Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Στην Κρήτη τραγουδούν ακόμα…


Ψαραντώνης, Είναι στιγμές που χαίρομαι


Είναι στιγμές, στιγμές που χαίρομαι
 και τραγουδώ μονάχος,
κι άλλες στιγμές, στιγμές που η καρδιά 
είναι γεμάτη πάθος.

Ένα κορμί, ένα κορμί χρωστώ τση γης
και πρέπει να το δώσω,
όπα, όπα και πρέπει να το δώσω,
μα σένα, εσένα ίντα σου χρωστώ
και με παιδεύεις τόσο;

Μα σένα ίντα σου χρωστώ,
 ε, και με παιδεύεις τόσο...


Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Η δεξαμενή που δε λέει να στερέψει.

Athens Voice, 20/09/2013 - 10:37

Τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου, μέχρι και το 1963, τα χρόνια που έπαιρνε ο πατέρας μου την ειδικότητα της ακτινολογίας, ζούσαμε στην Αθήνα. Τότε, το πιθανότερο γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμη γιαγιά –εκείνες μένανε στο νησί–, ίσως και για να διευκολύνει στα βάρη του έναν καλό πρώτο του ξάδερφο στο χωριό, ο πατέρας μου ανέβασε στην Αθήνα μαζί μας τη δεκαπεντάχρονη κόρη εκείνου του συγγενή, το Ποπάκι, που θα αναλάβαινε για μένα χρέη αυτής που σε απλά αγγλοελληνικά ονομάζουμε μπέιμπι σίτερ. Και ούτω πως με μεγάλωναν πια δύο Καλλιόπες, η Πόπη η μάνα μου η μία, και το Ποπάκι η άλλη, η ξαδερφούλα από την Κέφαλο, το χωριό το πιο φτωχό και το πιο απομακρυσμένο από την πόλη της Κω. Να πω επίσης πως καθώς δε μίλαγα μέχρι τα δύο (κι ύστερα τραύλιζα μέχρι και τα επτά) την φώναζα «το Παπάτσι μου».
Δε θυμάμαι τίποτα από εκείνα τα χρόνια, όμως κάθε φορά που συναντώ το Ποπάκι αυθόρμητα ξεπηδά από μέσα μου η μνήμη μιας βαθιάς οικειότητας. Ανήκει στα πολύ λίγα πρόσωπα που μπορώ να περιγράψω λεπτομερώς ή να ζωγραφίσω από μνήμης, ιδίως τις ρυτίδες του γέλιου στα ζωηρά μάτια της κι αμέσως παρασυρμένα σαν μ’ εσωτερικό νήμα τα χείλια της, τη χαρούμενη φωνή της.
Το Ποπάκι γύρισε στην Κέφαλο, έφτιαξε τη ζωή της. Τις χαρές ή το χρόνο που κυλάει αμέριμνος, όμως, τον σκιάσανε λύπες, σίγουρα μεγαλύτερες απ’ όσες αναλογούν σ’ έναν άνθρωπο της εποχής και του τόπου της. Έμεινε γρήγορα ζωντοχήρα, δούλεψε σκληρά μεγαλώνοντας τα έξι παιδιά της. Εκείνα τα δύσκολα πρώτα χρόνια έχασε και τη μία από τις δύο θυγατέρες της. Το περασμένο Σάββατο, ανήμερα του Σταυρού, έμελλε να τη βρει και η δεύτερη μεγάλη συμφορά. Να χάσει και δεύτερο παιδί, το δευτερότοκο Μανόλη της. Πρώτες πρωινές ώρες, πριν χαράξει ακόμα, εργαζόμενος στην αποκομιδή των σκουπιδιών, πίσω από τη σκουπιδιάρα, πάνω στη δουλειά του ο Μανόλης, χτυπήθηκε θανάσιμα από γιωταχί που οδηγούσε ένας μεθυσμένος.
Το μάθαμε μεσημέρι. Πήρα τους γονείς μου και φύγαμε για το χωριό. Στην πλατεία και στον κεντρικό δρόμο, όταν με κατεβασμένο το τζάμι ρωτούσα πού έχουν τον νεκρό, –νιόπαντρος και ζούσε στο σπίτι της γυναίκας του–, μου απαντούσαν, «Προχώρει πέρα κατά τον Λιμιώνα. Θα καταλάβεις πού τον έχουσι ’πό τον κόσμο». Πράγματι, ήταν ήδη μαζεμένος πολύς. Στάθμευσα, περπατάγαμε μουδιασμένοι ανάμεσα στους μαυροφορεμένους που στεκόντουσαν όρθιοι κι απ’ τις δυο πλευρές του στενού. Ανεβήκαμε τη σκάλα προς τον όροφο, στη μέση του καθιστικού