Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Λουκιανού: Λούκιος ή όνος.



Το Λούκιος ή όνος, που ο Χαιγκ κατατάσσει στο Ρωμαϊκό Κωμικό Μυθιστόρημα, κείμενο παραπληρωματικό των Μεταμορφώσεων του Απουλήιου, ανήκει στα έργα με αμφισβητούμενη πατρότητα. Ο βυζαντινός Φώτιος το αποδίδει σε κάποιον Πατρινό Λούκιο, κατά δήλωση και του πρωτοπρόσωπου αφηγητή άλλωστε, η ύπαρξη του οποίου ωστόσο αμφισβητείται. Ο Β. Perry εκτιμάει πως υπήρξε κάποιο γνήσιο προγενέστερο κείμενο του Λουκιανού με τον τίτλο Μεταμορφώσεις, το οποίο χάθηκε και που απομίμησή του είναι το ομώνυμο του Απουλήιου και περίληψή του το Λούκιος ή όνος.
Σε όποια εκδοχή της μια τέτοια αφήγηση αποτελεί συνέχεια του λογοτεχνικού είδους που εισήγαγε ο Αριστείδης ο Μιλήσιος με το έργο του Μιλησιακά (του 100 μ.Χ., που σώζεται σε μικρά αποσπάσματα -πιο γνωστό δείγμα η εγκιβωτισμένη στο Σατυρικόν του Πετρώνιου ιστορία της Εφεσίας χήρας), δίχως να αγνοεί την περίφημη μενίππεια σάτιρα ούτε τη ρωμαϊκή κωμωδία ή το μίμο, ούτε φυσικά το Ιδεώδες Ελληνικό Μυθιστόρημα.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Πετρώνιου: Σατυρικόν.



Το Σατυρικόν έχει διασωθεί σε αποσπάσματα. Κάποια εκτενή, όπως το σχετικό με το δείπνο του Τριμαλχίωνα ή το θαλασσινό ταξίδι με το πλοίο του Ταραντίνου Λίχα, το ναυάγιο και την άφιξη των πρωταγωνιστών στην πόλη του Κρότωνα. Για τον Πετρώνιο (Γάιο Πετρώνιο (Gaius Petronius) 27-66 μ.Χ.) γνωρίζουμε αρκετά, κυρίως από τον ιστορικό Τάκιτο, αποκαλούνταν arbiter elegantiae (διαιτητής της κομψότητος), συγκαταλεγόταν στους αυλικούς του Νέρωνα, επεδίωκε τον έντονα ηδονικό βίο, πληροφορίες επίσης και για τις τελευταίες ώρες της ζωής του, όταν, γιατί είχε πέσει στη δυσμένεια του Νέρωνα, με την αυτοκτονία του -δίχως να απολέσει στιγμή το παιγνιώδες του πνεύματός του- θα προλάβαινε τους εκτελεστές της καταδίκης του.   
Ο Πετρώνιος αναπαριστά τα ήθη, καταγράφει τον τρόπο της ζωής του καιρού του με ύφος ωμό∙ όχι για να στηλιτεύσει, να καταγγείλει, αλλά περισσότερο για να καταγράψει τις αυτοβιογραφικές σελίδες του ως ένας αισθητής. Δεν ηθικολογεί, όπως και δεν εξωραΐζει, δεν εξιδανικεύει. Μέσ’ απ’ τις γραμμές του σπαρταράει ένας ολοζώντανος κόσμος. Σπάνια εμπειρία για τον αναγνώστη, άλλοτε σαν μπροστά σε αρχαίες τοιχογραφίες, άλλοτε με μπουκωμένες τις αισθήσεις από το συγχρωτισμό με ανθρώπινα σώματα ιδρωμένα, σε ορμή και σε έξαψη. Η ζωή είναι πάντοτε η ίδια βέβαια, μόνο που καμιά φορά, που είναι και η περίπτωση του Σατυρικού, μ’ εκείνες τις μικρές ή μεγάλες αλλαγές στο σκηνικό ή στο ρυθμό του βίου, κάποτε και από τη μεγάλη χρονική απόσταση, αποδίδεται η εντύπωση μιας υπερρεαλιστικής μετατόπισης σ’ ένα μαγικό γκροτέσκο. Τον Πετρώνιο σίγουρα τον λογόκριναν οι σκοτεινοί μέσοι αιώνες, ευτυχώς δε μας τον στέρησαν.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

