Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Οι ευχές που σκαλώνουν στο στόμα.


Όπως το καλημέρα ή το καληνύχτα όταν νιώθουμε πως η επερχόμενη μέρα ή νύχτα είναι κρίσιμες και τότε η ευχή δε βγαίνει αυτόματη από το στόμα, αλλά συνειδητή, με καθαρή άρθρωση, σχεδόν συλλαβιστή, με συναίσθηση, με ένταση:

Καλή χρονιά.

Ας είναι μια καλή χρονιά το 2014.


Στον κήπο άνθισαν τα νερακίζια, τα μανουσάκια, συνεχίζουν τη φθινοπωρινή ανθοφορία τους τα μπομπόνια, τα τριαντάφυλλα. Το εφετινό εξαιρετικό, έδεσε καρπό η κουμαριά. Μου την είχε φέρει το 1995 ο αδερφός του πατέρα μου, μόλις πιασμένη σε μικρό τενεκέ ρίζα από το Ζηνί της Κεφάλου, τη μεταφύτεψα σε μια άκρη, αλλά ήξερα δε θα κάρπιζε, ότι στο ύψος της θάλασσας δεν καρποφορεί ποτέ. Οι πλησιέστερες στην πόλη κουμαριές είναι λίγες ψηλά στο Ασκληπιείο. Ας είναι, λέω, ο καλός οιωνός για το 2014 αυτά τα κούμαρα, παρόλο που με τους οιωνούς -κατάλοιπο των λατινικών της σχολής- φοβάμαι δεν τα πάω και πολύ καλά. 



(Οι φωτογραφίες από τον αδερφό μου Θανάση.)

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Tribalistas: Mary Cristo.



(εορταστικό)
Τριμπαλίστας: Μαίρη Κρίστου*

Το Θείο Βρέφος γεννήθηκε
Και οι αγελάδες μουγκανίζουν
Μπλιμ – μπλομ
Μπλιμ – μπλομ
Μπλιμ – μπλομ, νάιλον
Μαίρη, Μαίρη Κρίστου
Κρίστου, Κρίστου, Μαίρη, Μαίρη
Αυτή τη νύχτα άγγελοι μας κοιτάζουν
Ψάλλουν από κει από τον ουρανό
Το αρνάκι μού δίνει μαλλί, μπεε
Τα πουλάκια το πρωί –ναι;-
Κελαηδούν
Όλα τόσο όμορφα
Κι ο Αη Βασίλης, βασιλιάς τ’ ουρανού

(*προφανώς παίζοντας με το Merry Christmas / Cristo, ο Χριστός)

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Ένα δενδρύλλιο καβάφας και μία πρέζα μοχθηρίας.

