Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Όλοι σε λένε μέλισσα, μα πεταλούδας μοιάζεις.



Τραγούδι, Γιάννης Βρεττός. Μουσική – ενορχήστρωση, (και λαούτα – μαντολίνο), Νίκος Στρατάκης. Στίχοι, Δέσποινα Σπαντιδάκη.

Πεταλούδα
Ποιας πεταλούδας τα φτερά έβαλε ο έρωτάς μας
Κι έφυγε σ’ άλλες γειτονιές κι ήρθε ο καημός κοντά μας.
Όλοι σε λένε μέλισσα μα πεταλούδας μοιάζεις
Έρχεσαι φεύγεις χάνεσαι και δε με λογαριάζεις.

Χαράματα στο λιμάνι του Ηρακλείου, μα δε σταθήκαμε, βουρ για το Λιβυκό
Υπάρχει άλλος τόπος, Θε μου, που κι η ασχήμια να 'ν' όμορφη; 
Καφεδάκι στη Φαιστό, την υπερβατική εξέδρα πάνω από τη Μεσαρά, κι ύστερα Μάταλα. Είχε και φεστιβάλ εκεί, δεν το ξέραμε. 
Ακούμε στο αυτοκίνητο γηγενείς μουσικές. Οι Κρητικοί τραγουδάνε ακόμα. 
Κρήτη, όμορφη χώρα, δικοί σου κι εμείς οι Δωδεκανήσιοι. 
Τραγούδια της ψυχής, στίχοι δίχως οίηση, δίχως στόμφο, λογοπαίγνια, λεξιθηρία. Καθαρά αισθήματα, συγκίνηση.   

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Τρυφερές εικόνες ρατσισμού.

