Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Μεταρρυθμιστική άμιλλα.

Μεταρρυθμιστική άμιλλα

image















Athens Voice, 30/1/2016.

Την περασμένη Τρίτη, μία μέρα μετά τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τις εκλογές που έφεραν στην εξουσία τους κυβερνώντες, υπογράφτηκαν τα πρώτα σύμφωνα συμβίωσης από ομόφυλα ζευγάρια. Μαζί με την ιθαγένεια για τα μεταναστόπουλα, αδιαμφισβήτητα οι μόνες ευτυχείς δράσεις μιας απίστευτα κακής κυβέρνησης. Και δεν υπάρχει κανένα παράδοξο, καν οξύμωρο σ’ αυτό. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες πολιτικές της, επρόκειτο για μεταρρυθμίσεις που συμβαδίζουν με τα αιτήματα του καιρού και του κόσμου μας.
Ας ξαναδούμε με κάποια ενάργεια όσα μάς συμβαίνουν. Οι ανερχόμενες οικονομίες, κομμάτι του παλιού δεύτερου και τρίτου κόσμου, αναπτυσσόμενες ραγδαία, συμπιέζουν, περιορίζουν τα περιθώρια άνεσης του μέχρι τώρα αναπτυγμένου. Στις παρυφές αυτού του πρώτου κόσμου, εκεί δηλαδή όπου βρισκόμαστε εμείς, η πίεση εύλογα είναι μεγαλύτερη. Πρέπει να αναθεωρήσουμε βεβαιότητες, απαιτούνται καίριες μεταρρυθμίσεις. Κυρίως δύο πράγματα: να μειώσουμε τα δημόσια έξοδα και, γιατί σημαντικό μέρος τους μεταφέρεται εκεί, επιπλέον να καταστήσουμε βιώσιμο το ασφαλιστικό.
Ε, λοιπόν, σας έχω νέα. Όντας -επιτρέψτε μου- περισσότερο αρμόδιος να αφουγκράζομαι τον κόσμο στις ρούγες, όχι τόσο τους λίγους πλέον φωνακλάδες, όσο τους πολλούς σιωπηλούς, ιδίως στις αδιόρατες εκφράσεις τους, αυτές που προοιωνίζονται τα λεγόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων, (πέρα από το λόγο ή και κάποτε κόντρα στο λόγο: βλέμματα, μιμόγλωσσα, παύσεις, αποσιωπήσεις, σπασμένες φράσεις που μοιάζουν δίχως ειρμό), η κοινωνία, πιστέψτε με, όσο ποτέ είναι έτοιμη να στοιχηθεί πίσω απ’ αυτόν που θα επιδιώξει τα δύσκολα.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Τρυφερό κλαδάκι μυρτιάς.


Είχα μια μαθήτρια, τρυφερό κλαδάκι μυρτιάς. Τη Μυρσίνη. Πιο μυρσίνη δε γίνεται. Η Μυρσίνη σπούδασε, παντρεύτηκε, έκανε δυο αγοράκια. Για το μικρότερο, το πεντάχρονο, πάλεψε τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Μην της το πάρουν τα σύννεφα. Δεν τα κατάφερε. 

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Το όνειρο της Πηνελόπης (Οδ. Δ. 795 – 839).


(Η Πηνελόπη μαθαίνει για την ενέδρα που έστησαν στον Τηλέμαχο οι μνηστήρες. Κλαίει και οδύρεται μέχρι που την παίρνει ο ύπνος.)

