Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Τούμας Τράνστρεμερ, Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο.

Tomas Gösta Tranströmer (15 Απριλίου 1931 - 26 Μαρτίου 2015)
Σουηδός ποιητής, Νόμπελ λογοτεχνίας 2011.







Για τον Τ.Τ. και: 1, 2

Απρίλιος και σιωπή

Η άνοιξη έρημη.
Το χαντάκι, γεμάτο βελούδινο σκοτάδι,
σέρνεται δίπλα μου
δίχως κατοπτρισμούς.

Το μόνο που φέγγει
είναι τα κίτρινα λουλούδια.

Με κουβαλά η σκιά μου, 
όπως μια μαύρη θήκη
κουβαλά το βιολί της.

Το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ' ασημικά
στο ενεχυροδανειστήριο. 

[Από τη συλλογή Η πένθιμη γόνδολα, 1996, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ εκδόσεις Printa, μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.]

Το ομοφοβικό νταηλίκι: ακόμα μία καθήλωση.

Το ομοφοβικό νταηλίκι: ακόμα μία καθήλωση

image

















Το νταηλίκι (bullying) είναι μία αρκετά περίπλοκη κοινωνική συνθήκη. Δύσκολα, όμως, μπορεί να αμφισβητηθεί πως η οδυνηρότερη εκδοχή του παραμένει το ομοφοβικό, είτε στη μορφή του διασυρμού ή του εκφοβισμού είτε στη βιαιότερη του τραμπουκισμού. Ένα παιδί ΑΜΕΑ εύκολα απευθύνεται στους γονείς του για να ζητήσει βοήθεια. Το ίδιο και το δύσμορφο ή το παχύσαρκο. Το ομοφυλόφιλο παιδί δε γίνεται να μιλήσει, το αντίθετο μάλιστα. Ο λόγος, ότι συνήθως παράλληλα με το σχολείο, τον παιδότοπο, το δρόμο, το νταηλίκι το βιώνει και στο σπίτι. Από τους γονείς ή και τα αδέρφια του.
Ωριμάζουμε, ας σημαίνει και ότι βρίσκουμε το κουράγιο να διανύσουμε την απόσταση, να δούμε και το δίκιο των απέναντί μας. Άλλωστε με τα χρόνια, ανάμεσα σ’ άλλα, μάθαμε να ακούμε και όσα «μετριάζουν» το δικό μας δίκιο: την κουβέντα στον πατέρα από το συνάδελφό του, δήθεν στο άσχετο, «Μα έχει πια σπίτι δίχως πουστάκι;», στη μάνα «Όταν σε θυμάμαι πώς φίλαγες το γιο σου!», αντίστοιχες κουβέντες και προς τ’ αδέλφια. Μου λέγανε πρόσφατα, σε συνοικιακό καφενείο με τηλεόραση στον τοίχο να παίζει, αίφνης ένας από τους θαμώνες στη θέα υπουργού: «Ρε συ, πούστης, δεν είναι αυτός; Η γυναίκα μου λέει είναι πούστης», «μη νομίζεις, συνέχισε το άτομο που μου μετέφερε το στιγμιότυπο, σκασίλα του τι ήτανε ο υπουργός, για να πικάρει φίλο του στο διπλανό τραπέζι, τσακωμένοι από μέρες, μπηχτή για το γιο του». Οικογενειακοί καβγάδες που ύστερα από πολλά χρόνια αποκαλύπτεται πως η κρυμμένη πραγματική αιτία ήταν το «προσβλητικό υπονοούμενο» για τον προσανατολισμό ενός παιδιού.
Αναλογιστείτε κάθε φορά που κάποιος ιερωμένος διακηρύσσει την απέχθειά του προς την ομοφυλοφιλία, τι ακριβώς διαμηνύει προς τους οικείους ενός τέτοιου παιδιού: θα κάνουμε ό,τι περνάει από την εξουσία μας το παιδί σου να παραμείνει κατά το δυνατόν εκτός κοινωνίας.
Ο ακραίος διασυρμός των αποκλειστικά ομοφυλόφιλων, παλιότερα, διευκόλυνε τους πολλαπλάσιους αμφιφυλόφιλους να απωθήσουν τον ομόφυλο προσανατολισμό τους, να ζήσουν με τον αποδεκτό ετερόφυλο μόνο, να γίνουν οικογενειάρχες. Και τα στερεότυπα κατά τις φαλλοκρατικές αξίες ήτανε πανεύκολα. Οι αδελφές, οι πούστηδες, από τη μια, από την άλλη οι άντρες, οι ετεροφυλόφιλοι, και οι… άλλοι, όσοι δήθεν γιατί τους περίσσευε η ερωτική ορμή, κατέβαιναν από καιρού εις καιρόν και στα πονηρά κατατόπια, στην πραγματικότητα καταπιεσμένοι αμφιφυλόφιλοι που πράγματι κάθε τόσο επιδίωκαν ένα είδος εξισορρόπησης. Ποιος μπορεί να υπολογίσει ανάμεσα στα ανέραστα γεροντοπαλίκαρα, πόσοι δεν ήταν από το φόβο του εξευτελισμού ανενεργοί ομοφυλόφιλοι; Υπήρχαν και οι αποκλειστικά ενεργητικοί ομοφυλόφιλοι, -αυτοί έχαιραν ασυλίας, «γιατί μπορεί ανώμαλοι, αλλά τουλάχιστον δεν ντρόπιαζαν τον αντρισμό τους».
Οι πιέσεις, μικρές – μεγάλες, από το οικογενειακό περιβάλλον, σ’ αυτό αποβλέπουν ακόμα και σήμερα. Όλα τα πρόσωπα γύρω από το ομοφυλόφιλο παιδί, αυτός ο κρυφός υπόκωφος μόνιμος αναστεναγμός των στενών συγγενών, και που αντιλαμβάνεται πάντοτε τον ομόφυλο προσανατολισμό ως ένα είδος αδιόρατης (αλλά και επονείδιστης) αναπηρίας, παρακολουθεί χρόνια ανάλογες περιπτώσεις, «το παιδί του Τάδε που σίγουρα… ήτανε και που όμως τα κατάφερε», δεν μπορούν να αντιληφθούν τη διαφορά των αποκλειστικά ομοφυλόφιλων από τους αμφιφυλόφιλους, ότι εκείνο το παιδί που τα κατάφερε διέθετε και τον άλλο προσανατολισμό. Άλλωστε, όπως και σε πολλά άλλα, η νεοελληνική κοινωνία, αναπόδραστα μαζί της και η νεοελληνική γλώσσα, είναι πεισματικά καθηλωμένη σ’ ένα προνεωτερικό στάδιο (με πολλές κακοχωνεμένες μεταγενέστερες επιρροές).
Ας μου επιτραπεί μία σχετική παρέκβαση. Η λέξη πούστης μπορεί να θεωρηθεί εμβληματική αυτής της κοινωνικής καθυστέρησης. Πούστης σημαίνει ομοφυλόφιλος που αρέσκεται στο παθητικό πρωκτικό σεξ, αυτή ήταν και είναι η πρώτη σημασία της. Όμως ομοφυλόφιλοι είναι δύο που νιώθουν έλξη ο ένας για τον άλλο, ακόμα κι αν δεν ξέρουν τι θα κάνουν με τα κορμιά τους. Υπάρχουν άντρες που έζησαν ισόβια δεμένοι δίχως ποτέ να κάνουν πρωκτικό σεξ. Άλλοι που είναι αποκλειστικά ομοφυλόφιλοι και που στο πρωκτικό σεξ είναι μόνο ενεργητικοί, ή κατά περιόδους το ένα ή το άλλο. Το πιο ενδιαφέρον, υπάρχουν καθόλα ετεροφυλόφιλοι άντρες (και που ερεθίζονται μόνο από γυναίκες), οι οποίοι με τις συντρόφους τους και με ανάλογα βοηθήματα απολαμβάνουν και αυτοί το παθητικό πρωκτικό σεξ.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Διονυσία / Μαζί με τον Νίκο στο κρεβάτι - μικρό απόσπασμα, επετειακό: πάνε κιόλας τρία χρόνια.


