Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

O Martinho da Vila.

Φεστιβάλ Delta Tejo, Alto da Ajuda, Monsanto, Lisboa, 4 Ιουλίου του 2010, γύρω στις 2230. Ο Μαρτίνιου ντα Βίλα. Δεν τον αναγγέλλει κανείς, βγαίνει στη σκηνή από την άκρη, τις ελάχιστες στιγμές μέχρι να εμφανιστεί η φιγούρα του στις γιγαντοοθόνες, δεν τον αντιλαμβανόμαστε, μόνος, κουβεντούλα, τραγουδάει a cappella. Άσπρο, άνετο παντελόνι και σακάκι, σαγιονάρες, t-shirt μαύρο, εμφανές σταυρουδάκι στο λαιμό, γυαλιά με λεπτό σκελετό, καπελάκι με γείσο, γενάκια και μαλλιά αραιά, o mais lindo avô do mundo / ο πιο όμορφος παππούς του κόσμου, αλλά ποιος παππούς, στα 72 του, με τη γοητεία και τη χάρη αυτών που δε γερνάνε. Του πετούν ένα διαφημιστικό καπελάκι, βγάζει το δικό του, φοράει το διαφημιστικό. Ανάλαφρος και βαθύς, μόνος στην άκρη του δρόμου αλλά και στο κέντρο μεγάλης παρέας σε τραπέζι, ψιθυρίζει, τραγουδάει, λικνίζεται, κόκκαλα και σώμα σαν από έναν καλύτερο πλανήτη. Χορεύει μαλακά o samba, σκέφτομαι: το ανάλογο σε σκηνικό καλλιτέχνη του Jorge Amado. Μας θυμίζει το απόφθεγμα της ζωής του: fazer tudo devagar, να τα κάνεις όλα αργά / χαλαρά, κι ύστερα μας τραγουδά devagar, devagar, devagarinho: αργά, αργά, …αργούτσικα (και το –d- βραζιλιάνικο, παρακαλώ: -dz-, dzεβαγκάρ, dzεβαγκάρ, dzεβαγκαρίνιου)… Ένα πλήθος, μπορεί πέντε χιλιάδες νεαρόκοσμος, απογειώνεται. Στο τέλος μπιζάρουν τρελαμένοι, εκείνος επιστρέφει στη σκηνή, τώρα με το έξοχο mulheres: γυναίκες (μουλιέρες) και με την άλλη μεγάλη επιτυχία του, το Madalena.
Γοητεία, αλήθεια, συγκίνηση: τα δώρα της τέχνης, βέβαια.

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Festival Delta Tejo, Lisboa, 2-3-4/7/2010.

Τα Delta Cafés διοργανώνουν περίπου τις ίδιες τρεις μέρες κάθε χρόνο –να περιέχουν σαββατοκύριακο- το φεστιβάλ με μουσικές των πορτογαλόφωνων κυρίως χωρών ή συγγενικών (ισπανόφωνων ή της ευρύτερης δυτικής Αφρικής), στην περιοχή Άλτου ντα Αζούντα της Λισαβόνας, στο δάσος του Μονσάντο, ακριβώς πάνω από την αρχιτεκτονική σχολή. Πρόκειται για χώρο πολλών στρεμμάτων, περιφραγμένο, με ισχυρή περιφρούρηση, τρεις πελώριες σκηνές, λούνα παρκ, καντίνες για φαγητό ή ποτά, αν και η περισσότερη μπύρα πουλιέται από τα παιδιά τα φορτωμένα στην πλάτη με τις ειδικές φιάλες, δύο ευρώ το πλαστικό ποτήρι. Σύμφωνα με τις εφημερίδες ο κόσμος προσέγγιζε καθημερινά τις πέντε χιλιάδες άτομα, νεαρόκοσμος, τη εξαιρέσει ελαχίστων άνω των τριάντα (όσο κυλούσε η νύχτα μάς πέταγε με φυγοκέντρηση η κούραση στα άκρα του πλήθους, κατάκοπους από την ορθοστασία, μερικοί οι πενηντάρηδες, κάπως περισσότεροι οι σαραντάδηδες…). Το εισιτήριο και για τις τρεις βραδιές ανερχόταν στο συνολικό ...ιλιγγιώδες ποσό των σαράντα (40) ευρώ. Το μουσικό πρόγραμμα ξεκίναγε γύρω στις επτά το απόγευμα, τελείωνε στις δύο τη νύχτα. Από τις έντεκα ως και τη λήξη της γιορτής περίμεναν απ’ έξω λεωφορεία, ταξί ούτε για δείγμα, τα ιδιωτικών συμφερόντων λεωφορεία (όταν η αγορά κάπως λειτουργεί…) δεν έχουν λόγο βέβαια να χάσουν τόση κίνηση, κι έτσι ο καθένας μπορούσε να επιστρέψει στην πόλη με μόλις ένα ευρώ και σαράντα λεπτά. Ανάμεσα σε πολλούς άλλους, ο Paulo Flores από την Αγκόλα, η Nneka από τη Νιγηρία, η Nancy Vieira από το Πράσινο Ακρωτήρι, η Ana Moura εκπροσωπώντας το ντόπιο fado, και πολλοί Βραζιλιάνοι: οι Asa de Águia, η δυναμική Ana Carolina,ο υπέροχος Carlinhos Brown με πολλά κομμάτια από τους Tribalistas, κι εκείνος που μου είναι αδύνατον έστω και μια στιγμή του να ξεχάσω, ο Martinho da Vila. Αλλά για τον Martinho da Vila απαιτείται μόνη της, ξεχωριστή μνεία / ανάρτηση.

