Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Κριτικές / Το Σκοτεινό Νησί

Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010


Η προσωπική μας «σπηλιά»

Από τον Παναγιώτη Νούτσο

Αντώνης Νικολής
Το σκοτεινό νησί
Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2008, σ. 172

1. Εισαγωγή: Η γείωση του νόστου

Ο Αντώνης Νικολής, ύστερα από μία ευδόκιμη θητεία ως συγγραφέας της θεατρικής σκηνής, προσέρχεται στο πεδίο της πεζογραφίας. Ακριβέστερα, το παρόν βιβλίο αποτελεί μία εκτενή νουβέλα που μεταγράφει το ομώνυμο θεατρικό έργο τού 2001.
Σε κάθε, σχεδόν, κείμενο του Νικολή υπονοείται το νησί όπου ο ίδιος μεγάλωσε κι έζησε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ή στο οποίο ζει μεγάλα χρονικά διαστήματα ανά έτος. Γι' αυτό οποιαδήποτε προϊδέαση, ιδίως τώρα στο Σκοτεινό νησί, είναι μάλλον απαραίτητη ως αναφορά στην Κω των δεκαετιών του '60 και του '70. Αλλωστε, η ίδια βεβαιότητα ότι «θα πάμε και φέτος στην Κω» δύο φορές ενυπάρχει και στο Σπίτι φεύγει (Αθήνα 2002, 55, 69). Πρόκειται για ένα διαρκές συγκριτικό πεδίο, ζώντας «νοερά» κάθε φορά στο νησί όπου συνυπήρχαν «πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή» (βλ. Μ. Χατζηγιακουμή-Π. Νούτσος, Η Κως στη λογοτεχνία, Αθήνα 2008, σ. 274-274). Ο Νικολής, επιπλέον, ως συντοπίτης του Ιπποκράτη, είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει νωρίς τον περίβολο της Ιατρικής και να σταθεί ως δόκιμος του λογοτεχνικού λόγου σε ένα πλαίσιο βιοηθικής, που με τη σειρά του συνοψίζεται στον πρώτο ιπποκρατικό αφορισμό:
«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρά».

2. Για το σημαίνον

Τα μορφικά γνωρίσματα του κειμένου δένουν απρόσκοπτα με το περιεχόμενό του και γι' αυτό συμπορεύονται. Δηλαδή, η αβίαστη θεατρική διαλογικότητα, οι κοφτές προτάσεις που συγκρατούν κοφτερό σημαινόμενο, τα υπομειδιάματα που εκπέμπουν ειρωνικό τόνο, ο εμποτισμός στην καθημερινότητα και τον τρέχοντα λόγο χωρίς πυλωρό και ιδίως η αλληγορική και η μεταφορική περιένδυση της ροής του κειμένου.
Τόσο η ειρωνεία όσο και η μεταφορά λειτουργούν ως κύριοι αγωγοί της αφήγησης.

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Hermann Broch: Οι Υπνοβάτες ΙΙ, 1903, ΕΣ ή Η ΑΝΑΡΧΙΑ.

Στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας "Οι Υπνοβάτες", ο Μπροχ μετακινεί την αφήγησή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα, από το 1888 στο 1903, και παρακολουθεί τα βήματα ενός τριαντάχρονου λογιστή, του Αύγουστου Ες. Παρόλο που δεν κοινωνιολογεί, ως ένα βαθμό καταγράφει τον αναδυόμενο και ανασφαλή κόσμο των μικροαστών της κεντρικής Ευρώπης, την αδυναμία του γενικότερου προσανατολισμού και τη συγκεχυμένη ταυτότητα των εν λόγω στρωμάτων του πληθυσμού.