Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Ευχές για το 2016.

 
George Ezra -  Da Vinci Riot Police

Ο καλός George Ezra και η αφεντιά μου ευχόμαστε μια κανονική κάπως χρονιά, ένα καλύτερο απ' το περσινό καλοκαίρι.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ θάνατος τοῦ μισθοφόρου∙ ὁ τελευταῖος ἔλεγχος.


Σήμερα τέλειωσα τὸν πολυτονισμὸ παράλληλα μὲ τὸν τελευταῖο (ἐξονυχιστικὸ) ἔλεγχο τοῦ κειμένου. Ἑτοίμασα καὶ τρία ἀποσπάσματα γιὰ προδημοσιεύσεις.
Νομίζω ὅτι διακρίνω πιὰ τὸ τί καὶ πῶς ἀπὸ τὸν Δανιὴλ στὴ Διονυσία ὣς καὶ τὸ μισθοφόρο.

Συγκίνηση: χαρὰ καὶ ἤπια μελαγχολία μαζί.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Μακάρι.




Σήμερα, νομίζω, ζούμε μία από τις τελευταίες πράξεις του δράματος. Μακάρι να έλαβαν το μυστικό μήνυμα όλοι όσοι φώναζαν το Μένουμε Ευρώπη. Έκανα το χρέος μου στην Κυψέλη, Θήρας 31. Πάρα πολύς κόσμος. Μακάρι.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Η λυδία λίθος.

Η λυδία λίθος

image















Athens Voice, 19/12/2015.
 
Η λυδία λίθος, ένα είδος βασάλτη από τη Λυδία της Μικράς Ασίας, χρησίμευε για να πιστοποιείται η καθαρότητα, η αξία του χρυσού. Ένα κομμάτι χρυσού για να εκτιμηθεί πόσων καρατίων ή ένα χρυσό νόμισμα προκειμένου να διαπιστωθεί η γνησιότητά του συρόταν πάνω σε επιφάνεια λυδίας λίθου και αναλόγως άφηνε διαφορετικής απόχρωσης ίχνη. Συνεκδοχικά λυδία λίθο ονομάζουμε ό,τι μπορεί να ελέγξει και να εξακριβώσει μια επιζητούμενη ποιότητα.
Πριν από ακριβώς τρία χρόνια, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2012, σε συνέντευξή μου στον Δημήτρη Μαστρογιαννίτη εδώ στην Athens Voice (που έδωσε την ώθηση και για την αρθρογραφία μου έκτοτε), είχα διατυπώσει την άποψη ότι η «λυδία λίθος στις σημερινές δημοκρατίες είναι η στάση τους απέναντι στους ομοφυλόφιλους». Εστίαζα ίσως με υποκειμενική ματιά και με ορισμένη υπερβολή στη σκέψη αυτή, αλλά ήμουν σίγουρος για την ισχύ της, παρόλο που δε θα πρόβλεπα την πλήρη επαλήθευσή της νωρίτερα από περίπου μια δεκαετία.
Τα πράγματα έτρεξαν τόσο, που ήδη, αν στον παγκόσμιο χάρτη χρωματίσουμε τις χώρες με κριτήριο την ισότιμη ή όχι αποδοχή των ομοφυλοφίλων, ευρύτερα των λόατ ατόμων (ιεραρχικά και με πυκνότητα χρώματος μειούμενη κατά την κλίμακα: υποβοηθούμενη αναπαραγωγή / υιοθεσία, πολιτικός γάμος, ζητήματα ταυτότητας φύλου, ενισχυμένο, απλό σύμφωνο συμβίωσης, καμία θέσπιση, ποινική δίωξη της δημόσιας έκφρασης, ποινική δίωξη συνολικά της ομοφυλοφιλίας), νομίζω θα έχουμε τον ίδιο χάρτη που θα έδειχνε την ωρίμανση ή απουσία δημοκρατικών θεσμών, ή και την πιστότερη απεικόνιση αυτού που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό στον πλανήτη.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Ιλιάδα∙ λίγες αράδες για το μοναδικό ταξίδι.