Το πένθος για τον Σαραμάγκου (1922-2010).

Ο José Saramago, ο νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας, πέθανε στις 18 του περασμένου Ιουνίου. Μία εβδομάδα αργότερα και για περίπου είκοσι μέρες βρισκόμουν στην Πορτογαλία. Στη χώρα αυτή σ’ εντυπωσιάζουν τα πολλά, μικρά και μεγάλα, βιβλιοπωλεία, συχνά παλαιοβιβλιοπωλεία, και μάλιστα όχι καταστήματα με χαρτικά κυρίως και για ξεκάρφωμα ολίγα βιβλία, αλλά εμπορικά με μόνο εμπόρευμα τα βιβλία. Να απορείς πώς επιβιώνουν και ιδιαίτερα γιατί τα ειδικά καταστήματα στην Πορτογαλία σπανίζουν. Φέτος, εκτός από τη Λισαβόνα, πέρασα απ’ το Πόρτο, την Κουΐμπρα και άλλες μικρότερες πόλεις, και καθώς έψαχνα ένα συγκεκριμένο βιβλίο, οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων τράβαγαν αμέσως την προσοχή μου. Ε, λοιπόν, δεν είδα ούτε μία, που να μην είχε σε περίοπτη θέση μεγάλη φωτογραφία ή σκίτσο-πορτρέτο του Σαραμάγκου: η κοινότητα των γραμμάτων τιμούσε εξαιρέτως αλλά και ευπρεπώς τη νωπή μνήμη ενός διακεκριμένου μέλους της. Κάτι ανάλογο και στον τύπο, εφημερίδες και περιοδικά. Και όχι μόνο στα ειδικά. Το Sábado (τεύχος 24-30/7/2010), το μεγαλύτερης κυκλοφορίας εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης, κυκλοφόρησε με εξώφυλλο το πρόσωπο του συγγραφέα και αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του, εκτεινόμενο σε είκοσι τέσσερις (24) σελίδες.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Ζαχαρίας Παπαζαχαρίου (1925-2010).

Έλειπα από το νησί τη μέρα της κηδείας του. Κι ό,τι έχω να πω και το ευχαριστώ μιας ιδιαίτερης οφειλής, ελπίζω να τα σημειώσω όπως ταίριαζαν στον καλό και ξεχωριστό πολίτη της Κω. Με λόγια μετρημένα.

Δημοκράτης και προοδευτικός, υπερήφανος και τίμιος. Και οι τέτοιοι αγαπούν το λόγο, όχι τη ρητορική. Ο Ζαχαρίας Παπαζαχαρίου από συστολή σχεδόν μάσαγε τις συλλαβές, στην αρχή δυσκολευόσουν να ακούσεις τι έλεγε, αλλά μόλις η κουβέντα σιγούρευε το ήθος ή την αναγκαιότητά της, η άρθρωσή του ξεκαθάριζε, η φωνή του δυνάμωνε. Επιστράτευε επιχειρήματα και χιούμορ παλιού διανοουμένου. Κι όταν μετά το 1974 περίσσεψαν στη χώρα και στο νησί οι κατά φαντασίαν δημοκράτες, ο Παπαζαχαρίου, παρόλο που πραγματικός, μακριά από τα διάφορα μεταπολιτευτικά, συνέχιζε στο ταπεινό φωτογραφείο του, εκεί στην Ιπποκράτους. Φωτογραφείο και φωτοτυπείο.
Αλλά για όσους κάτι παραπάνω νιώθαμε, εκείνο το φωτογραφείο ήταν μια στάση άλλης τάξεως. Στο τζάμι του επίπλου, δεξιά όπως έμπαινες στο μαγαζί, κόλλαγε συνήθως φωτογραφίες ή αποφθέγματα που του άρεσαν σε μεγέθυνση. Ένα απ’ αυτά ήταν το «Κάθε τόπος την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληνας. Εμμ. Ροΐδης». Μου έκανε τόση εντύπωση, που όταν –πρέπει γύρω στο 1977- ήρθε στο πρακτορείο των εφημερίδων σε έκδοση τσέπης Πάπυρος η «Πάπισσα Ιωάννα» το αγόρασα και το διάβασα, με την έξαψη ψυλλιασμένου βέβαια. Χρόνια πολλά αργότερα, όταν έπρεπε σε μια ώρα να αποφασίσω θέμα και περιεχόμενο σ’ ένα μονόλογο για τον Φασουλή, το μυαλό μου εύλογα έτρεξε αμέσως στον πνευματώδη Ροΐδη.
Δεν ξέρω αν κατάφερε ποτέ κανείς τίποτα περισσότερο απ’ το να περπατάει ένα κομμάτι γης, μέχρι να φτιάξει απ’ τα πολλά του βήματα ένα μονοπάτι, -μικρότερο ή μεγαλύτερο.
Το μονοπάτι αυτού του ανθρώπου, γιατί εν πολλοίς είχε να κάνει με το δημόσιο ήθος, ήθελα δημόσια να πω ότι το εκτιμούσα όσο πολύ λίγα στο νησί.