«Δασκαλάκο μου, πού είναι το άλογο;»



(Απόσπασμα από το Σατυρικόν του Πετρώνιου. Ο Γείτονας, ο ερωμένος του Εγκόλπιου, θα τον εγκαταλείψει πρόσκαιρα για τον Άσκυλτο. Απελπισμένος ο εραστής καταλήγει σε πινακοθήκη, κι εκεί παρόλο που απορροφημένος από τη ζωγραφική αλλά και τον καημό του, θα συναντήσει και θα ακούσει τον ποιητή Εύμολπο να του εξομολογείται μια παλιά του ερωτική, και παρηγορητική για τον ακροατή της, ιστορία.)

(Εύμολπος) «Όταν, υπηρετώντας στο στρατό, βρέθηκα στην Ασία, στην ακολουθία του ταμία, φιλοξενήθηκα κάποτε σ’ ένα σπίτι της Περγάμου. Έμενα εκεί με πολλή χαρά όχι μόνο για τις βολές που είχε το σπιτάκι, αλλά και για τον ωραιότατο γιο του νοικοκύρη. Κάθισα λοιπόν να σκεφτώ με ποιον τρόπο θα ’διωχνα από τον άνθρωπο την υποψία πως αγάπαγα το παιδί του. Κάθε φορά που γινόταν στο τραπέζι, κατά τη συνήθεια, λόγος για τα όμορφα τ’ αγόρια, εγώ άναβα αγριεμένος, κάνοντας, τάχα σοβαρός, πως δεν ήθελα να μου πληγώνουνε τ’ αυτιά τέτοιες λάγνες κουβέντες, έτσι που, προπάντων η μάνα του παιδιού, με έβλεπε σαν έναν από τους φιλοσοφημένους ανθρώπους. Σιγά σιγά άρχισα να πηγαίνω το αγόρι στο γυμναστήριο, να κανονίζω τα μαθήματά του, να τόνε διδάσκω και να τόνε καθοδηγώ εγώ σε όλα, για να μην μπει στο σπίτι κανένας διαφθορέας του σώματός του.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

«Και νεκρός τόσο ευχαριστημένος, όπως και ζωντανός.»



(Απόσπασμα από το «Σατυρικόν» του Πετρώνιου. Εδώ, λίγο προτού οι πρωταγωνιστές Εγκόλπιος και Γείτων με την παρέα τους πάρουν δρόμο απ’ το δείπνο του Τριμαλχίωνα, του άλλοτε δούλου από την Ασία που καζάντισε και πια είναι εκατομμυριούχος, κάτοικος μιας επαρχιακής πόλης στη Νότια Ιταλία, άξεστος και αγροίκος βέβαια. Αφηγητής, όπως σ’ όλο το έργο, ο Εγκόλπιος.)

«(μιλάει ο Τριμαλχίωνας) Δώστε βάση: άμα έχεις ένα ασσάριο, τόσο αξίζεις∙ ό,τι έχεις, αυτό είσαι. Έτσι κι ο φίλος σας, που ήταν άλλοτε βάτραχος, τώρα έγινε βασιλιάς. Στο μεταξύ φέρε μας, Στίχε, τα νεκρόσκουτά* μου. Φέρε τα αρώματα και λίγο από εκείνο τον αμφορέα, όπου έχω αφήσει παραγγελιά να πλύνουν τα κόκαλά μου.»

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Από το Μεξικό με χάρη.

Suavecito, Julieta Venegas.
(Από το σάουντρακ της μεξικανικής ταινίας: "Elvira / te daria mi vida pero la estoy usando", τραγουδάει η Χουλιέτα Βενέγας.)