Τότε, λοιπόν, άλλο σκαρφίστηκε η Αθηνά με τα λαμπερά μάτια. Έφτιαξε μια άυλη μορφή που έμοιαζε στην όψη με την αδελφή της Πηνελόπης, την Ιφθίμη, κόρη κι εκείνη του μεγαλόκαρδου Ικάριου και που την πήρε γυναίκα του ο Εύμηλος στο σπίτι του στις Φερές. Την έστειλε στο παλάτι του διαλεχτού Οδυσσέα, στην Πηνελόπη που θρηνούσε κι οδυρόταν, να τη σταματήσει απ’ το θρήνο, το κλάμα και τα δάκρυα. Μπήκε στην κάμαρα παρά το δεμένο λουρί στο σύρτη, στάθηκε πάνω από το κεφάλι της, για να της πει: «Κοιμάσαι, Πηνελόπη μου, με την καρδιά ολότελα θλιμμένη; Μα δε θα σ’ αφήσουν οι θεοί που οι ίδιοι ευημερούν εσένα να κλαις και να στενοχωριέσαι, -θα γυρίσει πάλι εδώ ο γιος σου∙ γιατί δεν έφταιξε σε τίποτε στους θεούς εκείνος.»
Κι η συνετή Πηνελόπη τής απάντησε τότε βαθιά και γλυκά κοιμισμένη και μέσα από τις πύλες των ονείρων: «Τι ήρθες εδώ, αδελφούλα μου; Δεν τις συνηθίζεις τις επισκέψεις, γιατί μένεις πολύ μακριά μας. Μου ζητάς να μη νιώθω πια θλίψη και πόνο που ταράζει το μυαλό και την ψυχή, που πρώτα έχασα άντρα ξακουστό και λεοντόκαρδο, που σε κάθε αρετή διακρινόταν ανάμεσα στους Δαναούς, και η καλή του φήμη είναι διαδομένη στα πέρατα της Ελλάδας και σ’ όλο το Άργος. Τώρα, πάλι, ο αγαπημένος μου γιος βγήκε στο πέλαγος με βαθύ καράβι, ο άμυαλος, που είναι άπειρος στους κόπους και στα λόγια. Γι’ αυτόν περισσότερο εγώ θρηνώ παρά για τον Οδυσσέα, και τρέμω και φοβάμαι μην πάθει κάτι ή σε κάποιον απ' τους τόπους όπου τρέχει ή σε κάποια θάλασσα∙ γιατί είναι πολλοί οι εχθροί του που μηχανεύονται πράγματα εναντίον του και θέλουν να τον σκοτώσουν προτού φτάσει πίσω στην πατρική γη.»
Και η αδιόρατη άυλη μορφή τής απάντησε και της είπε: «Έχε θάρρος, κι ας μη δειλιάζει τόσο η καρδιά σου, γιατί έρχεται μαζί του οδηγός που κι άλλοι άντρες θα ’θελαν πολύ να τους παραστέκει –καθώς έχει πολλή δύναμη-, η Παλλάδα Αθηνά∙ κι εσένα σε λυπάται που θρηνείς, και μ’ έστειλε εδωπέρα να σου μιλήσω.»
Κι η συνετή Πηνελόπη, πάλι, της απαντά: «Αν είσαι θεά, κι αν άκουσες φωνή θεού, έλα, σε παρακαλώ, πες μου για κείνον το δύσμοιρο τον Οδυσσέα αν ίσως ζει ακόμα κι αν βλέπει το φως του ήλιου ή είναι πεθαμένος πια και βρίσκεται στον κάτω κόσμο.»
Και της απάντησε η αδιόρατη άυλη μορφή: «Δε θα σου πω για κείνον καθαρά αν ζει ή πέθανε∙ είναι κακό να σκορπάμε τα λόγια μας στον αέρα.» Είπε και παρά τον κλειστό σύρτη στον παραστάτη της πόρτας βγήκε από την κάμαρα και χάθηκε στην πνοή του ανέμου. 

(Πελαγία Κυριαζή, από την έκθεση έργων της «Το όνειρο και το οικείο», Μάιος – Ιούνιος 2013, που διοργάνωσε το ΜΙΕΤ. Για την Π.Κ. και 1, 2.) 

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία δ, στίχοι 795 – 839]

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Στην κοιλιά του αλόγου (Οδ. Δ. 267 – 289).


(Ο Τηλέμαχος συνοδεία του Πεισίστρατου, του γιου του Νέστορα, φτάνει στη Σπάρτη, στο ανάκτορο του Μενέλαου, μήπως και μάθει απ’ αυτόν κάτι περισσότερο για τον Οδυσσέα. Ο Μενέλαος και η Ελένη τούς δεξιώνονται και, πάνω στην κουβέντα, ο βασιλιάς της Σπάρτης εκθειάζοντας τη σύνεση του Οδυσσέα ανακαλεί μία σκηνή απ’ όταν μαζί με τα πρωτοπαλίκαρα των Αχαιών παρέμεναν κρυμμένοι στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου. Πήρε το λόγο απ’ την Ελένη και της απευθύνεται.)

«…Ίσαμε τώρα γνώρισα πολλών ξεχωριστών ανδρών τη σκέψη και το νου, ταξίδεψα σε πολλά μέρη της γης, όμως ακόμα δεν είδα εγώ τουλάχιστον με τα μάτια μου άλλον με την καρδιά του καρτερικού Οδυσσέα. Πώς, αλήθεια, το αντιμετώπισε κι εκείνο εκεί, ο τολμηρός και δυνατός άντρας, τότε μέσα στον κούφιο ίππο όπου καθόμασταν όλοι οι αρχηγοί των Αργείων με σκοπό να καταφέρουμε στους Τρώες φόνο και θάνατο... Σαν ήρθες εσύ κατακεί -γιατί μάλλον σε κατεύθυνε κανένας θεός που γύρευε να δώσει στους Τρώες πολεμική δόξα-, σ’ ακολουθούσε κιόλας εκείνος ο κούκλος ο Δηίφοβος, τρεις φορές έφερες κύκλο την κούφια κρυψώνα και την ψηλαφούσες ολόγυρα και φώναζες με τ’ όνομά του τον καθένα απ’ τους αρχηγούς των Δαναών, μιμούμενη τις φωνές των γυναικών τους. Τότε, καθισμένοι στη μέση, σ’ ακούσαμε που φώναζες, εγώ με το γιο του Τυδέα κι ο διαλεχτός Οδυσσέας. Κι οι δυο μας πεταχτήκαμε με λαχτάρα ή να βγούμε έξω ή από μέσα να σου απαντήσουμε αμέσως, αλλά ο Οδυσσέας μάς κράταγε πίσω και μας εμπόδιζε κόντρα στη θέλησή μας. Κι όλοι οι άλλοι γιοι των Αχαιών κάθονταν σιωπηλοί, μόνο ο Άντικλος ήθελε ν’ αποκριθεί στα λόγια σου. Μα ο Οδυσσέας του ’φραζε το στόμα με τα δυνατά του χέρια ασταμάτητα -κι έτσι μας έσωσε όλους τους Αχαιούς- και για τόσο, όσο να σε απομακρύνει από μας η Παλλάδα Αθηνά.»
  
(Χριστόφορος Κατσαδιώτης (1971-): Δούρειος Ίππος (2013).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία δ, στίχοι 267 – 289]

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Θυσία στην Αθηνά (Οδ. Γ. 418 – 472).


(Ο Τηλέμαχος συνοδευόμενος από τη θεά Αθηνά -που πήρε τη μορφή του προστάτη του, Μέντορα-, φτάνει στην Πύλο και στο αρχοντικό του Νέστορα, του συμπολεμιστή του Οδυσσέα στην Τροία, να ρωτήσει τι απέγινε ο πατέρας του. Ο Μέντορας – Αθηνά αποκαλύπτεται όταν, καθώς τους αποχαιρετά, μεταμορφώνεται σε αετό και φεύγει πετώντας. Ο γέρο – Νέστορας αποφασίζει να την εξευμενίσει θυσιάζοντας μοσχάρι μονοετές και αδάμαστο. Δίνει εντολές στους γιους του, Εχέφρονα, Στρατίο, Άρητο, Θρασυμήδη, Περσέα και Πεισίστρατο.)