Τρυφερές εικόνες ρατσισμού

Athens Voice, 21/06/2014 - 11:24
image

















Τις προάλλες επισκέφτηκα τον καλό φίλο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, να τον συγχαρώ για το τελευταίο του βιβλίο, «Το ελάχιστο ίχνος», κατά τη γνώμη μου μία επιτυχή σύγχρονη εκδοχή του ελληνιστικού μυθιστορήματος. Κατά την επιστροφή από Πεύκη προς πλατεία Αμερικής με το λεωφορείο Α8, σε κάποια από τις ενδιάμεσες στάσεις επιβιβάστηκε νεαρό ζευγάρι μαύρων, ούτε εικοσιπεντάχρονοι, από την εμφάνιση και την όλη στάση τους έμοιαζαν με δικούς μας μεσοαστούς, κρατούσαν σε καλάθι το βρέφος τους. Ούτε παιδί ούτε νήπιο ∙ βρέφος.
Μετά από λίγο κι αφού προηγήθηκε από διαφορετική κατεύθυνση ένα «Άχου, τι όμορφο μαυράκι!», σηκώθηκε κάποιος, πλησίασε στο καλάθι, κατέβασε τα δάχτυλά του, άγγιξε το μάγουλο του βρέφους. Ύστερα και δεύτερος, και τρίτος, πρέπει το σύνολο τέσσερις. Οι γονείς σαν ζώα πάνω απ’ το μικρό τους κράταγαν την ανάσα τους, συγκρατιόντουσαν με δυσκολία από το να χιμήξουν. Να σημειωθεί επίσης ότι αυτή η ανοίκεια… οικειότητα προερχόταν μόνο από αντρικά και εμφανώς λούμπεν δάχτυλα. Μέχρι που ακούστηκε μεσήλικη γυναίκα, και αυτή όχι επιτακτικά: «Μην το πιάνετε το μωρό με τα χέρια σας, δεν κάνει…» Το αγόρι και το κορίτσι, οι γονείς, κοίταξαν προς την πλευρά της με εύγλωττη ευγνωμοσύνη, έπειτα σταδιακά χαλάρωσαν, επέστρεψαν το κουβεντολόι τους.
Πρόσφατα, πάλι, στην ουρά ταμείου σε μεγάλο σουπερμάρκετ της Κυψέλης, ακούγεται αίφνης η διαμαρτυρία εφήβου που του πήραν τη σειρά, γυρνάμε προς τα πίσω, είναι ο τελευταίος, το στιγμιότυπο δεν έχει μάρτυρα, το παιδί που διαμαρτύρεται είναι μαύρος, κι αυτός στον οποίο απευθύνεται, ένας δικός μας μεσήλικος, μία θέση μπροστά του, ο οποίος με μια αδιόρατη σιχασιά στο λοξό βλέμμα και στη σχισμή των χειλιών του απαξιοί και να του απαντήσει. Δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε το παιδί, παρόλο που έχει με το μέρος του το δίκιο της φυσικής και όχι μόνο ευγένειας. Με εντυπωσιάζουν τα ελληνικά του που υποθέτω δεν τα ’μαθε από τους γονείς του ή το κοινωνικό τους περιβάλλον, μα και που αποκλείεται να τα μάζεψε μόνο από την ελληνική τηλεόραση ή το σχολείο. Ξεφυσάει μια – δυο εκπνοές, ύστερα βουβαίνεται, φαίνεται να το ξεχνάει.
Διηγιόταν υπάλληλος στην υποδοχή γυμναστηρίου την κατσάδα που άκουσε από το αφεντικό της όταν πούλησε μηνιαίες συνδρομές σε δύο σκουρόχρωμα ισχνά μεταναστόπουλα, «Δε σου είπα σε κάτι τέτοιους να λες 90 ευρώ (αντί 30) ο μήνας, να παίρνουνε δρόμο; Πακιστανά είναι, δεν το βλέπεις! Ο κόσμος σιχαίνεται να γυμνάζεται μαζί τους», «Μα φοράγανε σκουλαρίκια, …και παπούτσια επώνυμα», αντέτεινε η υπάλληλος, «πού να το καταλάβω ότι ήτανε Πακιστανοί».
Κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα φιλμάκι από το You Tube σε διάφορες παραλλαγές, το είδα αναρτημένο και εδώ, στην ηλεκτρονική Athens Voice, με τίτλο racism experiment dolls ή Doll Test, πείραμα ρατσισμού ή άσκηση με κούκλες, η κάμερα καταγράφει σταθερά από τη μία πλευρά ενός τραπεζιού, στο τραπέζι βρίσκονται δύο πανομοιότυπες κούκλες, διαφέρουν μόνο στο χρώμα, η μία μαύρη η άλλη λευκή, και στην απέναντι πλευρά καθισμένα απαντούν σε ερωτήσεις σχετικές με τις κούκλες έγχρωμα στην πλειονότητά τους παιδιά προσχολικής ηλικίας. Οι ερωτήσεις είναι για το ποια από τις δύο κούκλες είναι όμορφη ή άσχημη, καλή ή κακή, και επίσης τους ζητούν να αιτιολογήσουν τις απαντήσεις τους.
Δε γνωρίζω το επιστημονικό κύρος αυτών των βίντεο (με ποια κριτήρια επελέγη το δείγμα των παιδιών ή οι απαντήσεις τους), εύλογα μαντεύω ωστόσο τις αποκρίσεις τους και προτού τις ακούσω: άσχημη ή κακή, δηλώνουν τα περισσότερα, είναι η μαύρη, και η αιτιολόγησή τους είναι συνήθως ταυτολογική, η μαύρη είναι κακή γιατί είναι μαύρη. Όσο κι αν σοκάρει, εντούτοις η δύναμη των στερεοτύπων είναι γνωστή.
Σε μία από τις παραλλαγές, και μάλιστα στην πρώτη που είδα, (την είχε κοινοποιήσει στο facebook ο φίλος και καλός γλωσσολόγος Γιάννης Οικονόμου), μεξικανικής προέλευσης, η τελευταία ερώτηση και που απευθύνεται σ’ ένα έγχρωμο αγόρι, του ζητά να πει με ποιαν από τις δύο κούκλες μοιάζει. Το παιδί, που πρωτύτερα έδειξε ως άσχημη και κακή τη μαύρη, στρέφει το κορμί και το χέρι αυθόρμητα προς τα κει, ύστερα ακαριαία και με πανικό σχεδόν γυρνάει προς την λευκή, δείχνει αυτήν, ότι μοιάζει με τη λευκή κούκλα, όχι τη μαύρη. Είναι το βλέμμα του χαμένο, σουρώνει τα χείλη του σαν από έναν ασύνειδο πόνο.
Αυτά τα δευτερόλεπτα στην έκφραση αυτού του παιδιού μού τριβέλιζαν για μέρες το μυαλό, εωσότου κατανόησα την αναγωγή που γινόταν στο ασυνείδητό μου. Η μαύρη κούκλα ήταν ο ομόφυλος προσανατολισμός, η λευκή ο ετερόφυλος. Είχα καθίσει κι εγώ σ’ αυτό το τραπέζι κι είχα τείνει το δείκτη πολλές φορές προς τη λευκή αντί προς τη μαύρη κούκλα. Κι αν είναι σχετικά εύκολο ή όχι πολύ δύσκολο σ’ ένα μαύρο παιδί ήδη στην διάρκεια της πρωτοβάθμιας να ταυτίσει πια τη μαύρη κούκλα με τον εαυτό του (μόλο που ο Μάικλ Τζάκσον έδειχνε στη διάρκεια όλης του της ζωής τη… λευκή), είναι ελάχιστοι οι ομοφυλόφιλοι που ακόμα και στην εφηβεία, έστω μόνοι με τον εαυτό τους, αποδέχονται την ταύτιση. Και απ’ αυτούς που συμφιλιώνονται με τον προσανατολισμό τους αργότερα στην ενήλικη ζωή τους δεν είναι λίγοι όσοι τον θεωρούν κακό και άσχημο, μερικοί κιόλας, ακόμα και ηλικιωμένοι (τόσο πρόδηλο ιδιαίτερα σε ορισμένους ρασοφόρους) δε σταματούν ποτέ να του επιτίθενται με λυσσαλέα εμπάθεια.
Στο σύγχρονο κόσμο, εννοώ τον κόσμο μετά τον Διαφωτισμό, οι κύριες κατευθύνσεις, με τις όποιες επιμέρους διαφωνίες ή στρατηγικές, είναι δύο: η εμπιστοσύνη στη λογική, στον ορθό λόγο, κι η αμετάκλητη επιλογή της ελευθερίας. Κι εδώ δε χωράνε δογματικές αγκυλώσεις. Υπάρχουν ελευθερίες που κατακτιούνται με κρατική υποστήριξη, αυτές –τι να κάνουμε– τις αγαπούν περισσότερο οι αριστεροί, όπως και ελευθερίες που κερδίζονται με τον περιορισμό του κράτους, τις δεύτερες τις υπερασπιζόμαστε οι φιλελεύθεροι. Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται η καθολική βασική δωρεάν εκπαίδευση ή οι αντίστοιχες υπηρεσίες υγείας.
Αν απελευθερώσεις ένα ζώο γεννημένο στην αιχμαλωσία, δεν ξέρει να ζήσει, θα τριγυρνάει γύρω από το λουρί του. Εδώ χωράνε οι ποικίλες ποσοστώσεις, οι αντιρατσιστικοί, ο γάμος ομοφύλων, ένα είδος, δηλαδή, αρχικής αναγκαίας προστασίας των δικαιωμάτων. Οι οποίοι, αντιρατσιστικός και ισότιμος πολιτικός γάμος, παρεμπιπτόντως, θα θεσπιστούν και εδώ, μόνο που θα θεσπιστούν με καθυστέρηση, μίζεροι, εκβιασμένοι και εισαγόμενοι, όπως και ό,τι ανάλογο προηγήθηκε τις περασμένες δεκαετίες, (ισότητα φύλων, συνδικαλισμός, εργατικά δικαιώματα, πλουραλισμός, ελευθεροτυπία), για να γίνουν δυστυχώς κι αυτοί με τη σειρά τους ασυδοσία και παρακμή, όχι ελευθερία και ευημερία.
Ο ρατσισμός δεν είναι ποτέ τρυφερός. Είναι διαβρωτική, τοξική και όχι μόνο βραδείας δράσης βία.

Στο άμεσο προσεχές διάστημα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» η νουβέλα μου «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα».

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Ο Αντώνης Νικολής μάς συστήνει το νησί του.


(Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 15 Ιουνίου 2014, στο ένθετο ταξίδια extra.)

Ο Αντώνης Νικολής μάς συστήνει το νησί του.