το φέρετρο με τον Μανόλη, δίπλα κι από πάνω του το Ποπάκι, παραδίπλα η χήρα και τ’ αδέρφια του. Το Ποπάκι από τις πέντε το πρωί κι ίσαμε το τέλος του ξοδιού δίχως να σταματήσει ούτε λεπτό, μα πώς δε στέγνωνε το στόμα της απορούσαν οι γυναίκες απέξω, μιλούσε στο παιδί της, του μίλαγε ασταμάτητα σε μια καθημερινή πρόζα, «Μανόλη μου, έλα Μανόλη, ξύπνα, γιε μου», ο πόνος της προδιδόταν μόνο από την επίμονα υψηλή ένταση της φωνής, κάθε που ερχόταν ένας οικείος, ένας οξύς γόος σπαραξικάρδιος χυνόταν μέσ’ απ’ την κάμαρα του θρήνου έξω στο δρόμο. Το Ποπάκι, η αγκαλιά της, οι φωνές της, ο κοπετός γύρω μας, τα κρύα σταυρωμένα χέρια του Μανόλη. Ύστερα βγήκα έξω, ακούμπησα στην κουπαστή της σκάλας, χάζευα τον κόσμο, τα πρόσωπα, τις εκφράσεις, τις στάσεις των σωμάτων τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι το μισό μου σόι.
Η Κέφαλος είναι ψηλά χτισμένη, έχει καλό αέρα και ολόγυρά της προς όλες τις κατευθύνσεις ένα σπάνιας ομορφιάς φυσικό τοπίο. Ήταν απόγευμα, δίχως υγρασία στην ατμόσφαιρα, το φως έπεφτε μαλακό και στις αποχρώσεις του μελιού. Ο θάνατος δίνει ένταση στη ζωή. Ήρθαν οι παπάδες, οι θρήνοι γίνανε στριγκιές κραυγές, πήραν οι φίλοι του στον ώμο τον Μανόλη, ξέσκεπο το κασόνι, ξεκίναγε η πομπή για την εκκλησία. Εκεί περίμεναν κι όσοι δεν ήρθαν στο σπίτι. Όλο το χωριό. Άρχισε η λειτουργία, που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Το εκκλησίασμα, σκόρπιες φωνές από δω κι από κει, με τις κραυγές του επικάλυπτε ψάλτες και παπάδες, δεν ήταν κλάματα, ήταν άγριες επικλήσεις δεν ξέρω σε ποιον ούτε άκουγα καθαρά, μέσα μου έμεινε η εντύπωση μιας τελετουργίας σαν γύρω από ένα βάραθρο. Σκληρά πρόσωπα, με οικονομία στην έκφρασή τους. Έμοιαζε μ’ έναν αλλόκοτο ασύντακτο χορό.
Είπε δυο λόγια ο καλός παπα-Κωνσταντής, αυτά απολύτως που έπρεπε, όχι περισσότερα, ύστερα πάλι εν πομπή κινήσαμε για το νεκροταφείο. Το νεκροταφείο βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και με θέα πανοραμική στον κόλπο τον ομώνυμο της Κεφάλου. Εδώ είναι θαμμένοι ο παππούς Αντώνης, η γιαγιά Καλλιόπη. Λίγο πριν από το μούχρωμα τελέστηκε και η ταφή. Διαλυόταν πια το σόι, μαζί και το υπόλοιπο χωριό. Σκοτείνιαζε όταν έβαζα μπροστά για την επιστροφή στην πόλη. Παρά τον άδικο χαμό, το Ποπάκι και τον πόνο τον ανήκεστο στα σωθικά της, μέσα μου είχα και μια άλλη συγκίνηση. Και το όνομα και το επίθετο και το πατρώνυμό μου, Αντώνης Νικολής του Χαραλάμπους, μου τα έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Αλλά κι από την όλη έκφρασή τους, (ειλικρινά δεν παρασύρομαι από τη συγκίνηση της ίδιας της γραφής, έχω τα χρονάκια μου πια και αρκετή εμπειρία), μια ιδιότυπη αισιοδοξία:
Αν μετά από τόσα χρόνια λαϊκίστικου εκμαυλισμού η νεοελληνική κοινωνία διαθέτει ακόμα τέτοια αποθέματα, έχει ακόμα κάπου μερικούς ανθρώπους ικανούς να χαρούν ή να πενθήσουν με όλη την αλήθεια της ύπαρξής τους, τότε η δεξαμενή δε στέρεψε. Παράξενο, βέβαια, όμως, κι αν δεν έχω λαλήσει από την πολλή απαισιοδοξία, –που κι αυτό δεν αποκλείεται–, ετούτη η δεξαμενή ίσως να μη στέρεψε…