Ένα δενδρύλλιο καβάφας και μία πρέζα μοχθηρίας

Athens Voice, 19/12/2013 - 12:38 

Σε μία από τις ξένες σειρές που προβάλλονταν την περσινή περίοδο, –δεν συγκράτησα σε ποια, ο ίδιος δε βλέπω τηλεόραση, από μέρος μόνο ενός επεισοδίου σε τηλεόραση φιλικού σπιτιού–, υπήρχε η εξής σκηνή. Ένας όχι και πολύ σοβαρός τύπος έπαιζε σε πιάνο αριστοκρατικού σαλονιού ένα τραγουδάκι –η σειρά εποχής– του μεσοπόλεμου, οι κύριοι στην αίθουσα ενοχλημένοι αντάλλασσαν μεταξύ τους εύγλωττες γκριμάτσες, αντίθετα στο διάδρομο και τις σκάλες έξω από τη σάλα, το υπηρετικό προσωπικό παρακολουθούσε μαγεμένο, εκστατικό. Έκανα τότε τη σκέψη ότι η ανάλογη σκηνή στην Ελλάδα πιθανότατα θα ήταν αντεστραμμένη: οι Έλληνες (ας πούμε) αστοί, συνήθως πολιτιστικά ανερμάτιστοι, θ’ απολάμβαναν το σουξεδάκι, αντίθετα το όποιο προσωπικό, φορείς πλούσιας λαϊκής παράδοσης, μάλλον θα απαξιούσαν και να στήσουν αυτί.
Αλλά κι αυτό ίσαμε περίπου το 1980. Γιατί έκτοτε, δίχως αναπτυξιακό πρόγραμμα ή οργάνωση, τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, όπως παλιότερα όδευαν μαζικά προς τη μετανάστευση, τώρα κακήν κακώς σχημάτιζαν τα νέα μικροαστικά στρώματα, (γραφειοκρατία, υπηρεσίες πτυχιούχων, λιανικό εμπόριο), ό,τι συνιστά τη νεοελληνική κακή αστικοποίηση. Φαίνεται καθαρότερα αυτό στο ελληνικό τραγούδι των τελευταίων δεκαετιών: λαϊκότροπο, όχι λαϊκό, λαϊκιστικό και ουσιαστικά λούμπεν.
Κάπου στο τέλος της δεκαετίας του ’90 η Ελλάδα ήδη δε μας άρεσε, αρχίσαμε τα λογής ταξίδια προς άλλες πολιτιστικές επικράτειες, αναζητούσαμε το αυθεντικό αλλού, όχι πια ανάμεσά μας. Η αφεντιά μου κατέφυγε στην Πορτογαλία, στις μουσικές του πορτογαλόφωνου κόσμου, στη Λισαβόνα αλλά κι ως την τελευταία γωνιά στις επαρχίες της χώρας. Κι εδώ επιτρέψτε μου μία παρέκβαση, θα επιστρέψω.
Το καλοκαίρι του 2002 περπατώντας στους δρόμους του Φουνσάλ στη Μαδέρα έπεσε το μάτι μου σε βιτρίνα ζαχαροπλαστείου όπου ανάμεσα σε άλλα φιγουράριζε και μαρμελάδα –μείγμα μπανάνας και maracuja, με διακριτή τη γεύση του μαρακουζά, γλυκόξινη και με άρωμα ροδοπέταλου, συχνή και σε γιαούρτια στα πρωινά των ξενοδοχείων, τα λεξικά μεταφράζουν φρούτο του πάθους, αλλά όποτε εύρισκα φρούτο του πάθους σε μανάβικα στην Ελλάδα, προφανώς δεν επρόκειτο για μαρακουζά. Όμως και ενίοτε ο κόσμος παραείναι μικρός. Κάποτε φίλος στην Κω, ενώ μιλάγαμε στην αυλόπορτά του, «Έλα να σου δείξω ένα φρούτο πίσω στην αυλή», μου λέει, – Οκτώβρης μήνας και το δέντρο ήταν κατάφορτο. Το μύρισα πριν το δω. «Α!», φώναξα, «Έχεις δέντρο μαρακουζά!». «Όχι», μου απάντησε ήσυχα εκείνος, «καβάφα το λένε οι Λεριοί. Αυτοί το φέρανε από Αίγυπτο, Λεριοί Αιγυπτιώτες. Καβάφα το λένε αυτοί». Ήτανε το φυτό γκουάβα, κάπως το πρόφεραν οι Αιγύπτιοι και οι Αιγυπτιώτες το απέδωσαν καβάφα. Επινόησα δική μου συνταγή μαρμελάδας και επιπλέον μία μους καβάφα, κιτρινοπράσινη, εξαιρετικού αρώματος και υφής. Και εφεξής το καθιερώσαμε, ο φίλος μού έδινε καβάφες, έπαιρνε ρόδια έπειτα από μένα, μέχρι που, πάνε δύο χρόνια τώρα, το καλό αυτό δεντράκι ξεράθηκε. Φέτος, λοιπόν, και για να δω τη χειμωνιάτικη Λέρο, είπα να πεταχτώ ένα διήμερο, να αγοράσω από φυτώριο εκεί ένα δενδρύλλιο.
Το καράβι από Κω για Λέρο κάνει δύο ώρες παρά κάτι. Στο σαλόνι μια παρέα ντελικάτες φοιτητριούλες πλάι μου με εντυπωσίασαν πόσο ελεύθερα συζητούσαν την ερωτική τους ζωή, – δεν εννοώ ελευθέρια. Σπουδάζουν στη Ρόδο και ταξίδευαν για τα σπίτια τους στην Αθήνα. Μία απ’ αυτές μίλαγε στο κινητό με τον πατέρα της, του έλεγε ψέματα ότι τάχα είχε βγει με φίλες της στη νυχτερινή Ρόδο, τον παρηγορούσε για τις μέρες που απέμεναν μέχρι ν’ ανταμώσουν. «Φανταστείτε τι πλάκα θα πάθει με το που θα με δει το πρωί!» Αυτός ο μπαμπάκας, άραγε, να’ ναι συνομήλικος ή νεότερός μου, αναρωτιόμουν.