(...) Μαζί με τον Νίκο στο κρεβάτι άσχετα από το τι και πώς στη φαντασία της διέσχιζαν το κεντρικό κλίτος μιας ψηλοτάβανης αίθουσας με τρούλο, με βιτρό φεγγίτες και παράθυρα, άδεια και ατέλειωτη, ν’ ακούει τις ανάσες και τα ξυπόλυτα ποδοβολητά τους, έπειτα το ’σκαγαν από πλαϊνή πόρτα σε σκιερό κήπο με εκατοντάφυλλα παλιές ποικιλίες, μ’ εξίσου μυρωδάτα μαγιάτικα, με βυσσινιές, με νεραντζιές, με κίτρα, με περγαμόντα, με δαμασκηνιές, να τρέχει σέρνοντας από το χέρι τον άντρα με το καστανό αραιό χνούδι, σ’ εκείνην να ταλαντεύονται τα βυζιά σωστά μαστάρια, σ’ εκείνον, καμιά φορά συντονισμένες οι ταλαντώσεις στα δύο κορμιά η ροδαλή ευρύχωρη αρχιδοσακούλα, σκαρφάλωναν στο στηθαίο μιας χαβούζας, πήδαγαν μέσα, όρθιοι, με το νερό περισσότερο την εικόνα του υγρού, όχι την αίσθησή του ως τη μέση ή ως το λαιμό, τα μικρά χρυσόψαρα να τσιμπολογούν τη βάλανο σ’ εκείνον ή τις θηλές στα δικά της στήθη, κι είναι στη σκιά μιας καρυδιάς, και τα καρύδια είναι πράσινα χλωρά, ό,τι πρέπει για γλυκό του κουταλιού. (...)
[Απόσπασμα, σελίδα 203, από το μυθιστόρημα Διονυσία, εκδόσεις Το Ροδακιό. Πρώτο δεμένο αντίτυπο, 19 Μαρτίου 2012.]
   

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Κριτικό σημείωμα της Πηνελόπης Πετράκου για τον Δανιήλ [Με την υπογραφή του Έναστρον (βιβλιοκαφέ) / στο Diavasame.gr].




Ο Έλληνας στην παλαιότερη εκδοχή του, ειδικά ο κάτοικος της επαρχίας, δε λογάριαζε τίποτα, παρά μόνο τη ζωή. Όλες του οι συμφορές ήταν μες στο πλαίσιο της κανονικότητας της φύσης και ως τέτοιες τις αντιμετώπιζε. Ακόμη και την ύστατη συμφορά, τον θάνατο. Αυτό ήταν το εφόδιό του ενώ, πια, η επιστήμη έχει διαγνώσει, για να μην πω επινοήσει, σύνδρομα και φοβίες που απορρέουν από την ανικανότητά μας να εμπεδώσουμε το Δίκαιο που υπάρχει εκεί έξω.

Ο Αντώνης Νικολής στο νέο του βιβλίο παρουσιάζει τον τύπο αυτού του ανθρώπου μέσα από την αφήγηση του Μιχάλη, ενός μεσόκοπου οικογενειάρχη που επιστρέφει στο νησί του για δουλειές και περιδιαβαίνει τις γειτονιές των εφηβικών του χρόνων με τελικό προορισμό τα λουτρά του Δανιήλ. Ο Δανιήλ, κλειδοκράτορας του χαμάμ που άφησε εποχή, αποτελεί έναν άξονα στον οποίο στηρίζονται και συνδέονται μεταξύ τους το ξέγνοιαστο και γεμάτο ερωτηματικά παρελθόν και το κουραστικό και απαντημένο παρόν. Είναι μια μορφή εξωτική για τα σημερινά δεδομένα, ως ρυθμιστής κι «αρχιερέας» μιας ιδιόμορφης κοινωνίας αφενός και ως οντότητα αυθεντική αφετέρου, φτιαγμένη από απολύτως φυσικά συστατικά. Μαζί του κι άλλοι άνθρωποι, επίσης ευανάγνωστοι και αποφορτισμένοι, μας συστήνονται και μας γοητεύουν ή μας κάνουν να θυμόμαστε αντίστοιχους γνωστούς μας. Ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του να παρατηρεί το γήρας και να βιώνει το πέρασμα του χρόνου, άλλοτε αυτοσαρκαζόμενος κι άλλοτε με κάποια αναπάντεχη όσο και δικαιολογημένη ματαιοδοξία. Ωστόσο, επιχειρεί να απεμπλακεί απ’ την εμμονή και ως τούτου πράττει κάτι ηρωικό.

Η αναπόληση γίνεται με γλώσσα που διατηρεί τους τοπικούς ιδιωματισμούς, είναι χρωματισμένη συναισθηματικά και σχηματίζει γρήγορα εικόνες. Κυριαρχούν οι περιγραφές της γης, των οικημάτων και των ανθρώπινων χαρακτηριστικών εμπλουτισμένες με χρώματα και μυρωδιές, κι όλα αυτά με τρυφερότητα και με νοσταλγία για τη νιότη και το κάλλος. Η επιστροφή στην ηθική της απλότητας ίσως είναι το ζητούμενο του σύγχρονου ονειροπαρμένου ανθρώπου, που αφομοιώνεται επιτυχώς στην πραγματικότητα αλλά εξαντλείται και παρακμάζει με παράπονο. Το βιβλίο συγκινεί, κατευνάζει το θυμό και διεγείρει το πάθος, το αναζητά και το φέρνει στον αναγνώστη, το θυμίζει και το απενοχοποιεί. Ο αισθησιασμός στις σκηνές των λουτρών απηχεί την ανάγκη για βαθιά επικοινωνία και εξομολόγηση ανασφαλειών κι αγωνιών που πραγματοποιείται καθώς οι θαμώνες ανταλλάσσουν λατρευτικές προσφορές, δηλαδή άγγιγμα και φιλί.

