Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

«Τέκνον, τί κλαίεις;» (Ιλ. Σ. 73 – 74)


(Η Θέτις ακούει απ’ τη σπηλιά του γέρου πατέρα της Νηρέα, βαθιά στη θάλασσα, τον πόνο του γιου της, και συνοδευόμενη από τις Νηρηίδες, τις αδελφές της, τις σαράντα εννιά θειάδες του Αχιλλέα, -και ειρήσθω στο διάβα τους τα κύματα μεριάζουν-, φτάνει στην Τροία, στα καράβια και στο γιο της που θρηνεί το χαμό του συντρόφου του.)

«Τέκνον, τί κλαίεις; τί δέ σε φρένας ἵκετο πένθος;
ἐξαύδα μὴ κεῦθε∙…»

«Παιδί μου, γιατί κλαις; Ποιο πένθος έπεσε στην καρδιά σου;
Μίλα μου, μη μου το κρύβεις…»

(Σχέδιο (1895-99) του Νικόλαου Γύζη (1842-1901), Αχιλλέας και Θέτις.)

Η εκδρομή.


Αυτή την εβδομάδα έκανα μία μικρή εκδρομή -να πω- στα μέρη του ελληνικού ακτιβισμού. Με την ίδια πολιτική αφέλεια που το ξανάκανα μερικές φορές τα τελευταία χρόνια. Και πάλι τοξικά βαλτοτόπια, προσωπικές στρατηγικές, εγωπάθειες. Μα, θα μου αντείπει κάποιος, τι άλλο πια οπουδήποτε. Δε συμφωνώ. Ποικίλλει η πυκνότητα, ακόμα και η ποιότητα του δηλητηρίου. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου, εν πάση περιπτώσει, αυτή την εκδρομή να μην την ξανακάνω. Έχω την τέχνη μου επιπλέον, που είναι από μόνη της μία δημόσια λειτουργία. Τον πάγκο με τις παραβολές, τις αλληγορίες μου, τον τρόπο να φτιάχνω από τα δηλητήρια φάρμακα.  

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Οἱ ἑλίκωπες Ἀχαιοὶ (Ιλ. Α. 389).



Οι Αχαιοί με τα εύστροφα, ζωηρά μάτια. 

(Η φωτογραφία από το χρονολόγιο / τοίχο στο fb του Θεόδωρου Μεταλληνού, με λεζάντα: Αλβανικό Μέτωπο, 1941, Έλληνες στρατιωτικοί σε επιφυλακή.)

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Ἄχεος νεφέλη μέλαινα / μαύρο της λύπης σύννεφο (Ιλ. Σ. 20 – 31).

«Αλί σε μένα, γιε του συνετού Πηλέα, αληθινά πολύ θλιβερή αγγελία θ' ακούσεις για όσα μακάρι να μην είχανε συμβεί. Ο Πάτροκλος κείτεται νεκρός κι οι άντρες μάχονται γύρω απ' το γυμνό κουφάρι του, κι ακόμα ότι τα όπλα του τα έχει στην κατοχή του ο Έκτορας, αυτός που η περικεφαλαία του στραφταλίζει.»
Αυτά είπε ο Αντίλοχος και τον Αχιλλέα τον πλάκωσε το μαύρο της λύπης σύννεφο∙ πήρε και με τα δυο του χέρια σκόνη γεμάτη στάχτη και την έχυσε πάνω στο κεφάλι του κι ασχήμυνε το όμορφο πρόσωπό του∙ κι η μαύρη στάχτη κάθισε στο λαμπρό καθαρό χιτώνα του κι ο ίδιος κυλίστηκε όλος και κειτόταν φαρδύς πλατύς στα χώματα, και με τα ίδια του τα χέρια χάλαγε ξεριζώνοντας τα μαλλιά του. Κι οι σκλάβες που ο Αχιλλέας κι ο Πάτροκλος είχανε πάρει σαν λάφυρα στον πόλεμο μέσ’ απ’ την ψυχή τους οδύρονταν με δυνατές κραυγές, βγήκαν απ’ την πόρτα κι έτρεξαν γύρω απ’ τον Αχιλλέα, τον έμπειρο πολεμιστή, κι όλες χτυπιούνταν στα στήθια με τα χέρια τους και λύνονταν καθεμιάς τα γόνατα.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Ομηρικό σασπένς (και Ιλ. Σ. 12 - 14).