Ηλιόδωρος: Αιθιοπικά (Θεαγένης και Χαρίκλεια).



Ο πλήρης τίτλος, Ἡλιοδώρου: Αἰθιοπικὰ ἢ τὰ περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν. Το κατά την εκτίμηση των περισσότερων ερευνητών μεταγενέστερο από τα σωζόμενα αρχαία μυθιστορήματα (στην κατηγορία «ιδεώδες ελληνικό μυθιστόρημα» / όρος του Τόμας Χαιγκ) φαίνεται να γράφτηκε στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ., με εκτιμήσεις που το φέρνουν και έως το τέλος του 4ου. Φανερά επηρεασμένο από τη Δεύτερη Σοφιστική, κάτι που μαρτυρεί όχι μόνο η γλώσσα αλλά και η έντονα κλασικίζουσα λογιοσύνη του συγγραφέα. Γνωρίζουμε και για τον Ηλιόδωρο, όπως και για τους προηγούμενους μυθιστοριογράφους, ελάχιστα, και πάλι με σιγουριά μόνο ό,τι δηλώνει ο ίδιος, -εδώ στην κατακλείδα: «Τοιόνδε πέρας ἔσχε τὸ σύνταγμα τῶν περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν Αἰθιοπικῶν∙ ὃ συνέταξεν ἀνὴρ Φοῖνιξ Ἐμεσηνός, τῶν ἀφ’ Ἡλίου γένος, Θεοδοσίου παῖς Ἡλιόδωρος. / Έτσι έφτασε στο τέλος του το σύγγραμμα των Αιθιοπικών ή των Περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν∙ το συνέγραψε ένας Φοίνικας Εμεσηνός, από το γένος του Ήλιου, ο γιος του Θεοδοσίου Ηλιόδωρος.» Και κατά το σχόλιο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη: «ο συγγραφέας μας είναι Έλληνας από τη συριακή πόλη Έμεσα, καταγόμενος από το ιερατικό γένος του Ήλιου –από όπου, πιθανώς, και το όνομά του.»

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Το σπέρμα πήρε τη μορφή της Ανδρομέδας.


(Από το μυθιστόρημα του Ηλιόδωρου «Αἰθιοπικὰ ἢ τὰ περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν».
Η βασίλισσα των Αιθιόπων Περσίννα αναγκάζεται ν’ αφήσει έκθετο το νεογέννητο κοριτσάκι της, τη Χαρίκλεια, γιατί γεννήθηκε λευκή, μόλο που η ίδια και ο σύζυγός της, ο βασιλιάς Υδάσπης, είναι μαύροι. Το απόσπασμα είναι μέρος από την επιστολή σε σχήμα ταινίας που μαζί με συνοδευτικά πολύτιμα κοσμήματα περιέβαλλε το έκθετο βρέφος.)

«…Η οικογένειά μας είχε προγόνους θεούς, τον Ήλιο και τον Διόνυσο, και ήρωες, τον Περσέα και την Ανδρομέδα, και μετά από αυτούς τον Μέμνονα. Εκείνοι λοιπόν που κατά καιρούς ίδρυσαν τα ανάκτορα τα διακόσμησαν με εικόνες από την ιστορία αυτών των θεοτήτων∙ και τους μεν ανδρώνες και τους περιδρόμους τούς στόλισαν με τις εικόνες και τις πράξεις των άλλων προγόνων, στους δε θαλάμους ιστόρησαν τους έρωτες του Περσέα και της Ανδρομέδας. Σε έναν από τους θαλάμους αυτούς ξαπλώσαμε μια μέρα εγώ και ο πατέρας σου Υδάσπης, νικημένοι από την καλοκαιριάτικη νύστα, να πάρουμε λίγον ύπνο μεσημεριανό∙ είχαν περάσει δέκα χρόνια από το γάμο μας και δεν είχαμε αποκτήσει παιδί∙ τότε ήταν που ο πατέρας σου έσμιξε μαζί μου παίρνοντας όρκο πως του το είχε προστάξει ένα όνειρο κι ένιωσα στη στιγμή πως είχα μείνει έγκυος. Ο καιρός που κύλησε από τότε ως την ώρα της γέννας ήταν όλος πάνδημη γιορτή και ευχαριστήριες θυσίες: ο βασιλιάς περίμενε διάδοχο! Αλλά σε γέννησα λευκή, με χρώμα άλλης φυλής από των Αιθιόπων∙ εγώ ήξερα βέβαια την αιτία: την ώρα που έσμιγα με τον άντρα μου, είχα μπροστά στα μάτια μου την Ανδρομέδα ζωγραφισμένη ολόγυμνη τη στιγμή που ο Περσέας την κατεβάζει από το βράχο και το σπέρμα πήρε για κακή μου τύχη τη μορφή της.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Έχει κορεσμό η απόλαυση του έρωτα και της αφήγησης;