Για την Κω συνηθίζω το λογοπαίγνιο πολλοί κόσμοι ή πολλές ηδονές σε μία συλλαβή, δεν αγαπώ τα λογοπαίγνια, μα σε τούτο το οξύμωρο χωράει η σχέση γοητείας που με συνδέει με το μονοσύλλαβο νησί της Δωδεκανήσου, το νησί μου είναι σωστότερο να πω, γιατί από δω κατάγομαι κι εδώ ζω το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου.
Η Κως είναι σχετικά μεγάλο νησί, το ένα από το άλλο άκρο της απέχει οδικώς γύρω στα 50 χιλιόμετρα, με πληθυσμό κοντά στους 35 χιλιάδες κατοίκους.
Ήπιο, μαλακό, ηδύ, τα επίθετα για το τοπίο της. Πεδινή με γήλοφους, ακόμα και οι ορεινοί της όγκοι μοιάζουν με ψηλούς ήμερους λόφους. Ενδοχώρα με εξοχικούς δρόμους που φέρνουν στο νου χρόνους αφηγηματικούς της παλιάς καλής λογοτεχνίας και που σβήνει δίχως εξάρσεις και με αχνές πινελιές στο ακροθαλάσσι. Και σχεδόν παντού με ομαλή πρόσβαση στην ακτή, με παραλίες από καλές έως εξαιρετικές.
Η πόλη της Κω διακρίνεται για τον ιταλικό δωδεκανησιακό χαρακτήρα του κέντρου της, τα διάσπαρτα στον ιστό της αρχαιολογικά πάρκα, τον ιδιότυπο συγκρητισμό των μνημείων της, (ναοί ορθόδοξοι, καθολικοί, η συναγωγή, τεμένη μουσουλμανικά, το ιπποτικό κάστρο της Νεραντζίας στον παλιό λιμενοβραχίονα, οθωμανικά, βυζαντινά, παλαιοχριστιανικά κατάλοιπα, ρωμαϊκά όπως η αναστηλωμένη Κάζα Ρομάνα ή το ωδείο, ελληνιστικά και υστεροκλασικά όπως το Ασκληπιείο στα περίχωρα), που μαζί με τα αλσύλλια και τις δεντροστοιχίες από φίκους, φοινικοειδή, πλατάνια, αγριογιασεμιά, μπουκαμβίλιες, ιβίσκους, συμπληρώνει την κοσμοπολίτικη και κάπως ανατολίζουσα εντύπωση που αποκομίζει ο επισκέπτης της.
Η Κως ήτανε γνωστή και με το προσωνύμιο: το νησί των ποδηλάτων, τότε που οι περισσότερες οικογένειες είχαν τόσα ποδήλατα όσα και μέλη. Τα τελευταία χρόνια χάρη στο ευρύ δίκτυο των σύγχρονων ποδηλατόδρομων, επιστρέφουν οι γνώριμες εικόνες, οι φίλοι δυο – δυο με συντονισμένες πεταλιές να ποδηλατούν και να συζητούν ήσυχα, τα προειδοποιητικά κουδουνίσματα, οι τσιρίδες των παιδιών οιονεί ιαχές μικρών ζογκλέρ ποδηλατώντας με τα χέρια σε έκταση, ή γι’ ακόμα πιο ριψοκίνδυνη οδήγηση με τα πόδια περασμένα πάνω από το τιμόνι.
Οι επισκέπτες του νησιού αξίζει να κατεβείτε στα Θερμά, δύο χιλιόμετρα έξω από την πόλη, στον υποβλητικό βραχώδη τόπο με τη θερμή πηγή πλάι στο κράσπεδο του γιαλού. Στην αντίθετη κατεύθυνση, να ανεβείτε στα άνδηρα του Ασκληπιείου, για τον ίδιο το χώρο αλλά και για τη θέα της πόλης από ψηλά, των γειτονικών νησιών, των μικρασιατικών ακτών απέναντι. Να επισκεφτείτε το εκεί επιγραφικό μουσείο με τα σύγχρονα εκθεσιακά πολυμέσα. Μερικά χιλιόμετρα δυτικότερα, συνεχίζοντας στους πρόποδες του κύριου ορεινού όγκου του νησιού, του βουνού Δίκαιος, το Παλιό Πυλί, το ερειπωμένο χωριό, αλλά και το σύγχρονο Πυλί με τη δροσερή Πηγή του, ύστερα το Ασφενδιού με τους παραδοσιακούς οικισμούς, τις ταβέρνες , τα καφενεία. Στα μεσόγεια, στην Αντιμάχεια, το δεύτερο μεγάλο ιπποτικό κάστρο. Και σ’ όλη τη νοτιανατολική ακτογραμμή από την Καρδάμαινα έως την Κέφαλο, σε πολλά χιλιόμετρα, τις αμμουδιές απαράμιλλης ομορφιάς. Στον κόλπο της Κεφάλου, την παλαιοχριστιανική του Αγίου Στεφάνου απέναντι από το νησάκι. Κάντε μία στάση στον κόλπο, για κολύμπι, για ψάρι ή και για διανυκτέρευση.
Η Κως δεν είναι το ήσυχο γραφικό νησί. Θα σας αρέσει, αν σας ελκύει η ποικιλία των προσφορών, αν συνυπολογίσετε επιπλέον ότι λόγω υποδομών, ακόμα και ντάλα τουριστική σεζόν, εδώ θα βρείτε καταλύματα, ενοικιαζόμενα οχήματα, εστίαση σε πολύ προσιτές τιμές, αλλά και λόγω μεγέθους μέχρι… και ερημικές αμμουδιές αν αυτό ορέγεστε. Αν πάλι φορώντας το μαγιό γίνεστε κοινωνικότεροι, υπάρχουν και οι παραλίες οι οποίες σφύζουν από ημίγυμνο ανθρωπομάνι. Και μια και το ’φερε ο συνειρμός, η μεγαλύτερη και πιο πολυσύχναστη παραλία γυμνιστών βρίσκεται στο Τιγκάκι, η οποία λόγω του μεγάλου βάθους της παράκτιας ζώνης, του ανάγλυφου των θινών, της απόστασης από τον οικισμό, θεωρείται από τους λάτρεις του είδους ιδεώδης.
Μα η Κως θα σας ανταμείψει πρωτίστως με το φως του νοτιανατολικού Αιγαίου και της Καρίας. Βαρύ και πυκνώνει τις σκιές το μεσημέρι, το σούρουπο ιώδες. Στα μέρη μας το κοκτέιλ περιέχει τρία μέρη: συγκατάβαση, ανοχή, νοσταλγία. Απ’ αυτό ξεκίνησα: πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή.

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Περήφανοι κάθε μέρα.


Στη χτεσινή Γιορτή Περηφάνιας μού έλειπε η Βασούλα, -εμφάνισε σημάδια ακραίας επιδείνωσης η κατάσταση της κατάκοιτης και σε άνοια μητέρας της. Ήθελα εθιμοτυπικά, όπως πέρσι, να τους είχα ξανά και τους δυο, εκείνην και τον Θωμά Ξωμερίτη.
Το βράδυ στην πλατεία Κλαυθμώνος δίπλα στο περίπτερο του ΣΥΔ με τη Μαρίνα Γαλανού του Πολύχρωμου Πλανήτη και της εξαιρετικής ακτιβιστικής δράσης.
Ήταν πιο πολύς ο κόσμος φέτος, ένας κόσμος που χαιρόταν όσο τού επιτρεπόταν την ορατότητα, ήτανε πολιτικό και πάλι, θέλω να πω δημόσιο, το βίωμα, σχεδόν καθόλου ιδιωτικό.
Τόσος κόσμος, που όλα τα κόμματα από κοινού δε θα τον μάζευαν, ο δήμαρχος της πόλης, πρεσβευτές, και όμως κάμερα καμία, κι αν δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου κάποια, πάντως δεν ήταν όσες θα δικαιολογούσε μία από τις χώρες με τις περισσότερες κατά κεφαλήν κάμερες. Δε βαριέσαι.
Με αυτοεκτίμηση, λοιπόν, δίχως καμιά ενοχή, καμιά ντροπή.
Περήφανοι κάθε μέρα.