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει…




Έψαχνα τις χρήσεις του στερεύω κι έπεσα στο στίχο του Σεφέρη το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της ημέρας (Επιφάνια, 1937), είχα πολλά χρόνια να διαβάσω Σεφέρη, παρακάτω οι τελευταίες δύο ενότητες / στροφές από το εν λόγω ποίημα.

(…)

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο

   γυρεύεις

 να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν

   εκείνους

που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τούς πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί

που  στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,

ο δρόμος δεν έχει αλλαγή∙ κράτησα τη ζωή μου.



                                                                                      Το χιόνι

και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


[Γιώργος Σεφέρης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ενδεκάτη έκδοση, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 1977, σελ. 140 -142.]

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Η χαρά των λούμπεν.


Αντώνης Νικολής: Η χαρά των λούμπεν
Athens Voice 09/09/2013 - 13:37


Ο όρος λούμπεν, από τη γερμανική λέξη lumpen, το κουρέλι, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Μαρξ (λούμπεν προλεταριάτο) για τα περιθωριακά στοιχεία της εργατικής τάξης τα δίχως ταξική συνείδηση, και από μεταγενέστερους για τα παρασιτικά αστικά στρώματα, κυρίως σε αναπτυσσόμενες κοινωνίες (λούμπεν αστική τάξη). Εδώ ας εννοηθεί με τη χρήση του όρου στην τρέχουσα ομιλία, γι’ αυτόν ευρύτερα που έχει αποξενωθεί από τα στοιχεία της πολιτιστικής του ταυτότητας και που προφανώς είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.
Είμαστε στη συντριπτική πλειονότητα, με τη σχετική διαστρωμάτωση βέβαια, μία κοινωνία μικροαστών. Η όποια ελληνική αστική τάξη ήταν ανέκαθεν ουσιαστικά ανύπαρκτη ή για αρκετά σοβαρούς λόγους ανυπόληπτη, η εργατική τα τελευταία χρόνια συρρικνώθηκε ή υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους μετανάστες. Πρόσφατα οδηγώντας στην ενδοχώρα της Κρήτης είχα συχνά την εντύπωση ότι έβλεπα ή αποτελούσα μέλος ντοκιμαντέρ στα υψίπεδα του Αφγανιστάν ή του Πακιστάν όχι μόνο από τις έντονες εναλλαγές στο ορεινό φυσικό ανάγλυφο αλλά και από τους μετανάστες που έβοσκαν τα κοπάδια, που δούλευαν στα χωράφια ή που ξεφόρτωναν καρότσες.
Είμαστε μικροαστοί στο έλεος μιας κακής κρατικής εκπαίδευσης και επίσης μιας κακής κρατικής (με τον έναν ή τον άλλο τρόπο) τηλεόρασης. Γενικότερα στο έλεος μιας συνθήκης –αν πούμε συνθήκη αυτή τη δυσλειτουργική παρωδία κράτους– που παράγει θόρυβο, ασχήμια, ασυδοσία, προπέτεια, ιδίως όμως ισοπέδωση (μ’ εκείνο το: όλοι ίσα κι όμοια, δηλαδή κυρίως όμοια, το γλυκερό βάλσαμο στο φθόνο). Και πάλι η αιτία είναι η απουσία κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας. Είμαστε η παρέα που δε θέλει να ιεραρχηθεί, φωνάζουμε όλοι μαζί, δεν ακούει κανείς κανέναν, δεν αποφασίζουμε, δεν κινούμαστε παρά μόνο προς τα κει όπου ο καιρός και ο χρόνος μάς παρασύρουν, δηλαδή η εκάστοτε (διεθνής) συγκυρία.