                                                                                                                            Πηνελόπη Πετράκου

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Ο Δημήτρης Φύσσας για τον Δανιήλ.

Ο φίλος και πολύ καλός συγγραφέας Δημήτρης Φύσσας έγραψε για τον Δανιήλ ένα κείμενο κριτικής ανάλυσης υψηλού επιπέδου. Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Ευγνώμων ακόμα μια φορά και στον Στράτο Φουντούλη, το περιοδικό Στάχτες.

Δημήτρης Φύσσας: Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα

Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
fav-3
Κριτική παρουσίαση του Δημήτρη Φύσσα
Από την πρώτη στιγμή που διάβασα το «Δανιήλ» (το Νοέμβρη που μας πέρασε), ήξερα ότι ήθελα να γράψω γι΄ αυτόν. Το πρόβλημά μου συνοψιζόταν στο εξής:  Πώς γράφεις για ένα βιβλίο πολύ ψηλής ποιότητας, όταν οι σκέψεις που σου γεννιούνται στο μυαλό είναι όσο πολλές, ώστε να μην ξέρεις από πού ν΄ αρχίσεις και πώς να το πιάσεις; Μετέωρος μπροστά σ΄ ένα τέτοιο πρόβλημα, δεν έγραφα λέξη.
Κέρδιζα, ωστόσο, σε νέες αναγνώσεις. Προσπαθώντας να βρω τον τρόπο να καταπιαστώ μαζί του, γύρναγα και ξαναγύρναγα στο βιβλίο. Μέχρι τώρα, στο έβγα του Φλεβάρη,  το διάβασα τέσσερις φορές- και δεν είναι κοινότοπο να πως, κάθε φορά, έβρισκα και καινούργια στοιχεία. Πώς μπορούσε το μικρό αυτό βιβλίο  να γεννάει ξανά και ξανά νέο διανοητικό υλικό για το αναγνώστη, παραμένει για μένα μυστήριο, που σπάνια το ΄χω ξανανιώσει- μα όποτε ισχύει, ξέρω, βέβαια, ότι προσεγγίζω τη μεγάλη πεζογραφία.
Ας είναι, παρατράβηξα το ξεκίνημά μου- και φοβάμαι πως τον ανυπόκριτο θαυμασμό μου, ήδη προοιμιακά, πολύ αμήχανα μόνο τον έδωσα.
Η ιστορία
Η ιστορία διαδραματίζεται στις μέρες μας και μοιάζει,  στη βάση της, πολύ απλή. Ένας άντρας λίγο πριν τα 50 του, ονόματι Μιχάλης, παντρεμένος και με δυο μεγάλα παιδιά, κάτοικος Αθήνας, γυρνάει στο νησί του για ν΄ ασχοληθεί με την πώληση κάποιου κληρονομικού μεριδίου- συνήθεις «ουρές» που αφήνουνε οι θάνατοι των γονιών. Αυτός είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Μένοντας  για λίγες μέρες στο νησί, επισκέπτεται τόπους που του γεννάνε μνήμες της εφηβείας του, αρκετές δεκαετίες πριν, και σμίγει με τους δυο καλύτερους φίλους της παλιάς εποχής. Ζώντας ταυτόχρονα στο σήμερα και στο χτες, προχωρεί στις (αναπόφευκτες) συγκρίσεις, επανερχόμενος σε ανθρώπους και τόπους παλιούς «που ήταν μια φορά» και σε μνήμες που «χάνονται σ΄ ένα σκοτάδι εβένου».
Κλειδί για το τελικό ξεκλείδωμα της αναπολητικής διαδικασίας είναι το παλιό χαμάμ τού τόπου, τώρα κλειστό και μερικά διαλυμένο, και ο άνθρωπος που το λειτουργούσε, ο Δανιήλ, τώρα πεθαμένος.
Ωστόσο, η επάνοδος ειδικά στο συγκεκριμένο χώρο επαναφέρει στη μνήμη, μέσα σ΄ ένα κλίμα ηδονικής συντριβής κάτω από το βάρος των αναμνήσεων, την ουσιαστική σεξουαλική του μύηση, τη δική του κι όλης της τοτινής εφηβικής τριάδας,  όπως την είχαν ζήσει σ΄ ένα διονυσιακό όργιο τού τότε, με τελετάρχη ακριβώς το Δανιήλ. Το όργιο αυτό, που αποτελεί την κορύφωση της ιστορίας, δεν κρατάει παρά ελάχιστες  σελίδες της αφήγησης.
Εμπλουτισμένος αλλά και ξαλαφρωμένος μετά την εναργή, και συμφιλιωτική με το παρελθόν, αναβίωση εκείνης της εμπειρίας και φυσικά καθώς η διεκπεραίωση της κληρονομικής εκκρεμότητας έχει λήξει, ο Μιχάλης φεύγει από το νησί (που συγγραφική αποφάσει δεν κατονομάζεται ρητά, αλλά από χίλιες μπάντες βγαίνει πως είναι η Κως) και παίρνει το καράβι για να επισκεφτεί το στερνοπαίδι του που σπουδάζει στην Κρήτη.  Στον πλου, μετά από συγκεκριμένη αφορμή που φέρνει έναν απόηχο από τον «Καισαρίωνα», ο αφηγητής έχει μια σύντομη παραίσθηση όπου ο Δανιήλ επανέρχεται ως επικεφαλής μύστης μιας γιορταστικής πορείας που θα μπορούσε να είναι αρχαιοελληνική, και που κατεβαίνει προς τη θάλασσα.
