Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Ισοτιμίες (Ιλ. Ψ. 700 - 705 και 886).


(Ρώτησα γνωστό μου για τις σημερινές τιμές: ένα ευνουχισμένο αρσενικό (βόδι) ή μια αγελάδα κοστολογείται περίπου 500 ευρώ, ένα μοσχάρι 1500. Όμως, τόσο τα ζώα που δεν ήταν μόνο για το κρέας τους αλλά και η αγορά τροφίμων τότε που ήταν άλλη φυσικά, όσο και η αξία ενός χρηστικού μεταλλικού δοχείου μεγάλων διαστάσεων, όπως ο τρίποδας ή ο λέβητας, δεν μπορούν εύκολα να αποτιμηθούν σε σημερινές αξίες. Ας αρκεστούμε εδώ στη μαρτυρία των ισοτιμιών σε σχετικές μόνο αξίες.)
  
(700 – 705) Κι ο Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα, αμέσως αθλοθέτησε το τρίτο αγώνισμα, τη δύσκολη πάλη, δείχνοντας τα έπαθλα στους Δαναούς, για το νικητή ένα μεγάλο τρίποδα πυρίμαχο, που οι Αχαιοί ο ένας με τον άλλον τον αποτίμησαν στα δώδεκα βόδια, και για το νικημένο ως έπαθλο παρουσίασε στο μέσον της ομήγυρης μία σκλάβα που γνώριζε πολλές δουλειές, και αυτήν την αποτίμησαν στα τέσσερα βόδια.

(Και παρακάτω, -πρόκειται για έπαθλο στην κονταρομαχία.)

(886) …καζάνι που δεν μπήκε ακόμα στη φωτιά κοσμημένο με λουλούδια και που άξιζε ένα βόδι…

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ψ, στίχοι 700 – 705 και 886]

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ / απόσπασμα απ' την αρματοδρομία (Ιλ. Ψ. 362 - 372).


(Ο Αχιλλέας προκηρύσσει αγώνες με πλούσια έπαθλα στη μνήμη του αγαπημένου συντρόφου. Στα αγωνίσματα: πυγμαχίας, πάλης, δρόμου, κονταρομαχίας, αρματοδρομίας, δισκοβολίας και τοξοβολίας. Οι αγώνες –αγνοώ τυχόν σχετική βιβλιογραφία- φαίνεται να εντάσσονται στις νεκρικές τελετές και έθιμα της εποχής, καθώς σε χωρίο παρακάτω (στίχοι 630 – 642) ο γερο - Νέστορας θυμάται νοσταλγικά τις λαμπρές επιδόσεις του όταν ακόμα είχε δυνάμεις και νιάτα, στους αγώνες που οργάνωσαν οι Επειοί μετά την κηδεία του βασιλιά τους Αμαρυγκέα στο Βουπράσιο.)

Όλοι ετούτοι ύψωσαν μαζί τα μαστίγια προς τα άλογά τους, χτύπησαν τα ηνία τους και με φωνές τα ενθάρρυναν κατά τρόπο ορμητικό. Κι εκείνα, γρήγορα στα πόδια, διάνυαν το δρόμο μέσ’ από την πεδιάδα μακριά απ’ τα καράβια με ταχύτητα, κι η σκόνη που σηκωνόταν κάτω απ’ τα στέρνα τους ήτανε σαν σύννεφο ή σαν ανεμοστρόβιλος, κι οι χαίτες τους τινάζονταν κατά την πνοή του ανέμου. Τα άρματα, πάλι, άλλοτε άγγιζαν τη γη που τρέφει τους ζωντανούς, κι άλλοτε ορμούσαν στον αέρα. Και οι αρματηλάτες τους στέκονταν ορθοί και η καρδιά τους χτύπαγε γιατί θέλανε σαν τρελοί τη νίκη. Και παρότρυνε ο καθένας με φωνές το άλογό του, κι εκείνα πέταγαν σηκώνοντας νέφος σκόνης στην πεδιάδα. 
  
[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ψ, στίχοι 362 - 372]

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Η ολονύκτια πυρά (Ιλ. Ψ. 217 - 244).