Στη διάρκεια του ταξιδιού εκτός από το να κρυφακούω τις ντελικάτες κόρες μου διάβαζα κι έναν από τους πολυαγαπημένους μου, τον Πολωνοεβραίο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, κι εκεί κάπου πέφτω σε μία σκέψη του, η οποία θαρρώ με περίμενε: «Αν δεν τους στοιβάξει κανείς σε κάποιο γκέτο, οι Εβραίοι το δημιουργούν με τη θέλησή τους. Αν δεν τους υποχρεώσεις να φορούν κίτρινο αστέρι, ντύνονται με ρούχα που οι διπλανοί τους τα βρίσκουν παράξενα. Απ’ την άλλη, οι Εβραίοι που μιλούν πολλές γλώσσες και συγχρωτίζονται με τους χριστιανούς είναι πληκτικοί.» Αλλά μήπως, αν δε θέλουμε να είμαστε πληκτικοί, το ίδιο δεν ισχύει και για μας; Έχουμε άλλη επιλογή από το να είμαστε Έλληνες; Ή και οι Ιταλοί από το να είναι Ιταλοί, ή οι Γάλλοι από το να είναι Γάλλοι;
Η Λέρος είναι πολύ όμορφο νησί. Το πλοίο σε αποβιβάζει στο Λακκί, στην πιο αποτυχημένη από τις προσπάθειες των Ιταλών να αλλοιώσουν την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των νησιών μας, αλλά η λεριώτικη ψυχή κατοικούσε ανέκαθεν στον Πλάτανο, στην Αγιά Μαρίνα και στα υπόλοιπα δικά της χωριά. Κουβάλαγα μαζί μου τον Σίνγκερ, παρατηρούσα τα πρόσωπα γύρω μου, –όχι πληκτικοί ακόμα δε γίναμε, όχι όλοι πάντως–, στο τέλος κουβάλαγα κι ένα δεντράκι ψηλότερο από μένα, δύο χρόνων με διαβεβαίωνε ο υπεύθυνος του φυτώριου, τον επόμενο Οκτώβρη το πιθανότερο θα καρποφορήσει.
Στο γυρισμό συνταξίδευα με μια παρέα φαντάρους των ειδικών δυνάμεων, νεαρά αγόρια. Πείραζαν ο ένας τον άλλο, αστειεύονταν, ιστορούσαν καψόνια, μα ούτε συνεννοημένοι για να με πραΰνουν, αν και ακούγονταν σποραδικά παύσεις του τύπου «μαλάκα», «μαλάκα μου», ούτε ίχνος χυδαιότητας ή ομοφοβίας. Παρόλο που αγόρια σκληραγωγημένα, τα σώματα και οι φωνές τους έμοιαζαν συμφιλιωμένες με τον άγουρο αντρισμό τους και, όσο μπορώ να διακρίνω, με ήπια και ήσυχη αρρενωπότητα, ασχέτως προσανατολισμού. Ακόμα και τα ελληνικά τους δεν ήταν κακά.
Ναι, να ξαναγινόταν ενδιαφέρουσα η ζωή μας, αλλά δίχως ιδεοληψίες. Έλληνες αλλά δίχως να φοβόμαστε ή να μιμούμαστε τους άλλους. Όπως τα χτεσινά κορίτσια και τα σημερινά αγόρια. Δίχως να πρέπει να αποδείξουμε πρώτα κάτι στον εαυτό μας.
Μπροστά στην μπουκαπόρτα, ένας τους φώναζε, «Το Μαύρο Πεύκο, εδώ», να συγκεντρωθούνε. Δύο διπλανοί μου μιλάγανε για προγράμματα στους υπολογιστές. Στην αρχή κόλλησα στις πράξεις, αν οι πατεράδες τους τα έσπειραν στα είκοσι πέντε, είναι τα παιδιά του μικρού μου αδερφού, αν στα τριάντα κάτι, που και το πιθανότερο, –για να ησυχάσω–, είναι γιοι μου. Αλλά ποιο μέλλον ετοιμάσαμε στις κόρες και τους γιους μας; – η επόμενη σκέψη μου. Για να επιστρέψω στο ποια αστική ή (σωστότερα) καθυστερημένη μικροαστική τάξη κυριαρχεί σ’ αυτό τον τόπο, και από ποιους εκπροσωπείται πολιτικά. Αν για να καταργηθεί η προίκα και να αναγνωριστεί η εθνική αντίσταση χρειάστηκε κάποτε ο ακραίος λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου, που μοιραία οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία, για να γίνει ο διαχωρισμός εκκλησίας - κράτους ή ένας πλήρης αντιρατσιστικός, πολύ περισσότερο ο γάμος ομοφύλων, αλήθεια, σε ποιο επόμενο Καστελλόριζο θα χρειαστεί να φτάσουμε; Και μεταξύ φαντάρων όντας, αναλογίστηκα τον επικεφαλής της ιθαγενούς σοσιαλδημοκρατίας να βαράει προσοχή κι όλο αβρότητες να υποκλίνεται στον Πειραιώς. Κι αίφνης γέμισε ο νους μου μοχθηρία.
Υπερβάλλω, δε γέμισε∙ μία πρέζα ήτανε μόνο. Στη σκιά της δίχρονης καβάφας μου, ανάμεσα σε καλά Ελληνόπουλα, με την μπουκαπόρτα να κατεβαίνει στην άκρη της αποβάθρας και τη μέρα να χαράζει μπροστά μας, μία πρέζα μοχθηρίας και… πολύ τούς πάει.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Εβραίος και ο Λιλί Μπονίς, αλλά Σεφαραδίτης.

