Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΣΕΒΙΣ ΣΙΝΓΚΕΡ: Στο δικαστήριο του πατέρα μου.

Έξω να μαίνεται ο λαϊκισμός, η χώρα (ψωροκώσταινα και σούργελο μαζί) να παραδίδεται σε μοιραία παράκρουση, τι άλλο μάς μένει από την κατά μόνας περισυλλογή, άντε και για να μη μας καταπιεί η κατάθλιψη, καμιά βόλτα σε απόμερα στέκια, κανένας καφές μ' ένα φίλο, τώρα που και τα τραπεζάκια έξω είναι στην εποχή τους, δίχως τους αηδιαστικούς φανούς-σόμπες γκαζιού, δηλαδή, να σου πυρώνουν τη μούρη. Για όσους την αγαπάμε, καλύτερη περισυλλογή και μαζί αντίδοτο στη μιζέρια από τη λογοτεχνία δεν υπάρχει. Στενοχωριέμαι μόνο που οι εφεδρείες μου σε Σίνγκερ εξαντλούνται. Ο άνθρωπος -πια είμαι σίγουρος- δε δημοσίευσε ούτε μία σελίδα που να μην είναι καλή και δυνατή λογοτεχνία. Στον τόμο των 49 ευσύνοπτων διηγημάτων με γενικό τίτλο "Στο δικαστήριο του πατέρα μου" (αναφέρεται στο ραββινικό δικαστήριο του πατέρα του, λίγα χρόνια πριν και στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, στην Πολωνία, στη Βαρσοβία κυρίως), ο Σίνγκερ αφηγείτει αυτοβιογραφούμενος, σε μία σύνθεση χαλαρή που προσομοιάζει ή συχνά μάς θυμίζει τις επιμέρους ενότητες ενός ενιαίου μυθιστορήματος, όλα εκείνα τα δυνατά συναισθήματα και βιώματα που συνέθεσαν την παιδική του εμπειρία, αλλά και την πλούσια ιλύ του υστερότερου συγγραφικού του έργου.

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Γεωργίου Βιζυηνού: Το αμάρτημα της μητρός μου και άλλα διηγήματα.



Ο Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896), μάλλον δε χρειάζεται συστάσεις. Στον πολύ φροντισμένο, ομώνυμο με τον τίτλο αυτής της ανάρτησης, τόμο της "Εστίας" συμπεριλαμβάνονται τα έξι γνωστότερα διηγήματά του, γραμμένα ανάμεσα στο 1882 και το 1886. Τα ξαναδιάβασα αυτές τις μέρες, τα χάρηκα πολύ, και όσοι τα διαβάσατε νεότεροι και άγουροι αναγνώστες, ρίξτε τους πάλι μια ματιά, θα σας ανταμείψουν πολλαπλά. Πράγματι μεγάλη λογοτεχνία, ανάμεσα στα άλλα "μία συγκλονιστική μελέτη θανάτου", όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης. Παράλληλα, έκανα μια - δυο σκέψεις, λέω να τις σημειώσω εδώ, παρόλο που δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το φιλολογικό τους κύρος. Να εξηγηθώ. Όταν φέρνω στο νου μου τα διηγήματα του Βιζυηνού, τα συγκαταλέγω -όπως και τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, που όμως θα 'θελα επίσης να τα ξανακοίταξω-, ανάμεσα στα ελάχιστα πεζά που για τον άλφα ή το βήτα λόγο δεν είναι εγκλωβισμένα στη νεοελληνική γλώσσα ή πραγματικότητα. Κι αυτό για δύο βασικούς λόγους.

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: "...τι κούφια λόγια ήτανε αυτές η βασιλείες."



ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ

Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

Ο Αλέξανδρος -τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος -τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ' άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτό τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί έννοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κ' εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών),
κ' οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ' ενθουσιάζονταν, κ' επευφημούσαν
ελληνικά, κ' αιγυπτιακά, και ποιοί και εβραίικα,
γοητευμένοι με τ' ωραίο θέαμα -
μ' όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήτανε αυτές η βασιλείες.

[Οι "Αλεξανδρινοί Βασιλείς", κατά την κλασική έκδοση του ΙΚΑΡΟΥ, δημοσιεύτηκε το 1912. Οι νίκες στους Βαλκανικούς δικαίωναν πια τόσο τη Μεγάλη Ιδέα, που η ειρωνεία για τις ...βασιλείες και τις λοιπές δόξες από τον Καβάφη θα έμοιαζε -και στους ελάχιστους που τότε παρακολουθούσαν το έργο του ποιητή- μάλλον άτοπη, ακόμα και κακόβουλη. (Να θυμίσω, τη Μεγάλη Ιδέα, το να λυτρωθεί σύμπαν το έθνος ανασυστήνοντας μάλιστα τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την επέβαλε στο δημόσιο βίο, μετά την Εθνοσυνέλευση του 1844, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο ίδιος επίσης που εισήγαγε αλλά και με ζήλο εδραίωσε τη νεοελληνική κρατική διαφθορά, το ρουσφέτι, την πελατειοκρατία κ.τ.ό.) Βεβαίως, δέκα χρόνια αργότερα, το 1922, είχε σειρά η μικρασιατική καταστροφή, πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και περί το ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες...]