Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Alfredo Marceneiro: É tão bom ser pequenino.


Αλφρέντου Μαρσενέιρου: Είναι τόσο όμορφο να είσαι μικρούλης.

Ο Α. Μ. (25 Φεβρουαρίου 1891 – 26 Ιουνίου 1982), το πραγματικό του όνομα Alfredo Duarte / Ντουάρτε, γνωστός ωστόσο με το Marceneiro, πορτογαλικά ο ξυλουργός, το βιοποριστικό του επάγγελμα, υπήρξε κορυφαία καλλιτεχνική μορφή του fado, δάσκαλος της Αμάλια Ροντρίγκεζ (δες παλιότερες αναρτήσεις 1, 2), και αυτός που επέβαλε οι fadistas να τραγουδούν όρθιοι, στο σκοτάδι, αλλά και οι θαμώνες στα ειδικά μαγαζιά –εστιατόρια (restaurante típico) να ακούν υποχρεωτικά σιωπηλοί. Είχε πάθος με το τραγούδι του, του άρεσε να απομονώνεται μετά τη δουλειά με συναδέλφους που εκτιμούσε, όπως συχνά με τη σπουδαία Lucilia do Carmo / Λουσίλια ντου Κάρμου (1919 – 1998), τη μητέρα του διακεκριμένου σήμερα Carlos do Carmo, και με την εξίσου ξεχωριστή και αριστοκράτισσα Maria Teresa de Noronha / Νουρόνια (1918 - 1993), να απολαμβάνουν μακριά από κοινό και επαγγελματικές συμβάσεις ο ένας την τέχνη του άλλου, -όταν και οι λαϊκοί καλλιτέχνες φτάνουν στην καθαρή τέχνη, τυπικό προνόμιο των λογίων συναδέλφων τους. Φτωχός, ακόμα περισσότερο στα γεράματα που πια δεν ασκούσε τη βιοποριστική τέχνη του μαραγκού, τραγούδαγε σε μαγαζιά, όμως δεν είχε χρήματα έπειτα να επιστρέψει σπίτι του με ταξί, ξεροστάλιαζε στη στάση, περίμενε να ξημερώσει, να περάσει το τραμ.   

Τόση μουσική, τόση ποίηση από ένα δύσμορφο άνθρωπο, ένα άσχημο στόμα. Μα όσο τον ακούς, τόσο ομορφαίνει. Όμορφα υγρά μάτια, περήφανη στοχαστική κάμψη του κεφαλιού, μία άλλη, φυσική και αυτή υπεροχή, η αληθινή γοητεία.  

 

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Εκλεκτικές συγγένειες.

Ο Άνθιμος Θεσσαλονίκης έκανε δηλώσεις κι αυτός κατά του κλεισίματος της ΕΡΤ.
Το αδιατάρακτον της κρατικής τηλεόρασης, συνεκδοχικά του δημοσίου, βρίσκει ένθερμους υποστηρικτές στους άμβωνες -πρώτος διαμαρτυρήθηκε ο Αθηνών Ιερώνυμος-, οι γραφικότεροι κάνουν και περισσότερο θόρυβο, βέβαια. Συνενώνουν τις δυνάμεις τους με τους υπόλοιπους προοδευτικούς Έλληνες, όσους αγωνίζονται να μην αλλάξει απολύτως τίποτα, εωσότου σε συνθήκες ηθικής ουτοπίας κάποιος ηθικά άμεμπτος κάπως εισηγηθεί ίσως να βελτιωθεί λιγάκι κάτι, -γιατί όχι; 

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Γιώργος Ζαμπέτας, Βίκυ Μοσχολιού: αλήτη.

Ο Ζαμπέτας με τα χρόνια κλέβει χώρο του Χατζιδάκι μέσα μου, η Μοσχολιού αγαπημένη, οι πιο αυθεντικοί φθόγγοι -ιδιαίτερα τα σύμφωνα- της ελληνικής λαλιάς και των αισθημάτων μας, βέβαια.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Χτες, στη μεγάλη γιορτή της Αθήνας.





Με την πολύ καλή φίλη Βασιλική Ζάππη και τον επίσης φίλο, μπλόγκερ Θωμά Ξωμερίτη.
Κόσμος πολύς, συγκίνηση, νεαρόκοσμος με εντυπωσιακά σύγχρονο καλό ήθος, συγκρίνοντας με τις αντίστοιχες γιορτές της Λισαβόνας όπου βρέθηκα αρκετές φορές, επιτέλους σε κάτι η Αθήνα πιο συναρπαστική, κι αν χωράει να πω πιο ποιοτική ανάμεσα στις δύο πόλεις.
Καλή περηφάνια. Και του χρόνου.   