Τι κρίμα να διαβάζουμε τη μεγάλη λογοτεχνία μικροί. Αρκετές από τις ραψωδίες Ιλιάδας και Οδύσσειας τις είχα εξεταστική ύλη, -και δη στα πρώτα έτη της σχολής! Τα έπη, στο σύνολό τους, μία ανάγνωση τα είχα κάνει βέβαια τότε. Δε θυμάμαι, μα δε νομίζω να είχα νιώσει και πολλά πράγματα. Αν κάπου καταλήγω τα τελευταία χρόνια είναι πως η μεγάλη αφηγηματική λογοτεχνία προϋποθέτει εμπειρία ζωής.
Τώρα η πρόθεση ήταν πολύ λίγο φιλολογική. Διάβασμα στο πρωτότυπο, όμως αποβλέποντας -για τις ανάγκες του ιστορικού μυθιστορήματος που ετοιμάζω- σε μια εποπτεία αυτού που θα συνιστούσε το υπόβαθρο της αισθηματικής αγωγής ενός αφηγητή ακόμα και κατά τους όψιμους αυτοκρατορικούς χρόνους. Τα έπη για τον αρχαίο είναι ό,τι το σινεμά, οι λοιπές λαϊκές τέχνες, η τηλεόραση για ένα σημερινό. Άλλη παρότρυνση ήτανε και η εκφρασμένη επιθυμία του Φλομπέρ (Σαλαμπώ) να είχε διαβάσει την Ιλιάδα από το πρωτότυπο.
Μελέτησα την Ιλιάδα στο εργαστήρι μου, θέλω να πω, όπως είχα κάνει νωρίτερα και με τα έξι ιστορικά μυθιστορήματα, με τρόπο κατά βάση ιδιοσυγκρασιακό, δηλαδή προσήκοντα στη δική μου τέχνη. Εξιχνίαζα τους αφηγηματικούς συνειρμούς του Ομήρου, τους αναπάντεχους και αιφνιδιαστικούς και ιδιοφυείς, παράλληλα αφηνόμουν στην οικονομία του, στην καθαρή, την ατόφια λογοτεχνία, συγκινούμουν με τις εντελείς μορφές, με την απόλυτη ένταση της τέχνης.  
Άκουσα τις καυχησιές των ηρώων, τράνταξα όρθιος σε δίφρους αμαξιών, είδα άντρες και ηίθεους να ζυγιάζουν το κοντάρι με τη χάλκινη λόγχη, έφτυσα τη σκόνη που σήκωναν οι οπλές των αλόγων και οι τροχοί των αρμάτων στην ανοιχτή πεδιάδα, μύρισα τις σάρκες στις πυρές.
Ένα μικρό διάλειμμα να πολυτονίσω το Θάνατο του μισθοφόρου, και φεύγω για Οδύσσεια. Θ’ αναρτώ εδώ στο blog μεταφραστικές δοκιμές μικρών αποσπασμάτων, σχετικώς αυτοτελών, δίκην ενσταντανέ, αναμνηστικών φωτογραφιών, όπως έκανα και με την Ιλιάδα.
Περιέγραφα σε φίλο στο skype -ποιος ξέρει σε τι έξαψη- πόσο συναρπαστικό ήτανε το ταξίδι στην Ιλιάδα, ότι ήμουνα ωσεί παρών στα κλέα Αχιλλέα, Έκτορα, Πάτροκλου, κι άλλων πολλών, ποιον να πρωτοθυμηθώ, ότι κουβαλάω ακόμα και μνήμες αισθήσεων. «Κοίτα», μου λέει κάποια στιγμή, «για όσους ξέρουμε πίσω από την επίφαση του συντηρητικού σοβαρού ανδρός ποιον μισότρελο κρύβεις, κανένας μας δε θα εκπλαγεί αν πεις πως φέτος για ταξίδι κανόνισες στην Τροία του Πρίαμου».


Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Ο δρόμος θα 'ναι μακρύς, μα δεν έχουμε άλλον.

Hozier / Take me to churche

Οι Τρώες συρρέουν στη σορό του Έκτορα (Ιλ. Ω. 692 – 722).


