Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Έχε γεια, θείε Όμηρε. Θα σου ξανάρθω.


Δε μ’ αρέσουν οι συγκρίσεις. Ήτανε ανάμεσα στις πιο δυνατές αναγνωστικές εμπειρίες μου, παρόλο που η πρόθεσή μου δεν ήτανε κυρίως αυτή. Τα έπη με ενδιέφεραν ως λογοτεχνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, κάπως να αντιληφθώ τη βάση των αισθημάτων, πιο σωστά των αισθητικών μορφών, που διέπουν τον κόσμο όχι μόνο των προσώπων αλλά και του αφηγητή, για το ιστορικό μυθιστόρημα που έχω στα σκαριά.
Η ανάγνωση των επών, όπως την εννοώ στο σημείωμα αυτό, προϋποθέτει την επαρκή γνώση της αρχαίας γλώσσας.
Ο Όμηρος δεν είναι πεζογράφος είναι όμως μυθιστοριογράφος. Για την Οδύσσεια συμφωνούν όλοι: είναι ο μακρινός πρόγονος του αρχαίου μυθιστορήματος. Διάβασα και την Ιλιάδα σαν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για αφηγηματική λογοτεχνία υψηλού ύφους. Ακριβώς τον ίδιο χαρακτηρισμό που κατά τη ρήση του Κούντερα δικαιούνται και οι στυλίστες μυθιστοριογράφοι μετά την εμβληματική Μαντάμ Μποβαρύ. Ο Όμηρος αφηγείται διεξοδικά, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια αντικείμενα και συχνά χώρους, τα πρόσωπά του, ακόμα και οι θεοί, αντιδρούν ψυχολογημένα, χειρίζεται σαν λόγιος λογοτέχνης τον αφηγηματικό σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο (νομίζω και με προφανή την εγγραμματοσύνη του), υπάρχει τόση και τέτοια κυριολεξία και ακρίβεια στο πρωτότυπο κείμενο, (και γιατί το δακτυλικό εξάμετρο παρείχε μεγαλύτερη ευχέρεια στον αφηγητή απ' οποιοδήποτε νεοελληνικό μέτρο) αφηγηματική πληρότητα που δυστυχώς οι έμμετρες μεταφράσεις δεν αποδίδουν.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Πατέρας και γιος (Οδ. Ω. 223 – 250).


(Ο Οδυσσέας βρίσκει τον πατέρα του να περιποιείται ένα δεντράκι στο περβόλι του. Σαν ηλικιωμένος γεωργός νοικοκυραίος του καιρού μας. Ξεβοτανίζει και σκάβει το λάκκο γύρω από τη ρίζα του δέντρου.
Ο πατέρας θ’ αναγνωρίσει το γιο, ζητώντας του σημάδια κι αυτός, και όταν βεβαιωθεί ποιος είναι από τη συγκίνησή του θα λιποθυμήσει. Γιοι και πατεράδες αγαπιούνται πολύ στα έπη.
Η Οδύσσεια τελειώσει με την παρέμβαση της Αθηνάς και του Δία που διαμηνύουν στη συνέλευση των Ιθακήσιων και στους οργισμένους συγγενείς των μνηστήρων ότι εγκρίνουν τον τρόπο που απένειμε τη δικαιοσύνη ο Οδυσσέας.)

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Ο υγρός και σκοτεινός δρόμος (Οδ. Ω. 9 – 14).

(...Ίσαμε τον ἀσφοδελὸν λειμῶνα, το χλοερό τόπο των αρχαίων ηρώων. 
Ο ψυχοπομπός Ερμής κρατώντας τη χρυσή ράβδο του που θέλγει τὰ ὄμματα τῶν ἀνδρῶν / τα βλέμματα των ανθρώπων, οδηγεί τις ψυχές των μνηστήρων στα εὐρώεντα κέλευθα / στις μουχλιασμένες ατραπούς, στον υγρό και σκοτεινό δρόμο.)

