποσπάσματα από τις σελ. 246, 247 και 249.]

 

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Η Μαργαρίτα Καραπάνου και η (νεοελληνική) λογοτεχνία.



Αν η μητέρα της, η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, έδωσε στα ελληνικά γράμματα ένα από τα πιο εντελή αστικά μυθιστορήματα, «Τα ψάθινα καπέλα» (1946), η ίδια η Μ. Κ. (1946 – 2008), νομίζω, τόσο με το εμβληματικό λογοτεχνικό της ντεμπούτο «Η Κασσάνδρα και ο λύκος» (1974), όσο και με το ωριμότερο «Ο υπνοβάτης» (1985), χάρισε στη νεοελληνική γραμματεία μερικές από τις εγκυρότερες νεωτερικές σελίδες. Τα ξαναδιάβασα πρόσφατα, μετά από πολλά χρόνια. Δε βρήκα ψεγάδια ούτε αυτό που λέμε κούραση από το πέρασμα του χρόνου. Σημείωσα, επίσης, το γερό ένστικτο της γλώσσας που προστάτεψε την ιδιόλεκτό της κατά την αφήγηση του "σαλεμένου" ασυνειδήτου. Κάτι που πάντοτε θαυμάζω και στον Σαχτούρη. Και οι δυο τους αυτοί με επιμονή επιλέγουν την οικονομικότερη φόρμα μαζί με την απλούστερη δυνατή λέξη. Φαίνεται να τιθάσευσαν το «θηρίο» τους κρατώντας το δεμένο μ’ ένα απλό λουράκι.
Στο πρώτο, «Η Κασσάνδρα και ο λύκος», η Κασσάνδρα το νήπιο, η μαμά Κασσάνδρα, η γιαγιά, η Φανή, ο Πέτρος, η σκληρότητα και ο υπερρεαλισμός μιας οιονεί παιδικής "διαταραγμένης" συνείδησης, το υψηλής ποιότητας χιούμορ κι ένας αστικός υπό διάλυση κόσμος.
Στον Υπνοβάτη, η Ύδρα, το Νησί που δεν πρέπει να αναφέρεται με το όνομά του, οι αποκλεισμένοι εκεί εστέτ και μποέμ, και ο Μανόλης, ο υπνοβάτης, ένα πρόσωπο λίγο φευγάτο (όπως ο Χριστός των Ευαγγελίων κατά τη συγγραφέα), ο τιμωρός καταλύτης που σκοτώνει όσους ασύνειδα γυρεύουν το θάνατο. Ως την τελική κρίση. Παρόντες κάθε λίγο και εδώ ο υπερρεαλισμός, τα εσωτερικά "διαταραγμένα" τοπία, το σκοτεινό χιούμορ, η διάλυση των αφηγηματικών συμβάσεων.

Και δύο ενδεικτικά αποσπάσματα:  

Sunday school
Τις Κυριακές πιστεύω στο Θεό. Ιδίως το χειμώνα.
Τις Κυριακές, γεμίζω χαρές κι όμορφες σκέψεις, βουρτσίζω τα μαλλιά μου 100 φορές, γίνομαι καλή.
Τις Κυριακές όταν ξυπνήσω μου ’ρχεται να γίνω σκύλος, γάτα, ακόμη και πουλί, να κελαηδώ, να βρίσκομαι ψηλά στον ουρανό ή μες στη θάλασσα, να ’μαι ψάρι και με φίλους να παίζω κρυφτό μέσα στα φύκια.
Τις Κυριακές όλα είναι έτοιμα ν’ αλλάξουν: το τραπέζι να λέγεται καρέκλα, το ρολόι νερό, κι εγώ να γίνω Άλλη. Πουλί με αθόρυβα φτερά. Γοργόνα με ουρά φανταχτερή, να μαθαίνω στους ναύτες να κάνουνε βουτιές και μετά να τους πετρώνω.
Τις Κυριακές, η Γιαγιά δεν μυρίζει υπνίλα όταν με φιλάει, ο Παππούς δε μοιάζει με κρεμάστρα. Το σπίτι μαλακώνει, γίνεται καλό.
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο λύκος, στ' ανατύπωση, Ερμής Αθήνα 1988, σελ. 139, απόσπασμα στη σελ. 109.]