Lili Boniche: Bambino.


Διαβάζοντας τελευταία Ι. Μπ. Σίνγκερ επιζητώ επίμονα τον Λιλί Μπονίς, αγαπημένο σε παλιές εξερευνήσεις των μουσικών του κόσμου. Ήξερα ότι μέχρι το πενήντα μεσουρανούσε στην Αλγερία συνδυάζοντας ρυθμούς αράβικους και της δύσης. Ψάχνοντας το βιογραφικό του, Εβραίος και τούτος, όμως Σεφαραδίτης, όχι Ασκενάζι. Ο Λιλί Μπονίς γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1921 και πέθανε στο Παρίσι το 2008.

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο Σπινόζα της οδού Αγοράς.

Ακόμα μια συλλογή ιστοριών του Isaac Bashevis Singer, του σπουδαίου Πολωνοεβραίου συγγραφέα (21 Νοεμβρίου 1902 – 24 Ιουλίου 1991, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1978), η έκτη ανάρτηση εδώ στα υπομνήματα (1, 2, 3, 4, 5), θα ακολουθήσει και έβδομη. Μόλις τέλειωσα τον Σπινόζα της οδού Αγοράς και ήδη ξεκίνησα το μυθιστόρημά του Σκιές στον ποταμό Χάντσον, ενώ το ενημερωτικό δελτίο του Εντευκτηρίου της περασμένης Παρασκευής μάς πληροφορούσε για φρέσκια έκδοση από τον Καστανιώτη, διηγημάτων πάλι, Ένας φίλος του Κάφκα, -το παράγγειλα, εννοείται. Μα δεν έχει απόλαυση μεγαλύτερη από τη λογοτεχνία, να σε περιμένει ένα καλό βιβλίο στο τέλος της μέρας, κι όταν μάλιστα είναι Σίνγκερ, ας γινόταν να μην είχε τελειωμό!

Η παρούσα συλλογή ιστοριών αποτελείται από μία -μάλλον- νουβέλα (Η καταστροφή του Κρέσεφ) και οκτώ διηγήματα, ενώ τιτλοφορείται από το πυκνότερο και χαρακτηριστικότερο ως προς τα συστατικά του ύφους του Σ., Ο Σπινόζα της οδού Αγοράς. Στιβαρή, σχεδόν «υλική» αφήγηση, δε γίνεται να προσπεράσεις ούτε μία φράση, με αρτιότητα, με αδρές γραμμές κλασικής, αλλά και εσωτερικότητα, υποκειμενικότητα νεωτερικής, με ρυθμούς αφηγηματικού χρόνου και συχνές απότομες, γρήγορες μεταβάσεις και πυκνώσεις που θυμίζουν παραμύθια της ανατολής, όμως και χιούμορ και ειρωνεία, του εβραϊκού τύπου (όπως και ο Γούντι Άλεν). Ανήκει σίγουρα στους πιο αποτελεσματικούς λόγω της οικονομίας τους διηγηματογράφους, δίχως να υστερεί ως μυθιστοριογράφος. Νομίζω οι ημεδαποί κριτικοί και άλλοι (τόσοι πολλοί) δικοί μας φιλολογούντες εκ του προχείρου θα άξιζε να εντρυφήσουν λιγάκι στον Σ., αν κάπως ξεχώρισαν την τυπική ηθογραφία φέρ’ ειπείν της Ιορδανίδου από την ποιητική, ιδίως στη γλωσσική διεκπεραίωσή της, του Παπαδιαμάντη, να μυηθούν και σε μια άλλη, την ηθογραφία – σκηνικό πρόσχημα και υλικό μυθολογικού κύκλου (οι κοινότητες των Πολωνοεβραίων στη Βορειοανατολική Ευρώπη μέχρι το Ολοκαύτωμα, και έπειτα στη Νέα Υόρκη), απ’ όπου ο Σ. άντλησε ιστορίες – μύθους, καθαρή της τέχνης αλήθεια, δίχως τους εφήμερους περισπασμούς ενός ρεαλισμού αναγκαστικά θολού από την τρέχουσα ρητορική ή την όποια δημοσιογραφική καταγραφή. Έγραψε στα γίντις, τη γλώσσα των Ασκενάζι Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, παρόλο που ζούσε στη Νέα Υόρκη, και ενώ η γλώσσα αυτή έμοιαζε να οδεύει μοιραία προς τη χορεία των νεκρών γλωσσών.
Στην ομιλία του κατά την τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας (1978) είπε ανάμεσα σε άλλα: «Δεν υπάρχει παράδεισος για τους αναγνώστες που πλήττουν ούτε δικαιολογία για την πληκτική λογοτεχνία που δεν κινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν τον εξυψώνει, δεν του παρέχει τη χαρά και τη δυνατότητα διαφυγής την οποία προσφέρει πάντοτε η αληθινή τέχνη.» Αυτονόητες κουβέντες πια, αλλά ειπωμένες ξεκάθαρα από συγγραφείς αυτού του βεληνεκούς μάς απελευθέρωσαν από τους άγονους και αδιέξοδους φορμαλισμούς της ύστερης νεωτερικότητας, (και που δυστυχώς στη γενικότερη σύγχυση ορισμένοι ημεδαποί ξαναζεσταίνουν τώρα εδωπέρα, -αλλά, σωστά, έχουμε και σοβαρότερα προβλήματα).  
Να προσθέσω τέλος, ο Σ. δήλωνε συντηρητικός και ήταν ανοιχτά εχθρικός προς τις μαρξιστικές ιδέες.  