Τους οδηγούσε ο άδολος Ερμής, κατέβαιναν τον υγρό και σκοτεινό δρόμο. Πέρασαν τα ρεύματα του Ωκεανού και τη Λευκή Πέτρα, διάβηκαν του ήλιου τις πύλες και τη χώρα των ονείρων∙ και γρήγορα φτάσανε στο λιβάδι με τους ασφόδελους, εκεί όπου κατοικούν οι ψυχές, οι ίσκιοι των πεθαμένων.

(Το άνθος του ασφόδελου.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ω, στίχοι 9 – 14]

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Διαχρονική ευχή (Οδ. Ψ. 211 – 213).

(Δίστιχο που δε γινόταν να μην απομονώσω.)

Ο ένας του άλλου τα νιάτα να χαρούμε και συντροφευμένοι ως τα βαθιά γεράματα να φτάσουμε.


(John Flaxman (1755-1826): Η συνάντηση του Οδυσσέα και της Πηνελόπης.)

 [Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ψ, στίχοι 211 – 213]

Το ριζωμένο κρεβάτι (Οδ. Ψ. 177 – 217).


(Το κρεβάτι της Πηνελόπης και του Οδυσσέα -τι άλλο;- ήτανε ριζωμένο.
Δεν της αρκεί ως αναγνωριστικό σημάδι η ουλή από το άσπρο δόντι του κάπρου στο πόδι του άντρα της, τον δοκιμάζει και με το ιδιαίτερο μυστικό της κλίνης τους.)

«Εμπρός, λοιπόν, Ευρύκλεια, στρώσε το κρεβάτι του έξω από την καλοχτισμένη κάμαρά μας, που ο ίδιος την έχτισε, έξω εκεί να του μεταφέρεις ολόκληρο το κρεβάτι και βάλε στρώμα και προβιές και χλαίνες και λαμπερά σκεπάσματα.»
Έτσι είπε δοκιμάζοντας τον άντρα της∙ κι ο Οδυσσέας με στενοχώρια απάντησε στη συνετή κι αγαπημένη σύζυγο: «Γυναίκα, αυτά τα λόγια σου, αλήθεια, με στενοχωρήσανε πολύ. Ποιος μετακίνησε το κρεβάτι μου; Θα ήτανε δύσκολο και για τον καλύτερο τεχνίτη, εκτός αν ένας θεός ο ίδιος ερχόταν, αυτός μόνο αν ήθελε θα το μετακινούσε εύκολα σε άλλο μέρος. Ανάμεσα στους ανθρώπους, όμως, κανένας ζωντανός θνητός, ούτε στα καλά του νιάτα, δε θα του άλλαζε θέση με ευκολία, καν με μοχλό, γιατί υπάρχει απ’ την κατασκευή του ένα μεγάλο μυστικό στο σκαλιστό κρεβάτι, δικό μου δημιούργημα, όχι κάποιου άλλου.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ταξίδι επιστροφής προς τη θάλασσα.


alt 












Για τη νουβέλα του Αντώνη Νικολή Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (εκδ. Το Ροδακιό).
Της Άλκηστης Σουλογιάννη
Με αφορμή μια συμβολαιογραφική τακτοποίηση, ο Μιχάλης ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου στη διάσταση του εσωτερικού ανθρώπου, όπου πάντως παρεμβαίνει και το κοινωνικό προσωπείο του, επιστρέφει στις περιοχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας και προσπαθεί να ανακτήσει το περιεχόμενο του προσωπικού του παρελθόντος, δηλαδή στην ουσία επιχειρεί μια επίσκεψη στον προσωπικό του χωρόχρονο ξεφεύγοντας προσωρινά από το κειμενικό παρόν του. Τα χαλάσματα που ο Μιχάλης εντοπίζει στο εδώ-και-τώρα του κειμενικού κόσμου, αντιπροσωπεύουν τα εναπομείναντα τεκμήρια αυτού του προσωπικού χωρόχρονου, όπου οι περιπλανήσεις στα φυσικά και κυρίως στα εσωτερικά τοπία δεν καθιστούν τελικά εφικτή την πρόσβαση.
Ο Αντώνης Νικολής έχει οργανώσει μια εντυπωσιακή τοπιογραφία, όπου αποτυπώνεται παραστατικά αφενός το διασωθέν περιεχόμενο της μνήμης και αφετέρου το υλικό που προέρχεται από τις διεργασίες της φαντασίας και του ονείρου.