(Μια ολόκληρη ραψωδία, η Ρ, σαν τη μαγιά που φουσκώνει την αγωνία: οι συγκρούσεις γύρω από το κουφάρι του Πάτροκλου, κι εντούτοις καμία εικόνα από τον Αχιλλέα, τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Ο ακροατής αδημονεί. Περιμένει την έκρηξη των αισθημάτων, το πένθος του γιου του Πηλέα. Η Ρ τελειώνει με τους Μηριόνη και Μενέλαο να μεταφέρουν το σώμα του νεκρού ήρωα κι από κοντά τους δυο Αίαντες να αποκρούουν τους Τρώες που με επικεφαλής τους Έκτορα και Αινεία τούς καταδιώκουν. Παράλληλα, ο γιος του Νέστορα, ο Αντίλοχος, παίρνει την εντολή ν’ ανακοινώσει τη θλιβερή είδηση στο σύντροφο του γενναίου και μειλίχιου Πάτροκλου. Η Σ, λοιπόν, ξεκινάει μ’ αυτούς να πλησιάζουν τα καράβια και τον Αχιλλέα, κι απ’ την πλευρά του εκείνον να παρακολουθεί ανήσυχος τους Αχαιούς που υποχωρούν και που σκορπίζονται στην πεδιάδα, να τον ζώνουν τα φίδια, να μονολογεί:)

«Το πιθανότερο σκοτώθηκε ο γενναίος γιος του Μενοίτιου, ο δύσμοιρος∙ αλλά μήπως δεν τον συμβούλευα αφού απωθήσει την εχθρική φωτιά να ’ρθει πίσω στα πλοία και να μη συγκρουστεί με τον Έκτορα…»

Τα ψαρόνια, οι καλιακούδες, το κιρκινέζι (Ιλ. Ρ. 755 - 757).


(Νέφος ψαρῶν ἠὲ κολοιῶν και παρακάτω κίρκον, (σύννεφο / σμήνος από ψαρόνια ή καλιακούδες και κιρκινέζι) στους στίχους 755 – 757 της Ρ. Προφανώς τις νεοελληνικές λέξεις δεν τις επέβαλαν στους παππούδες μας οι καθαρολόγοι: κολοιὸς / καλιακούδα, ψὰρ / ψαρόνι, κίρκος / κιρκινέζι. Τα ονόματα των πουλιών, τους τύπους των λέξεων, τα χωρίζουν 3000 χρόνια.)

Κι αυτοί, όπως έρχεται σύννεφο από ψαρόνια ή καλιακούδες, κι όλα μαζί φωνάζουν μόλις δουν μπροστά τους να φτάνει κιρκινέζι…

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ρ, στίχοι 755 - 757]

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Κάποιος να πάει την είδηση στον Αχιλλέα (Ιλ. Ρ. 640 – 647).


(Μιλάει ο μεγαλόσωμος Αίαντας, ο γιος του Τελαμώνα.)

«Κάποιος να βρισκότανε να ειδοποιήσει το συντομότερο το γιο του Πηλέα. Γιατί πολύ φοβάμαι δεν έφτασε καν στ’ αυτιά του η θλιβερή είδηση πως σκοτώθηκε ο αγαπημένος του σύντροφος. Αλλά δεν μπορώ να δω πουθενά κανέναν γι’ αυτή τη δουλειά, γιατί άντρες κι άλογα τα σκεπάζει εξίσου η ομίχλη. Δία πατέρα, ρύσαι ημάς τους γιους των Αχαιών από την ομίχλη, κάνε να ’ρθει αιθρία και δώσε στα μάτια μας να δουν∙ κι ύστερα πια, στο φως, σκότωσέ μας, αν αυτό σ’ ευχαριστεί.»