(Από το μυθιστόρημα του Ηλιόδωρου «Αἰθιοπικὰ ἢ τὰ περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν».
Ο Αθηναίος Κνήμωνας δε χορταίνει ν’ ακούει τον Αιγύπτιο σοφό Καλάσιρη να του αφηγείται την ερωτική ιστορία της Χαρίκλειας και του Θεαγένη.)

«Μα την πίστη μου, Κνήμων, δεν είσαι μόνο αχόρταγος για ιστορίες, αλλά και απρόσβλητος από τη νύστα∙ έχει ήδη περάσει το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας και συ αντέχεις να μένεις ξύπνιος και ούτε βαριέσαι που η αφήγηση τραβάει σε μάκρος.» «Εγώ, παππούλη, μέμφομαι ακόμα και τον Όμηρο που είπε ότι και στον έρωτα υπάρχει κόρος όπως σ’ όλα τ’ άλλα∙ κατά τη γνώμη μου ποτέ κανένας δεν χορταίνει ούτε να απολαμβάνει τον έρωτα ούτε ν’ ακούει ιστορίες αγάπης∙ και αν κάποιος διηγείται την ερωτική ιστορία του Θεαγένη και της Χαρίκλειας, τίνος η καρδιά είναι από σίδερο ή από διαμάντι για να μη θέλγεται και χρόνο ολόκληρο να την ακούει; Γι’ αυτό πες μου τη συνέχεια.»

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

«Να τους τα δίνω ο ίδιος!»

«Να τους τα δίνω ο ίδιος!»

image















Athens Voice, 14/5/2016.
Τις μέρες των γιορτών σε καλή συντροφιά συγκράτησα δύο κουβέντες, νομίζω ενδεικτικές για πράγματα που θα ζήσουμε στο όχι μακρινό μέλλον. Κάποια στιγμή σχεδόν μονολογώντας ο ένας από τους φίλους μάς λέει, «Με το που ξεκινάει η χρονιά χρωστάω συνολικά φόρους και εισφορές σε αυτό… το κράτος (!) όσα για τη μισθοδοσία τριών δημοσίων υπαλλήλων. Μ’ όλη την αγωνία να τα φέρω βόλτα, να δουλεύω και Σάββατα, και Κυριακές, να δυσκολεύομαι να λείψω από το γραφείο δέκα μέρες το χρόνο… Τουλάχιστον να τους τα δίνω ο ίδιος! Να μου τους δείξουν αυτούς τους τρεις, να τους πληρώνω εγώ ο ίδιος. Ν’ ακούω κι ένα ευχαριστώ, να μ’ εξυπηρετούν και καλύτερα».

Ο θάνατος του μισθοφόρου –το εξώφυλλο.






















Η φωτογραφία του Σπύρου Μαντζάκου, η επιλογή και η σύνθεση όπως πάντα της Τζούλιας Τσιακίρη. 
Μαζί με το εξώφυλλο έλαβα και το κείμενο σελιδοποιημένο. 
Διπλή χαρά.