Ορισμένα αποσπάσματα:

Σελ. 16 [πορτρέτα] : Ήταν ψηλή και αδύνατη, με ίσιο σχεδόν στήθος, μακρουλό ωχρό πρόσωπο και μύτη που θύμιζε ράμφος. Δάγκωνε διαρκώς τα άσαρκα χείλη της και τα γκρίζα μάτια της παρατηρούσαν τον κόσμο με μια μόνιμη έκφραση οργής.
Σελ. 17: Αλλά ο Ρεβ Μπουνίμ είχε και μια θυγατέρα, και οι γυναίκες, ως γνωστόν, φέρνουν δυστυχία.
Σελ. 24: Ποτέ δεν την άκουσε (την κόρη του) να γελάει ανόητα, όπως τα άλλα κορίτσια, και δεν περπατούσε ποτέ ξυπόλυτη μπροστά του.
Σελ. 81-82: Γνωρίζετε βέβαια ότι δεν έχει το δικαίωμα κανείς να κακομεταχειρίζεται ένα πτώμα, γι’ αυτό κι όλοι προσπάθησαν να τη συγκρατήσουν, εκείνη όμως έπεσε πάνω στο σώμα του συζύγου της και του ούρλιαξε στο αυτί: «Άλτερ, ξύπνα! Άλτερ! Άλτερ!» Ζωντανός άνθρωπος δε θα την άντεχε, θα έσπαζαν τα τύμπανα των αυτιών του. Πάνω που προσπαθούσαν να την αποσπάσουν διά της βίας, ξαφνικά ο νεκρός σάλεψε και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. Είχε επανέλθει. Γνωρίζετε βέβαια πως, όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, η ψυχή τους δεν ανέρχεται στον ουρανό αμέσως, αλλά φτεροκοπά γύρω από τα ρουθούνια και προσπαθεί να εισχωρήσει και πάλι στο σώμα, συνηθισμένη καθώς είναι να ζει εκεί. Όταν κάποιος ουρλιάζει γοερά, αυτό μπορεί να τη φοβίσει και να την κάνει να επανέλθει εσπευσμένα, όχι για πολύ όμως, αφού δεν είναι δυνατόν να παραμείνει σε σώμα φθαρμένο από την αρρώστια. Παρ’ όλ’ αυτά, μία φορά περίπου στο εκατομμύριο συμβαίνει, και, σ’ αυτή την περίπτωση, έχετε μπροστά σας έναν άνθρωπο που γύρισε από τον άλλο κόσμο.  
Σελ. 84: Το Τούρμπιν ήταν αρκετά μεγάλη πόλη. Και άλλοι άνδρες αρρώσταιναν, και οι γυναίκες τους προσπαθούσαν να τους ξαναζωντανέψουν, καμία όμως δεν είχε τόσο διαπεραστική φωνή όσο εκείνη. Αν ήταν δυνατόν να τους επαναφέρουν όλους από τον άλλο κόσμο, σύντομα ο Άγγελος του Θανάτου θα υποχρεωνόταν να βάλει τη σπάθα του στην άκρη.
Σελ. 127: Εκείνη σάλεψε, άνοιξε τα μάτια και σηκώθηκε όρθια. Οι δυο σύζυγοι κοίταξαν ο ένας τον άλλο επί ώρα, σιωπηλοί και έκπληκτοι, έρμαια εκείνου του ανησυχητικού ξενισμού που γεννιέται ενίοτε ύστερα από χρόνια κοινής διαβίωσης.
Σελ. 141: Τι φρίκη, όμως, τι αποστροφή, σαν έμεινε έγκυος. Ένας διάβολος μεγάλωνε στα σπλάχνα της. Μάντευε την παρουσία του στην κοιλιά της, σαν να τον έβλεπε μέσα από ιστό αράχνης. Μισό βάτραχος, μισό πίθηκος, με βοϊδίσια μάτια και λέπια ψαριού. Κατασπάραζε τη σάρκα της, ρουφούσε το αίμα της, την έγδερνε με τα νύχια του και τη δάγκωνε με τα μυτερά του δόντια. Στρίγκλιζε ήδη, τη φώναζε «μάνα», την έβριζε φρικτά. Έπρεπε να τον ξεφορτωθεί, να πάψει να της κατατρώει τα σωθικά. Αδύνατον να υποφέρει άλλο τις βλαστήμιες του, τις κοροϊδίες του. Αφήστε που κατουρούσε μέσα της, που τη μαγάριζε με τις ακαθαρσίες του. Μια αποβολή ήταν η μόνη λύση, τι να κάνει όμως για να την προκαλέσει;