Αλλά μόλις έφτασαν στο διαβατό σημείο του ποταμού με την όμορφη ροή, του Ξάνθου με τις πολλές δίνες, του ποταμού που τον γέννησε ο αθάνατος Δίας, ο Ερμής αναχώρησε για τον ψηλό Όλυμπο, τότε που η Αυγή με το πέπλο στο χρώμα του κρόκου εκτεινόταν πάνω σ’ ολόκληρη τη γη και οι δυο τους οδηγούσαν τα άλογα προς την πόλη με οδυρμούς και στεναγμούς, καθώς τα μουλάρια σέρνανε την άμαξα με το νεκρό. Και δεν τους αναγνώρισε πρωτύτερα κανένας άλλος ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες με τις ωραία ζωσμένες μέσες, παρά μόνο η Κασσάνδρα, η όμοια με την Αφροδίτη, που είχε ανεβεί στην Πέργαμο, την ακρόπολη του Ίλιου∙ εκείνη αντιλήφθηκε τον αγαπημένο πατέρα να στέκεται όρθιος στο αμάξωμα μαζί με τον κήρυκα, τον ντελάλη σ’ όλη στην πόλη, είδε και το νεκρό να κείτεται στο νεκροκρέβατο πάνω στην άμαξα με τα μουλάρια. Κι έβγαλε κραυγή από πόνο και φώναξε δυνατά να την ακούσει όλη η πόλη: «Τρώες και Τρωαδίτισσες, ελάτε να δείτε τον Έκτορα, αν κάποτε όσο ζούσε χαιρόσασταν όποτε επέστρεφε απ’ τη μάχη, γιατί ήτανε πηγή χαράς μεγάλη και για την πόλη και για όλο το λαό.»
Έτσι είπε και δεν έλειψε κανένας άντρας ούτε γυναίκα από κείνο το σημείο της πόλης, γιατί τους κατέλαβε όλους ακατάσχετο πένθος, κι έφταναν κοντά στις πύλες και συνέρρεαν στον Πρίαμο που ’φερνε το νεκρό. Πρώτες ρίχτηκαν στην άμαξα με τους όμορφους τροχούς και τράβαγαν τα μαλλιά τους η αγαπημένη γυναίκα του και η σεβαστή μάνα του, πιάνοντας στα χέρια τους το κεφάλι του∙ κι ολόγυρα παράστεκε με κλάματα το συγκεντρωμένο πλήθος. Και θα οδύρονταν χύνοντας δάκρυα τη μέρα όλη ως τη δύση του ήλιου, μπροστά στις πύλες, αν δε μιλούσε στον κόσμο πάνω απ’ την άμαξα ο γέροντας: «Κάντε μου τη χάρη, ανοίξτε χώρο στα μουλάρια να περάσουμε, κι έπειτα, σαν θα τον μεταφέρω σπίτι, ελάτε κλάψτε τον με την ψυχή σας.»
Αυτά είπε και οι συγκεντρωμένοι άνοιξαν διάδρομο και πισωδρομούσαν να περάσει η άμαξα. Κι αφού τον έμπασαν στο ονομαστό ανάκτορο κι ύστερα τον τοποθέτησαν πάνω σε ξυλόγλυπτη νεκρική κλίνη, δίπλα του κάθισαν οι τραγουδιστές, οι θρηνωδοί, αυτοί που θα κινούσαν τους θρήνους και το λυπητερό μοιρολόι∙ αυτοί, λοιπόν, μοιρολογούσαν κι από κοντά οι γυναίκες κλαίγανε κι οδύρονταν.

(Φωτογραφία του Μεξικανού Manuel Moncayo (1989 - ).)

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ω, στίχοι 692 – 722]

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Θεών… αβρότητες (Ιλ. Φ. 394, 410, 481 και Ω. 33, 63).



Η παρουσία και οι παρεμβάσεις των θεών στο έπος είναι συχνά στα όρια της παρωδίας, και οπωσδήποτε με αρκετή θυμηδία δοσμένες. Δεν ξέρω πόσο αυθαιρετώ, αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα την εντύπωση της ειρωνείας, άκουγα τα γελάκια των ακροατών στις αίθουσες και στις πλατείες με τους ραψωδούς.