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Ιωάννα Χατζηνικολή (1931-2013).


 



Πέθανε η γυναίκα που μας χάρισε μερικά από τα ωραιότερα βιβλία της νεότητάς μας. Ιδίως της Γιουρσενάρ και του Τσάτουιν. Αγαπημένοι συγγραφείς και οι δυο και μέσα μου τόσο συνδεδεμένοι με την εκλιπούσα, που δύσκολα θα αγόραζα βιβλίο τους άλλων εκδόσεων.

Γνώμη το μίσος;

Αντώνης Νικολής
Γνώμη το μίσος;

Athens Voice, 7 Ιουνίου 2013.

Το μίσος δεν είναι γνώμη∙ είναι συναίσθημα. Και, όπως συμβαίνει γενικά με τα συναισθήματα, εκφρασμένο στους τεράστιους πολλαπλασιαστές ισχύος που αποτελούν τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης απολήγει σε πράξη, ειδικότερα σε βία. Αναφέρομαι στο ρατσιστικό μίσος, στη δημόσια έκφρασή του.
Όταν κάποιος, ιδιαίτερα αξιωματούχος, διακηρύσσει το μίσος ή την απέχθειά του προς μια ομάδα του πληθυσμού, υποθάλπει τη βία ενάντια στα μέλη αυτής της ομάδας, ουσιαστικά βιαιοπραγεί. Πρόκειται για τη ρητορική του μίσους, συνήθως προς αλλογενείς ή αλλόφυλους, αλλόδοξους ή αλλόθρησκους, ομοφυλόφιλους ή αμφιφυλόφιλους ή διεμφυλικούς – μίσος ρατσιστικό και μόνο από τη συχνότητα των: άλλος, φύλο, φυλή στα συνθετικά των λέξεων.
Ο ρατσισμός, όπως τον είδαμε στον ευρωπαϊκό εικοστό αιώνα, αναπτύσσεται κυρίως στα μικροαστικά στρώματα σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Λόγω της ανασφάλειάς τους αυτά τα στρώματα επιζητούν μέσ’ από στερεότυπα και προκαταλήψεις έναν ή περισσότερους τελετουργικούς σχεδόν εχθρούς, διόλου πραγματικούς, αποδιοπομπαίους τράγους, προς τους οποίους εκτονώνουν τυφλή βία. Αν προσέξετε τα αφρισμένα στόματα κάτι διαπρύσιων παπάδων μας, η πιο μύχια αγωνία τους είναι μην και ξεμείνουν από εχθρό, γενικά από την άνεση να στρέφουν το γεμάτο φοβίες ποίμνιο ενάντια στον εκάστοτε τράγο, «αν δε μου επιτρέπετε εμένα να διασύρω τον ομοφυλόφιλο, τον αιρετικό, το Σλαβομακεδόνα, τότε πώς θα υπάρξω, τι θα λέω;».
Ο ρατσισμός προξένησε το φρικτότερο έγκλημα όλων των εποχών. Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων δεν είναι μόνο μια γενοκτονία. Μπορεί άλλες γενοκτονίες ή εθνοκαθάρσεις ή καθεστωτικές εκκαθαρίσεις να ήταν εξίσου ή και πιο φονικές, εξυπηρετούσαν ωστόσο πολιτικές ή εθνικές στρατηγικές, αποκρουστικές, όμως που διέπονταν από κάποια λογική. Το Ολοκαύτωμα υπήρξε η πλέον παράλογη εκδοχή συλλογικής επιθετικότητας: οι φούρνοι, τα αέρια, η επινόηση του οικονομικότερου και μαζικότερου τρόπου θανάτωσης εκατομμυρίων ανθρώπων που δε συνιστούσαν καμιά απειλή για τη γερμανική επικράτεια, δεν έγειραν αίτημα αυτοδιάθεσης ούτε είχε εισβάλει στη Γερμανία «όμαιμο» εβραϊκό στράτευμα διεκδικώντας να αποσπάσει τμήμα της χώρας στο όνομα αυτής της μειονότητας. Ήταν απλώς διαφορετικοί, αλλόθρησκοι και αλλογενείς.