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Αχιλλέα Τάτιου: Λευκίππη και Κλειτοφών.



Ο πλήρης τίτλος: Ἀχιλλέως Ἀλεξανδρέως Τατίου τῶν κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα. Αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα εκτεινόμενο σε οκτώ λόγους / βιβλία ή κεφάλαια. Η άγνοιά μας για τη ζωή του συγγραφέα, όπως και των υπολοίπων του είδους, είναι σχεδόν απόλυτη. Η παράθεση Ἀλεξανδρέως δεν αποκλείεται να έχει προστεθεί μεταγενέστερα, να οφείλεται στο ότι από το ίδιο το έργο ο συγγραφέας του φαίνεται να γνωρίζει καλά την Αλεξάνδρεια και το Δέλτα του Νείλου (λόγοι Γ’ έως και Ε’).

Από τα τέσσερα αρχαία ελληνικά μυθιστορήματα που ξαναδιάβασα ή διάβασα για πρώτη φορά πρόσφατα, του Χαρίτωνα, του Ξενοφώντα, του Λόγγου, ετούτο του Τάτιου μου φάνηκε το πιο συναρπαστικό, και παρά τις ανισότητες ή την έλλειψη οικονομίας εδώ ή εκεί, που συνολικά το υποβιβάζουν σε σχέση με το Χαιρέας και Καλλιρρόη ή το Δάφνης και Χλόη, το Λευκίππη και Κλειτοφών είναι γραμμένο -είχα την εντύπωση- από έναν πιο οιστρήλατο από τους προηγούμενους, πιο ταλαντούχο συγγραφέα. Θέλω να πω, ως αναγνώστη λογοτεχνίας, με συνάρπασε περισσότερο από τα άλλα τρία. Το γλωσσικό ύφος αττικίζει (Β’ Σοφιστική) αλλά κατά τόπους είναι και ασιανικό, ως προς την ανάπτυξη ακολουθεί ab ovo γραμμική αφήγηση, και στην πλοκή υπάρχουν όλα τα μοτίβα του είδους, χωρισμοί ζευγαριού, περιπέτειες – ταξίδια – ταλαιπωρίες, θάνατοι και αναβιώσεις, επανασυνδέσεις, η αγωνία μη χαθεί η παρθενία της ηρωίδας αλλά όχι πολύ λιγότερο και του ήρωα, οι αντικρουόμενοι δικανικοί λόγοι, και στο μεδούλι, η κοινή σε όλα τα μυθιστορήματα ανασφάλεια του ατόμου κατά τα ελληνιστικά – αυτοκρατορικά χρόνια. Μόνη ασφαλής περιοχή ο οἶκος, η οικογένεια, η έξοδος απ’ αυτήν προοιωνίζεται μόνο συμφορές –η ακριβώς αντίθετη συνθήκη με ό,τι ίσχυε στην πόλη – κράτος της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Σύγκριση ερώτων.


(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου Λευκίππη και Κλειτοφών (Β 37.6-10 και 38.1-5).
Στο κατάστρωμα του πλοίου ταξιδεύοντας από τη Βηρυτό προς την Αλεξάνδρεια η συντροφιά του Κλειτοφώντα και της Λευκίππης γνωρίζονται με τον Μενέλαο, νεαρό Αιγύπτιο που έστησε τη σκηνή του δίπλα τους. Ο Μενέλαος μόλις εξέτισε ποινή τριετούς εξορίας για τον εξ αμελείας φόνο του ερωμένου του, και πια επιστρέφει στην πατρίδα του. Μοιράστηκαν το φαγητό, τις αφηγήσεις των ερωτικών βασάνων τους, και τώρα Κλειτοφών και Μενέλαος επιχειρηματολογούν, ο πρώτος υπέρ του ἔρωτος εἰς τὰς γυναῖκας, ο δεύτερος υπέρ του εἰς τοὺς παῖδας. Καταλήγουν στα παρακάτω. (Η μετάφραση του αποσπάσματος από τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη.) Πρώτος μιλάει ο Κλειτοφών.)