Στις συνελεύσεις τους οι θεοί συν τοις άλλοις βρίζονται, ενίοτε και χειροδικούν. Μερικά στιγμιότυπα:

(Φ. 394 / ο θεός Άρης στη θεά Αθηνά, εδώ το: κυνόμυια, σκυλόμυγα)
Για ποιο λόγο, πάλι, σκυλόμυγα, ρίχνεις τους θεούς σε καυγάδες;

(Φ. 410 / του απαντά η Αθηνά με το: νηπύτιε, υποκοριστικό του νήπιος, παιδάριο, με παιδαριώδη συμεριφορά, αποδιδόμενο σε ενήλικο εννοείται μειωτικό)
Ανόητο νήπιο, ούτε που φαντάζεσαι πόσο πιο δυνατή είμαι εγώ από σένα…

(Φ. 481 / η Ήρα στην Άρτεμη, εδώ, πάλι σε κλητική προσφώνηση, το κύον ἀδεές, σκύλα ξεδιάντροπη)
Πώς σου πέρασε απ’ το μυαλό, σκύλα ξεδιάντροπη, να σταθείς απέναντί μου!
(Και παρακάτω τής δένει με το αριστερό τα δυο χέρια, με το δεξί αρπάζει τα τόξα της και μ' αυτά τη βαράει στ’ αυτιά, χαμογελώντας, και τη γυρνάει μια απ’ τη μια και μια απ’ την άλλη, τα βέλη πέφτουν χάμω και η Άρτεμη βάζει τα κλάματα.)

Στην Ω είναι λίγο πιο κόσμιο το βρισίδι. Στο στίχο 33, ο Απόλλωνας, για τη συμπεριφορά του Αχιλλέα προς το νεκρό του Έκτορα, γιατί οι θεοί παραμένουν απαθείς, τους λέει ότι είναι άπονοι και καταστροφικοί / σχέτλιοί ἐστε, θεοί, δηλήμονες, για να του απαντήσει η Ήρα εκνευρισμένη λίγο αργότερα ότι εκείνος είναι ο σύντροφος των κακών και ο πάντοτε άπιστος / κακῶν ἕταρ’, αἰὲν ἄπιστε.  
   
(Το χρυσό μήλο της Έριδος, 1633, του Φλαμανδού Γιάκομπ Γιόρντανς / Jacob Jordaens (1593 – 1678).)

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδίες Φ στίχοι 394, 410, 481 και Ω στίχοι 33, 63]


Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Μη μου θυμώσεις, Πάτροκλε (Ιλ. Ω. 580 – 595).


(Ο Αυτομέδοντας και ο Άλκιμος, οι στενότεροι εταίροι του μετά το θάνατο του Πάτροκλου, μαζί τους και ο ίδιος ο Αχιλλέας, ξεφορτώνουν τα λύτρα.)

Άφησαν όμως δυο πανωφόρια κι ένα χιτώνα καλής ύφανσης, για να σκεπάσει το νεκρό πριν τον δώσει για να τον μεταφέρουν σπίτι του. Φώναξε έπειτα τις δούλες να τον λούσουν και να τον αλείψουν σ’ όλο το κορμί, αφού τον σήκωσε και τον μετέφερε μακριά, μην τύχει και δει ο Πρίαμος το γιο του, μήπως βλέποντάς τον η πικραμένη του καρδιά δε συγκρατούσε την οργή της, αλλά κι ο Αχιλλέας ερεθισμένος τον σκοτώσει, και τότε παραβεί τις εντολές του Δία. Κι όταν, λοιπόν, οι δούλες έλουσαν κι άλειψαν με λάδι το κορμί του Έκτορα και το περιέβαλαν με το χιτώνα και το όμορφο πανωφόρι, ο ίδιος ο Αχιλλέας το πήρε στα χέρια και το πλάγιασε στη νεκρική κλίνη, κι από κοινού οι σύντροφοι σήκωσαν το νεκρικό φορείο και το μετέφεραν στην άμαξα την όμορφα καμωμένη. Κι έπειτα έμπηξε τα κλάματα και φώναξε με τ’ όνομά του τον αγαπημένο σύντροφο: «Μη μου θυμώσεις, Πάτροκλε, αν ακούσεις στον Άδη που βρίσκεσαι ότι απολύτρωσα τον θεϊκό Έκτορα στον αγαπημένο πατέρα του∙ γιατί δε μου έδωσε κι ευτελή λύτρα. Κι εγώ, πάλι, απ’ αυτά θα χωρίσω στο μερίδιό σου όσα σού αξίζουν.»

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Η ικεσία του Πρίαμου (Ιλ. Ω. 477 – 512).


(Ο Πρίαμος με τον κήρυκα – ακόλουθό του και το αμάξι με τα λύτρα, με την αποφασιστική βοήθεια του Ερμή, έφτασαν ως τη σκηνή του Αχιλλέα.)