(Η εικονογράφηση από την εικόνα προφίλ στο facebook του νεαρού συνάδελφου Ιβάν Αθανασόπουλου. Τον ευχαριστώ για την ευγενική παραχώρηση.)

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Τα άλογα του Αχιλλέα θρηνούν τον Πάτροκλο∙ ο Δίας τα οικτίρει (Ιλ. Ρ. 426 – 450).


(Ο Όμηρος δεν αγαπάει άλλη αλήθεια από την αλήθεια της τέχνης του. Σπανίζουν τα αποφθέγματα στη ροή του κειμένου του. Ιδού ένα. Αλλά κι εδώ, καθώς το εκφέρει πρόσωπο της αφήγησης, ο Δίας, και όχι ο αφηγητής, ίσως, αν ιδωθεί στο περιβάλλον του, δεν είναι άμοιρο ορισμένης ειρωνείας: οὐ μὲν γάρ τί πού ἐστιν ὀϊζυρώτερον ἀνδρὸς  /  πάντων ὅσσα τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καὶ ἕρπει, γιατί πουθενά και τίποτε δεν υπάρχει πιο αξιολύπητο από τον άνθρωπο ανάμεσα σε όλα όσα αναπνέουν και σέρνονται πάνω στη γη, Ιλ. Ρ. 446 - 447.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Όταν ο Δίας κουνάει το κεφάλι σύννους (Ιλ. Ρ. 194 - 208).



(Και μη μας διαφύγει η έξοχη προοικονομία, η σχετική με τον Αχιλλέα: αλλά δε γέρασε μέσα στα όπλα του πατέρα του ο γιος.)
 
Κι ο Έκτορας φόρεσε τα αθάνατα όπλα του Αχιλλέα, του γιου του Πηλέα, που οι θεοί, οι απόγονοι του Ουρανού, τα δώρισαν στον αγαπημένο πατέρα του∙ κι αυτός με τη σειρά του τα ’δωσε σαν γέρασε στο παιδί του∙ αλλά δε γέρασε μέσα στα όπλα του πατέρα του ο γιος… 
Αυτόν πάλι όταν τον είδε από ψηλά ο Δίας που αθροίζει τις νεφέλες να οπλίζεται με τα όπλα του θεϊκού γιου του Πηλέα, αφού κούνησε το κεφάλι, μονολόγησε: «Αχ, καημένε, ούτε που ψυλλιάζεσαι ο θάνατος πόσο κοντά σου ήρθε, εσύ, αντίθετα, φοράς τ’ αθάνατα όπλα ενός πολύ γενναίου άντρα που οι άλλοι τον τρέμουν. Δε φτάνει που του σκότωσες το σύντροφο τον προσηνή και το δυνατό, μόνο του άρπαξες κατά τρόπο άπρεπο και τα όπλα που φόραγε στο κεφάλι και στους ώμους του. Παρ’ όλ’ αυτά, προσώρας θα σου δώσω μεγάλη δύναμη, σαν ανταπόδοση για το ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις απ’ τη μάχη στο σπίτι σου ούτε να δεχτεί η Ανδρομάχη από σένα τα περίφημα όπλα του γιου του Πηλέα.» 

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Το κουφάρι του Πάτροκλου το φρουρούν λιοντάρια (Ιλ. Ρ. 107 – 139).



(Ο Όμηρος τα λιοντάρια -τόσο συχνές και λεπτομερείς οι περιγραφές τους στις εκτενείς παρομοιώσεις του- δεν τα είχε δει, βέβαια, σε ντοκιμαντέρ του Animal Planet.)