Διά χειρός Γιάννη Δημητράκη.



Με τον πολύ καλό ζωγράφο Γιάννη Δημητράκη υπήρξαμε συστρατιώτες το μακρινό 1988. Έχω στο γραφείο μου σχέδιό του από τότε. Είδε την αναρτημένη χτες φωτογραφία μου, εδώ και στο fb, και αντέδρασε με τη γενναιοδωρία της τέχνης του.



Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Προχτές, Τετάρτη βράδυ, στο Black Duck της Χρήστου Λαδά.



Από το κινητό της ανιψιάς μου Αννούλας.

Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια (Οδ. Ψ. 85 – 95).


(Υπέφεραν και οι δυο τους είκοσι χρόνια γι’ αυτή τη στιγμή. Οι συγγραφείς της σειράς μπερδεύουν την αφήγηση με το αισθηματικό της φορτίο ή πολύ χειρότερα με τις ιδέες τους∙ οι καλοί συγγραφείς, αντίθετα, και πρώτος ο Όμηρος βέβαια, μεριάζουν, σεβόμενοι τους ίδιους τους ήρωές τους. Ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη, ο ένας απέναντι στον άλλο, μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια, μένουν αμήχανοι, σιωπηλοί. Της ίδιας αισθηματικής οικονομίας όπως το κούνημα της ουράς και το κατέβασμα των αυτιών του γέρικου Άργου μαζί με το δάκρυ του Οδυσσέα για τον πιστό του σκύλο, επτά ραψωδίες νωρίτερα (Οδ. Ρ. 291 – 327).)

Κατέβαινε από την κάμαρα του ορόφου κι έβαζε πολλά με το νου της, αν από μακριά θα υπέβαλλε σε ανάκριση τον αγαπημένο σύζυγο ή θα ’τρεχε πάνω του, το κεφάλι του να φιλήσει, να πιάσει τα δυο χέρια του, να τα φιλήσει κι αυτά. Φάνηκε στην πόρτα της αίθουσας, πέρασε το πέτρινο κατώφλι, ύστερα πήγε και κάθισε απέναντι από τον Οδυσσέα, στο αντιφέγγισμα της φωτιάς, πλάι στον αντικριστό τοίχο∙ αυτός πάλι καθότανε κοντά στην ψηλή κολόνα, με το βλέμμα κατεβασμένο, προσδοκώντας την κουβέντα που θα του ’λεγε η σοβαρή του σύζυγος τώρα που τον έβλεπε με τα μάτια της. Εκείνη όμως παρέμενε αμίλητη για ώρα πολλή και ο νους της ήτανε σε σύγχυση∙ κι άλλοτε από το πρόσωπό του δεν ξεκολλούσε τη ματιά της, κι άλλοτε δεν τον αναγνώριζε απ’ τα κουρέλια στο κορμί του.   

(Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985): Οδυσσέας και Πηνελόπη (1972).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ψ, στίχοι 85 – 95]

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Θειάφι και φωτιά (Οδ. Χ. 480 – 501).

(Οι δώδεκα δούλες που είχαν σχέσεις με τους μνηστήρες και ο προδότης γιδοβοσκός Μελάνθιος θανατώνονται. Του τελευταίου, του κόβουν μύτη, αυτιά, τα γεννητικά όργανα τα πετούν στα σκυλιά, τα χέρια και τα πόδια. Κι όταν ολοκληρώθηκε η απονομή του δίκαιου, το μεγάλο φονικό, και καθαρίστηκε το σπίτι απ' τις βρομιές, ο Οδυσσέας απευθύνεται στην Ευρύκλεια για το τελευταίο, τον καθαρμό από το μίασμα.)