Κι ο Βοριάς με τον Ζέφυρο ολονυχτίς αναρρίπιζαν από κοινού τη φλόγα της πυράς φυσώντας συνέχεια, κι όλη τη νύχτα ο γρήγορος Αχιλλέας μ’ ένα δικύπελλο ποτήρι στο χέρι άδειαζε κρασί από το χρυσό κρατήρα, το ’χυνε χάμω και πότιζε τη γη, φώναζε και γύρευε την ψυχή του δύσμοιρου Πάτροκλου. Κι όπως θρηνεί ένας πατέρας καίγοντας τα οστά του νιόπαντρου γιου του που πεθαίνοντας έριξε στη θλίψη τους γονείς του, έτσι κι ο Αχιλλέας καίγοντας τα οστά του συντρόφου θρηνούσε γοερά και σερνότανε πλάι στη φωτιά με πυκνούς στεναγμούς.
Κι όταν ανάτειλε ο Αυγερινός για ν’ αναγγείλει το φως πάνω στη γη, και πίσω του απλώθηκε στη θάλασσα το πέπλο της αυγής στο χρώμα του κρόκου, τότε άρχισε να μαραίνεται η φωτιά, κι η φλόγα έσβησε. Οι άνεμοι κίνησαν πάλι πίσω για το σπίτι τους κατά το Θρακικό πέλαγος, κι εκείνο βόγκηξε απ’ τα ορμητικά φουσκωμένα κύματά του. Και ο γιος του Πηλέα απομακρύνθηκε απ’ τη φωτιά, έγειρε κουρασμένος κι ο γλυκός ύπνος τον πήρε αμέσως. Όμως οι άλλοι, όλοι μαζί, συγκεντρώνονταν γύρω από το γιο του Ατρέα, και η βουή απ’ τις φωνές κι οι κρότοι απ’ τα ποδοβολητά τους καθώς πλησίαζαν τον ξύπνησαν. Ανακάθισε και καθιστός τούς είπε: «Γιε του Ατρέα και οι άλλοι επικεφαλής των Παναχαιών, πρώτ’ απ’ όλα σβήστε καλά τη φωτιά με αφρώδες κρασί παντού όπου απλώθηκε με την ορμή της η πυρά. Έπειτα, ας συλλέξουμε τα οστά του Πάτροκλου, του γιου του Μενοίτιου, ξεδιαλέγοντάς τα καλά απ’ τα υπόλοιπα, κι είναι εύκολο να τα ξεχωρίσουμε, γιατί εκείνος κειτόταν στο μέσον της πυράς, ενώ οι άλλοι καίγονταν μακριά, στις άκρες της, ανακατεμένοι άντρες και άλογα. Κι εκείνου τα οστά να τ' αποθέσουμε, τυλιγμένα με λίπος, μέσα σε χρυσό σταμνί, να περιμένουν εωσότου κι ο ίδιος εγώ στον Άδη κατεβώ. (…)»  

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ψ, στίχοι 217 - 244]

Όταν η Δύση ήτανε εδώ.

Όταν η Δύση ήτανε εδώ

image

















Athens Voice, 28/11/2015.
«Έχουμε δηλαδή πολίτευμα που δεν αντιγράφει τους νόμους των άλλων, αντίθετα, περισσότερο εμείς οι ίδιοι είμαστε παράδειγμα σε μερικούς, παρά μιμητές τους. Και ονομάζεται δημοκρατία λόγω του ότι η πολιτική εξουσία ασκείται από τους πολλούς και όχι από τους λίγους. Κι απέναντι στους νόμους είναι όλοι ίσοι ως προς τις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ στα δημόσια αξιώματα επιλέγεται καθένας κατά πώς διακρίνεται σε κάτι, προτιμάται δηλαδή σε κάποια δημόσια θέση με κριτήριο όχι την κοινωνική του καταγωγή αλλά την ατομική του αξία, ούτε πάλι κάποιος φτωχός εμποδίζεται από ένα αξίωμα στο οποίο θα μπορούσε να προσφέρει την καλή του υπηρεσία στην πόλη γιατί δε συγκαταλέγεται στους επιφανείς. Και ζούμε ελεύθεροι σαν πολίτες τόσο στο δημόσιο βίο, όσο και στον ιδιωτικό, στις μεταξύ μας καθημερινές συναλλαγές, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε με υποψία ο ένας τον άλλον, και δεν οργιζόμαστε με το γείτονά μας, αν κάνει κάτι που τον ευχαριστεί, ούτε τον αντιμετωπίζουμε με ύφος σκυθρωπό, που δε θα τον ζημίωνε, βέβαια, όμως θα τον δυσαρεστούσε.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Διονυσία - σύντομη περιγραφή.