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ακόμα μία προδημοσίευση. Από την Τζούλια Τσιακίρη.

Η Τζούλια Τσιακίρη, η εκδότριά μου, προδημοσίευσε ακόμα ένα απόσπασμα από τον Δανιήλ στη σελίδα των εκδόσεων Τὸ Ροδακιὸ με το σχόλιο "τι εννοώ όταν λέω στυλίστας φαίνεται εδώ", επεξηγώντας το "Ο στυλίστας Αντώνης Νικολής" που είχε σημειώσει σε προηγούμενη ανάρτησή της.

Την ευχαριστώ για τον τόσο μεγάλο έπαινο.

(Έξοχο το ζωγραφικό σχόλιο.)

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα.

11 Ιουνίου 2014 στις 12:44 μ.μ.
Κι άλλη προδημοσίευση (homemade) με ζωγραφικό σχόλιο της Πελαγίας Κυριαζή.



Παραμέριζα τὸ σαθρὸ μαδέρι, τὸ ἀπομεινάρι τῆς αὐλόπορτας, ἔνιωθα πάλι κάπως νὰ καθυστεροῦν οἱ εἰσπνοὲς καὶ οἱ ἐκπνοές μου. Περπάτησα τὴ χορταριασμένη μπροστινὴ αὐλή, ἔστριψα στὴν πλακόστρωτη ἐσωτερικότερη. Ἔλειπαν καὶ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ κυρίως σπιτιοῦ οἱ ἡμικίονες, οἱ μαρμάρινες ἀρχαῖες παραστάδες -- τὶς μάζεψαν, ποιὸς ξέρει, ἀρχαιολόγοι ἢ τίποτα νεόπλουτοι γιὰ τὰ τζάκια τους.

Ἤμουνα μέσα στὸ σπίτι, στὸ κατώι, τὴν κάμαρη μὲ τὴν ντιβανοκασέλα τότε. Προσπαθοῦσα νὰ προσανατολίσω τὶς μνῆμες μου, δυσκολευόμουν ἀρκετά. Κρεμόταν ἀκόμα στὸν τοῖχο δίπλα στὸ μεσημβρινὸ παράθυρο ἕνα ἡμερολόγιο ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ξεκολλᾶς τὰ χαρτάκια, τὶς μέρες, κι ἀπ’ τὴν πίσω τους ὄψη εἶναι γραμμένα τετράστιχα. Ἦταν ξεχασμένο στὸ χαρτάκι ποὺ ἀντιστοιχοῦσε στὶς 19 Αὐγούστου τοῦ 1981. Ἔκτοτε σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι εἴτε θὰ ἐξέλιπε ἡ μέριμνα γενικὰ γιὰ τὸ χρόνο εἴτε ἴσως ὁ τελευταῖος του ἔνοικος, ὁ Δανιήλ, ἡ Μαριγὼ ἢ ὅποιος ἄλλος. Δὲν ἤξερα. Ἀναρωτιέμαι ἐκ τῶν ὑστέρων γιατί τὰ καλοκαίρια ὅταν κατέβαινα στὸ νησί, φοιτητὴς πιά, δὲν ἐνδιαφερόμουν νὰ μάθω τί γίνονταν, δὲν ἦρθα ἕνα ἀπόγευμα στὸ χαμάμ, ἔστω νὰ πλυθῶ μόνο. Ὑποθέτω γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ θὰ μὲ ψυχοπλάκωνε νὰ παίξω μπάλα σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ προαύλια τῆς σχολικῆς μου ζωῆς.

Στὰ ἐρείπια τῶν σπιτιῶν, ὅσο ἀκόμα κρατᾶνε τὸ βασικὸ σκελετὸ τοῦ κελύφους τους, κοντὰ σὲ γωνίες ἢ σὲ ἀκμὲς τοίχων, ἔχεις τὴ φευγαλέα ἐλάχιστη ἐντύπωση ἀνάμεσα σὲ ξερὰ ἢ χλωρὰ χόρτα καὶ πέτρες ὅτι ὀσμίζεσαι τοὺς ἐνοίκους τους. Πάταγα μὲ προσοχὴ σὲ σπασμένα, σκεβρωμένα ξύλα, χαρτιὰ καὶ κομμάτια πανιὰ συμπιεσμένα ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ τὰ χρόνια κι ἀνακατεμένα μὲ πέτρες καὶ χώματα. Ἀνέβηκα τὴ σκάλα γιὰ τὸν ὄροφο. Τὸ ἐμαγιὲ λαβομάνο, τρύπιο, ἔμενε ἀκόμα στὴ θέση του στὸ διάδρομο ἔξω ἀπὸ τὸ ὑπνοδωμάτιο τοῦ Δανιήλ, ὅλα τὰ ἄλλα βρίσκονταν σὲ ἐντελῶς ἐπισφαλὴ θέση, μὲ τὸ μισὸ πάτωμα ἀπὸ τὶς δύο κάμαρες νὰ κρέμεται στὸν ἀέρα μισογκρεμισμένο κι ἀπὸ τὴν ἔξω πλευρὰ τοῦ διαδρόμου, στὴν ὑπόστεγη βεράντα, οἱ πήλινες πλάκες τοῦ δαπέδου, τὰ κολονάκια τοῦ στηθαίου καὶ ἡ κεκλιμένη σκεπὴ μὲ τὰ κεραμίδια, ὅλα μισοδιαλυμένα. Ἀποτολμοῦσα ἕνα-δυὸ βήματα ἀπὸ τὸ πλατύσκαλο, ἔτριζαν οἱ σάπιες τάβλες, γύριζα πίσω. Ἕνα παπούτσι μὲ ἀναδιπλωμένη, συρρικνωμένη τὴ σόλα του, ἀντρικὸ μαῦρο μὲ κορδόνια, μὲ τὴν καφετιὰ στάμπα ἀπὸ τὸ πέλμα ποὺ τὸ φόραγε στὴν ξεκολλημένη πατούσα του, ἔσκυψα, τὸ σήκωσα, οὔτε σαράντα νούμερο, δὲν πρέπει νὰ ἦταν ἀπὸ τὸ πόδι τοῦ Δανιήλ.