«Φέρε μου φωτιά, φέρε μου και θειάφι, γερόντισσα, που διώχνει το κακό, το παλάτι να θειαφίσω. Κι εσύ παράγγειλε στην Πηνελόπη να ’ρθει με τις θεραπαινίδες της. Και δώσε εντολή σ' όλες τις δούλες του σπιτιού να μαζευτούν εδώ.»
Κι η αγαπημένη παραμάνα, η Ευρύκλεια, συμφώνησε, αλλά και πρόσθεσε: «Ναι, παιδί μου, σωστά τα είπες αυτά. Μόνο έλα να σου φέρω ρούχα, χλαίνη και χιτώνα, μη στέκεσαι έτσι με κουρέλια σκεπασμένος στους φαρδιούς ώμους σου στο ίδιο σου το παλάτι, κι ο κόσμος τι θα λέει.»

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Κράτα μέσα σου τη χαρά (Οδ. Χ. 401 – 415).

(Ο Τηλέμαχος με εντολή του πατέρα του πάει και φέρνει την Ευρύκλεια, τη γριά έμπιστη παραμάνα. Εκείνη, με το που βλέπει το σωρό με τα πτώματα των μνηστήρων, δυσκολεύεται να συγκρατήσει τις φωνές της χαράς της.)

Βρήκε τότε τον Οδυσσέα μες στα κουφάρια των σκοτωμένων καταβρεγμένο από λέρες και αίματα σαν το λιοντάρι που κατασπάραξε βόδι οικόσιτο, στον αγρό, και που κινεί να φύγει κι όλο το στήθος και τα μάγουλά του κι απ’ τις δυο μεριές στάζουν αίμα και είναι τρομακτική η όψη του σαν το κοιτάς∙ έτσι και ο Οδυσσέας ήτανε ραντισμένος μαύρα αίματα ψηλά στα χέρια κι ως τα πόδια. Και η παραμάνα, όταν είδε τους νεκρούς και το αίμα που έρρεε πολύ, μπρος στο μεγάλο κατόρθωμα άρχισε να βγάζει κραυγές χαράς. Ο Οδυσσέας όμως τη συγκράτησε, της έκοψε τη φόρα και της μίλησε με λόγια που φτερούγισαν από το στόμα του: «Κράτα μέσα σου τη χαρά, γερόντισσα, και συγκρατήσου, μη φωνάζεις∙ γιατί δεν επιτρέπεται από τους θεούς μπροστά σε νεκρούς να κομπάζουμε. Αυτούς εδώ η μοίρα των θεών τούς δάμασε και τα μοχθηρά τους έργα. Γιατί κανέναν απ’ τους θνητούς ανθρώπους που τους συναπαντούσε δε λογάριαζαν ούτε κακός αν ήτανε ούτε καλός
     
(John Flaxman (1755-1826): Ο Οδυσσέας φονεύει τους μνηστήρες (1805).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία χ, στίχοι 401 – 415]

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Αὐτοδίδακτος δ’ εἰμὶ (Οδ. Χ. 330 – 353).


(Και όταν πια είχε ξεκάνει όλους τους μνηστήρες, (απέμεναν οι δώδεκα άπιστες δούλες και ο προσβλητικός προς τον Οδυσσέα γιδοβοσκός του ανακτόρου, ο Μελάνθιος, που θα έχει και τον ατιμότερο απ’ όλους θάνατο), ο αοιδός Φήμιος θα πέσει στα γόνατα του βασιλιά ζητώντας να τον σπλαχνιστεί, καθώς διατείνεται ότι εξαναγκασμένος βρισκόταν στο παλάτι και διασκέδαζε τους μνηστήρες και ότι δε συγκαταλεγόταν σ’ αυτούς. Στα λόγια του, νομίζω, περιέχεται και η αρχαιότερη σχετική με την έμπνευση ομολογία της καλλιτεχνικής συνείδησης:
Αὐτοδίδακτος δ’ εἰμί, θεὸς δέ μοι ἐν φρεσὶν οἴμας παντοίας ἐνέφυσεν
Γιατί είμαι αυτοδίδακτος εγώ κι είναι από τον θεό έμφυτες στο νου μου οι κάθε λογής ωδές. 
Ο Οδυσσέας, ταις πρεσβείαις του ιδίου του Ομήρου βέβαια, στον Φήμιο, όπως και στον καλό φύλακα του Τηλέμαχου, στον κήρυκα Μέδοντα, μόνο σ’ αυτούς, θα χαρίσει τη ζωή.)