Κι ο μέγας Πρίαμος μπήκε στη σκηνή δίχως να γίνει αντιληπτός, κι αφού στάθηκε κοντά άγγιξε με τα χέρια του τα γόνατα του Αχιλλέα και του φίλησε τα φοβερά ανδροκτόνα χέρια, αυτά που του σκότωσαν πολλούς γιους. Όπως όταν βρει η υπέρμετρη συμφορά έναν άντρα, γιατί σκότωσε στην πατρίδα του άνθρωπο, και φτάσει ικέτης στην πόλη άλλων, σε πλούσιου το σπίτι, όσοι τον βλέπουν σαστίζουν, έτσι κι ο Αχιλλέας ένιωσε έκπληξη σαν είδε τον Πρίαμο που είχε τη μορφή θεού. Ένιωσαν έκπληξη κι οι υπόλοιποι και αλληλοκοιτάχτηκαν. Και ο Πρίαμος με ύφος παρακλητικό τού είπε τα παρακάτω: «Φέρε στη μνήμη τον πατέρα σου, όμοιε με τους θεούς Αχιλλέα, που είναι στην ίδια ηλικία μ' εμένα, στο ολέθριο κατώφλι των γηρατειών, κι ίσως κι εκείνον τον ταλαιπωρούν ένα γύρο οι περίοικοί του, και δεν υπάρχει κανείς να τον υπερασπιστεί από τις καταστροφές και το κακό τους. Αλλά τουλάχιστον εκείνος όσο μαθαίνει ότι εσύ ζεις, χαίρεται η ψυχή του κι ελπίζει πως κάποια μέρα αργά ή γρήγορα θα δει το γιο του να ’ρχεται από την Τροία. Όμως εγώ είμαι ο πιο άτυχος άνθρωπος, γιατί γέννησα γιους πολύ γενναίους μες στην ευρύχωρη Τροία, απ’ τους οποίους λέω δε μου έχει μείνει ούτε ένας. Είχα πενήντα, όταν ήρθαν οι γιοι των Αχαιών∙ οι δεκαεννιά ήτανε από την ίδια κοιλιά, τους υπόλοιπους μου τους γέννησαν στο ανάκτορό μου άλλες γυναίκες. Των περισσότερων απ’ αυτούς παράλυσε τα γόνατα ο πολεμικός Άρης∙ κι αυτόν, που μου ήταν ξεχωριστός και που φύλαγε την πόλη κι εμάς τους ίδιους, εσύ τον σκότωσες πάνε λίγες μέρες ενώ αγωνιζόταν υπερασπιζόμενος την πατρίδα του, τον Έκτορα. Γι’ αυτόν έχω φτάσει τώρα στα καράβια των Αχαιών, για να τον απολυτρώσω από σένα, και κουβαλάω ένα σωρό λύτρα. Αλλά σεβάσου τους θεούς, Αχιλλέα, φέρε στη μνήμη τον πατέρα σου και δείξε τον οίκτο σου σε μένα, γιατί είμαι ο πιο αξιολύπητος. Υπέμεινα αυτό που ποτέ θνητός πάνω στη γη: ν’ ακουμπήσω με το στόμα μου το χέρι του άντρα που σκότωσε τα παιδιά μου.»

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Τα δώρα για τον Αχιλλέα∙ ο Πρίαμος έξαλλος με τους παρατρεχάμενους, μα και με τους γιους του (Ιλ. Ω. 228 – 267).


(Ο Πρίαμος πείθει τη γυναίκα του, την Εκάβη, να κατεβεί ο ίδιος ικέτης στα καράβια των Αχαιών και στον Αχιλλέα, να ανταλλάξει με λύτρα το κουφάρι του Έκτορα, κάτι που άλλωστε του υπέδειξε ο Δίας μέσω της αγγελιοφόρου του, της Ίριδας.)