Μου ζητήθηκε σύντομη περιγραφή του βιβλίου στη σελίδα του fb Διονυσία:

Μυθιστόρημα. Η Διονυσία, αυτή που παραιτημένη, με τα ένστικτα παραλυμένα, μετεωρίζεται σ’ έναν κόσμο θολό σαν σκέψη.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Να χαίρεσαι, Πάτροκλέ μου, και στον κάτω κόσμο ακόμα (Ιλ. Ψ. 133 - 183).


Προηγούνταν οι αρματηλάτες και πίσω τους ακολουθούσαν σύννεφο οι πεζοί, μυριάδες, και στο μέσον σήκωναν οι σύντροφοι τον Πάτροκλο. Με τις τρίχες από τα μαλλιά τους είχαν καλύψει ολόκληρο το σώμα του νεκρού, που τις κούρεψαν απ’ τα κεφάλια τους και τις άπλωσαν πάνω του. Πίσω, του κρατούσε το κεφάλι ο θεϊκός Αχιλλέας, λυπημένος, καθώς οδηγούσε στον Άδη τον άψογο σύντροφό του.
Κι όταν έφτασαν εκεί όπου είχε ορίσει ο Αχιλλέας, τον ακούμπησαν χάμω και γρήγορα στοίβαζαν άφθονα ξύλα. Τότε λοιπόν άλλο σκαρφίστηκε ο θεϊκός Αχιλλέας. Στάθηκε μακριά απ’ την πυρά, κούρεψε τα ξανθά μαλλιά του που τα άφηνε να μακρύνουν πολύ για χάρη του Σπερχειού ποταμού, κι είπε θλιμμένος κοιτάζοντας προς το σκοτεινό πέλαγος:

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Μίνυνθά περ ἀμφιβαλόντε ἀλλήλους / Λιγάκι μόνο ν' αγκαλιαστούμε (Ιλ. Ψ. 59 - 107).


Ο γιος του Πηλέα κειτόταν στην άμμο της πολυτάραχης θάλασσας στενάζοντας βαριά, μαζί με πολλούς Μυρμιδόνες, σε ανοιχτωσιά κοντά στην άκρη του γιαλού όπου έσκαζε το κύμα. Κι ενώ τον έπαιρνε ο ύπνος που του ’λυνε τις έγνοιες της ψυχής, ύπνος βαθύς και χυμένος ολόγυρά του –γιατί είχαν πολύ αποκάμει τα λαμπερά του μέλη καταδιώκοντας τον Έκτορα προς το εκτεθειμένο στους ανέμους Ίλιο- ήρθε η ψυχή του δύσμοιρου Πάτροκλου σ’ όλα μοιάζοντάς του, και στο παράστημα, και στα όμορφα μάτια, και στη φωνή, και στα ίδια τα ρούχα του που φορούσε στο κορμί. 
Στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι του κι είπε τα παρακάτω λόγια:

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Το όμορφο κεφάλι του Έκτορα σέρνεται στα χώματα (Ιλ. Χ. 396 - 403).


Ο Αχιλλέας τού τρύπησε τους τένοντες στα δυο πόδια πίσω, από τις φτέρνες μέχρι τα σφυρά, πέρασε μέσ’ απ’ τις τρύπες λουριά από πετσί βοδιού, τα έδεσε στο άρμα, κι άφησε το κεφάλι του να σέρνεται χάμω. Κι αφού ανέβηκε στο άρμα, σήκωσε και φόρτωσε επιπλέον τα ξακουστά όπλα, χτύπησε με το μαστίγιο τα άλογά του να καλπάσουν, που και τα δυο τους όχι δίχως τη θέλησή τους πέταξαν. Κι ενώ σερνότανε ο Έκτορας σηκωνόταν σύννεφο σκόνης, τα μαύρα μαλλιά του σκορπούσαν ένα γύρο, και το κεφάλι του, άλλοτε όλο χάρη, τώρα κειτόταν ολόκληρο στα χώματα.