Ἔνιωθα στὴν παλάμη μου τὴ σκόνη ἀπὸ τὴν πατούσα τοῦ παπουτσιοῦ, εἶχα κατεβεῖ στὴν αὐλή, πάταγα στὶς χορταριασμένες πλάκες. Δίπλα στὸ πηγάδι ἡ μουριά, ξερὸ μαῦρο κούτσουρο πιά, κι ἀπὸ χοντρὸ καρφὶ στὸν κορμό της κρεμόταν ἕνα τσίγκινο κανάτι. Κατὰ διαστήματα τραμπαλιζόμενο ἐλαφρὰ ἀπὸ τὸ ρεῦμα τοῦ ἀέρα ἄφηνε ἕνα μεταλλικὸ πνιχτὸ κρότο καθὼς χτύπαγε μὲ τὰ τοιχώματά του στὸν κορμό. Θυμήθηκα τὸ ὄνειρό μου, σήκωσα τὸ σκουριασμένο σκέπασμα στὸ φρόχειλο, στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ, δὲν ἦταν ἡ οἰκοσκευὴ ἐκειμέσα βέβαια, ἔπειτα ὑπῆρχε καὶ νερό, μὲ τὴ στάθμη του ὅμως πολὺ κατεβασμένη, ὅπως ὑπολόγισα ρίχνοντας ἕνα λιθάρι.

Τὰ μικρότερα κτίσματα εἴχανε καταρρεύσει. Ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες διακρίνονταν μόνο οἱ βάσεις τῶν τοίχων τους, ἕνας χορταριασμένος σωρὸς πέτρες καὶ ξύλα. Στὶς κουζίνες σωζόταν ἡ λαξευτὴ γούρνα ἀπὸ τὸ μεγάλο νεροχύτη, ἀπόρησα ποὺ δὲν τὴ μάζεψε κανένας νεόπλουτος (γιὰ γλάστρα σὲ κῆπο, στὴν ἄκρη τοῦ γκαζόν), τὸν πέτρινο πάγκο τὸν μάντευα μόνο κάτω ἀπὸ τὰ χορταριασμένα χώματα καὶ τὰ μαῦρα σκισμένα δοκάρια. Λίγο πιὸ πέρα --ἀπίστευτο-- ἀποκόλλησαν καὶ κλέψανε τὰ πυρότουβλα ἀπὸ τὸ θολωτὸ χτιστὸ φοῦρνο!

Ἡ ἔκπληξη μὲ περίμενε στὸ τέλος, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς αὐλῆς, ἀπέναντι ἀπὸ τὶς κουζίνες: τὸ χαμὰμ διατηροῦνταν στὸ σύνολό του σχετικὰ καλά, ἦταν τὸ λιγότερο ἐρειπωμένο. Δὲν τὸ ἄφησα δίχως λόγο τελευταῖο στὴν περιήγησή μου. Καὶ τότε καὶ τώρα, ἂν κάπου θὰ μούδιαζε τὸ σῶμα μου, θὰ ἦταν ἐκειμέσα βέβαια. Τελευταῖο ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ βλέμμα μου. Τὸ κοίταξα μόνο σὰν ἔφτασα μπροστά του, σήκωσα τὸ κεφάλι ἀδιάφορα, ὅτι τὸ λογάριαζα ἐξίσου ὅσο καὶ τὰ ὑπόλοιπα χτίσματα.

Ἔμπαινα μέσα --ὅπως λένε-- μὲ λυμένα τὰ γόνατα. Χάζευα τὶς λεπτομέρειες σὰν ἐξιχνιάζοντας ἕνα ξεχασμένο μονοπάτι, ψάχνοντας τὰ σημάδια νὰ ξαναπάρω ἕναν παλιὸ γνώριμο δρόμο. Στὸν πρῶτο χῶρο, στὸ ταμεῖο, τὸ σπασμένο σκαμνὶ στὴ γωνία κοντὰ στὸ ἄνοιγμα γιὰ τὰ ἀντρικά, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄσπρο ξύλινο ἑρμάρι ὅπου στοιβάζαμε τὶς πετσέτες διπλωμένες, καὶ τὸ μικρότερο ἀπὸ κάτω, ὅπου τακτοποιούσαμε τὰ πράσινα μοσχοσάπουνα ἢ τὰ σκοῦρα καφετιὰ δαφνοσάπουνα. Παραμέσα, στὸν προθάλαμο, τὰ σπασμένα ντουλαπάκια, τὰ προσωπικὰ ἑρμάρια, καὶ πιὸ μέσα, στὶς σάλες, τὶς ἐσοχὲς μὲ τὶς βρύσες καὶ τὸ σκοτεινὸ δωματιάκι. Κοίταζα στοὺς τοίχους τοὺς σοβάδες (ἀπὸ κουρασάνι, τὸ ἀνθεκτικὸ κονίαμα μὲ τὸ ὁποῖο στεγανοποιοῦσαν τὰ τοιχώματα στὶς στέρνες), σὲ μεγάλες ἐπιφάνειες ἀκόμα στὴ θέση τους, νὰ σώζουν μέχρι καὶ τὴν κοκκινωπὴ ὤχρα, ποικιλμένη βέβαια μὲ στάμπες (τὰ ἐπιχρίσματα ἀπὸ τὴν ἐξάνθηση τῶν ἁλάτων τῆς ὑγρασίας) ἀσπριδερὲς καὶ γκριζωπὲς καὶ πρασινωπές. Ἀνέβαζα τὸ βλέμμα ὣς τοὺς τζαμωτοὺς φωταγωγούς, τὶς ἀναφωτίδες, ψηλὰ στοὺς τρουλίσκους, ἀπ’ ὅπου αἰωροῦνταν σκονισμένα κανναβάτσα κι ἄλλα κατακόρυφα μαῦρα κορδόνια ἀπὸ παχιοὺς ἱστοὺς ἀράχνης. Ἀνάπνεα τὴ σκόνη, τὸν ὑγρὸ ἀέρα. Ἔσκυβα πάλι τὸ κεφάλι, ἀδύναμα ξερόχορτα στὶς ἀκμὲς τῶν τοίχων καὶ στοὺς ἁρμοὺς τοῦ δαπέδου, ἕνα λιωμένο ἀπὸ τὴ σκουριὰ τάσι πεταμένο στὴ ρηχὴ γούρνα τῆς μιᾶς βρύσης, σκουπίδια κάθε λογῆς καὶ ἀκαθαρσίες πολυκαιρισμένες.

Ἀνάσανα βαθιά. Ὅλα ἐπέστρεφαν ὁλοζώντανα καὶ μὲ τὴ θέρμη καὶ τὴν ὑγρὴ λάμψη τῆς σάρκας ποὺ στέκει δίπλα σου καὶ σφύζει ἀπὸ τὴ βουλιμία νὰ ζήσει. Ἀρκοῦσε νὰ βάλω τὸ καθετὶ στὴ σειρά του. Δὲ θὰ τὸ ἔκανα τώρα. Βυθίστηκα, ὅπως ἀποτίνει κανεὶς λίγη ἀναπόληση σὲ μιὰ ἀνάμνησή του περιβεβλημένη μὲ κύρος. Ὕστερα πῆρα τὰ πόδια μου πίσω.