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Φιλιά φίλων ανδρών (Οδ. Φ. 221 – 229).


(Η Αθηνά υποβάλλει στην Πηνελόπη την ιδέα να δώσει το τόξο και τη φαρέτρα του Οδυσσέα στους μνηστήρες προκηρύσσοντας με αυτό αγώνα τοξοβολίας -το έπαθλο θα ήταν η ίδια εκείνη. Κανείς τους δεν μπορεί να τεντώσει επαρκώς τη χορδή του τόξου και λίγο προτού το δοκιμάσει ως «γερο – ζητιάνος» ο Οδυσσέας φροντίζει, έξω απ’ το παλάτι και την πόρτα της αυλής, προκειμένου να τους προσεταιριστεί, να αποκαλυφθεί στους πιστούς του υπηρέτες, το χοιροβοσκό Εύμαιο και τον αγελαδάρη Φιλοίτιο. Για να τους πείσει, γυμνώνει την ουλή από το δόντι του κάπρου στο πόδι του. Οι τρεις άντρες, συγκινημένοι, κλαίνε και φιλιούνται: στο κεφάλι, στους ώμους και στα χέρια.)

Έλυσε απ’ τη μεγάλη ουλή τα κουρέλια, κι οι δυο τους μόλις την είδαν κι όλα πια τους φανερώθηκαν καθαρά, έκλαιγαν κι αγκάλιαζαν το συνετό Οδυσσέα κι ακόμα περισσότερο δείχνοντας την αγάπη τους φιλούσαν το κεφάλι και τους ώμους του. Αμοιβαία κι εκείνος φιλούσε τα κεφάλια και τα χέρια τους. Και θα τους έβρισκε η δύση του ήλιου ακόμα να κλαίνε, αν δεν τους σταματούσε και τους έλεγε ο ίδιος ο Οδυσσέας: «Πάψτε τα κλάματα και τους λυγμούς, μην και μας δει κανένα μάτι απ’ το παλάτι κι ύστερα τρέξει μέσα και μας καρφώσει.»   

(Theodoor van Thulden (1606-1669): Ο Οδυσσέας στον αγώνα τόξου (1632).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία φ, στίχοι 221 – 229]

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Amália Rodrigues: Foi Deus / Ήτανε ο Θεός.

Η Αμάλια Ροντρίγκες (και 1, 2, 3, 4) (23 Ιουλίου 1920 - 6 Οκτωβρίου 1999) ερμηνεύει το Foi Deus, σύνθεση και στίχοι του Alberto Janes (1909-1971), γραμμένο ειδικά γι' αυτήν το 1956.