Σελ. 143: Ξαφνικά το τέρας που είχε τρυπώσει μέσα της άρχισε να σπρώχνει με όλες τις δυνάμεις του. Μια διαπεραστική κραυγή ανάβλυσε από το λαρύγγι της, και το σκοτάδι την κατάπιε. Καμπάνες χτυπούσαν, σαν να ’ταν γιορτή των αλλοθρήσκων. Μια φωτιά της κόλασης ξεπήδησε, κόκκινη σαν το αίμα, σαν την επιδερμίδα των λεπρών. Η γη ανοίχτηκε, και το κρεβάτι της Χίντελε άρχισε να βυθίζεται στην άβυσσο.
Σελ. 153 [Πυκνώσεις αφηγηματικού χρόνου που θυμίζουν παραμύθι]: Σταμάτησε λοιπόν να τρώει. Δεν τάιζε πια ούτε τους παπαγάλους της ούτε το γαϊδούρι της και ξεχνούσε να αλλάξει το νερό του ενυδρείου. Ήταν που ήταν αδύνατη, τώρα απόμεινε πετσί και κόκκαλο. Έμοιαζε με σκουπόξυλο, έτσι ισχνή που ήταν, με κάτωχρο δέρμα και γυμνό μέτωπο. Τα άλλοτε χρυσόξανθα μαλλιά της είχαν γίνει τώρα ξερά σαν άχυρα, με άσπρες τούφες εδώ κι εκεί. Η επιδερμίδα της ήταν διάφανη και σκούρες μπλε φλέβες διακρίνονταν στα μελίγγια της. Η αφαγία και η στενοχώρια εξασθένιζαν τις δυνάμεις της. Περνούσε τις μέρες ξαπλωμένη σ’ ένα ντιβάνι. Ακόμα και η θεία ποίηση του Σλοβάτσκυ έπαψε να την ενδιαφέρει.
Σελ. 169: Κι εκείνος, ο Γιαρέτσκυ, πόσων χρόνων ήταν; Θα ψάραινε σε λίγο; Και πόση είναι η διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής; Αν αλήθευε αυτό που είχε διαβάσει σε μια ιατρική επιθεώρηση, του απέμεναν δεκατέσσερα χρόνια ζωής. Τι είναι όμως δεκατέσσερα χρόνια; Τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια είχαν πετάξει, σαν όνειρο, για πού όμως;
Σελ. 209 [Αφηγητής ο Σατανάς]: Μολονότι οι συμβουλές μου την οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στο χαμό, δεν έφερε αντίρρηση, διότι, ως γνωστόν, όσοι με ακούν είναι αλαζόνες και έτοιμοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους εξαιτίας της ματαιοδοξίας τους. Πώς αλλιώς, αφού ίδιον της επιδίωξης της ευτυχίας είναι η αυταπάτη και η οίηση.
Σελ. 214 [Συζητούν δύο χθόνια δαιμόνια, μάνα και γιος]: «Λένε πως οι άνθρωποι μπορούν να σπάσουν τους βράχους», είπε το παιδί. «Παραμύθια των γιαγιάδων», απάντησε η μάνα. «Ο άνθρωπος έχει δύναμη μόνο πάνω στην επιφάνεια της γης. Τα ύψη είναι για τους αγγέλους. Τα βάθη είναι δικά μας. Η μοίρα του ανθρώπου είναι να σύρεται στο έδαφος, σαν ψείρα.» «Μα τι είναι οι άνθρωποι, μάνα; Πες μου.» «Τι είναι; Είναι το σκουπίδι, το φρόκαλο της δημιουργίας. Ο αφρός στο καζάνι της αμαρτίας. Ο άνθρωπος είναι το λάθος του Θεού.»
Σελ. 227: «Φύγετε, ανόητα», τα μάλωσε. «Αντί να ζεσταθείτε, το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καείτε!» Τα ζωύφια διαλύθηκαν, αλλά ένα δευτερόλεπτο αργότερα ήλθαν πάλι να φτερουγίσουν γύρω από την τρεμάμενη φλόγα. Ο Δρ Φίσελσον σκούπισε το κάθιδρο πρόσωπό του και αναστέναξε: «Ίδια οι άνθρωποι, το μόνο που επιθυμούν είναι η απόλαυση της στιγμής.»

[Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο Σπινόζα της οδού Αγοράς, μετ. Άννα Περιστέρη, εκδόσεις Μαΐστρος, Αθήνα 2007, σελ. 279]      
 

 


Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Ο υπέροχος Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.


Ο Francis Scott Fitzgerald (24 Σεπτεμβρίου 1896 – 21 Δεκεμβρίου 1940) ανήκει στην αποκαλούμενη Χαμένη Γενιά των Αμερικανών συγγραφέων (Χέμινγουεϊ, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος κ.ά.). Μολονότι πέθανε στην πολύ νεαρή για πεζογράφο ηλικία των 44 χρόνων, πρόλαβε να γράψει πέντε μυθιστορήματα (το πέμπτο ημιτελές) και πολλά διηγήματα. Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ (The Great Gatsby), κατά την εκτίμηση πολλών το καλύτερο από τα έργα του, εκδόθηκε το 1925. Ο Τ. Σ. Έλιοτ έγραψε γι’ αυτό ότι είναι «το πρώτο βήμα που έχει κάνει το αμερικανικό μυθιστόρημα από την εποχή του Χένρυ Τζέιμς».  
Στον Υπέροχο Γκάτσμπυ καταγράφεται ο αμερικανικός μεσοπόλεμος, πολύ κοντά σ’ ό,τι στις μέρες μας ονομάζουμε ατμόσφαιρα ή κόσμο του life style. Ανεμελιά, ελαφρότητα, χαρωπός εύκολος πλούτος, πολύ ύφος, πολλή επιφάνεια. Ο Φ. Σ. Φιτζέραλντ δε δυσφορεί, δεν καταγγέλλει. Μα ούτε εξωραΐζει. Στο φινάλε το πάρτι θα τελειώσει άσχημα, βέβαια.
Ο Γκάτσμπυ είναι αυτός που οικειοποιείται έναν τρόπο ή ένα επίπεδο ζωής ανώτερό του, που δεν του ανήκουν, και που βρέθηκε εκεί ύστερα από μια αμφιλεγόμενη ή σκοτεινή διαδρομή, σπρωγμένος όμως από φωτεινό κίνητρο, να ξαναφέρει κοντά του την παντρεμένη με άλλον πια, παλιά ερωμένη του, Νταίζη. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς επί μακρόν για το περιεχόμενο της αφήγησης, το υλικό ή ακόμα και την πλοκή, επίσης για τον επινοημένο αφηγητή (ομοδιηγηματικό) Νικ Κάραγουεϊ, έναν εργαζόμενο στη Γουόλ Στριτ, χρηματιστή, τον καταλληλότερο να παρεισφρήσει στον κόσμο των ηρώων. Αλλά στο εν λόγω μυθιστόρημα όντως υπέροχη είναι η ίδια η αφήγηση.
Φευγαλέες λεπτών αποχρώσεων πινελιές, γρήγορες εναλλαγές εικόνων, συνειρμική και με τον τρόπο της χαλαρής μνήμης ανέλιξη, σχεδόν ιμπρεσιονιστική, μεταφορές και παρομοιώσεις που αιφνιδιάζουν, υψηλό ύφος. Το πιο ενδιαφέρον, νομίζω, ότι παρόλο που νεωτερική λογοτεχνία (που δεν έχει να ζηλέψει από τις αντίστοιχες σύγχρονές της ευρωπαϊκές), εντούτοις με το να μην καταργεί την προοικονομία στην πλοκή, ενδεχομένως γιατί αλλιώς δε θα είχε καμιά τύχη στην τότε αμερικανική εκδοτική αγορά, γίνεται εν μέρει μετανεωτερική, έρχεται και ως προς αυτό κοντύτερά μας.

Μερικά αποσπάσματα:

Σελ. 28: Το μόνο πραγματικά σταθερό αντικείμενο στο δωμάτιο ήταν ένας τεράστιος καναπές στον οποίο είχαν μισοξαπλώσει δύο νεαρές γυναίκες που έμοιαζαν ν’ αναπαύονται μέσα σ’ ένα προσγειωμένο αερόστατο. Ήταν ντυμένες κι οι δυο στα λευκά και τα φορέματά τους  φτερούγιζαν σαν να είχαν μόλις κατέβει από μια πτήση γύρω από το σπίτι. Θα πρέπει να στεκόμουν εκεί για λίγα λεπτά ακούγοντας το μαστίγωμα και το τίναγμα των κουρτινών και το τρίξιμο του πίνακα στον τοίχο.