Μπροστά βάδιζε ο Έκτορας, κι απέναντί του ο Μενέλαος έκανε βήματα προς τα πίσω, εγκατέλειπε το νεκρό στρίβοντας κάθε λίγο το κεφάλι σαν το λιοντάρι με την όμορφη χαίτη που το διώχνουν τα σκυλιά και οι άντρες απ’ τη μάντρα με όπλα και με φωνές, κι αυτό παγώνει τη γενναία του καρδιά και παρά τη θέλησή του φεύγει από τη στάνη. Έτσι κι ο ξανθός Μενέλαος απομακρύνθηκε από τον Πάτροκλο, μα μόλις έφτασε στο πλήθος των συντρόφων του, στάθηκε και στρέφοντας το κεφάλι έψαχνε τον Αίαντα, το γιο του Τελαμώνα. Και τον εντόπισε πολύ γρήγορα στο αριστερό ακρότατο σημείο της μάχης να δίνει θάρρος στους συντρόφους του και να τους παροτρύνει να συμμετέχουν στον πόλεμο, γιατί ο Φοίβος Απόλλωνας τους είχε υποβάλει την επιθυμία να τραπούν σε φυγή. Ο Μενέλαος έτρεξε και με το που τον πλησίασε του είπε: «Αίαντα, φίλε μου, έλα δω να σπεύσουμε στο σκοτωμένο Πάτροκλο, μήπως και μπορέσουμε να μεταφέρουμε το κουφάρι του στον Αχιλλέα, γυμνό βέβαια, γιατί τα όπλα του τα έχει στην κατοχή του ο Έκτορας, αυτός που η περικεφαλαία του στραφταλίζει.» Έτσι μίλησε και συνεπήρε την ψυχή του γενναίου Αίαντα. Κι εκείνος διέσχισε την πρώτη γραμμή των μαχητών ακολουθούμενος από τον ξανθό Μενέλαο.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Ο θάνατος του Πάτροκλου: unfair του Απόλλωνα; (Ιλ. Π. 783 – 796, 801 – 809, 816 – 822).


(Unfair του Απόλλωνα; Όμως εκτελεί εντολές του Δία. Ή μήπως το θάνατο του Πάτροκλου τον επιβάλλει η οικονομία της αφήγησης, σαν να λέμε η ίδια η ανάγκη ή η τάξη του κόσμου;
Επίσης, σημειωτέα, όχι πρώτη φορά, η αφήγηση στο β’ πρόσωπο. Ο αφηγητής στιγμιαία απευθύνεται στον ήρωά του, εδώ στον Πάτροκλο, όπως συχνά προς τις μούσες στο σύνολό τους, ή ιδιαίτερα μόνο προς την Καλλιόπη.)

(783 – 796) Κι ο Πάτροκλος όρμησε με κακή διάθεση ενάντια στους Τρώες. Τρεις απανωτές φορές έπεσε πάνω τους, ίδιος με τον ακαριαίο Άρη, βγάζοντας τρομερές ιαχές, και σκότωσε τρεις φορές από εννέα άντρες. Όταν όμως ρίχτηκε για τέταρτη φορά, ίδιος στην ορμή με θεό, -τότε πια, Πάτροκλε, φάνηκε το τέλος της ζωής σου-, γιατί βρέθηκε απέναντί του ο Φοίβος, στη σκληρή μάχη φοβερός. Κι ο Πάτροκλος μες στην ταραχή δεν τον κατάλαβε που ερχόταν, γιατί τον πλησίασε καλυμμένος με πολλή ομίχλη. Στάθηκε μάλιστα πίσω του και τον χτύπησε στην πλάτη και στους πλατιούς ώμους με την παλάμη του χεριού, και τότε τα μάτια του στριφογύρισαν από τη ζάλη. Κι ο Φοίβος Απόλλωνας του πέταξε απ’ το κεφάλι την περικεφαλαία, κι αυτή κατρακύλησε και βρόντηξε με μεταλλική κλαγγή κάτω στα πόδια των αλόγων, η περικεφαλαία με τις οπές στη θέση των ματιών, η τρίπτυχη, και λερωθήκαν οι αλογίσιες τρίχες του λοφίου της με αίματα και με χώματα. 

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Οι δίδυμοι νεκροπομποί του Σαρπηδόνα (Ιλ. Π. 666 – 675).


(Ο Δίας μεριμνά για την ταφή του γιου του.)