Ήτανε ο Θεός

Δεν ξέρω, κανένας δεν ξέρει
Γιατί τραγουδώ το φάντο μ’ αυτή τη θλίψη και τον πόνο
Και μέσα στο μαρτύριο, με τόση οδύνη
Νιώθω που η ψυχή μου εδώ μέσα γαληνεύει, μέσ’ απ’ τους στίχους που τραγουδώ
Ήτανε ο Θεός που έδωσε φωνή στον άνεμο
Το φως στον ουρανό και το γαλάζιο στα κύματα της θάλασσας
Ήτανε ο Θεός που κρέμασε στο στήθος μου
Ένα ροζάριο του πόνου –όπως εγώ το νιώθω- και κλαίω με το τραγούδι μου
Έκανε ποιητή το αηδόνι, φύτεψε στον κάμπο το διοσμαρίνι
Έδωσε τα λουλούδια την άνοιξη
Αχ, και μου ’δωσε κι εμένα τη φωνή μου
Κι αν τραγουδώ, δεν ξέρω τ’ είν’ αυτό που τραγουδώ
Ανακατεμένος κίνδυνος και νοσταλγία, τρυφερότητα, μπορεί και έρωτας
Μα ξέρω πως τραγουδώντας νιώθω το ίδιο
Σαν όταν η οδύνη κι ο πόνος μάς γλυκαίνουνε το πρόσωπο
Ήτανε ο Θεός που έδωσε το φως στα μάτια, το άρωμα στα τριαντάφυλλα, που έδωσε το χρυσό στον ήλιο και το ασήμι στο φως του φεγγαριού  
Ήτανε ο Θεός που κρέμασε στο στήθος μου
Ένα ροζάριο του πόνου –όπως εγώ το νιώθω- και κλαίω με το τραγούδι μου.
 

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Η προφητεία (Οδ. Υ. 339 – 362).


(Στην ο’ ραψωδία (Οδ. Ο. 223-285) ο Όμηρος αφιέρωσε πολύ χώρο σ’ ένα από τα δεύτερα πρόσωπα του έπους, το μάντη Θεοκλύμενο, αυτόν που είχε καταφύγει στην Πύλο μετά από φόνο που διέπραξε στην πατρίδα του, το Άργος, και επειδή φοβόταν ότι οι διώκτες του τον ακολουθούσαν, ζήτησε από τον Τηλέμαχο να τον πάρει μαζί του στο καράβι για την Ιθάκη. Σ' εκείνους τους στίχους είχε γίνει, επίσης, εκτενής αναφορά στο γενεαλογικό του δέντρο. Αργότερα, στην ίδια ραψωδία (Οδ. Ο. 508-546), όταν ο Τηλέμαχος αποβιβάζεται στο λιμανάκι του Φόρκυνα για να ανηφορίσει προς το χοιροστάσιο του Εύμαιου και στέλνει το καράβι με τη συνοδεία του στο λιμάνι της Ιθάκης, μεριμνά ο Θεοκλύμενος να φιλοξενηθεί από τον Πείραιο, το γιο του Κλυτία.
Και, να, πέντε ραψωδίες ύστερα, στο τέλος της υ’, θα είναι αυτό το πρόσωπο, ο μάντης Θεοκλύμενος, που θα βοηθήσει να πυκνώσει δραστικά η αφήγηση, αλλά και που θα προετοιμάσει την ένταση για τις επερχόμενες φ’ και χ’, (όπου αντίστοιχα η Προκήρυξη Αγώνα Τόξου και η Μνηστηροφονία). Σαν να λέμε, ένα καλό δείγμα ομηρικής προοικονομίας.
Το απόσπασμα ξεκινάει με την απάντηση του συνετού Τηλέμαχου στο μνηστήρα Αγέλαο, που του πρότεινε να πείσει τη μάνα του να επισπεύσει την επιλογή και το γάμο της με έναν από κείνους.)