Αυτά.
Θα ΄λεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα πεζό «μαθητείας» /  κέμενο «ενηλικίωσης»  για  «εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής» και τώρα «είν΄ ανοιχτά, φανερωμένα εμπρός του». Ισχύει προφανώς, μα το κείμενο είναι πολλά περισσότερα απ΄ αυτό. Γιατί ένα βιβλίο δύσκολα καταλήγει να γίνει σημείο αναφοράς  από ένα μόνο καλό στοιχείο, όσο σπουδαίο κι αν  είναι.  Γι΄ αυτό, αφήνοντας έξω το θέμα του χρόνου στο οποίο ήδη αναφέρθηκα,  θα προσπαθήσω να εμβαθύνω στα σημαντικότερα από τα υλικά  που συναποτελούν την αναγνωστική γοητεία του προϊόντος «Δανιήλ»- και δεν είναι λίγα.
Μερικά υλικά
Αφηγηματική πολλαπλότητα. Φαινομενικά, ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο. Σ΄ ένα δεύτερο κοίταγμα όμως, έχει τουλάχιστον τρεις «εαυτούς» που εναλλάσσονται: ο έφηβος που ζει στην αναδρομία,  ο ώριμος που ζει αυτά που ζει στη συγχρονία και ένας ακόμα ώριμος, που σχολιάζει κατά καιρούς τον τοτινό εαυτό του.
Πυκνότητα. Εφτά, όλα κι όλα, τα  σύντομα κεφάλαια του βιβλίου,  120 μονάχα σελίδες κειμένου κι αυτές με μεγάλη γενναιόδωρη γραμματοσειρά, δηλαδή λίγες χιλιάδες λέξεις συνολικά. Εκεί που άλλος θα ξέντωνε την ιδέα και θα ΄φτιαχνε μυθιστόρημα, ο Νικολής συμπυκνώνει σε νουβέλα (όρος που στην ελληνική Γραμματολογία έχει να άνει αποκλειστικά με το μήκος και μόνο του πεζογραφήματος, και που εδώ βρίσκει ακριβή ανταπόκριση),  Τον φαντάζομαι να γράφει και να κόβει, να γράφει και να ενώνει, ωσότου πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σπόντες. Προοικονομία πείτε το, πρόμνηση πείτε το, πρόληψη πείτε το,  (ποσώς μ΄ ενδιαφέρει η επακρίβεια των φιλολογικών όρων), οι υπαινιγμοί γι΄ αυτό που τελικά θα ΄ρθει  στο προτελευταίο κεφάλαιο έρχονται και ξανάρχονται στις προηγούμενες σελίδες σε μια σοφή διασπορά: άλλοτε σα διερώτηση των εφήβων, άλλοτε σαν καταγραφή τού τι λέει η κοινωνία (που «συσχέτιζε κουτά») για το χαμάμ και το Δανιήλ- άλλοτε σαν προειδοποιήσεις του ίδιου του Δανιήλ προς το νεαρό αφηγητή.
Κορύφωση. Παρτούζα πέστε το, όργιο πέστε το, εδώ αντανακλάται η χαρά της ζωής- κι έχει κι ένα απίστευτο εύρημα, για το οποίο θα γράψω μια μονάχα λέξη, επειδή δε θέλω να στερήσω τη χαρά της παρθενικής ανάγνωσης που ελπίζω να προκαλέσω:  εκμαγείο.  Αν νομίζει κανείς ότι οι  ερωτικές σελίδες στη λογοτεχνία είναι υποχρεωτικά είτε αποστειρωμένες, είτε γαργαλιστικές, δείτε το μάστορα σ΄ αυτές τις λίγες σελίδες. Θα πρέπει να ήταν οι δυσκολότερα γραμμένες.
(Μη) ρεαλισμός. Η νουβέλα κυριαρχείται από το «ρεαλισμό» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό): οι λεπτομέρειες είναι όλες αληθινές ή αληθοφανείς (ακόμα και τα περίφημα εκμαγεία!), η ιστορία «κουμπώνει» πλήρως, οι τόποι και οι χρόνοι προσδιορίζονται σαφώς. Αλλά υπάρχουν και δύο ακαριαία σημεία, εντελώς αξιοσημείωτα, στα οποία ο  ρεαλισμός αποτραβιέται υπέρ των στιγμιαίων παραισθήσεων. Το ένα το προανάφερα, είναι η τελετουργική πομπή – πορεία. Το άλλο είναι λίγες φράσεις στην πολύ-ερωτική πράξη, όπου ο μυούμενος έφηβος «ζει» με αταβιστικό τρόπο σεξουαλικές εμπειρίες που δε θα μπορούσαν να είναι αληθινές, οι οποίες συμφύρονται με τις «κανονικές» που ζει «πραγματικά». 
Κλιμάκωση και δευτερεύοντες ήρωες. Η κορύφωση της αναπολητικής διαδικασίας έρχεται λίγο λίγο μέσα από πολλά αφηγηματικά επεισόδια που την προετοιμάζουν, διατηρώντας όμως το καθένα την αυτονομία του. Οι δε δευτερεύοντες ήρωες (το προσωπικό του χαμάμ, η οικογένεια του Δανιήλ, οι άνθρωπο που τελικά θα συμμετάσχουν στο όργιο κλπ) δίνονται με σύντομες, χαρακτηριστικές καταγραφές, που εντυπώνονται στο μυαλό του αναγνώστη.