Οι πόλεις, (όπως και τα νεκροταφεία), είναι η ακριβέστερη απεικόνιση ή μεταφορά για τους θεσμούς μιας κοινωνίας. Σ’ οποιοδήποτε δομημένο ελληνικό περιβάλλον περπατήσει κανείς, εκτός από ελάχιστους διατηρητέους οικισμούς, περιφέροντας το βλέμμα, τι θα δει: κακή πολεοδόμηση, ελλιπή ή υποτυπώδη δημόσιο χώρο, καμία πρόνοια για αρχιτεκτονικά ενιαία σύνολα στα μεγαλούτσικα σταυροδρόμια –τρόπος του λέγειν πλατείες, ή στις κεντρικές αρτηρίες, αντίθετα, ότι έχει αποδοθεί και στην όψη των κτηρίων ακόμα η στρεβλή αστικοποίηση, τα τεράστια μπαλκόνια παντού (εις ανάμνησιν και για τις χρήσεις της υπαίθριας αυλής), τα τελευταία χρόνια κιόλας οι… μπαλκονοβεράντες έφτασαν ως και τους πρώτους ορόφους (για να εξομοιωθούν και αυτοί με τα ρετιρέ). Απίστευτος πλούτος στα υλικά οικοδομής, απερίγραπτη φτώχεια στην αισθητική. Τα χρόνια του νεοελληνικού μικροαστικού ονείρου, (οι σημερινοί πενηντάρηδες, κακά τα ψέματα, μεγαλώσαμε μαζί του…), κύλησαν ανάμεσα στα καπελάκια της Δέσποινας, τις πόζες και τα συνολάκια της Δήμητρας, το κιτς του κερατά που έλεγε και ο Ταχτσής ολοένα και πιο εκτεταμένο, για να φτάσει εσχάτως ως τις αντίστοιχες ατάκες ακόμα και από το βήμα της βουλής, – που μακάρι να ήταν μόνο από τους χρυσαυγίτες. Από τη μια το λαϊκίστικο τηλεοπτικό mainstream, από την άλλη οι αισθητισμοί, οι φορμαλισμοί των επιχορηγούμενων από το σεπτό μαικήνα – κράτος καλλιτεχνών.
Πέρναγα από το σταθμό του τρένου στο Θησείο. Δεν είμαι εικαστικός, μπορεί να σφάλλω, αλλά μου φαίνεται από τις αισθητικά αρτιότερες διαμορφώσεις του αστικού τοπίου της Αθήνας, ταιριαστή πολύ με τον χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Μα και υπερβολική να είναι η εκτίμησή μου, νομίζω, όλοι θα συμφωνήσουν πως πρόκειται για έναν από τους ωραιότερους σταθμούς του ΗΣΑΠ και του μετρό. Είναι μουτζουρωμένος, λερωμένος από γκράφιτι. Μελαγχόλησα. Οι συνειρμοί έγιναν αυτόματα. Λούμπεν δεν υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα. Έφερα στη μνήμη μουδιασμένους, παραξενεμένους βορειοευρωπαίους νεαρούς, εκεί όταν αποβιβάζονται στις τουριστικές μας πιάτσες, το πρώτα ανασηκωμένα βλέμματά τους χαζεύοντας το αστικό περιβάλλον το δίχως σχήμα, ρυθμό, στοιχειώδη αισθητική οικονομία, όλα τούς συμβαίνουν υποσυνείδητα, ασφαλώς, όμως αξίζει να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που σταδιακά και μετά από δύο τρία εικοσιτετράωρα περιφέρονται ξεσαλωμένοι, πώς φωνάζουνε, πώς βρίζουν, πώς χαίρονται την ασύνειδη οπωσδήποτε εντύπωση πως βρέθηκαν σε επικράτεια όπου το κουμάντο το κάνουν οι όμοιοί τους. Τους οποίους ντόπιους, σημειωτέον, τους περιφρονούν. Στην πρώτη ευκαιρία τούς ακούς να τους μυκτηρίζουν «malakas, malakas!». Αλλά και όταν θα τους αποβιβάσουν τα τουριστικά πρακτορεία σε κάποιον διατηρητέο παραδοσιακό οικισμό στα πλαίσια μιας εκδρομής, εκεί μαζεύονται ξανά, συστέλλουν την έκφραση του προσώπου, τη στάση του σώματος, μεταμορφώνονται και πάλι στους γνωστούς κόσμιους Ευρωπαίους πολίτες.
Η ασχήμια, η υποκουλτούρα, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο είναι ο πολιτιστικός βιότοπος ενός κομματιού της κοινωνίας μας. Τον διεκδίκησε και τον επέβαλε σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της ζωής μας. Από τα χρόνια της δικτατορίας και δίχως κανένα χαλινάρι μετά το 81. Διασύρθηκε οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε τους πήγε κόντρα, («πολιτιστικό κίνημα» τέλη 70 αρχές 80, το Τρίτο Πρόγραμμα Χατζιδάκι κ.ά.). Πια, πολύ δύσκολο να ξεγίνει ο βιότοπος. Που μοιάζει να είναι και ολόκληρη η χώρα. Η χαρά των λούμπεν. Όσοι δυσφορούμε, (κάτι κουλτουριάρηδες, μίζεροι διανοούμενοι και λοιποί φλώροι), προτείνω, κι ας μοιάζει ηττοπαθές, σιγά – σιγά, πρώτον να αρχίσουμε να το χωνεύουμε, δεύτερον όπως τινάζοντας τους ώμους, να πούμε το μόνο που μας απόμεινε: «Έξεστι τοις λούμπεν ασχημονείν.» Πράγματι, λούμπεν είναι, τι πιο φυσικό από το να ασχημονούν.