«…Είναι λοιπόν το σώμα της γυναικός υγρό στους εναγκαλισμούς και μαλακά τα χείλη έχει στα φιλήματα. Για τούτο του εραστή το σώμα κρατεί σφιχτά στην αγκαλιά της, μέσα στη σάρκα της ολόκληρο το έχει προσαρμόσει, κι εκείνος που μαζί της σμίγει, όλος από την ηδονή της περιβάλλεται. Πιέζει με τα χείλη τα φιλιά απανωτά σαν τη σφραγίδα, με τέχνη κι επιτηδειότητα φιλεί κι έτσι το κάθε φίλημα γλυκύτερο το ετοιμάζει. Όμως δεν αρκείται μόνο με τα χείλια να φιλεί, αλλά και με τα δόντια της συμπλέκεται, βόσκει ολόγυρα από το στόμα που φιλεί και δίνει τα φιλιά της δαγκωτά. Κι όταν κρατήσεις τους μαστούς της, έχει ο κάθε της μαστός την ιδιαίτερή του ηδονή και την προσφέρει. Και πάνω στων αφροδισίων την ακμή, από την ηδονή οιστρηλατείται η γυναίκα, έχει το στόμα ανοικτό καθώς φιλά και κάνει σαν μαινάδα. Και οι γλώσσες, όλο τούτο το διάστημα, η μια μέσα στην άλλη χώνεται κι όσο μπορούν κι εκείνες μάχονται με βία να φιλούν. Κι εσύ την ηδονή σου κάνεις μεγαλύτερη καθώς φιλάς με στόμα ανοιγμένο. Κι όταν στο τέρμα των αφροδισίων φτάσει η γυναίκα, έχει ως φυσικό να λαχανιάζει από την πυρωμένη ηδονή.Τότε και το λαχάνιασμά της μαζί με την πνοή του έρωτα από βαθιά μέχρι τα χείλη και το στόμα αναπηδά. Συντυχαίνει εκεί το περιπλανώμενο φιλί, που επιζητεί βαθιά να κατεβεί. Κάνει παρέα τότε το φιλί με το λαχάνιασμα, σμίγει μαζί του, το ακολουθεί, και την καρδιά πληγώνει. Αναστατώνεται εκείνη από το φίλημα και σαν τρελή χτυπά και, αλήθεια, αν δεν ήταν δεμένη με τα σπλάχνα, θα ακολουθούσε τα φιλιά και ως πάνω θα έβγαινε. Όσο για τα φιλιά των αγοριών, απαίδευτα είναι, οι αγκαλιές ακάτεχες, αργή η Αφροδίτη και η ηδονή τους τίποτε.»

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Το βρέφος – κοσμοκράτορας.


(Από το μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου Λευκίππη και Κλειτοφών.
Ο αφηγητής έχει μόλις φτάσει στη Σιδώνα κι ανάμεσα στα αξιοθέατα της πόλης περιεργάζεται ένα ζωγραφικό πίνακα που απεικονίζει την αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία – Ταύρο, σύμπλεγμα που καθοδηγεί ο Έρωτας, ο θεός – μικρό παιδί.)

Ἔρως εἷλκε τὸν βοῦν∙ Ἔρως, μικρὸν παιδίον, ἡπλώκει τὸ πτερόν, ἤρτητο φαρέτραν, ἐκράτει τὸ πῦρ∙ μετέστραπτο δὲ ὡς ἐπὶ τὸν Δία καὶ ὑπεμειδία, ὥσπερ αὐτοῦ καταγελῶν, ὅτι δι’ αὐτὸν γέγονε βοῦς.

Ἐγὼ δὲ καὶ τὰ ἄλλα μὲν ἐπῄνουν τῆς γραφῆς, ἅτε δὲ ὢν ἐρωτικὸς περιεργότερον ἔβλεπον τὸν ἄγοντα τὸν βοῦν Ἔρωτα∙ καί, «Οἷον,» εἶπον, «ἄρχει βρέφος οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ θαλάσσης».