Ερωτικός ανθρωπισμός. Έλληνες και Τούρκοι (εδώ αναφέρονται όπως λέγονταν στο νησί: μωαμεθανοί, γκέι και στρέιτ, άντρες και γυναίκες, μαύροι και άσπροι, πλούσιοι και φτωχοί, χωραΐτες και χωριάτες, «μορφωμένοι» και «αμόρφωτοι», θαρρετοί και φοβισμένοι, φαντάροι και βαθμοφόροι, Ανατολίτες και Δυτικοί, όλοι είναι εδώ, σ΄ ένα σοφό παζλ συγγραφικής ισοτιμίας, που τίποτα δεν καταφρονάει αλλά και τίποτα δεν το ανεβάζει σε δυσθεώρητα ύψη. Και το αμάλγαμα που τους ενώνει όλους αυτούς ποιο άλλο θα μπορούσε να είναι παρά ο ερωτισμός;- έστω κι αν εδώ η ανατολίτικη  ατμόσφαιρα κυριαρχεί.
Επιγραμματική – φιλοσοφίζουσα διάσταση. Παρόλο που το βιβλίο δε γράφτηκε για να κουνήσει το δάχτυλο με διδακτισμό στον αναγνώστη, κάθε άλλο μάλιστα, δεν μπορείς να μη σταθείς ξανά και ξανά σε παρατηρήσεις που απηχούν βάθος σκέψης,  ανθρωπιά, στωικότητα.
Έκφραση φθοράς. Σπάνια έχω δει καλύτερα αποτυπωμένο τον καημό για το χάσιμο των παλιών ανθρώπων  που ζούσανε μετρημένα κοντά στη φύση, για το ερείπωμα των χώρων,  το χαμό της αθωότητας. Κι  ας μη φανταστεί φυσικά κανείς ότι  τα παραπάνω γράφονται πουθενά κατά τον απλοϊκό τρόπο που τα συνοψίζω εδώ εγώ.
Αυτοϋπονόμευση. Ούτε στις πιο σημαντικές στιγμές του το βιβλίο δε μοιάζει να παίρνει τον εαυτό του και την ιστορία του πλήρως και αδιάλειπτα στα σοβαρά. Σου κλείνει το μάτι και σου λέει: «Εγώ αυτά σού γράφω, αλλά συνάμα κοροϊδεύω και υπονομεύω τον εαυτό μου σαν αφηγητή. Εγώ αυτά σου λέω, τι θα δεχτείς εσύ –μάλλον τι θα δέχεσαι την καθεμιά από τις φορές που το διαβάζεις–  είναι δικό σου θέμα. Κόφ΄ το λαιμό σου να βγάλεις άκρη».  Κι αυτό ξεκινάει ήδη από το εμπνευσμένο μότο, δικής του έμπνευσης, που ο συγγραφέας προτάσσει στο βιβλίο του και που αφορά τη σχέση πραγματικότητας, ζωής και λογοτεχνίας.
Ντοπιολαλιά. Ο  Νικολής δε φοβάται ν΄ αναπαράγει την τοπική λαλιά, το νησιώτικο αυτό ιδίωμα, μουσικότατο και γλυκύτατο άλλωστε, σε σημεία του  βιβλίου όπου μιλάνε οι ντόπιοι «απλοί» άνθρωποι. Ταιριάζει μια χαρά και συμβάλλει στον αφηγηματικό ρεαλισμό, όπως άλλωστε και η αναφορά σε μερικά έθιμα της εποχής- ειδικά το πώς ξενυχτάνε το νεκρό στο σπίτι. Εδώ συγγραφέας ακολουθεί τον τρόπο των παλιών ηθογράφων. Κι αυτό είν΄ όλο, η ομοιότητα σταματάει, γιατί κανένα από τ΄ άλλα (και άκρως απωθητικά) στοιχεία της παλιάς ηθογραφίας δεν εμφανίζεται εδώ.  Αλλά είπαμε να μη φιλολογίσουμε.
Γαστριμαργία. Ουδέποτε συμπάθησα της μόδα των τελευταίων 10 ή 20 ετών, να χώνονται φαγητά και συνταγές ακριβείς περιγραφές πιάτων και αφηγήσεις γευμάτων μέσα στη λογοτεχνία. Μου μοιάζει ότι ανακατεύει στοιχεία ανόμοιων απολαύσεων (το φαϊ είναι φαϊ και η λογοτεχνία είναι λογοτεχνία), για να μην πω ότι ψαρεύει ευθέως αναγνώστριες. Και στο «Δανιήλ» υπάρχουν τέτοιες αναφορές, αλλά, προσοχή: είναι μετρημένες και είναι ενταγμένες στην αφηγηματική οικονομία, συμβάλλοντας στην εξέλιξη του μύθου. Ας πούμε, η παρτούζα θα ήταν λειψή ή μάλλον δε θα υπήρχε καν, αν δεν είχε προηγηθεί γεύμα συγκεκριμένης σύνθεσης. Και θα είχε  μικρότερο βάρος αν, μετά το γλυκοξύπνημα, δεν έπονταν το πρωινό.
Τίτλος. Πέρα από την πομπή που καταλήγει στη θάλασσα, ο τίτλος μπορεί και να ερμηνευτεί και ως σπαρακτική φράση. Δηλαδή τι (θα) σήμαινε το «πάει στη θάλασσα» για το χαματζή Δανιήλ, ποια σχέση (δεν) είχε η θάλασσα με το χαμάμ. Αλλά για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διαβαστεί το βιβλίο .
Έκδοση. Διόλου τυχαία, «Το Ροδακιό» λογαριάζεται σαν ένας από τους αρτιότερους εκδότες. Πολύ δίκαια, νομίζω, και το ανά χείρας βιβλίο το επιβεβαιώνει: γενική όψη, στήσιμο, ευανωγνωσία, εξώφυλλο, επιμέλεια. Τόσο, που του συγχωρώ το αχώνευτο πολυτονικό.
*
©Δημήτρης Φύσσας – d.fyssas@gmail.com
fav-3
nikolis-bkΑντώνης Νικολής
Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα
Εκδόσεις «To Ροδακιό»
Αθήνα 2014