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Η Μίριαμ Μακέμπα αγαπάει το Λιβυκό.


Miriam Makeba: Can' t cross over.

Βόλτες στην Κρήτη ξανά μετά από δεκατρία χρόνια. Όχι, η Κρήτη δεν άλλαξε, δεν άλλαξε επί τα χείρω θέλω να πω, αντίθετα, μάλλον ομόρφυνε. Άλλαξε, βέβαια, ο… παρατηρητής. Δεκατρία χρόνια είναι δεκατρία χρόνια. Και τρία χρόνια μετά τα πενήντα, πιο πολύ ταξίδευα πίσω εκεί γύρω στα σαράντα. Όμως η Κρήτη για έναν Δωδεκανήσιο είναι η πραγματική μεγάλη πατρίδα. Έκανε μια και με ρούφηξε. Πάνω – κάτω για μια βδομάδα, ξανά και ξανά στο Λιβυκό: στον Κόρακα, την παραλία του Ροδάκινου, στον Άγιο Παύλο, στα Μάταλα και στο διπλανό Κομμό. Ακόμα και από το καφενείο πάνω στο λόφο της Φαιστού αγναντεύοντας τη Μεσαρά, την πεδιάδα που δίπλα στο Λιβυκό μοιάζει κι αυτή με θάλασσα. Σ’ όλες τις διαδρομές στο mp3 η Μίριαμ Μακέμπα. Πετρώδη ψηλά όρη, φαράγγια, κοιλάδες, λαγκάδια, ελαιώνες, βελανιδιές, πικροδάφνες, μικροί κωνικοί λόφοι, κάμποι, κολπίσκοι. Τόσο ταιριαστή στο τοπίο η φωνή της «Μάμα Άφρικα». 



Η Μίριαμ Μακέμπα (1932 – 2008), η θρυλική Νοτιοαφρικανή τραγουδίστρια και αγωνίστρια κατά του απαρτχάιντ, η «Μάμα Άφρικα», συνδύασε την τζαζ με τα παραδοσιακά τραγούδια της Νότιας Αφρικής.