Σελ. 36: Μια τελευταία ηλιαχτίδα έπεσε ρομαντικά στο λαμπερό της πρόσωπο. Η φωνή της με πολιορκούσε καθώς άκουγα με κομμένη την ανάσα – μετά η λάμψη ξεθώριασε, το φως άρχισε να την εγκαταλείπει αργοπορώντας σαν να μετάνιωνε, όπως τα παιδιά που αφήνουν τη χαρά του παιχνιδιού στο δρόμο το σούρουπο.

Σελ. 57: Η κυρία Γουίλσον είχε αλλάξει το ταγέρ της εδώ και κάμποση ώρα και τώρα είχε φορέσει ένα κομψό απογευματινό φόρεμα, που είχε χρώμα κρεμ και σάρωνε το δωμάτιο με αδιάκοπο θρόισμα. Η αλλαγή του φορέματος έδειχνε να έχει επιδράσει και στην προσωπικότητά της. Η ζωηρή διάθεσή της που ήταν τόσο αξιοπρόσεκτη στο γκαράζ είχε μεταβληθεί σε μια αφ’ υψηλού νωχέλεια. Το γέλιο της, οι κινήσεις της, οι εκδηλώσεις της είχαν γίνει πολύ πιο αρχοντικές και το δωμάτιο έμοιαζε να μικραίνει όλο και περισσότερο όσο εκείνη γινόταν το επίκεντρο της προσοχής μέσα στη γεμάτη κάπνα ατμόσφαιρα.

Σελ. 160: «Ίσως ξέρεις αυτή την κυρία». Ο Γκάτσμπυ έδειξε μια τρομερή, ελάχιστα ανθρώπινη γυναίκα, η οποία έμοιαζε περισσότερο με ορχιδέα που καθόταν κάτω από μια ανθισμένη δαμασκηνιά. Ο Τομ και η Νταίζη την κοίταζαν με εκείνο το παράξενα εξωπραγματικό συναίσθημα που συνοδεύει την αναγνώριση κάποιας μέχρι πριν λίγο μυθικής διασημότητας του σινεμά.

Σελ. 181: «Η φωνή της είναι γεμάτη αδιακρισία», παρατήρησα. «Είναι γεμάτη…» Δίστασα. «Η φωνή της είναι γεμάτη χρήμα», είπε ξαφνικά. Αυτό ήταν. Ποτέ πριν δεν το είχα καταλάβει. Ήταν γεμάτη χρήμα. Αυτό ήταν το μυστικό της αστείρευτης γοητείας της, εκεί τη χρωστούσε, από κει ακουγόταν το τραγούδι της, ο ρυθμός του, τα κύμβαλά του…

Σελ. 200: Έριξα μια ματιά στην Νταίζη, που κοιτούσε τρομοκρατημένη κάπου ανάμεσα στον Γκάτσμπυ, το σύζυγό της και την Τζόρνταν, που είχε αρχίσει να ισορροπεί ένα αόρατο αντικείμενο στην κορυφή του σαγονιού της, κι αυτό έδειχνε να έχει απορροφήσει όλη της την προσοχή.

Σελ. 202: [την πιο κρίσιμη στιγμή νάσου κι ένας Έλληνας] Ο νεαρός Έλληνας, ο Μιχάλης, που είχε το καφέ στους σταχτόλοφους, ήταν ο βασικός μάρτυρας της ανάκρισης.

Σελ. 237: Θα πρέπει να είχε κοιτάξει προς τα πάνω, στον εχθρικό ουρανό, μέσα απ’ τα τρεμάμενα φύλλα και να τον διαπέρασε ένα ρίγος, όταν ανακάλυψε πόσο παράξενο πράγμα είναι ένα τριαντάφυλλο και πόσο ωμό είναι το λιόφωτο πάνω από το μόλις κουρεμένο γρασίδι.

Σελ. 258: Ήταν έτοιμη να πάει να παίξει γκολφ και θυμάμαι πως έμοιαζε με ωραία φωτογραφία από διαφήμιση, με το πιγούνι της ανασηκωμένο παιχνιδιάρικα, τα μαλλιά της στο χρώμα των φθινοπωριάτικων φύλλων, με το πρόσωπό της στην ίδια καφέ απόχρωση όπως και το χωρίς δάχτυλα γάντι στο γόνατό της.

[Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ, μετάφραση Γρηγόρης Παπαδογιάννης, ΤΟ ΒΗΜΑ 2013– σειρά: χάρτινοι έρωτες της μεγάλης οθόνης, εισαγωγικό σημείωμα: Γιάννης Ζουμπουλάκης, σελ. 270]

 Η Λάνα ντελ Ρέι στο Young and beautiful από τη μουσική επένδυση της ταινίας του Μπαζ Λούρμαν The Great Gatsby (2013) με πρωταγωνιστή τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο.