Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Το 2015 να 'ναι μια καλή χρονιά.


 Μ' όλο τούτο το ζόφο, φέτος οι ευχές μας ας είναι πιο συνειδητές. Ούτ' ένας φθόγγος ούτε μια συλλαβή που δε νιώθουμε στο στόμα. Με νόημα και με αισθήματα.

(Κουμαριά στην Κέφαλο. Τη φωτογράφισε ο αδελφός μου Θανάσης.)

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Πώς χτίζεται ένα βιβλίο. Σημείωμα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη για τον Δανιήλ.

Πώς χτίζεται ένα βιβλίο

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης για το βιβλίο του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» και μερικές σπάνιες φωτογραφίες από την Κω.
Popaganda, 29.12.2014
ώ_2
Πολλά πράγματα με εντυπωσίασαν στο τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή. Η γλώσσα του, οι οικείοι και συγχρόνως αλλούτεροι ήρωες, οι περιγραφές κτισμάτων και τοπίων. Αλλά εκεί που θέλω να εστιάσω τώρα είναι στον τρόπο που στήνει το δίχτυ της αφήγησης, τάχατες βατά και ευνόητα, μιας και όλα ρέουν ομαλά, χωρίς ακροβατισμούς. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για κανονική ενέδρα.
Πώς αλλιώς να εξηγήσεις το γεγονός ότι εξαρχής αιχμαλωτίζεσαι στην παρακολούθηση μιας ιστορίας φαινομενικά απλής, της οποίας την κορύφωση, την κορόνα, έχεις ίσως προμαντέψει, χωρίς όμως αυτό να μειώνει διόλου την αγωνία της προσμονής, την επιθυμία να δεις τον πίνακα ολόκληρο.
 Μπορεί να το πέτυχε ο συγγραφέας αυτό, σκέφτομαι εκ των υστέρων, επειδή τα πάντα, το παραμικρότερο επεισόδιο, η πιο ελάχιστη περιγραφή, η πιο ασήμαντη αναφορά, δεν είναι τυχαία ή διακοσμητική αλλά στοχεύει στην καρδιά του θέματος, τα πάντα συνεργούν για να πέσει φως (ένα σκοτεινό φως) την καίρια στιγμή στη μεγάλη πρωταγωνίστρια σκηνή. Αυτή την οποία από νωρίς περιμέναμε και τελικά να τη έρχεται, ποτισμένη με όλες τις γεύσεις της διαδρομής.
Καταλαβαίνεις τότε ότι όλα τα επιμέρους ήταν κομματάκια μιας ενότητας, βαλμένα στη θέση τους με σοφία. Όμοια όπως κάθε μυς, κάθε τρίχα, κάθε ίνα του κορμιού ενός μεγάλου ηθοποιού συμμετέχει και υποστηρίζει την ελάχιστη κίνηση του χεριού όταν αυτό σταλάζει στα κρυφά το δηλητήριο στο ποτήρι, με τρόπο ώστε η χειρονομία να γίνει αντιληπτή μέχρι και την τελευταία σειρά των θεατών.
Ε όλο τούτο το θεωρώ δείγμα μιας κάποιας κλάσης.
 cover_NikolisTELIKOfront
Απόσπασμα από το βιβλίο (σσ. 30-34):
Τὰ χαλάσματα, τὸ χαμάμ, δὲν ἀπεῖχαν οὔτε τέταρτο μὲ τὰ πόδια.
Παραμέριζα τὸ σαθρὸ μαδέρι, τὸ ἀπομεινάρι τῆς αὐλόπορτας, ἔνιωθα πάλι κάπως νὰ καθυστεροῦν οἱ εἰσπνοὲς καὶ οἱ ἐκπνοές μου. Περπάτησα τὴ χορταριασμένη μπροστινὴ αὐλή, ἔστριψα στὴν πλακόστρωτη ἐσωτερικότερη. Ἔλειπαν καὶ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ κυρίως σπιτιοῦ οἱ ἡμικίονες, οἱ μαρμάρινες ἀρχαῖες παραστάδες — τὶς μάζεψαν, ποιὸς ξέρει, ἀρχαιολόγοι ἢ τίποτα νεόπλουτοι γιὰ τὰ τζάκια τους.
XN1
Ἤμουνα μέσα στὸ σπίτι, στὸ κατώι, τὴν κάμαρη μὲ τὴν ντιβανοκασέλα τότε. Προσπαθοῦσα νὰ προσανατολίσω τὶς μνῆμες μου, δυσκολευόμουν ἀρκετά. Κρεμόταν ἀκόμα στὸν τοῖχο δίπλα στὸ μεσημβρινὸ παράθυρο ἕνα ἡμερολόγιο ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ξεκολλᾶς τὰ χαρτάκια, τὶς μέρες, κι ἀπ’ τὴν πίσω τους ὄψη εἶναι γραμμένα τετράστιχα. Ἦταν ξεχασμένο στὸ χαρτάκι ποὺ ἀντιστοιχοῦσε στὶς 19 Αὐγούστου τοῦ 1981. Ἔκτοτε σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι εἴτε θὰ ἐξέλιπε ἡ μέριμνα γενικὰ γιὰ τὸ χρόνο εἴτε ἴσως ὁ τελευταῖος του ἔνοικος, ὁ Δανιήλ, ἡ Μαριγὼ ἢ ὅποιος ἄλλος. Δὲν ἤξερα. Ἀναρωτιέμαι ἐκ τῶν ὑστέρων γιατί τὰ καλοκαίρια ὅταν κατέβαινα στὸ νησί, φοιτητὴς πιά, δὲν ἐνδιαφερόμουν νὰ μάθω τί γίνονταν, δὲν ἦρθα ἕνα ἀπόγευμα στὸ χαμάμ, ἔστω νὰ πλυθῶ μόνο. Ὑποθέτω γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ θὰ μὲ ψυχοπλάκωνε νὰ παίξω μπάλα σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ προαύλια τῆς σχολικῆς μου ζωῆς.
Στὰ ἐρείπια τῶν σπιτιῶν, ὅσο ἀκόμα κρατᾶνε τὸ βασικὸ σκελετὸ τοῦ κελύφους τους, κοντὰ σὲ γωνίες ἢ σὲ ἀκμὲς τοίχων, ἔχεις τὴ φευγαλέα ἐλάχιστη ἐντύπωση ἀνάμεσα σὲ ξερὰ ἢ χλωρὰ χόρτα καὶ πέτρες ὅτι ὀσμίζεσαι τοὺς ἐνοίκους τους. Πάταγα μὲ προσοχὴ σὲ σπασμένα, σκεβρωμένα ξύλα, χαρτιὰ καὶ κομμάτια πανιὰ συμπιεσμένα ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ τὰ χρόνια κι ἀνακατεμένα μὲ πέτρες καὶ χώματα. Ἀνέβηκα τὴ σκάλα γιὰ τὸν ὄροφο. Τὸ ἐμαγιὲ λαβομάνο, τρύπιο, ἔμενε ἀκόμα στὴ θέση του στὸ διάδρομο ἔξω ἀπὸ τὸ ὑπνοδωμάτιο τοῦ Δανιήλ, ὅλα τὰ ἄλλα βρίσκονταν σὲ ἐντελῶς ἐπισφαλὴ θέση, μὲ τὸ μισὸ πάτωμα ἀπὸ τὶς δύο κάμαρες νὰ κρέμεται στὸν ἀέρα μισογκρεμισμένο κι ἀπὸ τὴν ἔξω πλευρὰ τοῦ διαδρόμου, στὴν ὑπόστεγη βεράντα, οἱ πήλινες πλάκες τοῦ δαπέδου, τὰ κολονάκια τοῦ στηθαίου καὶ ἡ κεκλιμένη σκεπὴ μὲ τὰ κεραμίδια, ὅλα μισοδιαλυμένα. Ἀποτολμοῦσα ἕνα-δυὸ βήματα ἀπὸ τὸ πλατύσκαλο, ἔτριζαν οἱ σάπιες τάβλες, γύριζα πίσω. Ἕνα παπούτσι μὲ ἀναδιπλωμένη, συρρικνωμένη τὴ σόλα του, ἀντρικὸ μαῦρο μὲ κορδόνια, μὲ τὴν καφετιὰ στάμπα ἀπὸ τὸ πέλμα ποὺ τὸ φόραγε στὴν ξεκολλημένη πατούσα του, ἔσκυψα, τὸ σήκωσα, οὔτε σαράντα νούμερο, δὲν πρέπει νὰ ἦταν ἀπὸ τὸ πόδι τοῦ Δανιήλ.
XN2
Ἔνιωθα στὴν παλάμη μου τὴ σκόνη ἀπὸ τὴν πατούσα τοῦ παπουτσιοῦ, εἶχα κατεβεῖ στὴν αὐλή, πάταγα στὶς χορταριασμένες πλάκες. Δίπλα στὸ πηγάδι ἡ μουριά, ξερὸ μαῦρο κούτσουρο πιά, κι ἀπὸ χοντρὸ καρφὶ στὸν κορμό της κρεμόταν ἕνα τσίγκινο κανάτι. Κατὰ διαστήματα τραμπαλιζόμενο ἐλαφρὰ ἀπὸ τὸ ρεῦμα τοῦ ἀέρα ἄφηνε ἕνα μεταλλικὸ πνιχτὸ κρότο καθὼς χτύπαγε μὲ τὰ τοιχώματά του στὸν κορμό. Θυμήθηκα τὸ ὄνειρό μου, σήκωσα τὸ σκουριασμένο σκέπασμα στὸ φρόχειλο, στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ, δὲν ἦταν ἡ οἰκοσκευὴ ἐκειμέσα βέβαια, ἔπειτα ὑπῆρχε καὶ νερό, μὲ τὴ στάθμη του ὅμως πολὺ κατεβασμένη, ὅπως ὑπολόγισα ρίχνοντας ἕνα λιθάρι.
ώ_5
Τὰ μικρότερα κτίσματα εἴχανε καταρρεύσει. Ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες διακρίνονταν μόνο οἱ βάσεις τῶν τοίχων τους, ἕνας χορταριασμένος σωρὸς πέτρες καὶ ξύλα. Στὶς κουζίνες σωζόταν ἡ λαξευτὴ γούρνα ἀπὸ τὸ μεγάλο νεροχύτη, ἀπόρησα ποὺ δὲν τὴ μάζεψε κανένας νεόπλουτος (γιὰ γλάστρα σὲ κῆπο, στὴν ἄκρη τοῦ γκαζόν), τὸν πέτρινο πάγκο τὸν μάντευα μόνο κάτω ἀπὸ τὰ χορταριασμένα χώματα καὶ τὰ μαῦρα σκισμένα δοκάρια. Λίγο πιὸ πέρα –ἀπίστευτο– ἀποκόλλησαν καὶ κλέψανε τὰ πυρότουβλα ἀπὸ τὸ θολωτὸ χτιστὸ φοῦρνο!
Ἡ ἔκπληξη μὲ περίμενε στὸ τέλος, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς αὐλῆς, ἀπέναντι ἀπὸ τὶς κουζίνες: τὸ χαμὰμ διατηροῦνταν στὸ σύνολό του σχετικὰ καλά, ἦταν τὸ λιγότερο ἐρειπωμένο. Δὲν τὸ ἄφησα δίχως λόγο τελευταῖο στὴν περιήγησή μου. Καὶ τότε καὶ τώρα, ἂν κάπου θὰ μούδιαζε τὸ σῶμα μου, θὰ ἦταν ἐκειμέσα βέβαια. Τελευταῖο ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ βλέμμα μου. Τὸ κοίταξα μόνο σὰν ἔφτασα μπροστά του, σήκωσα τὸ κεφάλι ἀδιάφορα, ὅτι τὸ λογάριαζα ἐξίσου ὅσο καὶ τὰ ὑπόλοιπα χτίσματα.
Ἔμπαινα μέσα –ὅπως λένε– μὲ λυμένα τὰ γόνατα. Χάζευα τὶς λεπτομέρειες σὰν ἐξιχνιάζοντας ἕνα ξεχασμένο μονοπάτι, ψάχνοντας τὰ σημάδια νὰ ξαναπάρω ἕναν παλιὸ γνώριμο δρόμο. Στὸν πρῶτο χῶρο, στὸ ταμεῖο, τὸ σπασμένο σκαμνὶ στὴ γωνία κοντὰ στὸ ἄνοιγμα γιὰ τὰ ἀντρικά, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄσπρο ξύλινο ἑρμάρι ὅπου στοιβάζαμε τὶς πετσέτες διπλωμένες, καὶ τὸ μικρότερο ἀπὸ κάτω, ὅπου τακτοποιούσαμε τὰ πράσινα μοσχοσάπουνα ἢ τὰ σκοῦρα καφετιὰ δαφνοσάπουνα. Παραμέσα, στὸν προθάλαμο, τὰ σπασμένα ντουλαπάκια, τὰ προσωπικὰ ἑρμάρια, καὶ πιὸ μέσα, στὶς σάλες, τὶς ἐσοχὲς μὲ τὶς βρύσες καὶ τὸ σκοτεινὸ δωματιάκι. Κοίταζα στοὺς τοίχους τοὺς σοβάδες (ἀπὸ κουρασάνι, τὸ ἀνθεκτικὸ κονίαμα μὲ τὸ ὁποῖο στεγανοποιοῦσαν τὰ τοιχώματα στὶς στέρνες), σὲ μεγάλες ἐπιφάνειες ἀκόμα στὴ θέση τους, νὰ σώζουν μέχρι καὶ τὴν κοκκινωπὴ ὤχρα, ποικιλμένη βέβαια μὲ στάμπες (τὰ ἐπιχρίσματα ἀπὸ τὴν ἐξάνθηση τῶν ἁλάτων τῆς ὑγρασίας) ἀσπριδερὲς καὶ γκριζωπὲς καὶ πρασινωπές. Ἀνέβαζα τὸ βλέμμα ὣς τοὺς τζαμωτοὺς φωταγωγούς, τὶς ἀναφωτίδες, ψηλὰ στοὺς τρουλίσκους, ἀπ’ ὅπου αἰωροῦνταν σκονισμένα κανναβάτσα κι ἄλλα κατακόρυφα μαῦρα κορδόνια ἀπὸ παχιοὺς ἱστοὺς ἀράχνης. Ἀνάπνεα τὴ σκόνη, τὸν ὑγρὸ ἀέρα. Ἔσκυβα πάλι τὸ κεφάλι, ἀδύναμα ξερόχορτα στὶς ἀκμὲς τῶν τοίχων καὶ στοὺς ἁρμοὺς τοῦ δαπέδου, ἕνα λιωμένο ἀπὸ τὴ σκουριὰ τάσι πεταμένο στὴ ρηχὴ γούρνα τῆς μιᾶς βρύσης, σκουπίδια κάθε λογῆς καὶ ἀκαθαρσίες πολυκαιρισμένες.
Ἀνάσανα βαθιά. Ὅλα ἐπέστρεφαν ὁλοζώντανα καὶ μὲ τὴ θέρμη καὶ τὴν ὑγρὴ λάμψη τῆς σάρκας ποὺ στέκει δίπλα σου καὶ σφύζει ἀπὸ τὴ βουλιμία νὰ ζήσει. Ἀρκοῦσε νὰ βάλω τὸ καθετὶ στὴ σειρά του. Δὲ θὰ τὸ ἔκανα τώρα. Βυθίστηκα, ὅπως ἀποτίνει κανεὶς λίγη ἀναπόληση σὲ μιὰ ἀνάμνησή του περιβεβλημένη μὲ κύρος. Ὕστερα πῆρα τὰ πόδια μου πίσω.
XN3
Ἔξω στὴν αὐλὴ πάλι, ἄγγιζα τὸν κορμὸ τοῦ κυπαρισσιοῦ, ἀκούμπησα μὲ τὸ ἕνα πλευρό, στὸ τέλος κάθισα μὲ τὴν πλάτη στὴ βάση του. Κοίταζα μπροστά μου ἀλλὰ καὶ μέσα στὸ θολὸ ρευστὸ τῆς σκέψης μου καί, ἐνόσω ἄδειαζα ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο, στὶς πλάγιες ἀκτίνες τοῦ ἀπογεύματος τὰ αἰωρούμενα ἔντομα καὶ τὴ σκόνη. Κάποια στιγμὴ ξεχώρισα πίσω ἀπὸ τὰ ρουμάνια στὸ ἀκαλλιέργητο περβόλι τὰ ἀπομεινάρια ἀπὸ τὸ σπιτάκι τοῦ θείου Θρασύβουλου.
Δὲν ξέρω πόση ὥρα ἔμεινα γερμένος στὴ βάση τοῦ στιβαροῦ κορμοῦ. Ὅταν σηκώθηκα νὰ φύγω, σουρούπωνε. Σκοῦρο μενεξεδί, ἀραιωμένο ἰώδιο.
MN1
Ένας άντρας περπατάει τα μονοπάτια της εφηβείας του στο μαγεμένο νησί του Ιπποκράτη και ανάμεσα σε φοινικιές, πλατάνια, αρχαίες κολόνες και χαλάσματα ξαναβρίσκει τις διαδρομές των πέντε αισθήσεων. Ο Αντώνης Νικολής είναι μυθιστοριογράφος. Το βιβλίο του Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο από τις Εκδόσεις Το Ροδακιό. Φωτογραφίες από το Αρχείο Θανάση Νικολή.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Η αριστερά είναι καθαρεύουσα.

Η αριστερά είναι καθαρεύουσα

image

















Athens Voice, 20-12-2012.

Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι. Μακάρι η ρήση να μην ισχύει και για κοινωνίες. Τώρα στο χείλος του χαίνοντος βαράθρου, δε μας έφταναν όλα τ’ άλλα, πιάσαμε και τις λεβεντιές, τα όργανα και τους χορούς.
Τίναζε τους ώμους γνωστός μου μεγαλοϊδιοκτήτης, «Τι χειρότερο να πάθω;», χειρότερο από τον ΕΝΦΙΑ εννοούσε, αν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, τα ίδια και φίλη, αυτή μάλιστα με τον κανακάρη της σε ιδιωτική αγγλόφωνη ιατρική κάπου στις παραδουνάβιες, κοντά στα δέκα χιλιάρικα μόνο τα ετήσια δίδακτρα, η οποία από τη μια ξεμπροστιάζει τη σχολή του γιου της, «Μα να κάνουνε ανατομία στον πίνακα;! Με την κιμωλία;!», από την άλλη έχει, βέβαια, έτοιμη και τη λύση, «θα τον στείλω μετά για ειδικότητα στην Αγγλία, θα καλύψει το κενό». «Καλά, με τόσες ανάγκες σε σκληρό νόμισμα, και δεν ανησυχείς με τις εξελίξεις;», απόρησα. Μιλάγαμε όρθιοι σε δημόσιο χώρο, κατέβασε τον τόνο, «Μπα, γνωστός μου από τον κύκλο του Λαφαζάνη μού απέκλεισε το να βγούμε από το ευρώ».
Αλήθεια, πόση ακόμα μωρία, πόση λούμπεν αισθητική, πόση μικρομέγαλη ξιπασιά θα χωρέσει στη ζωή μας; Ειλικρινά δεν έχω απάντηση.
Τα πρόσωπα στην αφήγηση, τα άτομα και οι κοινωνίες στην πραγματική ζωή, μέσα στα όποια όρια του ζωτικού τους χώρου μοιάζουν «προγραμματισμένα» να επιλέγουν με το δικό τους τρόπο ανάμεσα σε όσα τους προσφέρονται, με άλλα λόγια να δημιουργούν τα ίδια το μέλλον τους. Ούτε ο αφηγητής στην αφήγηση, ούτε άνθρωπος στη ζωή μπορεί να αλλάξει πραγματικά το μέλλον ενός άλλου, ατόμου ή συνόλου. Δεν μπόρεσε να αλλάξει το μέλλον των Τρώων η Κασσάνδρα ούτε κοτζάμ Ελευθέριος Βενιζέλος, οξυδερκής όσο λίγοι και πραγματιστής, να μην παρασυρθεί από τη Μεγάλη Ιδέα.
Η εκτίμηση, που μοιάζει και πιθανότερη, για όσα μας συμβαίνουν αυτά τα χρόνια είναι πως οδεύουμε προς νέα μεγάλη καταστροφή. Αν η κοινωνία μας είναι «προγραμματισμένη» να καταστραφεί, ό,τι και όπως κι αν το πούμε, η καταστροφή δε θα αποφευχθεί. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να μιλάμε. Πέρα από τα αισθήματα και τις δράσεις αλληλεγγύης, την παραμυθία που συνεπάγεται η επικοινωνία και το μοίρασμα της αγωνίας , το σημαντικότερο, ετοιμάζουμε τη συνείδηση και το λόγο όσων θα ζήσουν στα χρόνια μετά την καταστροφή.
Υπάρχει, ωστόσο, και αντίλογος σχετικά με το πού ακριβώς βρισκόμαστε σήμερα. Αντίλογος που λέει ότι το πράγμα στο κράτος τούτο ’δώ είναι πλέον μόνο παρωδία και καρικατούρα. Ότι έστω και κακήν κακώς κι ασθμαίνοντες θα σερνόμαστε πάντοτε πίσω από την καρότσα της Ευρώπης, και ότι, δε βαριέσαι, τη μια στριμωγμένοι πίσω –πίσω μαζί με τα συμπράγκαλα, την άλλη κρεμασμένοι από κανένα πλαϊνό ιμάντα, σε απόσταση μα κι από κοντά θα συμπορευόμαστε με τις υπόλοιπες κοινωνίες της ηπείρου. Κλίνω, φοβούμαι, στην πρώτη εκδοχή, όμως, θαρρώ, και τα ευτράπελα από την παρωδία δημόσιου βίου που μας κατατρύχει ποτέ δε θα μας λείψουνε.
Διαβάζω, φέρ’ ειπείν, σε κοινοποιήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι οι βουλευτίνες του ΣΥΡΙΖΑ, αρνούμενες, -με το δίκιο τους κι αυτές-, τον έμφυλο / σεξιστικό τύπο: η βουλευτής, ζητούν να προσαγορεύονται με το σωστότερο: η βουλεύτρια (κατά το ο χορευτής, η χορεύτρια). Η αφεντιά μου, πάλι, απόφοιτος μεν του φιλολογικού της φιλοσοφικής, (αλλά όχι και κανένας ερευνητής γλωσσολόγος), εντούτοις δε γινότανε να μη βάλω υποψία. Πρώτον, αναρωτήθηκα, γιατί δεν προτιμήσανε το κατά τι πιο δημώδες βουλεύτρα (κατά το ο δουλευτής, η δουλεύτρα), ως αριστερές το να μην το καταδέχτηκαν λόγω του παρα-δουλεύτρα το απέκλεια. Ίσως λόγω του ψεύτρα ή του κλέφτρα. Υπέθεσα, το βουλεύτρια θα τους το σφύριξε κανένας φιλόλογος, όπως και το πιθανότερο, γιατί είχε προηγηθεί σχετική συζήτηση μεταξύ ειδημόνων.
Αλλά, πάλι, προς τι ο νεολογισμός, γιατί όχι το βουλευτίνα. Κατά το γιατρίνα, δικηγορίνα, κ.τ.ό. που είναι και το δόκιμο σε όλα τα λεξικά, μα και πιο οικείο στο νεοελληνικό γλωσσικό αίσθημα. Αλλά κάπου εκεί υπέπεσε στην αντίληψή μου σχόλιο, ότι ευλόγως η παραγωγική κατάληξη –ίνα ενοχλεί, διότι είναι, λέει, δάνειο από τη γερμανική γλώσσα. Αν πάντως είναι αυτός ο λόγος που τους βρομάει το βουλευτίνα, τις διαβεβαιώ ότι κατά τον Ν. Π. Ανδριώτη (Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής) είναι λατινικής προέλευσης (όπως Αγριππίνα, Μαρίνα κ.τ.ό.) και απαντάται στην ελληνική ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια. Να τις ενοχλούν και τα λατινικά δάνεια, δε θέλω να το πιστεύω.
Και είναι να μην ξυπνήσει το δαιμόνιο. Πώς και δεν το ’χα ξανασκεφτεί! Μήπως δεν είναι ο τύπος αριστερά κατάλοιπο της καθαρεύουσας; Ο αριστερός, η αριστερά, το αριστερόν, η αριστερά πτέρυξ της βουλής, εξ ου και το ουσιαστικό η αριστερά. Ανάλογα κατάλοιπα: η Καθαρά Δευτέρα, η φαιδρά (πορτοκαλέα), η πρεσβυτέρα κ.ά. Μήπως, λοιπόν, οι βουλευτίνες της ριζοσπαστικής αριστεράς να μεριμνούσαν και για την παράταξη στο σύνολό της; Όχι, οι βουλευτίνες της αριστεράς∙ οι βουλεύτριες της αριστερής.
Μετά ήρθαν και τα πρώτα αποτελέσματα στην ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου, η πρώτη δόση του ζόφου, ας πούμε, ο συνειρμός με πήγε στον Ηλιού, στον Κύρκο, στον Παπαγιαννάκη, κι ύστερα σαν έκλαμψη: γιατί όταν ένας Έλληνας αριστερός είναι σοβαρός άνθρωπος, οι υπόλοιποι (Έλληνες) αριστεροί τον θεωρούν δεξιό;
Και γιατί, πάλι, είμαι σίγουρος ότι δε θα ’ταν λίγοι οι (Έλληνες) αριστεροί που θα επιχειρηματολογούσαν πως και η σοβαρότητα και η λογική συγκαταλέγονται στις δεξιές, συντηρητικές οπωσδήποτε, και πάντως όχι στις αριστερές ριζοσπαστικές αξίες; Ή μήπως και η λέξη αξία κάπως βαραίνει και αυτή;

imageΤο τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Του προφήτου Δανιήλ σήμερα.



Σήμερα είναι η ονομαστική του Δανιήλ. Δε θυμάμαι πότε ή πώς μου ήρθε στο μυαλό το όνομα. Μπορεί να πάσχω από δελτα-τροπισμό (Δ-ιονυσία, Δ-ανιήλ), αγαπώ πολύ το Δ-ημήτρης, επίσης.
Το εορτολόγιο λέει, κιόλας, -και για την Αθήνα το ξέρω σίγουρα- σήμερα γιορτάζουν και οι Διονυσίες και οι Διονύσηδες. Καλά θα ήταν να συμπίπταν οι γιορτές της Διονυσίας και του Δανιήλ μου. Αλλά στην Κω οι Διονυσίες γιορτάζουν 3 Οκτωβρίου και η Διονυσία μου –μην το ξεχνούμε- είναι Κώα.

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Οι δύο σκορπιοί.

Οι δύο σκορπιοί

image

















Athens Voice, 6-12-2014.
 
«Δε βλέπω το φασισμό και τον κομμουνισμό ως εχθρούς αλλά ως δύο σκορπιούς, ένα μαύρο και έναν κόκκινο, που πολεμούν μέχρι τελικής πτώσης μέσα σε ένα μπουκάλι.» [Ο φιλελεύθερος Τομ Πάλμερ στον Σακελλάρη Σκουμπουρδή (συνέντευξη εδώ στην Athens Voice, 2-12-2014).]
Προσέξτε τη δύναμη και την αξία των σχημάτων του λόγου. Ο Tom Palmer λέει, προφανώς, ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι ομοειδείς οντότητες, αμφότεροι επιθετικοί και δηλητηριώδεις, απλώς διαφορετικού χρώματος, παράλληλα, ωστόσο, και νομίζω ασύνειδα, υποδηλώνει τους θεσμούς της κοινωνίας στην οποία ζει, καθώς τους δύο σκορπιούς τούς βλέπει να αντιπαλεύουν ο ένας τον άλλο όχι κάπου στο χώρο αόριστα, αλλά «μέσα σε ένα μπουκάλι».
Ένας Αμερικανός στοχαστής, δηλαδή, παρατηρεί ή περιεργάζεται τους εν λόγω σκορπιούς περιορισμένους σε χώρο ελεγχόμενο, σχεδόν σε εργαστήριο. Μπορούμε, κιόλας, -δικός μας άλλωστε ο καημός-, να συναγάγουμε, (στην προσπάθεια να μεταφέρουμε το παραπάνω απόσπασμα στη νεοελληνική γλώσσα και πραγματικότητα), και το ότι οι κανονικές δυτικές κοινωνίες τους δύο αυτούς σκορπιούς κοιτάνε να τους έχουν κλεισμένους σε μπουκάλια.
Σ’ εμάς, εδώ, αλίμονο, οι δυο τους, ο μαύρος και ο κόκκινος, εκτός που μοιάζουν, χτυπιούνται και πάνω στο στέρνο μας. Κι ύστερα πώς να κινηθείς, πώς ν’ ανασάνεις. Και μέχρι τούδε, άραγε, δεν είναι κόκκινο δηλητήριο οι φοροεπιδρομές, τα χαράτσια, δεν είναι μαύρο δηλητήριο οι δηλώσεις του υπουργού δικαιοσύνης για το γάμο ομοφύλων, το μισαλλόδοξο ορθόδοξο ιερατείο, οι εθνικιστικές αρλούμπες;

Το τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».
image

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Η μωρία και το πουλί του παραδείσου.

Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι. Ισχύει κατά τα φαινόμενα και για κοινωνίες. Αφόρητη αισθηματολογία, πυρετική ηθικολογία, μην και δε βρει ο όχλος τη λύτρωσή του, πάση θυσία τον γκρεμό.

Τουλάχιστον στον κήπο άνθισε πουλί του παραδείσου. Είχα φυτέψει τη στρελίτζια μετά από ταξίδι στην πορτογαλική Μαδέρα πριν από δώδεκα χρόνια. Ετούτο είναι το πρώτο της άνθος. Το φωτογράφισε ο αδελφός μου Θανάσης.