Ο Έρωτας καθοδηγούσε τον ταύρο∙ ο Έρωτας, ένα μικρό παιδί, με ανοιγμένα τα φτερά, με κρεμασμένη τη φαρέτρα, στο χέρι τον πυρσό∙ ήτανε στραμμένος προς τον Δία και υπομειδιούσε, σαν να τον περιγελούσε που εξαιτίας του είχε γίνει ταύρος.
Εγώ πάλι και την υπόλοιπη ζωγραφιά επαινούσα, αλλά και καθώς ερωτικός συγγραφέας ο ίδιος κοίταζα με περισσότερη περιέργεια τον Έρωτα που οδηγούσε τον ταύρο∙ και «Κοίτα να δεις» είπα μόνος μου, «ένα βρέφος, κι εξουσιάζει ουρανό και γη και θάλασσα».

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Οι βιολετιές πινελιές.

Αντώνης Νικολής, Οι βιολετιές πινελιές

nikolis7.5.16
fav-3
(απόσπασμα από το υπό έκδοση μυθιστόρημα Ο θάνατος του μισθοφόρου)
ΑΡΑΖΕ ΕΝΑ – ΔΥΟ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΛΟΘΥΡΑ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟΥ, με τη μούρη του αυτοκινήτου στη σκιά της ελιάς σύρριζα στο φράχτη. Ερχόταν καθυστερημένος σήμερα, πρωτύτερα είχε κατεβεί στο Ψαλίδι, στην παραλία κάτω από το ξενοδοχείο Ραμίρα, να κόψει αμάραντους για το μαγιάτικο στεφάνι. Απίθωσε τα γυαλιά ηλίου στο κάθισμα του συνοδηγού δίπλα στην πλαστική λεκάνη με τα μοβ λουλούδια, κι εκεί, γερτός λοξά ακόμα, προτού σβήσει τη μηχανή ή τραβήξει το ντεμπραγιάζ, επέστρεφε σ’ ό,τι προηγήθηκε, κυρίως στο στιγμιαίο σάστισμα από τη διάλειψη την πολύ έντονη και που έμοιαζε με το ξεφύλλισμα σαν από αεράκι της πάνω σελίδας ανοιχτού βιβλίου, με τις από κάτω να ανασηκώνονται κι αυτές η μία μετά την άλλη, καθεμία και το έδαφος ή η εποχή ενός διαφορετικού παρόλο που συγκεχυμένου και μόλις αισθητού κόσμου.
Τη διάλειψη δεν του την είχε προκαλέσει κάποια -προφανής τουλάχιστον- αιτία, η κούραση ας πούμε. Όταν διορθώνει στοίβες γραπτά, ιδίως εκθέσεις, ή κουτουλάει νυσταγμένος διαβάζοντας, τότε συνήθως βιώνει ανάλογες εμπειρίες. Είχε βγει από το αμάξι με τη λεκάνη και το κλαδευτήρι στο χέρι να μαζέψει αμάραντους, αφηρημένος, αλλά τι πιο συχνό για τον Ηλία, αναλογιζόταν μηχανικά την πρόταση «να πιάσω το Μάη», αυτό ίσως (γιατί κι εκεί που γελάει κανείς μ’ αυτές τις προλήψεις, εκεί τον στοιχειώνουν κιόλας). Δεν αποκλείεται, επίσης, να πίεζαν προς την επιφάνεια της συνείδησής του άλλες μύχιες ορέξεις, να τις ανέβαζε το ήπιο απόγευμα της τελευταίας μέρας του Απρίλη. Μπορεί ακόμα γιατί το πράγμα, όπως σκυφτός σάρωνε το χώμα με το εργαλείο στο χέρι, του θύμιζε αντανακλαστικά τη διόρθωση γραπτού με το κόκκινο στυλό έτοιμο να υπογραμμίσει το επόμενο λάθος.