Το Ολοκαύτωμα είναι το τερατώδες μέγιστο έγκλημα στην παγκόσμια ιστορία. Έτυχα με φίλους Γερμανούς, άσημους ανθρώπους, κι εκεί πάνω στην κουβέντα να ξεσπάνε σε λυγμούς αναγνωρίζοντας τη συλλογική συνενοχή των προγόνων τους, και θεωρώ ότι αυτή τους η ομολογία τούς τιμά. Δε θα ’πρεπε να μας πιέσει κάποιο λόμπι για να αποφασίσουμε ότι η ιστορική αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί βάναυση προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Για όλες τις άλλες μέριμνες ενός αντιρατσιστικού νόμου, με δεδομένη την πολύ περιορισμένη πρόσληψη του πολιτικού φιλελευθερισμού αλλά και τη δικομανία των Ελλήνων, άκουσα από πολλούς και πείστηκα ότι πολιτικά φρονιμότερη θα ήταν η ψήφιση θετικών νόμων παρά ενός ακόμα απαγορευτικού, σύμφωνου κιόλας με το παλιομοδίτικο μοντέλο της πολιτικής προστασίας προς τις διάφορες ομάδες του πληθυσμού. Νόμοι που να αίρουν ανισότητες, να αποκαθιστούν αδικίες. Ο διαχωρισμός κράτους εκκλησίας, ένα σύγχρονο ξεκάθαρο πλαίσιο για τους μετανάστες σε ζητήματα όπως η ιθαγένεια των παιδιών που γεννιούνται στην Ελλάδα, οπωσδήποτε ο γάμος ομοφύλων (τα ίσα αστικά δικαιώματα) αλλά και η επίλυση αιτημάτων των διεμφυλικών ατόμων. Κι επειδή προτάσεις όπως οι παραπάνω εκτιμώνται ως ζητήματα δίχως πολιτικό όφελος, θα ήθελα να σημειώσω τρία πράγματα.
Πρώτον –ρωτήστε τους επαγγελματίες της οικοδομής–, παρά την τεράστια κρίση του κλάδου, ζουν με το επιπλέον άγχος να εξασφαλίσουν έστω μικροδουλειές στους μετανάστες ειδικούς εργάτες (πετράδες, πλακατζήδες, σοβατζήδες κ.λπ.), γιατί ο ένας μετά τον άλλον, άνθρωποι του μεροκάματου, παίρνουν το δρόμο της επιστροφής στις πατρίδες τους. Χάνουμε τους ίδιους αλλά και τα παιδιά τους, που είναι στη γλώσσα και στο νου Ελληνόπουλα. Που δεν έχουμε και άλλη εργατική τάξη και που όσο οι ανάλγητοι Ευρωπαίοι μάς κρατάνε αργόμισθους με τα καταραμένα τους μνημόνια, κανένας δικός μας δε θα επιστρέψει στην παραγωγή ή στο χωράφι ως εργάτης. Κανένας.
Δεύτερον, ακόμα και τη συντηρητικότερη εκτίμηση να κάνουμε στον πληθυσμό των Ελλήνων με ομοφυλόφιλο προσανατολισμό (μαζί με αμφιφυλόφιλους και λοιπούς), έστω ένα 5%, ελάτε να υπολογίσουμε τους άμεσα ενδιαφερόμενους: γονείς, αδέρφια, δώστε εσείς όποιο συνολικό ποσοστό θέλετε. Αυτοί πάντα ξέρουν, ιδίως όταν κάνουν ότι δεν ξέρουν, υποφέρουν και αγωνιούν, ακόμα και όταν φέρονται σκληρά. Αν ερωτηθούν σε μια δημοσκόπηση ή δε θα απαντήσουν ή με την ψυχολογία του Απόστολου Πέτρου θα αρνηθούν εμφατικά την αγωνία τους. Όταν θα ψηφίζεται ο γάμος ομοφύλων, δηλαδή το δικαίωμα της κανονικότητας για το παιδί ή τον αδερφό τους, πάλι δε θα πουν τίποτα, όπως όταν με την άκρη του ματιού παρακολουθείς κάτι και παριστάνεις ότι δε σε αφορά. Και την άλλη μέρα της ψήφισης, αν τους ρωτήσουν σε μια δημοσκόπηση, πάλι θα αρνηθούν να απαντήσουν. Όμως στις επόμενες εκλογές θα ζυγίσουν πολύ σοβαρά την πιθανότητα να ψηφίσουν τον εισηγητή του, θα πουν μ’ ένα παράξενα βαθύ βλέμμα, «Γιατί ξέρει να ακούει», δε θα πουν ότι τους πήρε από την πλάτη το περισσότερο από ένα πολύ βαρύ φορτίο πόνου.
Τρίτον, ανάμεσα στους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής είναι ελάχιστοι οι δεξιοί, καν οι ακροδεξιοί. Είναι στην πλειονότητά τους λούμπεν μικροαστοί που ψάχνουν πότε δω πότε κει από πού θα βγάλουν την πιο μεγάλη γλώσσα. Να βγάλουν γλώσσα στη λογική, κάτι που μπορούν να κάνουν ακόμα. Ούτε υπάρχει περίπτωση τα στελέχη της να ηρωοποιηθούν. Οι περισσότεροι που τους ψηφίζουν ντρέπονται και να το ομολογήσουν.