vintage_under2

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Στο πιθάρι του λαϊκισμού τελευταία η ελπίδα.

Στο πιθάρι του λαϊκισμού τελευταία η ελπίδα

image

















Athens Voice, 7-3-2015.
Στο πιθάρι, το γνωστότερο ως κουτί, της Πανδώρας το τελευταίο από τα δεινά ήταν η ελπίδα. Μου το υπενθύμισε προεκλογικά φίλος. Ο τίτλος εδώ δεν αναφέρεται στο σχήμα και την αισθηματολογία του συνθήματος «η ελπίδα έρχεται», -περασμένα, ξεχασμένα. Νομίζω πως, ανάμεσα σε άλλα μετά την 25η Ιανουαρίου του 2015, επίκειται και το να ζήσουμε το τελευταίο στάδιο του δικού μας ακραίου λαϊκισμού, αυτού που γιγαντώθηκε σταδιακά μετά το 1981. Δεν πρέπει να μας ξενίζει που τώρα μοιάζει όσο ποτέ φουντωμένος, -συμβαίνει στις κακοδαιμονίες λίγο πριν από το τέλος τους.
Αν ο λαϊκισμός, γενικά, είναι οι διάφορες μορφές κολακείας των ισχυρών κάθε εξουσίας προς τα υποδεέστερα οικονομικά στρώματα του πληθυσμού, το λαό, αυτός εδώ, ο δικός μας, μετερχόμενος τις… παραδοσιακές παθογένειες της πολιτικής τάξης, απέβη κυριολεκτικά ένα πολιτικό, οικονομικό, ευρύτερα κοινωνικό καθεστώς. Ας αναλογιστούμε μονάχα πόσο αφελείς μοιάζουν οι φιλανθρωπίες βιτρίνας της Φρειδερίκης ή τα λαμπερά φορέματα και ο ολίγος σοσιαλισμός της Εβίτα Περόν, του ινδάλματος του Ανδρέα Παπανδρέου, μπροστά στο απίθανο αλισβερίσι του τελευταίου με το «λαό» του, στο πλιάτσικο των ευρωπαϊκών κονδυλίων, των δανείων, στη δίχως προηγούμενο διάχυση της διοικητικής ασυδοσίας και διαφθοράς.
Αλισβερίσι που μ’ ένα - δυο μικρά διαλείμματα δε σταμάτησε έκτοτε, αντίθετα παγίωσε την προνομιακή θέση των λίγο ως πολύ παρασιτικών ομάδων του πληθυσμού τις οποίες το ίδιο εξέθρεψε (συντεχνίες προστατευόμενες από το κράτος, κρατικοδίαιτους «επιχειρηματίες», υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους, εν ενεργεία ή πρόωρα συνταξιοδοτημένους). Ένα είδος παρασιτικής γραφειοκρατίας που ιδίως μετά τη χρεωκοπία έχει μετατραπεί στη μοιραία -κατά τα φαινόμενα- δύναμη αδράνειας ενάντια στην όποια ουσιαστική μεταρρύθμιση, και η οποία σε μια τελευταία κίνηση απελπισίας επένδυσε την εσχάτη «ελπίδα» της σ’ ετούτη την «πρώτη φορά αριστερά».
Μου έλεγε φίλος -γεννημένος το 1964 αυτός- για συμμαθήτριά του, υπάλληλο τραπέζης, από τα 33 της συνταξιούχο, παντρεμένη με υπάλληλο της ΔΕΗ, εκείνος στα 55 του στη σύνταξη, αμφότεροι απόφοιτοι λυκείου με το ζόρι, διορισμένοι με «μέσον», αδιάφοροι στις υπηρεσίες τους, τις περιουσίες που έκαναν, το σύνολο των ευρώ που ακόμα και σήμερα η χρεωμένη χώρα συνεχίζει να τους καταβάλλει μηνιαίως. Ύστερα, σχολίασε: «Μπορώ να φανταστώ και σ’ άλλα πολλά διεφθαρμένα και υπανάπτυκτα κράτη τέτοιες περιπτώσεις ευνοιοκρατίας, όμως σε τόσο μεγάλους αριθμούς και το κυριότερο, αμειβόμενους σε σκληρό νόμισμα, πουθενά αλλού!»
Ο λαϊκισμός ο δικός μας, ο μετά το 1981, όπου να ’ναι τελειώνει. Θα συρρικνωθεί σ’ εκείνον τον εύλογο, τον κανονικό, που παντού και πάντοτε ευδοκιμεί, τον πολύ μικρότερης έντασης και έκτασης, ας πούμε όχι περισσότερο απ’ όσο τον χρειάζεται η συλλογική ανοησία. Ωστόσο, ας μη χάσουμε και την πολύ σπάνια ιστορική εμπειρία να απολαύσουμε ολόγυρά μας αυτό το μοναδικά ακραίο φαινόμενο. Δείτε τι γκροτέσκα, τι φαιδρή ή, το αντίθετο, υστερόβουλη χαρά είναι η χαρά αυτής της έσχατης ελπίδας: μια κοινωνία - απέραντη βουλή των εφήβων, ίσαμε και καθηγητάδες πανεπιστημίου να συνορίζονται μεταξύ τους σε αγραμματοσύνη και ανοησία, κόσμος, και εξηντάρηδες ακόμα, στο δρόμο, στα καφενεία, να αμιλλώνται σε φληναφήματα και αυτά τα δωδεκάχρονα, αλλά και πολύ συχνά, μάτια γεμάτα εύγλωττη ιδιοτέλεια κόντρα στις γλυκερές ρητορείες που ξερνάνε τα στόματά τους, -άραγε, οι λέξεις και οι σημασίες των λέξεων βρέθηκαν ποτέ άλλοτε ή κάπου αλλού σε μεγαλύτερη μεταξύ τους διάσταση;
Όμως, ο δικός μας, αυτός ο λαϊκισμός, τρέφεται με κονδύλια και δάνεια απ’ έξω. Κι αυτά τελείωσαν. Ποιο λαϊκισμό να διακινήσεις και μάλιστα σ’ έναν τόσο πονηρό λαό δίχως λεφτά. Τα λεφτά πλέον είναι κυρίως φόροι. Οσονούπω θα μας υπόσχεται ο κύριος Τάδε τη δείνα παροχή κι εμείς, όπως οι πολίτες στα «εθνικά κυρίαρχα κράτη» αυτουνού του πλανήτη, θα απαντάμε, ναι, αλλά με ποιους φόρους, που θα τους πληρώσουν ποιοι. Είτε στο ευρώ και στην Ευρωζώνη με αιματηρές μεταρρυθμίσεις είτε στη δραχμή σε μια χώρα κατεστραμμένη, και τότε και ιδίως τα παρασιτικά αυτά στρώματα να τα δείτε οι πολιτικάντηδες με τι λύσσα θα σηκώσουν τις πέτρες, (είναι -να μην ξεχνιόμαστε- ο ίδιος «λαός» που επιφύλαξε τον ατιμωτικό αφανισμό ακόμα και στο δημιουργό του, το ΠΑΣΟΚ), ο λαϊκισμός, όπως τον ξέρουμε, θα τελειώσει.
Από την άλλη, ό,τι και να συμβεί πια, κατεστραμμένοι λιγότερο ή ολοσχερώς, υπάρχει κι ένα καλό να περιμένουμε: που τουλάχιστον θα ξαναβρούμε το αληθινό κόστος των πραγμάτων. Που θα επανασυνδέσουμε τις λέξεις με τα νοήματά τους, να μιλάμε όταν πρέπει και να λέμε αυτά που θέλουμε να πούμε. Που θα ξαναγίνει ο χρόνος και ο τόπος που μας περιέχουν αληθινοί, να μην τους μπερδεύουμε με τους σκιώδεις των φαντασιώσεών μας. Που θα βγούμε από τη θολούρα στο φως.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Τα λιθαράκια του σπιτιού μας.

Αντώνης Νικολής, Τα λιθαράκια του σπιτιού μας

Περιοδικό Στάχτες, Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015.