Και είπε τότε στον Απόλλωνα ο Δίας, αυτός που αθροίζει τις νεφέλες: «Εμπρός, αγαπημένε Φοίβε, πήγαινε τώρα να καθαρίσεις τον Σαρπηδόνα από τα μαύρα αίματα κι από τα βέλη, κι έπειτα να τον μεταφέρεις πολύ μακριά και να τον λούσεις σε ρεύμα ποταμού. Κι άλειψέ τον με το τελετουργικό μείγμα της αμβροσίας και ντύσε τον με τ’ αθάνατα ρούχα, και στείλε τους ταχείς συνοδούς για να τον μεταφέρουν, τους δίδυμους αδελφούς, τον Ύπνο και τον Θάνατο. Κι αυτοί ευθύς να τον αποθέσουν στην εύφορη γη της ευρύχωρης Λυκίας, όπου θα τον θάψουν τ’ αδέλφια και το σόι του και θα του ανεγείρουν τύμβο και στήλη, που είναι, βέβαια, και το έσχατο τιμητικό δώρο στους νεκρούς.»

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Σπονδή και προσευχή του Αχιλλέα στον Δία (Ιλ. Π. 220 - 248).


(Ο Αχιλλέας μόλις ξεπροβόδισε τον Πάτροκλο και τους Μυρμιδόνες του που κατευθύνονται προς το πεδίο της μάχης.)

Και τότε ο Αχιλλέας κίνησε κι ήρθε στη σκηνή του κι άνοιξε από το σκέπασμά του το όμορφο ξυλόγλυπτο σεντούκι που η Θέτις με τ’ ασημένια πόδια τού ’δωσε να πάρει μαζί του στο καράβι, αφού το γέμισε με χιτώνες και αντιανεμικές χλαίνες και φλοκάτες. Εκεί είχε κι ένα ποτήρι καμωμένο με πολλή τέχνη, απ’ το οποίο δεν έπινε κανένας άλλος αφρώδες κρασί, ούτε έκανε σπονδές σε άλλον θεό παρά μόνο στον πατέρα Δία. Το πήρε τότε μέσ’ απ’ το σεντούκι, το καθάρισε πρώτα με θειάφι, το ξέπλυνε έπειτα με καθαρό τρεχούμενο νερό, έπλυνε κι ο ίδιος τα χέρια του και το γέμισε κρασί αφρώδες. Ύστερα στάθηκε στο μέσον της αυλής και προσευχόταν, έχυνε κρασί και σήκωνε το βλέμμα ψηλά στον ουρανό∙ κι ο Δίας που αγαπάει τους κεραυνούς τον άκουσε. «Δία βασιλιά, που έχεις μαντείο στη Δωδώνη της Ηπείρου με τους δύσκολους χειμώνες, κι ολόγυρα εκεί μένουν οι μάντεις Σελλοί που δεν πλένουνε τα πόδια τους και που κοιμούνται κατάχαμα.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Τους πολεμιστές τούς σώζει η ντροπή (Ιλ. Ο. 560 – 564).


Τους Αργείους, εντωμεταξύ, τους εμψύχωνε ο μεγαλόσωμος Αίαντας, ο γιος του Τελαμώνα: «Φίλοι μου, να σταθείτε άντρες και βάλτε στην ψυχή σας την ντροπή. Να ντρέπεστε ο ένας τον άλλον στις σκληρές μάχες. Όταν οι άντρες έχουνε ντροπή πάνω τους, το πιθανότερο σώζονται παρά σκοτώνονται. Όταν, αντίθετα, τρέπονται σε φυγή, ούτε δόξα κερδίζουν μα ούτε κάποια σίγουρη προφύλαξη.»



[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ο, στίχοι 560 – 564]

Το νήμα από την αρχή (Κυριάκος Βενιζέλος – Κυριάκος Μητσοτάκης).

Το νήμα από την αρχή

(Κυριάκος Βενιζέλος – Κυριάκος Μητσοτάκης)

image


















Athens Voice, 10-10-2015.