Δήλωση παντοτινής αγάπης (Ιλ. Χ. 386 - 390).


(Ο Αχιλλέας μόλις σκότωσε τον Έκτορα. Μιλάει στους Αχαιούς. Στα λίγα που τους λέει, συνειρμικά ολωσδιόλου, αναφέρεται στον αγαπημένο σύντροφο.)

«…Κείτεται κάτω στα καράβια νεκρός, άκλαυτος, άθαφτος ο Πάτροκλος. Που εγώ δεν πρόκειται να τον ξεχάσω όσο βρίσκομαι ανάμεσα στους ζωντανούς κι όσο κουνιούνται τα γόνατά μου∙ μα κι αν στον Άδη λησμονούν ολότελα τους πεθαμένους, εγώ ακόμα κι εκειπέρα θα θυμάμαι τον αγαπημένο μου σύντροφο…»  

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα∙ οι Αχαιοί θαυμάζουν το όμορφο κουφάρι (Ιλ. Χ. 306 – 374).


Τράβηξε το αιχμηρό ξίφος που κρεμόταν κάτω απ’ το πλευρό του μακρύ και στιβαρό, και χίμηξε συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του σαν αετός που πετάει ψηλά και μέσ’ απ’ τα σκοτεινά σύννεφα ρίχνεται στην πεδιάδα για ν’ αρπάξει ή τρυφερό αρνί ή φοβισμένο λαγό, έτσι κι ο Έκτορας πετάχτηκε τινάζοντας το αιχμηρό ξίφος. Όρμησε και ο Αχιλλέας με γεμάτη την ψυχή άγριο μένος, όμως κάλυψε μπροστά το στέρνο του με την ασπίδα την όμορφη και στολισμένη, κι έγερνε τη φωτεινή περικεφαλαία με τα τέσσερα λοφία κι απ’ όπου σείονταν ολόγυρα όμορφες χρυσές τρίχες που ο Ήφαιστος τις έκανε να πέφτουν κάτω και γύρω σαν πυκνή φούντα.

Τα ντροπιασμένα απόκρυφα του γέρου (Ιλ. Χ. 66 - 76).


(Ο Πρίαμος εκλιπαρεί τον Έκτορα να μαζευτεί κι αυτός μαζί με τον υπόλοιπο στρατό μέσα στα τείχη της πόλης, προβλέπει συμφορές μετά τον πιθανό σκοτωμό του απ’ τον Αχιλλέα, ελεεινολογεί τη μοίρα όλης της Τροίας, στο τέλος και τη δική του.)

«…Και τελευταίο τον ίδιο εμένα θα σύρουν τα σκυλιά που τρώνε ωμό κρέας ως την εξώθυρα, αφότου κάποιος μού αφαιρέσει τη ζωή απ’ τα μέλη χτυπώντας με ή με το κοντάρι από κοντά ή με το βέλος από μακριά, τα σκυλιά που έτρεφα στα μέγαρά μου κι απ’ τα τραπέζια μου για να ’ναι φύλακες στις πόρτες, αυτά αφού μου πιουν το αίμα ανήσυχα θα κείτονται απλωμένα στο κατώφλι της εισόδου.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Ποιος είν' αυτό το φωτεινό παιδί, ο George Ezra;

George Ezra / Budapest

(Ο George Ezra είναι Άγγλος, γεννήθηκε το 1993, μόλις 22. Ερμηνευτής και τραγουδοποιός. Μεγάλωσε στο Herford του Herdfordshire, μια μικρή πόλη 26.000 κατοίκων. Δασκαλοπαίδι κι από τους δυο γονείς του.)

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Ἔσσεται ἢ ἠὼς ἢ δείλη ἢ μέσον ἦμαρ / Θα ’ναι ή αυγή ή δειλινό ή μεσημέρι (Ιλ. Φ. 99 – 103).