Υ.Γ. 1: Τι πάθατε όλοι με τη λέξη εχθροπάθεια; Αντιγράφω από το λεξικό της Πρωίας, έκδοση του 1940, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών: [εχθροπάθεια (η)∙ εχθρικόν πάθος κατά τινός, εχθρική διάθεσις, ισχυρά ή έμμονος], λέξη κιόλας αναλογική προς τις: αντιπάθεια, εμπάθεια κ.τ.ό., και το κυριότερο τόσο περιεκτική σ’ αυτό που σημαίνει.
Υ.Γ. 2: Εδώ και καιρό πέφτει ένα βαρύ δυνατό φως στη σκηνή του κόσμου. Ο ομοφυλόφιλος προσανατολισμός νομιμοποιείται, γίνεται ορατός. Στον τόπο μας δυστυχώς βγήκαμε ελάχιστοι σ’ αυτό το φως. Δεν είναι καριέρες ούτε καπρίτσιο, απόδειξη πόσοι λίγοι είμαστε. Κι επειδή μπορώ να δω, γύρω στο ημίφως περιμένει πολύς κόσμος, με πολλή αγωνία, συγγραφείς, καλλιτέχνες, μα κι απ’ όλα τα επαγγέλματα, άλλος κάνει δειλά διστακτικά ένα βήμα μπροστά, άλλος δυο πίσω, τόσο σημαντικό να ’ρθουν όσο γίνεται περισσότεροι στη σκηνή. Θα παρακαλούσα όσους από τους συναδέλφους δεν ανήκουν στους άμεσα ενδιαφερόμενους, αν θέλουν να πουν μια ουσιαστική κουβέντα, καλώς να ορίσουν, διαφορετικά προς τι οι μεταμοντέρνες τσιρίδες, τα νάζια, οι ακκισμοί. Δε χρειάζεται να ζηλεύουν. Σε λίγα χρόνια θα είμαστε όλοι στη σκηνή, κανείς δε θα θυμάται ποιος βγήκε πρώτος ή ποιος τελευταίος. Δεν έχει ήρωες ούτε καριέρες εδώ. Έχει φόβο, έχει αγωνία, έχει ζωή αληθινή, όχι την επιτήδευσή της.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Το άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής.

Ο Στέφανος Κασιμάτης (εδώ και σε παλιότερη ανάρτηση) είναι ο πνευματώδης, καλλιεργημένος, και με ιδιαίτερα φροντισμένο ύφος αρθρογράφος της Καθημερινής. Την Κυριακή 2 Ιουνίου με το άρθρο του (The pursuit of happiness: η επιδίωξη της ευτυχίας) υπενθύμισε ακόμα μια φορά ότι ο ουσιαστικός (όχι ο πολιτικάντικος) πολιτικός φιλελευθερισμός είναι όχι μόνο η αυθεντική ιδεολογία αλλά και το ζωτικό πολιτιστικό περιβάλλον της αστικής τάξης. Βεβαίως, το θύμισε αυτό σε μια χώρα η οποία -να το πω μετριοπαθώς- σοβαρή αστική τάξη δε διέθετε ποτέ... 
Μεταφέρω ως δείγμα την κατακλείδα του εν λόγω άρθρου: "...η μελέτη της Ιστορίας -κάτι στο οποίο επιδίδομαι χωρίς υψηλές αξιώσεις, αλλά για την προσωπική μου απόλαυση και μόνον- μου έχει μάθει ένα πράγμα: ότι, στις ανοιχτές κοινωνίες, η εξέλιξη των πραγμάτων θέλει χρόνο και προσπάθεια και υπομονή. Θέλει κυρίως το θάρρος να μιλήσεις ανοιχτά για τα θέματα που καταλαβαίνεις ότι υφίστανται και να είσαι έτοιμος να δεχθείς τη γνώμη των άλλων, εφόσον τίθεται με την ίδια ευθύτητα και εντιμότητα. Ας μη φοβόμαστε, παιδιά! Δεν κινδυνεύουμε να γίνουμε χαρωποί, αν δούμε δύο άνδρες να φιλιούνται. Εκτός και αν κάποιοι το έχουν μέσα τους και το καταπιέζουν..."