Ἔξω στὴν αὐλὴ πάλι, ἄγγιζα τὸν κορμὸ τοῦ κυπαρισσιοῦ, ἀκούμπησα μὲ τὸ ἕνα πλευρό, στὸ τέλος κάθισα μὲ τὴν πλάτη στὴ βάση του. Κοίταζα μπροστά μου ἀλλὰ καὶ μέσα στὸ θολὸ ρευστὸ τῆς σκέψης μου καί, ἐνόσω ἄδειαζα ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο, στὶς πλάγιες ἀκτίνες τοῦ ἀπογεύματος τὰ αἰωρούμενα ἔντομα καὶ τὴ σκόνη. Κάποια στιγμὴ ξεχώρισα πίσω ἀπὸ τὰ ρουμάνια στὸ ἀκαλλιέργητο περβόλι τὰ ἀπομεινάρια ἀπὸ τὸ σπιτάκι τοῦ θείου Θρασύβουλου.

Δὲν ξέρω πόση ὥρα ἔμεινα γερμένος στὴ βάση τοῦ στιβαροῦ κορμοῦ. Ὅταν σηκώθηκα νὰ φύγω, σουρούπωνε. Σκοῦρο μενεξεδί, ἀραιωμένο ἰώδιο.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα - δύο μικρά δείγματα από την προδημοσίευση.

(...) Κάποια στιγμή, προς το τέλος, σηκώνω το στρωματάκι πάνω από το σομιέ
του κρεβατιού, να το τινάξω από τα χοντρά, χώματα πέτρες σκουπίδια, βρίσκω
μια κίτρινη νάιλον σακούλα κρυμμένη στη μέσα μέσα γωνία, περιείχε γράμμα-
τα μάλλον, κλεισμένη με πολλούς κόμπους. Να ήταν μια καλή ανταμοιβή για
τον κόπο μου; Ξανάβρισκα την έξαψή μου, όλο και κάποια μυστικά θα ξετρύ-
πωνα από κει μέσα. Παρ’ όλη τη βρόμα, ξέσχισα τη σακούλα με τα δόντια μου,
επρόκειτο για μια στοίβα γράμματα σε φακέλους ή σκέτα επιστολόχαρτα, η αλ-
ληλογραφία ανάμεσα στον Θρασύβουλο από το νησί, με περισσότερα από ένα
προσχέδια για κάθε του επιστολή, και τον Φώτη, τον πατέρα του Δανιήλ, εκεί-
νος τού απαντούσε από το Τζάκσον του Μισισιπή. Ήταν υλικό με υποδειγμα-
τική τάξη αρχειοθετημένο, ανακάλυπτα έναν Θρασύβουλο ακριβολόγο, καθα-
ρολόγο συχνά, ξεκίναγε τις επιστολές του, ας πούμε, «Αγαπητέ γαμβρέ μου,
χαίρε», τις ολοκλήρωνε «σε ασπάζομαι θερμώς», δίχως ίχνος ορθογραφικού λά-
θους παρά τις περισπωμένες, τα πνεύματα, ακόμα και παρότι άνθρωπος του
δημοτικού, από το ένα προσχέδιο στο άλλο, ότι τον διακατείχε ένα είδος σχολα-
στικής τελειοθηρίας. Διάβαζα με την απόλαυση που χαρίζει στον αναγνώστη
το αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο. (...)

(...) Αναφερόταν σ’ ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: ο Δανιήλ, παιδί, έπαιζε
στον οντά με την κούκλα της Μαριγώς. Η μάνα με την αδελφή του καθάριζαν
χόρτα στη γούρνα έξω στην αυλή. Γυρνάει ο Φώτης αναπάντεχα νωρίτερα στο
σπίτι, τρέχει φουριόζος στην κάμαρα, προτού προλάβει η Τέρπω να ειδοποι-
ήσει το παιδί να παρατήσει την κούκλα, το πιάνει επ’ αυτοφώρω με το κορι-
τσίστικο παιχνίδι, κάτι που τον ανακατεύει και το απαγόρευσε ρητά προ πολ-
λού. «Μα να παίζει άντρας πράμα με κούκλες; Γίνεται;» Αρχίζει να τον βαράει,
ο Δανιήλ ούτε καν μαζεύεται, παρά το ξύλο τού βγάζει με αυθάδεια τη γλώσσα,
επιπλέον τον απειλεί θα τον διώξει από το «σπίτι μας». «Μια μέρα, εγώ σ’ το
λέω, θα φύεις ’πό το σπίτι μας.» Κι ο Φώτης στα νεύρα του πιάνει να τον κλο-
τσάει, να τον χτυπάει, κοντεύει να τον σακατέψει, η μάνα εντωμεταξύ να εκλι-
παρεί, να φωνάζει, στριμώχνεται ανάμεσά τους, τρώει μια βαριά στο αυτί, σω-
ριάζεται στο πάτωμα. «Ησκότωσες τη μάνα μου, ’α το πω του χωροφύλακα να
σε χώσουνε στη φυλακή, να φύεις ’πό το σπίτι μας!» (...)

[Ολόκληρη η εκτενής προδημοσίευση στο Εντευκτήριο, τρέχον τεύχος 104. Στα κεντρικά βιβλιοπωλεία Θεσσαλονίκης και Αθήνας.]

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Το καλοκαίρι του 2014 - ο συγγραφέας της Διονυσίας.

Το τραπέζι στη βεράντα, μαζί και η ανατομική καρέκλα του γραφείου (για τη σκολίωση). Σε λίγες μέρες τελειώνω το πρώτο γράψιμο του δεύτερου μυθιστορήματός μου. Τέλος του Δεκεμβρίου, το αργότερο αρχές της επόμενης άνοιξης, υπολογίζω, θα το πάω στη συμβολαιογράφο για κατοχύρωση, θα το δώσω επίσης για ανάγνωση στους πρώτους αναγνώστες των κειμένων μου. Μου αρέσει πολύ και το αγαπώ ήδη, όπως και τις νουβέλες μου, άλλωστε, Το Σκοτεινό Νησί και το Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Όμως, ψυχή μου είναι η Διονυσία. Η καλή συνάδελφος Αρχοντούλα Διαβάτη με προσφώνησε προ έτους συγγραφέα της Διονυσίας και απ' όσο θυμάμαι δεν άκουσα για το άτομό μου ποτέ τίποτε τιμητικότερο. Μακάρι να βρω τρόπο να της το ανταποδώσω. Ο συγγραφέας της Διονυσίας και -στο βαθμό που κατέχω από λογοτεχνία και από φιλολογία- είμαι πολύ υπερήφανος γι' αυτό. Σας παρακαλώ, λοιπόν, όσοι δε διαβάσατε τη Διονυσία ή δεν την εκτιμάτε, μην απευθύνεστε στην ιδιότητά μου του συγγραφέα, -το εννοώ.




(Οι φωτογραφίες από τον αδελφό μου Θανάση.)

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Isaac Bashevis Singer: Σκιές στον ποταμό Χάντσον.