«Όχι, μα τον Δία, Αγέλαε, και μα τα βάσανα του πατέρα μου που μακριά απ’ την Ιθάκη ποιος ξέρει χάθηκε ή περιπλανιέται, καθόλου δε βραδύνω εγώ το γάμο της μητέρας μου, αλλ’ αντίθετα την προτρέπω να παντρευτεί μ’ όποιον εκείνη θέλει και επιπλέον προτίθεμαι να δώσω αναρίθμητα δώρα. Όμως ντρέπομαι με λόγια βίαια δίχως τη θέλησή της να την εξαναγκάσω να φύγει απ’ το παλάτι -θεός να μην το δώσει τέτοιο πράγμα.»
Έτσι μίλησε ο Τηλέμαχος κι η Παλλάδα Αθηνά ξεσήκωσε στους μνηστήρες ασταμάτητα γέλια και παραπλάνησε το νου τους. Κι αυτοί κυριεύτηκαν από ακούσιο νευρικό γέλιο και τρώγανε κρέατα που στάζαν αίματα και τα μάτια τους γέμιζαν δάκρυα και η ψυχή τους προαισθανότανε το θρήνο.
Και τότε ο όμορφος σαν θεός Θεοκλύμενος τους φώναξε: «Αχ, κακόμοιροι, τι κακό και τούτο που παθαίνετε. Νύχτα τυλίγει και τα κεφάλια σας, και τα πρόσωπα, και κάτω τα γόνατά σας, κι ο οδυρμός και οι δυνατές κραυγές ανάψανε, κι ιδού τα δάκρυα στα μάγουλά σας, και μ’ αίματα ραντίστηκαν οι τοίχοι και οι ωραίες μεσοτοιχίες∙ και το προστώο είναι γεμάτο, γεμάτη και η αυλή σκιές νεκρών που χιμάνε προς το σκοτεινό διάκενο, τον προθάλαμο του Άδη∙ κι ο ήλιος χάθηκε από τον ουρανό κι απλώθηκε παντού ολόγυρα πηχτή ομίχλη.»
Έτσι είπε κι όλοι με την καρδιά τους γέλασαν σε βάρος του. Κι ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πόλυβου, ανεβάζει τον τόνο και τους λέει: «Ο ξένος που μας ήρθε φρέσκος από την αλλοδαπή δεν είναι στα λογικά του. Πετάξτε τον αμέσως, παιδιά, από το σπίτι κι απ’ την πόρτα έξω, να βγει στην αγορά, στο ύπαιθρο, μια που του φαίνεται πως είναι νύχτα και σκοτάδι εδώ μέσα.»    

(Tako Hajo Jelgersma (1702-1795): Ο Θεοκλύμενος προφητεύει το τέλος των μνηστήρων.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία υ, στίχοι 339 – 362]

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Guido Westerwelle / Κίντο Βεστερβέλε (1961-2016).


(Ο Κ. Β. διετέλεσε αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας. Από τους πρώτους ορατούς ομοφυλόφιλους υψηλόβαθμους πολιτικούς του πλανήτη.)
Ένας που και μόνο με το παράδειγμά του ωφέλησε πολλούς. 
Ας έχει μια θέση στη μνήμη μας.


(Με τον σύντροφό του, Michael Mronz (2009).)

Το Ἴλιον, το… Κακοΐλιον (Οδ. Τ. 594 – 597).


(Η ελληνική γλώσσα στην υπερτρισχιλιετή… αισθηματική της έκφραση: ο πονεμένος που καταριέται με το κακο- πρώτο συνθετικό (νεοελληνικά και με το παλιο-, στην αργκό επίσης με τα: σκατο- ή και κωλο-) ό,τι του προξενεί τον πόνο. Η Πηνελόπη ξέρει πως τις χαρές της ζωής τής τις έκλεψε το Ἴλιον / η Τροία, που το καταριέται… Κακοΐλιον / Κακοτροία ή Παλιοτροία. Το σύνθετο Σκατοτροία θα το εκστόμιζε μόνο μπροστά σε οικείο ακροατήριο, το Κωλοτροία, εκνευρισμένη πολύ, πάλι σε κλειστό κύκλο, νομίζω και σε μεγαλύτερη ηλικία.)

Τώρα εγώ θ’ ανεβώ πάνω στην κάμαρά μου, να πλαγιάσω στο κρεβάτι μου, που ’ναι γεμάτο από τους στεναγμούς μου, βρεγμένο απ’ τ’ ασταμάτητα δάκρυά μου, αφότου ο Οδυσσέας έφυγε να πάει σ' εκείνη την Παλιοτροία -που να ’ναι καταραμένο τ’ όνομά της.