«Γρήγορα, παιδιά μου, εκτελέστε την επιθυμία μου, να καλοπιάσω την Αθηνά πρώτη απ’ όλους τους θεούς, γιατί μου φανερώθηκε ολοκάθαρα στο πλούσιο τραπέζι. Εμπρός, ας πεταχτεί ένας στον κάμπο να φέρει το μοσχάρι όσο πιο σύντομα, -ίσαμε 'δώ να το κεντρίζει ο γελαδάρης του∙ κι ένας άλλος στου γενναιόκαρδου Τηλέμαχου το καράβι να τρέξει να φέρει όλους τους συντρόφους του, ας αφήσει δύο μόνους εκεί∙ κι ένας τρίτος να φωνάξει να ’ρθει ο χρυσοχόος Λαέρκης, για να τυλίξει με φύλλα χρυσού τα κέρατα του μοσχαριού. Οι υπόλοιποι μείνετε μαζί μου συγκεντρωμένοι, και πείτε μέσα στις δούλες στ’ ονομαστό παλάτι τραπέζι να ετοιμάσουν και καθίσματα να φέρουν και ξύλα και καθαρό νερό.»
Αυτά είπε κι αμέσως όλοι σπεύσανε. Ήρθε ευθύς το μοσχάρι απ’ τον κάμπο, ήρθαν κι από το καράβι με το καλό σκαρί, το γρήγορο, οι σύντροφοι του καλόκαρδου Τηλέμαχου, ήρθε κι ο χαλκουργός κουβαλώντας τα σύνεργα της τέχνης του, το σφυρί, το αμόνι και τη σκαλιστή μασιά, χάλκινα όλα και που μ’ αυτά κατεργαζόταν το χρυσάφι∙ ήρθε και η Αθηνά για ν’ αποδεχτεί τη θυσία. Κι ο αρματηλάτης γέρο – Νέστορας του έδωσε το χρυσάφι, κι ο χαλκουργός με τέχνη τα κέρατα του μοσχαριού τύλιξε με φύλλα χρυσού, για να χαρεί η θεά σαν δει το στολισμένο για τη θυσία ζώο. Το οδηγούσαν κρατώντας το από τα κέρατα ο θεϊκός Εχέφρονας και ο Στρατίος.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Μισέλ Τουρνιέ / Michel Tournier (19/12/1924 - 18/1/2016).

Ο πολύ καλός Γάλλος συγγραφέας. Το σπουδαίο "Παρασκευάς ή στις Μονές του Ειρηνικού", το "Γκασπάρ, Μελχιόρ και Βαλτάσαρ" και άλλα, όλα αγαπημένα διαβάσματα.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Στο σπίτι της Χαλέπας.

Μια πολύ πολύ ωραία μέρα. Από χτες το βράδυ είμαι συνεχώς νοερά στο σπίτι της Χαλέπας. Κι ευσυγκίνητος -με το τίποτε. 





Η αντίστροφη πορεία ξεκινάει, το δυσκολότερο, το πρώτο βήμα έγινε.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Τον περιέχυνε πατόκορφα με χάρη θεϊκή (Οδ. Β. 1 – 14).


Και σαν φάνηκε η πολύ πρωινή αχνορόδινη αυγή, σηκώθηκε από το κρεβάτι ο αγαπημένος γιος του Οδυσσέα, ντύθηκε, κρέμασε απ’ τον ώμο το κοφτερό ξίφος, στα εύρωστα πόδια έδεσε τα όμορφα πέδιλα, περπάτησε και βγήκε απ’ τον κοιτώνα του, στην όψη ίδιος με θεό. Κι αμέσως διέταξε τους διαλαλητές με την καθαρή και διαπεραστική φωνή, να συγκαλέσουν σε συνέλευση τους μακρυμάλληδες Αχαιούς. Οι διαλαλητές λαλούσαν την προκήρυξη, και το πλήθος συνέρρεε με πολλή σβελτάδα. Κι αφού τους φώναξαν και μαζευτήκαν, περπάτησε και ο Τηλέμαχος ως την αγορά, κρατούσε στην παλάμη το δόρυ με τη χάλκινη λόγχη, όχι μονάχος, αλλά με δυο γρήγορα σκυλιά που τον ακολουθούσαν. Και τον περιέχυνε πατόκορφα χάρη θεϊκή η Αθηνά, και σαν πρόβαλε όλος ο κόσμος τον χάζευε και τον καμάρωνε. Οι γέροντες παραμέριζαν κι εκείνος πέρασε και κάθισε στο θρόνο του πατέρα του.
  
(Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), Φτερωτό πνεύμα κουμπώνει το σώβρακό του, 1966.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία β, στίχοι 1 – 14]

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Ο Τηλέμαχος πάει για ύπνο (Οδ. Α. 421 – 444).


Οι μνηστήρες πάλι το ’ριξαν στο χορό και στα παθιάρικα τραγούδια, στο γλέντι, και κει θα ’μεναν εωσότου βραδιάσει. Και πάνω που γλένταγαν έπεσε το σκοτεινό σύθαμπο∙ κι ύστερα κίνησε ο καθένας για το σπίτι του να κοιμηθεί. Ο Τηλέμαχος, επίσης, προς τον κοιτώνα του, που βρισκόταν στην πολύ όμορφη αυλή, χτισμένος σε ψηλό περίοπτο πύργο, περπάταγε κι αυτός για το κρεβάτι του βαθιά συλλογισμένος. Κι από κοντά κρατώντας αναμμένο δαδί τον ακολουθούσε η καλή στα καθήκοντά της Ευρύκλεια, η κόρη του Ώπα, του γιου του Πεισήνορα, που κάποτε την αγόρασε ο Λαέρτης, κορίτσι στην αρχή της εφηβείας, δίνοντας από το βιος του είκοσι βόδια για να την αποκτήσει, και που την τιμούσε στο σπίτι όσο και τη σεβαστή του σύζυγο, όμως δεν πλάγιασε ποτέ μαζί της, μην και θυμώσει η κυρά του.
Αυτή τού κράταγε το αναμμένο δαδί, αυτή που από μωρό παιδί τον ανάτρεφε και τον αγάπαγε περισσότερο απ’ όλες τις υπηρέτριες. Άνοιξε τα θυρόφυλλα του κοιτώνα του ο Τηλέμαχος, κάθισε στο κρεβάτι, έβγαλε το μαλακό χιτώνα και τον παράδωσε στο χέρι της συνετής γερόντισσας, κι εκείνη αφού τον δίπλωσε και τον έστρωσε, τον κρέμασε στην ξύλινη απλώστρα δίπλα στο σκαλιστό κρεβάτι, βγήκε έπειτα από την κάμαρα, έσυρε την πόρτα απ’ την ασημένια πετούγια κι έσφιξε με το λουρί το σύρτη. Εκεί, λοιπόν, ο Τηλέμαχος, ολονυχτίς, σκεπασμένος μ’ ένα λεπτότατο μάλλινο χράμι, δούλευε στο μυαλό του το ταξίδι που τον συμβούλεψε η Αθηνά.
   
(Richard Taddei, Reverie / ονειροπόληση, 2007.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία α, στίχοι 421 – 444]

Με τον Κυριάκο και πάλι.