Για τον Ι. Μπ. Σίνγκερ αυτή εδώ είναι η έβδομη ανάρτησή μου. Τέσσερις τόμοι διηγημάτων και ετούτο είναι το τρίτο μυθιστόρημά του που διαβάζω. Έχω εκφράσει το μεγάλο θαυμασμό μου για το συγγραφέα. Δεινός αφηγητής, μα και υπέροχος νους.
Το «Σκιές στον ποταμό Χάντσον» είναι ιδιαίτερα σημαντικό νομίζω για τρεις λόγους.
Όπως σε κάθε άρτιο πολυσέλιδο μυθιστόρημα, για τη μελέτη της οικονομίας στη μεγάλη δομή. Ο τρόπος που απλώνει την αφήγηση, που διαστέλλει τον αφηγηματικό χρόνο και διεξοδικά καταγράφει ουσιώδεις λεπτομέρειες, όπως π.χ. στις σελίδες 154 ως 160 η αναμονή της Άννας στη σάλα του σταθμού των τρένων στο ραντεβού της με τον Γκρέιν, ή από τη σελίδα 645 ως 656, η αποτυχημένη παράσταση του Γιάσα Κότικ και αργότερα στη διάρκεια του πάρτι στο σπίτι του, -ένας άθλος αφηγηματικός- η περιγραφή πολυπρόσωπων σκηνών, η ατμόσφαιρα της χαράς μέσ’ απ’ τα μάτια κάποιου που εσωτερικά έχει καταρρεύσει.
Τα στοιχεία νεωτερικότητας, κυρίως η από πρόθεση εντύπωση του ατελούς ή ανοιχτού και ακανόνιστου μύθου. Ο πραγματικός χρόνος κυμαίνεται ανάμεσα στο 1947 και 1949, παρά τις τόσες σελίδες για κανένα πρόσωπο δε θα πληροφορηθούμε εκτός από δευτερεύοντα όπως για τη Λέα, τη γυναίκα του Γκρέιν, την οριστική τους τύχη. Ως να επρόκειτο για μια εξαιρετικά εκτεταμένη νουβέλα. Ζωές που διαπλέκονται, κινούν για δω ή για κει, και όλα αφημένα στην τύχη, στην εκάστοτε συγκυρία. Και ο Σίνγκερ μοιάζει να λέει ακριβώς αυτό: μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κανένας δε νομιμοποιείται να τακτοποιεί το χάος, μόλο που η ευφυΐα και το χιούμορ, αν και το τελευταίο πολύ σπάνιο εδώ, δεν τον ξεμακραίνουν από την αφήγηση που οφείλει να είναι θελκτική.
Το μυθιστόρημα είναι μια δυνατή αποτύπωση της εσωτερικής συντριβής που βίωσαν οι Εβραίοι μετά τα κρεματόρια του Χίτλερ. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει ο Θεός μετά το Ολοκαύτωμα; Το ερώτημα είναι από τα πιο καίρια, και ασφαλώς πανανθρώπινο. Υπερασπιζόμαστε με πολλούς τρόπους την ανάγκη κάπως να δείχνει σε τάξη το χάος γύρω μας, αλλά έρχονται απόλυτα οριακές στιγμές όπου ζούμε στο έλεος μόνο της τύχης.
Οι Σκιές γράφτηκαν στα γίντις, (τη γλώσσα των Εβραίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπως και γενικότερα το έργο του Ι. Μπ. Σ.), και δημοσιεύονταν σε συνέχειες στην εφημερίδα The forward, δυο φορές την εβδομάδα, από τον Ιανουάριο του 1957 μέχρι τον Ιανουάριο του 1958.      