(Λόφος Χισαρλίκ, τα ερείπια της Τροίας.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 594 – 597]

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Οι χήνες, ο αετός και οι δυο πύλες των ονείρων (Οδ. Τ. 535 – 569).


(Η Πηνελόπη διηγείται το όνειρό της στο ζητιάνο γέρο που αγνοεί ακόμα πως είναι ο άντρας της, ο Οδυσσέας.)

«Μα έλα άκου και το όνειρό μου κι ερμήνευσέ το. Είκοσι χήνες στο σπίτι μου, βγήκαν απ’ το νερό, και τρώνε σιτάρι κι ευφραίνομαι να τις κοιτάζω. Και τότε ένας μεγάλος αετός ερχόμενος από το βουνό, αετός με γαμψό ράμφος, σπάει τους λαιμούς σ’ όλες τους και τις σκοτώνει. Κι αυτές ρίχνονται ένας σωρός στο ανάκτορο κι εκείνος πετάει ψηλά στον αιθέρα. Κι εγώ πια -μες στο όνειρό μου- έκλαιγα και σπάραζα και γύρω μου μαζεύονταν οι κόρες των Αχαιών με τις όμορφες πλεξούδες, καθώς θρηνούσα γοερά που ο αετός μού σκότωσε τις χήνες. Κι έρχεται πάλι το πουλί και καθίζει στη στέγη του παλατιού και με ανθρώπινη φωνή με σταματάει απ’ το κλάμα και μου λέει: “Βάλε θάρρος στην καρδιά σου, κόρη του ξακουστού Ικάριου, δεν είν’ όνειρο αυτό που βλέπεις, αλλά όραμα αίσιο που σύντομα θα γίνει πραγματικότητα. Οι χήνες είναι οι μνηστήρες, κι απ’ την άλλη εγώ, το πουλί, που αετός ήμουνα προηγουμένως και τώρα είμαι ο άντρας σου που ήρθα για να φέρω σκληρό θάνατο σ’ όλους τους μνηστήρες.” Έτσι είπε κι αμέσως ξύπνησα απ’ το γλυκό μου ύπνο κι όπως περιέφερα το βλέμμα στο σπίτι αντιλήφθηκα τις χήνες να τρώνε σιτάρι γύρω απ' την ταΐστρα τους σαν και πρωτύτερα.»
Και γι’ απάντηση ο πολυμήχανος Οδυσσέας τής είπε: «Καλή μου γυναίκα, δε γίνεται να ερμηνευτεί αλλιώς το όνειρο παρά με τον τρόπο που κι ο ίδιος ο Οδυσσέας σ’ το εξήγησε, πως δηλαδή περιμένει όλεθρος όλους τους μνηστήρες, και πως από το μαύρο θάνατο κανείς τους δε θα γλυτώσει.»
Κι η συνετή Πηνελόπη, από τη μεριά της, του απάντησε: «Ξένε, υπάρχουν όνειρα ακατανόητα, δυσερμήνευτα, κι ό,τι βλέπουμε οι άνθρωποι στον ύπνο μας δεν επαληθεύεται πάντοτε. Γιατί είναι δύο οι πύλες για τα όνειρα, που 'ναι φευγαλέα και αχνά: η μία από κέρατο κι η άλλη από φίλντισι. Κι όσα περάσουν μέσ’ απ’ την πύλη από καλοδουλεμένο φίλντισι είναι απατηλά και κουβαλούνε λόγια δίχως νόημα. Μα όσα περάσουν μέσ' απ’ την πόρτα από σκαλιστό κέρατο, ετούτα για το θνητό που θα τα δει βγαίνουν αληθινά. Εμένα, όμως, θαρρώ δεν έρχεται από κειπέρα τ' όνειρό μου το φοβερό, που τόση χαρά θα ’δινε και σε μένα και στο γιο μου.»  

(Domenico di Pace Beccafumi (1486-1551): Η Πηλεπόπη στα υψηλά δώματά της (1519).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 535 – 569]