Με τον Κυριάκο και πάλι

image















Athens Voice, 9/1/2016.
Tο απόγευμα της Πέμπτης 18 Ιουνίου το περασμένο καλοκαίρι, πεζοπορώντας από Κυψέλη προς την πλατεία Συντάγματος για την πρώτη συγκέντρωση του Μένουμε Ευρώπη, δεν ήτανε μόνο οι προειδοποιήσεις των φίλων στο κινητό, «Να ξέρεις, πάντως, θα ’στε τρεις κι ο κούκος» ή «Κοίτα όμως μη στενοχωρηθείς», θυμάμαι που και ο ίδιος παρηγορούμουν πως αν μη τι άλλο ήτανε καλή η βόλτα και πως και μόνη της με αποζημίωνε. Έλεγα, ας προσμετρηθώ, κι ας ήμαστε εκατό νοματαίοι, να μας φωτογραφίζουν απ’ την ταράτσα της Μεγάλης Βρετανίας, να σπάνε πλάκα μαζί μας σ’ εφημερίδες και μέσα δικτύωσης οι συριζαίοι. Από το ύψος της Κοραή στην Πανεπιστημίου, ωστόσο, ήδη αφουγκραζόμουν την κοσμοσυρροή.
Και η πλατεία γέμισε. Και ξαναγέμισε. Κι εμάς δε μας είχανε φέρει ίσαμε κει έξι χρόνων εθνικολαϊκιστικές συνωμοσιολογίες ή δημοκοπίες ούτε χαρισματικοί δημαγωγοί ή οργίλοι μπαχαλάκηδες ούτε παλαιοί συνδικαλιστές ή νέοι ακτιβιστές. Κι όλοι οι προηγούμενοι, πολιτικάντηδες βέβαια, αυτοί κυρίως, ξέρουν να αποτιμούν τη δυναμική ενός κινήματος –και δη αυθόρμητου– που γεμίζει και με άλλου είδους εκδηλώσεις την πλατεία Συντάγματος.
Νομίζω κάτι ως ένα βαθμό συναφές συνέβη και την πρώτη Κυριακή των εσωκομματικών εκλογών στη ΝΔ. Αν δεν υπήρχε μάλιστα η υποχρέωση να εγγραφείς μέλος και να προσυπογράψεις τις αρχές του κόμματος, πολύ περισσότεροι από τους Μένουμε Ευρώπη θα είχαμε κατεβεί στα εκλογικά κέντρα. Όχι μόνο φιλελεύθεροι κεντροδεξιοί αλλά ακόμα και κεντροαριστεροί σε αναρτήσεις τους στα μέσα δικτύωσης το υπαινίσσονταν, ή και κάτι παραπάνω, σχεδόν ομολογούσαν ανοικτά ότι σκόπευαν να ψηφίσουν αυτόν που θα έκανε τη διαφορά, που και μόνο με την εκλογή του θα άλλαζε το πολιτικό σκηνικό. Οι περισσότεροι αναφέρονταν ονομαστικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη ή με παραθετικούς προσδιορισμούς: στο φιλελεύθερο κεντροδεξιό υποψήφιο – δηλαδή σε ποιον άλλον.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Το πονεμένο τραγούδι (Οδ. Α. 325 – 344).


Στους μνηστήρες, που κάθονταν σιωπηλοί και τον άκουγαν, ο φημισμένος τραγουδιστής τραγούδαγε τον επίπονο γυρισμό των Αχαιών στην πατρίδα από την Τροία καθώς τους τον παράγγειλε η Παλλάδα Αθηνά. Μα μόλις άκουσε καθαρά από το ανώι της το θεσπέσιο τραγούδι η κόρη του Ικάριου, η ξεχωριστή στη σύνεση Πηνελόπη, κατέβηκε την ψηλή σκάλα του θαλάμου της, όχι μόνη, αλλά συνοδευόμενη από δύο υπηρέτριες, και σαν έφτασε στους μνηστήρες, η πιο ευγενική ανάμεσα στις γυναίκες, στάθηκε κοντά στην κύρια κολόνα που υποβάσταζε τη στερεή σκεπή και με την κομψή μαντήλα να καλύπτει τα μάγουλά της, ενώ στέκονταν κι από τις δυο πλευρές της η μια και η άλλη πιστές υπηρέτριες, δάκρυσε κι ύστερα είπε στο θεόπνευστο τραγουδιστή: «Φήμιε, ξέρεις, θαρρώ, κι άλλα πολλά των τραγουδιστών εγκώμια για τα έργα των ανθρώπων και των θεών τέτοια που μαγεύουν τους θνητούς ένα απ’ αυτά, σε παρακαλώ, τραγούδα καθισμένος εδωπέρα κι ενώ ετούτοι σιωπηλοί πίνουν κρασί, όμως αυτό το πονεμένο τραγούδι σταμάτα το, που κάθε φορά που τ’ ακούω μες στα στήθη την καρδιά μου βασανίζει, γιατί μου φέρνει όσο δεν πάει άλλο θλίψη αγιάτρευτη. Γιατί ο άντρας μου μού λείπει και τον λαχταρώ και κουβαλάω κάθε στιγμή τη θύμησή του, αυτόν που ’ναι η δόξα του ως τα πέρατα της Ελλάδας και σ’ όλο το Άργος απλωμένη.» 

(Στις φωτογραφίες ο μουσικός από τον Κίσσαμο Χανίων, Αντώνης Μαρτσάκης.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία α, στίχοι 325 – 344]