Νομίζω ότι η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί επιλογή αυτοσυντήρησης όχι μόνο για το συντηρητικό κόμμα.
Έχει αναλυθεί από πολλούς το ότι η πολιτική τάξη, σχεδόν στο σύνολό της, από ανικανότητα ή ιδεοληπτικές εμμονές στην καλύτερη περίπτωση, από μικροπολιτική ιδιοτέλεια το συχνότερο, αλλά και μαζί της μια σεβαστή μερίδα της κοινωνίας που εύλογα υπερασπίζεται κεκτημένα προνόμια, εννοούν να αντιμετωπίζουν με το λάθος τρόπο τα σημερινά συσσωρευμένα προβλήματα. Μακάρι να ήταν γιατί έστω -κατά τη γνωστή φράση του προέδρου των ΗΠΑ- βρίσκονται στη λάθος πλευρά της Ιστορίας.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Ο Απόλλωνας παίζει στην άμμο (Ιλ. Ο. 361 - 364).


Κι ο Απόλλωνας γκρέμισε το τείχος των Αχαιών πολύ εύκολα όπως ένα παιδί την άμμο στην ακρογιαλιά, που σαν παιδί, ό,τι σχήματα έφτιαξε προηγουμένως, ύστερα, πάλι παίζοντας, τα σκόρπισε με τα πόδια και τα χέρια του.






[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ο, στίχοι 361 – 364).  

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Η Ήρα ταξιδεύει με την ταχύτητα της σκέψης (Ιλ. Ο. 80 - 85).


Και με την ταχύτητα που τρέχει ο νους του ανθρώπου που ταξίδεψε σε πολλά μέρη της γης σαν σκέφτεται με το γεμάτο εικόνες μυαλό του: «Εκεί να ήμουνα τώρα ή μήπως εκεί», κι επιθυμεί με την καρδιά του το ένα ή το άλλο, εξίσου γρήγορα πέταξε απ’ την έξαψή της και η σεβάσμια Ήρα. Κι όταν έφτασε στον ψηλό Όλυμπο, πέτυχε την ομήγυρη των αθανάτων θεών στο σπίτι του Δία.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Ο Δίας και η Ήρα κάνουν σεξ στο ύπαιθρο (Ιλ. Ξ. 346 - 351).


(Κι αφού την καθησύχασε πως δε θα τους έβλεπε θεού ή ανθρώπου μάτι)

Ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, πήρε στην αγκαλιά του τη γυναίκα του. Τότε για χάρη τους φύτρωσε νιόβγαλτη χλόη από κάτω τους, άνθη του λωτού δροσερά και κρόκοι και υάκινθοι πυκνοί και τρυφεροί ανάμεσα στα κορμιά τους και στο χώμα. Εκεί ξάπλωσαν, κι ένα σύννεφο όμορφο και χρυσό ήρθε και τους σκέπασε, ενώ πέφτανε από ψηλά στιλπνές δροσοσταλίδες.

(Στις φωτογραφίες, από πάνω προς τα κάτω: άνθος του λωτού, κρόκοι / κρινάκια ζαφοράς, υάκινθοι / ζουμπούλια.)

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ξ, στίχοι 346 – 351]

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Πώς ονομάζεται η κύμινδη στη γλώσσα των θεών (Ιλ. Ξ. 286 - 291).


Εκεί έμεινε ο Ύπνος προτού τον δουν τα μάτια του Δία, ανεβασμένος σε πανύψηλο έλατο που ευδοκιμούσε τότε στην Ίδη, πολύ ψηλό, που ξεπερνούσε τον αέρα κι έφτανε ως τον αιθέρα, το ανώτατο στρώμα του ουρανού. Εκεί κάθισε, καλυμμένος απ’ τα κλωνάρια του έλατου, όμοιος με το ορεσίβιο πουλί με τη δυνατή φωνή που οι θεοί το ονομάζουνε χαλκίδα, οι άνθρωποι όμως κύμινδη.

(Το σωστότερο: στο γλωσσικό ιδίωμα των θεών.
Νομίζω εδώ ακούγονται τα γέλια από έναν - δυο ανάμεσα στους ακροατές του ραψωδού.)