Στη Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής πατρική οικογένεια.
Στη Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής πατρική οικογένεια.
fav-3
“Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του.” (Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος[*])
Είχα και άλλες ευκαιρίες να αναλογιστώ την παραπάνω ρήση, αλλά συχνότερα παρακολουθώντας αναρτήσεις είτε σε ιστολόγια (blogs) είτε σε χρονολόγια (τοίχους) στο facebook, από τη θέση αυτού που παρατηρεί μία σχεδόν ασύγγνωστη σπατάλη: «μα τι το δημοσιοποιεί τώρα αυτό, τόσο ωραίο κομμάτι», είναι η σκέψη μου συνήθως, «γιατί δεν το κρατάει για τον εαυτό του;». Για ένα συγγραφέα, ιδίως μυθιστοριογράφο, τα βιώματα, μικρά – μεγάλα, καθετί που αποθησαυρίζει η μνήμη, είναι το πολύτιμο υλικό της δουλειάς του. Μερικοί, κιόλας, αυτά τα λογής στιγμιότυπα τα καταγράφουν σε μπλοκάκια, τα καταχωρίζουν ή τα αποδελτιώνουν περίπου όπως οι ερευνητές επιστήμονες. Προσωπικά, κι όχι από φυγοπονία ή από έλλειψη οργάνωσης, τα ρίχνω ατάκτως, το προτιμώ να μεταβολίζονται μόνα τους, ν’ αφομοιώνονται εν αγνοία μου, εκεί κάτω στις γαλαρίες του ασυνειδήτου –ας μου επιτραπεί το σχήμα.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2014), στη βεράντα του σπιτιού μου στην Κω. Με φωτογραφίζει ο Δημήτρης Μποσνάκης.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2014), στη βεράντα του σπιτιού μου στην Κω. Με φωτογραφίζει ο Δημήτρης Μποσνάκης.
Οι ιστορίες που αφηγούμαστε, τα λογοτεχνικά κείμενα καθαυτά, νομίζω είναι όντα φυσικά, όντα πέρα από μας, και τόσα όσες και οι πιθανές δυνατότητες της ύπαρξης. Ανάμεσα στα πολλάκις εκατομμύρια σπερματοζωάρια και τα εκατοντάδες ωάρια των γονιών μας, η ύπαρξή μας ήταν ήδη μία απειροστή πιθανότητα, όμως και μία φυσική δυνατότητα. Το ίδιο ισχύει για κάθε λογοτεχνικό έργο. Η συμβολή των συγγραφέων, αυτό που λέμε και ταλέντο, δεν είναι παρά η ικανότητα να φέρουμε από κείνους τους αφανείς τόπους τις σκιώδεις αυτές οντότητες, να τους δώσουμε ύλη από τη δική μας υπόσταση, (από το νου τα απαυγάσματα, από τα κιβώτια της μνήμης ανασύροντας συνειρμικά τις ακολουθίες και τις εκλάμψεις, από τη γλωσσική δεξαμενή την ιδιόλεκτο, από την αισθητική αγωγή τους ρυθμούς, τις μορφές του λόγου), και όλ’ αυτά σε ακέραια οικονομία, στη δική τους οικονομία. Έτσι, όντας απέριττα, -άρα, τι άλλο από αυθεντικά-, πάντως ποτέ με λογική επεξεργασία κατασκευασμένα, είναι αληθινά, και πια δεν είναι δικά μας. Όπως δεν ανήκουν σε κανένα γονιό τα παιδιά του, κι ας πήραν από τις σάρκες του για να γεννηθούν.
Μ’ άλλα λόγια, η δημιουργικότητά μας οικονομεί από τα βιώματα, από τα λιθαράκια του σπιτιού μας, γκρεμίζοντάς το, τα δομικά υλικά των αφηγήσεών μας. Να εικάσω, επιπλέον, ότι όλα τούτα εξατομικεύονται στον καθένα μας κατά τον τρόπο του, κατά το ύφος της δικής του τέχνης.
Ωστόσο, από την εμπειρία μου μιλώντας, η εν λόγω δημιουργική αποδόμηση των βιωμάτων, (όταν δε γίνεται επί τούτω, γιατί ειρωνεύομαι ή παίζω με φιλολογικές ευκολίες), μου είναι όχι μόνο ασύνειδη, αλλά κι όποτε τυχόν συμβεί να τη συνειδητοποιήσω, αυτό γίνεται δύσκολα και πολύ αφότου έχω τελειώσει τη δουλειά, το γράψιμο. Όταν διάβασε τη Διονυσία στενός από χρόνια φίλος -όχι κανένας πουριτανός-, σοκαρισμένος από το επεισόδιο με την ηρωίδα και τον άγνωστό της μετανάστη που συναντιούνται σε παγκάκι στην Αγίας Ζώνης και αμέσως έπειτα καταλήγουν για σεξ σε υπόγειο στη Μηθύμνης, περισσότερο από τη «ρεαλιστική σφοδρότητα» του επεισοδίου (σελ. 140 – 146), περίπου μου επέρριψε: «Μα καλά, είναι δυνατόν να ζεις τέτοια πράγματα!», καθώς θεωρούσε απίθανο τέτοιας έντασης αφήγηση να αντλούσε μόνο από στοιχεία μυθοπλασίας. Ξαναδιάβαζα το απόσπασμα και μπορεί επηρεασμένος από την άποψη του φίλου σοκαριζόμουν κι εγώ. Και, ειλικρινά, χρειάστηκα καιρό για να εξιχνιάσω ή καλύτερα να ξεδιαλύνω ποιο κομμάτι της αφήγησης ανήκε όντως στα «λιθαράκια του σπιτιού μου». Για καλή τύχη, ο φίλος θα μαρτυρούσε κι ο ίδιος ως αυτόπτης όσα θα ανακαλούσα. Στο απόσπασμα το μεταναστόπουλο πλησιάζει τη Διονυσία κρατώντας μια νάιλον με τρία – τέσσερα άδεια μπουκάλια μπίρας. Αυτά τα μπουκάλια θα γινόντουσαν ο μίτος που με οδήγησε στο έναυσμα.
Το μυθιστόρημα Διονυσία κυκλοφόρησε στις 19 Μαρτίου 2012 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Το μυθιστόρημα Διονυσία κυκλοφόρησε στις 19 Μαρτίου 2012 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Και πράγματι, μερικά χρόνια πριν, με τον ίδιο φίλο και μια ξαδέλφη του, μεσημέρι Κυριακής στο Γκάζι, παντού κόσμος πολύς, βρήκαμε να καθίσουμε σε γωνιακό εστιατόριο, στην απόμερη πρόσοψή του, κι όπου τα τραπέζια ίσα χώραγαν στριμωγμένα το ένα πίσω από το άλλο, κι από ένα μόνο κατά πλάτος στο στενό πεζοδρόμιο. Μπροστά μας είχε σερβιριστεί ήδη μια συντροφιά, νεαροί πολύ σύγχρονοι στην εμφάνισή τους. Είχαμε παραγγείλει κι εμείς, όταν λίγο αργότερα θα εμφανιζόταν από τα νώτα μας ένα ισχνό μεταναστόπουλο, Πακιστανός ή Ινδός, κρατούσε σφιχτά στο δεξί μία νάιλον (ο μίτος που έλεγα παραπάνω) με τρία – τέσσερα μπουκάλια μπίρας, περπάταγε στο ρείθρο του πεζοδρομίου, μας προσπέρασε, στάθηκε δίπλα στο τραπέζι των νεαρών. Όρθιος και κοίταζε μπροστά του, παράλληλα προς το δρόμο και το πεζοδρόμιο, όμως σε σωματική σχεδόν επαφή με τον ακριανό της συντροφιάς. Περνούσαν τα λεπτά, εκείνοι λοξοκοίταζαν κατά την πλευρά του, παρατηρούσαμε