Μερικά αποσπάσματα:
Σελ. 22: Σε μια καρέκλα με ψάθινη ράχη καθόταν ο καθηγητής Σράγκε, ένας κοντός άντρας με άσπρο μούσι και ρυτιδωμένο πρόσωπο, με άσπρα μαλλιά που ήταν σκορπισμένα πάνω στο κεφάλι του σαν βαλτόχορτα κι ερεθισμένα μάτια που τα σκίαζαν ακατάστατα άσπρα φρύδια.
Σελ. 23: «Όχι, ευχαριστώ. Ποιον βλάπτει ο καπνός; Δεν υπάρχει κίνδυνος.» Προς στιγμή, ρυτίδωσε το μέτωπό της κι ο Μπόρις κατάλαβε τι σκεφτόταν: Ο καπνός του Άουσβιτς ήταν πολύ χειρότερος.
Σελ. 75: Τον κυρίευε μια απεριόριστη θλίψη, μια εναγώνια κραυγή πένθους τού έσκιζε τα σωθικά. Ήθελε να ουρλιάξει στον Κύριο της Οικουμένης, σαν σε ενσώματο ον: Κύριε, για όνομα του Θεού, μέχρι πότε θα μένεις σιωπηλός; Έως πότε, Κύριε, έως πότε θα θριαμβεύουν οι κακοί; Έως πότε θα διαρκέσει το σκότος της Αιγύπτου;
Ο Μπόρις έσβησε τα φώτα. Γενηθήτω το σκότος! Γιατί να εξαπατά κανείς τον εαυτό του με το ηλεκτρικό φως; Τι φως είναι αυτό που φωτίζει τις πόρνες, τους δολοφόνους, τους ναζί; Έμεινε όρθιος στο σκοτάδι. Τι παράξενο που ήταν: την ημέρα ήταν απορροφημένος από τις εμπορικές δοσοληψίες όπως ο κάθε επιχειρηματίας, αλλά την νύχτα τον κατέκλυζε η αυτοκαταδίκη, μια τεράστια τύψη, μια θλίψη που βασάνιζε την ψυχή του σαν σωματικός πόνος. Τι κάνω; Τι κάνω;
Σελ. 109: Μπήκε στο λίβινγκ ρουμ και τον είδε. Με τη ρόμπα και τις παντόφλες του, αξύριστος, καθόταν σε μια πολυθρόνα, με τα χέρια ακουμπισμένα στα μπράτσα της. Τα γένια στο πιγούνι του ήταν άσπρα, σαν να είχε γεράσει μέσα σε μια νύχτα. Τα φρύδια του έμοιαζαν να είχαν γίνει ακόμα πιο δασιά και στις κόγχες κάτω από τα φρύδια του οι σκοτεινές κόρες των ματιών του ήταν προσηλωμένες στο κενό μ’ ένα βλέμμα πλήρους απόγνωσης. Πιο μπλαβιές και πιο φουσκωμένες από ποτέ, οι σακούλες κάτω από τα μάτια του είχαν αποκτήσει και νέες δίπλες. Η Άννα στάθηκε για λίγο στην πόρτα. Ο Λούρια έμοιαζε με ταριχευμένο πτώμα, κάτι μέσα της αντέδρασε.
Σελ. 128: Είχε το πρόσωπο μιας ραβίνισσας αριστοκράτισσας, χλομή, με κλασική μύτη, τεράστια γκρίζα μάτια με πράσινες αποχρώσεις κι ένα λαιμό που η γυναικεία ωρίμανσή του δεν είχε μειώσει τη λευκότητά του.
Σελ. 141-142: Στο γκέτο υπήρχε ένας θρήσκος Εβραίος, που δεν έπαυε να απαγγέλλει ψαλμούς. Έσυραν ολόκληρη την οικογένειά του στους φούρνους, αυτός όμως ζάρωσε σε κάποια τρύπα και εξακολούθησε να προσεύχεται και να μελετά από μνήμης. Τη δικαιολογία την ξέρεις: Ο Θεός ξέρει τι κάνει. Αμαρτήσαμε. Επί μήνες καθόταν σ’ εκείνο το κελάρι με μερικούς άλλους Εβραίους, που πέθαιναν από την πείνα. Και μια μέρα, ξαφνικά, άρπαξε τα φυλακτήρια του και τα έκανε κομμάτια. Τα έφτυσε, τα ποδοπάτησε και φώναξε: Θεέ, δε θέλω να σε υπηρετώ πια! Είσαι χειρότερος από τον Χίτλερ! Δε χρειάζομαι ούτε εσένα ούτε τον Άλλο σου τον Κόσμο! Έτσι, τα κατάστρεψε όλα – το κροσσωτό τελετουργικό του εσώρουχο και το προσευχητάρι του, όλα, όλα. Μετά βγήκε από το κρησφύγετό του και παραδόθηκε στους ναζί.
Σελ. 153-154: Εκείνο το πρωί όλα τής φαίνονταν παλιά, ξεθωριασμένα, καταπιεστικά: ο κάθε διαβάτης, το κάθε αυτοκίνητο, το κάθε κτήριο. Τα λουλούδια στα ανθοπωλεία ήταν άψυχα. Τα ψάρια πάνω στον πάγκο είχαν ματωμένα λέπια και ανέκφραστα μάτια. Οι γυναίκες περπατούσαν βαριά με παγωμένες μπότες, οι άντρες φορούσαν τεράστιες γαλότσες.
Σελ. 189: Στην έξαψη του πάθους τους, ο Γκρέιν ένιωθε την αλαζονική περηφάνια του ανθρώπινου είδους, του homo sapiens, που σερνόταν έξω από τη σπηλιά και χειραγωγούσε όλες τις κρυφές δυνάμεις της φύσης για να εξυπηρετήσουν αυτόν και τις ανάγκες του.
Σελ. 198: Η θάλασσα άστραφτε στα κενά ανάμεσα στα θεόρατα ξενοδοχεία, καθαρή, πράσινη, γυαλιστερή και ήρεμη σαν κοσμικό φως νέον. Ένα λευκό πλοίο έπλεε επάνω της σαν αντικείμενο σκηνικού της όπερας. Ο οδηγός του ταξί οδηγούσε τραγουδώντας.
Σελ. 318: Να του δώσω ένα δολάριο; Όχι, παραείναι πολύ. Άλλωστε τι νόημα έχουν όλες αυτές οι καλές πράξεις; Κι οι Εβραίοι της Ευρώπης είχαν δώσει ελεημοσύνες –και με το παραπάνω.
Σελ. 382: Καθώς ανέβαινε τις σκάλες, τον συνόδευαν σκέψεις θανάτου. Πόσοι απ’ τους ανθρώπους που ανέβηκαν αυτές τις σκάλες όλα αυτά τα χρόνια είναι τώρα νεκροί; Εκατομμύρια πόδια που περπάτησαν εδώ τώρα σαπίζουν μέσα στη γη. Σίγουρα όμως θα έχουν αφήσει κάπου ένα ίχνος. Ένα λαγωνικό μπορεί να ανιχνεύσει την οσμή από τα ίχνη των βημάτων ακόμα και μέρες μετά, επομένως μπορεί και να υπάρχει κάποιο είδος δύναμης που χρόνια μετά να μπορεί να αναγνωρίσει τα βήματα στις σκάλες αυτές.
Σελ. 459: Είναι αλήθεια ότι βρίσκω τη ζωή ανιαρή, αλλά δεν μπορώ να υπηρετήσω ένα Θεό που δεν προσφέρει ούτε μια απόδειξη είτε ότι χρειάζεται τις υπηρεσίες μου είτε ότι δίνει την παραμικρή σημασία στα ανθρώπινα όντα. Αφού ο Θεός είναι αποφασισμένος να παραμείνει αιώνια σιωπηλός, δεν Του οφείλω τίποτε.
Σελ. 558: «δεν μπορώ πια να μιλάω ειλικρινά.» «Κι εσύ; Νόμιζα πως εσύ τουλάχιστον είχες βρει τον εαυτό σου.»
Σελ. 601: Ώστε τέτοια είναι η ανθρωπότητα; Τέτοια είναι η ζωή; Αυτός είναι ο κομουνισμός; Αλλά η Σύλβια ήξερε να μη φωνάζει. Δεν υπήρχε κανείς στον οποίο να μπορούσε να φωνάξει. Δεν υπήρχε ούτε Θεός, ούτε δικαιοσύνη, ούτε σχέδιο, ούτε στόχος. Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να κοπανάνε το κεφάλι τους στον τοίχο, τους πηγαίνουν στο τρελοκομείο.
Σελ. 668: Κλείνοντας το ένα μάτι, κοίταξε με το άλλο τον Κότικ. Το πρόσωπό του έμοιαζε να στάζει αίμα και ήταν παράξενα συνοφρυωμένος, σαν να αγωνιζόταν να δει κάτι στον ύπνο του. Ένα τεθλασμένο αυλάκι χάραζε το μέτωπό του κι οι άκρες των ματιών του ήταν ζαρωμένες από τις ρυτίδες. Μέσα στη νύχτα είχαν φυτρώσει τα γένια του κι εδώ κι εκεί έβλεπες άσπρες κηλίδες. Για κάποιο λόγο τής θύμιζε θύμα δολοφονίας. Πιθανόν έτσι έμοιαζαν οι Εβραίοι τους οποίους εξολόθρευσε ο Χίτλερ.
Σελ. 708: Έχω παραμείνει (το 99 τοις εκατό του εαυτού μου) ένα άγριο θηρίο, ένας άνθρωπος του υποκόσμου. Όμως έχω δέσει το θηρίο με τις δερμάτινες λουρίδες των φυλακτηρίων μου και τα νήματα των τελετουργικών κροσσιών μου. Ακόμα και η τίγρη δεν μπορεί να δαγκώσει όταν είναι δεμένη και χαλιναγωγημένη. Αυτή είναι η εβραϊκότητα.
[Ισαάκ Μπάσεβις Σίγκερ: Σκιές στον ποταμό Χάντσον, μυθιστόρημα, μετάφραση Σάρα Μπενβενίστε, εκδόσεις Καστανιώτη –εικοστός αιώνας, 2000, σελ. 721.]