Άνοιξε τα ωραία επικαλύμματα των κιβωτίων, κι από μέσα τους διάλεξε δώδεκα πολύ όμορφα σκεπάσματα, δώδεκα μονές χλαίνες, άλλα τόσα χαλιά, κι άλλα τόσα άσπρα πανωφόρια, κι επιπλέον άλλους τόσους χιτώνες. Επίσης ζύγισε κι έφερε συνολικά δέκα τάλαντα χρυσού και δύο αστραφτερούς τρίποδες, τέσσερα καζάνια, κι ένα πολύ όμορφο ποτήρι, που του το ’χαν δώσει οι Θρακιώτες όταν πήγε εκεί σε αποστολή πρεσβείας, που ήτανε μεγάλο δώρο -και δεν το λυπήθηκε να μείνει στο μέγαρό του ο γέροντας, απ’ την επιθυμία της ψυχής του ν’ απολυτρώσει τον αγαπημένο γιο.

Παρεμπιπτόντως, ήτανε και σεξουαλική η σχέση του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο; (Ιλ. Ι. 663 – 668 και Ω. 675 – 676).


Παρ’ όλη την αισθηματική διαχυτικότητα ανάμεσά τους, ως προς το χαρακτηρισμό της σχέσης, ο Όμηρος δεν επιτρέπει προβολές στις σημερινές κατηγοριοποιήσεις ή και ήθη. Να πω -με ό,τι μπορεί να σημαίνει η λέξη εταίρος / σύντροφος- επρόκειτο για πολύ στενή σχέση δύο εταίρων. Ονόμασε τον Πάτροκλο σύντροφο του γιου του (κατά λέξη όπως το διατυπώνει ο ίδιος ο Πάτροκλος: θεράποντα, Ιλ. Ψ. 90 / ακόλουθο, σύντροφο ενδεχομένως κατώτερο κατά την τάξη ή το όνομα) ο πατέρας του Αχιλλέα, ο Πηλέας, από τα παιδικά τους χρόνια κιόλας.
Η σχέση τους ήτανε και σεξουαλική; Με τόση θέρμη μπορούσε να μην είναι; Υπήρχε λόγος κάτι τέτοιο να μη διατυπωθεί ρητά; Ερωτήματα που νομίζω δεν μπορούν να απαντηθούν και που επιπλέον, για όσο περιδιάβαζα τις σκηνές και τα καράβια των Αχαιών ή την πεδιάδα κάτω απ’ τις Σκαιές Πύλες ή και το Ίλιο, μου φαίνονταν στην υφή τους κατά βάση (μικροαστικής) σύγχρονης αδιακρισίας σκέψεις. Τι παραπάνω, δηλαδή; Η Ιλιάδα είναι η δοσμένη από τον ιδιοφυέστερο ποτέ δημιουργό, η άγρια, η ωμή ομορφιά της παιδικής ηλικίας του κόσμου μας. Και εκεί δε γίνεται παρά να υπήρχαν δίχως εξαίρεση όλα, όλες οι εκδοχές των αισθημάτων και των βιωμάτων.
Πάντως, απ' όσο γνωρίζουμε, οι αρχαίοι ακροατές του έπους τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο τους λογάριαζαν ερωτικούς συντρόφους.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Παιδί μου, είναι καλό να βρίσκεται κανείς ερωτικά με γυναίκα (Ιλ. Ω. 122 – 137).


Η Θέτις βρήκε το γιο της βυθισμένο να βαριαναστενάζει∙ γύρω του οι αγαπημένοι σύντροφοι με επιμέλεια προετοίμαζαν και του σέρβιραν το πρωινό∙ είχαν σφάξει μέσ’ στη σκηνή για θυσία μεγάλο πυκνόμαλλο κριάρι. Η σεβαστή μητέρα κάθισε πολύ κοντά του, τον χάιδεψε με το χέρι της και φωναχτά τού είπε: «Παιδί μου, μέχρι πότε θα θρηνείς κι η στεναχώρια θα σου τρώει τα σωθικά, δίχως να θυμάσαι να φας ή να κοιμηθείς; Είναι καλό, βέβαια, να βρίσκεται κανείς ερωτικά με γυναίκα∙ γιατί δε θα μου ζήσεις για πολύ, το αντίθετο, ο θάνατος κι η σκληρή μοίρα είναι πολύ κοντά σου ήδη. Αλλά άκουσέ με γρήγορα, γιατί είμαι εδώ σε σένα αγγελιοφόρος του Δία. Λέει ότι οι θεοί είναι θυμωμένοι μαζί σου, και πως εκείνος περισσότερο απ’ όλους τους αθάνατους έχει οργιστεί, γιατί απ’ τη μανία του μυαλού σου κρατάς τον Έκτορα στα πλοία με τις καμπύλες πρύμνες κι ίσαμε τώρα δεν τον απολύτρωσες. Εμπρός, λοιπόν, παράδωσέ τον και δέξου τα λύτρα για το κουφάρι του.»  
  