το ασυνήθιστο του πράγματος και εμείς. Υπήρχε κάτι πολύ αμήχανο στην περίσταση. Ο ακριανός κάποτε δεν άντεξε, ζήτησε απ’ τον Πακιστανό να μετακινηθεί, να πάει παρακεί. Εκείνος δεν αντέδρασε. Ο ένας μετά τον άλλο τού απευθύνονταν και οι υπόλοιποι, το γκαρσόνι υστερότερα, ο ιδιοκτήτης ή υπεύθυνος του καταστήματος στο τέλος, και όλοι τους κάθε άλλο παρά επιθετικοί. Ο μετανάστης, αντίθετα, είχε στυλώσει τα ποδάρια, αρνιόταν πεισματικά να κουνηθεί, κι όταν πια τον μετακινούσαν κι εντέλει τον έσερναν, αυτός φώναζε κι έκλαιγε. Περίπου σαν αν είχε ορίσει -άραγε μετά από πόση απελπισία- ως έσχατο όριο της αντοχής ή του ζωτικού του χώρου το να παραμείνει όρθιος κι αμετακίνητος σ’ εκείνο εκεί το σημείο του ρείθρου. Εννοείται σταδιακά μάς είχε κοπεί η όρεξη, χάσαμε το κέφι μας. Το πράγμα δε χώραγε ίχνος αισθηματολογίας. Παρόλο τον πόνο που προξενούσε, τίνος το μέρος να πάρουμε, ποιος έφταιξε, σε ποια μεριά βρισκότανε το δίκιο; Κι όσο διήρκεσε όλο αυτό, το μεταναστόπουλο κρατούσε με δύναμη σφιχτά τη νάιλον σακούλα, «Τα άδεια μπουκάλια, τι τα θέλει, άραγε, τι τα κουβαλάει», είπα χωρίς να σκέφτομαι τι λέω, πιο πολύ για να μιλήσω, να εκτονωθώ.
Θύμισα στο φίλο το περιστατικό, τη φράση μου. «Τα άδεια μπουκάλια στη νάιλον σακούλα, άραγε, τι τα κουβαλούσε συνέχεια μαζί του;» αναρωτιέται η Διονυσία στο μυθιστόρημα. Στην αφήγηση το μεταναστόπουλο δεν είναι Πακιστανός -η ιστορία διαδραματίζεται περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα-, αλλά Αλβανός, οι δυο τους θα πάνε για σεξ σε παλιά πολυκατοικία στη Μηθύμνης, όπου στο χτύπημα του κουδουνιού, «ακούσανε τον ήχο όπως και το άνοιγμα της εισόδου που θύμιζε τράβηγμα σύρτη». Εδώ κι αν σκίρτησα: μα αυτό δεν ήτανε παρά το σπίτι του Σαχτούρη! Στη δεκαετία του ’80, φοιτητές και τα τρία αδέρφια (με την αλλαγή της σχολής, από την Ιατρική στη Φιλοσοφική, είχα χάσει τρία χρόνια κι έτσι συμπέσαμε), και γιατί μας βόλευε στου Ζωγράφου ή Ιλίσια, βρήκα δίχως να το ξέρω και νοίκιασα –από σύμπτωση ίδια με αφηγηματική πύκνωση- το σπίτι όπου ζούσαμε με τους γονείς μου από το ’60 που γεννήθηκα έως το ’63, στη οδό Γουναροπούλου. Φοιτητής μετακινούμουν με παπί και, γιατί μετά την εξαγορά του τότε από την Goody’s είχε ανακαινιστεί ο Φλόκας της Φωκίωνος, πολύ εντυπωσιακός –πρόκειται για την εποχή που είναι πια σε παρακμή οι καφετέριες του ’70, τα δερμάτινα καθίσματα και οι τσίγκινες ταπετσαρίες στους τοίχους, οι θαμώνες να χτυπούν με το κουταλάκι στο φλιτζάνι εωσότου ασπρίσει τη ζάχαρη με τους κόκκους του στιγμιαίου και μια κουταλιά νερό για το ζεστό νες με γάλα-, πεταγόμουν για καφέ, λοιπόν, στο Φλόκα της Φωκίωνος, όπου σύχναζε και ο Σαχτούρης, κι αφότου συνδεθήκαμε, καθώς ο ποιητής δεν είχε τηλέφωνο για προηγούμενη συνεννόηση, είχα ανοιχτή πρόσκληση, μπορούσα να τον επισκέπτομαι, όποια μέρα ήθελα, τα απογεύματα στις επτά. Ο φίλος, που έλεγα παραπάνω, έλειπε στην Ελβετία για τη διατριβή του εκείνα τα χρόνια, και όποτε κατέβαινε Αθήνα με συνόδευε σε μία τουλάχιστον από τις επισκέψεις μου στον Σαχτούρη, θέλω να πω ήξερε και αυτός το σπίτι στη Μηθύμνης, ήτανε τι ευρύχωρη εμπειρία το δυάρι του ποιητή, νόμιζες είχε ταξιδέψει σ’ όλο τον πλανήτη, κι αυτός είχε πάει μέχρι τα σύνορα σαν φαντάρος και με έξοδά του ίσαμε τον Πόρο μόνο. Θύμισα στο φίλο τον ήχο του σύρτη, σκίρτησε κι εκείνος.
Ώστε, να τι είχε συμβεί: η Διονυσία, αυτή που παραιτημένη άφησε το κλαδί απ’ όπου κρεμιόταν, για να μετεωριστεί με τα ένστικτα παραλυμένα σ’ ένα θολό σαν σκέψη κόσμο, πήρε στο κατόπι το μεταναστόπουλο του μεσημεριού στο Γκάζι, έφτασαν στο σπίτι της ποίησης, κι εκεί του πρόσφερε τη δική της παρηγορητική συμπάθεια, την ηδονή.
Και δυο μικρές, ακόμα, λεπτομέρειες. Το σπίτι στη Μηθύμνης όπου ο μετανάστης και η Διονυσία κάνουν σεξ είναι σκοτεινό, με μυρωδιές αντρικής απλυσιάς και υπόγειο∙ το σπίτι του ποιητή, παρόλο που χαμηλότερα από την είσοδο, ήτανε ισόγειο, έβλεπε πίσω στον ακάλυπτο, επίσης με τη μέριμνα και της συντρόφου του, της Ιωάννας Περσάκη, ζωγράφου, που αν θυμάμαι καλά έμενε δυο – τρία τετράγωνα ψηλότερα επί της Φωκίωνος, ήτανε νοικοκυρεμένο. Επιπλέον, στην αφήγηση το έχω κατεβάσει χαμηλά στο ύψος της Δροσοπούλου, -να υποθέσω πως ετούτη η αφηγηματική… μετατόπιση δεν είναι άσχετη με το αλισβερίσι των ναρκωτικών που αντιλήφθηκα αρκετές φορές ή με την πορνεία που δεν είδα ποτέ αλλά φημολογείται στη Δροσοπούλου. Αυτές τις ασύνειδες διεργασίες μπόρεσα να ξεδιαλύνω (και το πιθανότερο θα είναι χωνεμένες πολύ περισσότερες), προκειμένου να αιτιολογήσω την ένταση ή την προέλευση ενός φαινομενικά μη βιωμένου περιστατικού.
Αυτή είναι και η τέχνη μου. Το δικό μου υλικό συντίθεται και από βιώματα, δεν ξέρω να πω αν μόνο από βιώματα, όμως και αυτά όχι προτού μεταβολιστούν, μεταπλαστούν, κυλήσει ο καιρός και γίνουν ιλύς, ύλες φερτές που κουβαλάει στην κοίτη της ανυποψίαστη και ως αν ήτανε δικά της πλάσματα η φαντασία μου.
*
©Αντώνης Νικολής: (1960-). Συγγραφέας, μυθιστοριογράφος. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Το Σκοτεινό Νησί» (2008) και «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» (2014), νουβέλες, και το μυθιστόρημα «Διονυσία» (2012). Από τις αρχές του 2013 δημοσιεύει άρθρα του στην ηλεκτρονική Φωνή της Αθήνας (Athens Voice).
*
______________________
[*] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153.
vintage_under2