[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ω, στίχοι 122 – 137]

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Τλητὸν Μοῖραι θυμὸν θέσαν ἀνθρώποισιν / Οι Μοίρες δώσανε στους ανθρώπους πνεύμα καρτερίας (Ιλ. Ω. 44 – 55).


(Οι θεοί παρακολουθούν ενοχλημένοι τη συμπεριφορά του Αχιλλέα προς το νεκρό Έκτορα. Η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας τον δικαιολογούν. Ο Απόλλωνας, αντίθετα, τον κατακρίνει∙ εδώ ένα απόσπασμα απ’ όσα τού καταλογίζει.)

« (…) Ο Αχιλλέας έχασε τον οίκτο του και δε νιώθει το αίσθημα της ντροπής που προξενεί μεγάλες βλάβες ή και ωφέλειες στους ανθρώπους. Συμβαίνει ίσως να χάσει κανείς και άλλον πιο προσφιλή του ακόμα, ή αδελφό από την ίδια μάνα ή και γιο, αλλ’ αφού κλάψει βέβαια και θρηνήσει, κάποτε κοπάζει. Γιατί οι Μοίρες δώσανε στους ανθρώπους πνεύμα καρτερίας. Ετούτος όμως τον θεϊκό Έκτορα, αφού του αφαίρεσε τη ζωή, τον έδεσε πίσω απ’ τ’ άλογα και τον σέρνει γύρω απ’ τον τάφο του συντρόφου του∙ που δεν είναι και το ωραιότερο, ασφαλώς, ούτε το καλύτερο κάμωμά του. Μην ίσως οργιστούμε εναντίον του εμείς οι θεοί κι ας είναι και γενναίος, καθώς μεταχειρίζεται με απρέπεια και με μανία κάτι που είναι μόνο χώμα άλαλο...» 

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ω, στίχοι 44 – 54]

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Πατρόκλου ποθέων ἀνδροτῆτα / Ποθώντας την ανδροσύνη του Πάτροκλου (Ιλ. Ω. 1 - 18).


Διαλύονταν όσοι παρακολουθούσαν τα αγωνίσματα, και οι στρατιώτες σκορπίζονταν να πάνε ο καθένας στα καράβια τους. Αυτοί φρόντιζαν να χορτάσουν δείπνο και γλυκό ύπνο, ο Αχιλλέας, αντίθετα, έφερνε στη μνήμη τον αγαπημένο σύντροφο, έκλαιγε κι ούτε στον ύπνο που όλα τα δαμάζει παραδινόταν, αλλά στριφογύρναγε από τη μια κι από την άλλη πλευρά, ποθώντας την ανδροσύνη του Πάτροκλου και την καλή ορμή του, κι όσα κατόρθωσε μαζί του κι όσες ταλαιπωρίες υπέφερε περνώντας μέσ’ από πολέμους και δύσκολα κύματα. Αυτά θυμόταν κι έχυνε ποτάμι τα δάκρυα, άλλοτε πλαγιασμένος στο πλευρό, άλλοτε ανάσκελα κι άλλοτε μπρούμυτα∙ και καμιά φορά τιναζόταν όρθιος και με το μυαλό σε σύγχυση περιφερόταν στην παραλία. Τον προλάβαινε και η αυγή ενόσω εκείνη απλωνόταν πάνω από θάλασσα και ακτές. Έζευε τότε κάτω απ’ το άρμα τα γρήγορα άλογά του, έδενε και τον Έκτορα για να τραβιέται πίσω απ’ το αμάξωμα, κι αφού τον έσερνε τρεις φορές γύρω απ’ τον τάφο του πεθαμένου γιου του Μενοίτιου, σταμάταγε πάλι στη σκηνή του, κι εκείνον, όπως τον είχε απλώσει μπρούμυτα μέσα στα χώματα, έτσι και τον παράταγε.  
  
(Φωτογραφία του Μεξικανού Manuel Moncayo (1989 - ).)

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ω, στίχοι 1 – 18]