(Ο Λυκάονας, ο γιος του Πρίαμου, ο οποίος στο παρελθόν αιχμαλωτίστηκε και πουλήθηκε δούλος από τον ίδιο τον Αχιλλέα, με ανακτημένη την ελευθερία του εδώ και δώδεκα μέρες, βρίσκεται εντούτοις ξανά στο έλεός του, αυτή τη φορά στο πεδίο της μάχης, πέφτει στα γόνατα και τον εκλιπαρεί να του χαρίσει τη ζωή. Ο Αχιλλέας τού απαντά με τρόπο αμείλικτο.)

«Ανόητε, μη μου μιλάς εμένα για λύτρα και μη μου βγάζεις λόγους. Μέχρι να συναντήσει, βέβαια, ο Πάτροκλος τη μοιραία μέρα της ζωής του, ίσαμε τότε θεωρούσα καλό ακόμα και το να λυπάμαι τους Τρώες, και πολλούς που τους έπιασα ζωντανούς, ύστερα τους πούλησα δούλους∙ αλλά τώρα πια δεν υπάρχει κανείς που θα γλύτωνε το θάνατο -όποιον ο θεός πετάξει στα δικά μου χέρια μπροστά στο Ίλιο-, κανένας δίχως εξαίρεση ανάμεσα στους Τρώες και ιδιαίτερα κανένας από τους γιους του Πρίαμου. Αλλ', αγόρι μου, άιντε πέθανε κι εσύ∙ τι μου κλαις και μου στενάζεις; Εδώ πέθανε κοτζάμ Πάτροκλος, που ήτανε και πολύ καλύτερός σου. Δε βλέπεις ποιος είμαι ’γώ, τι όμορφος και με τι ανάστημα; Και είμαι από γενναίο πατέρα κι η μάνα που με γέννησε είναι θεά∙ και παρ’ όλ’ αυτά με περιμένει και μένα θάνατος και μοίρα σκληρή: θα ’ναι ή αυγή ή δειλινό ή μεσημέρι που κάποιος θα μου αφαιρέσει τη ζωή, ή με δόρυ χτυπώντας με ή με βέλος απ’ τη χορδή τόξου.»

Ο συνειρμός των εικόνων, η δόξα της αφήγησης (Ιλ. Υ. 495 – 503).


(Οι τελευταίοι εννέα στίχοι της Υ.) 

Όπως όταν κάποιος ζέψει αρσενικά πλατυμέτωπα βόδια να τρίψουν σε καλοφτιαγμένο αλώνι άσπρο κριθάρι που γρήγορα ψιλοκόβεται κάτω απ’ τα πόδια των βοδιών που μουγκανίζουν δυνατά, ανάλογα και τα μονώνυχα άλογα του γενναίου Αχιλλέα τσαλαπατούσαν αδιακρίτως νεκρούς κι ασπίδες∙ και ο άξονας ολόκληρος από κάτω, αλλά και το κιγκλίδωμα γύρω από το άρμα ραντίζονταν με αίματα όσo οι πιτσιλιές απ’ τις οπλές των αλόγων κι απ’ τα μεταλλικά στεφάνια των τροχών τινάζονταν πάνω τους. Εκείνος, ωστόσο, ο γιος του Πηλέα, ήθελε ν’ αποκομίσει δόξα, αλλά και τ' αήττητα χέρια του λερώνονταν από αίματα ανακατεμένα με ιδρώτα και με χώματα.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Δεν ήτανε κανένας γλυκός ή πράος άντρας ο Αχιλλέας (Ιλ. Υ. 463 – 473).


Τον Τρώα, πάλι, το γιο του Αλάστορα –αυτόν που έπεσε μπροστά στα γόνατά του μήπως και τον λυπηθεί, τον συλλάβει για σκλάβο και τον αφήσει ζωντανό, μήπως δεν τον σκοτώσει από ευσπλαχνία γιατί ήτανε και συνομήλικοι- ο ανόητος, ούτε που καταλάβαινε πως δεν υπήρχε περίπτωση να πειστεί, δεν ήτανε κανένας γλυκός ή πράος άντρας ο Αχιλλέας, το αντίθετο, ένας βάναυσος πολύ. Κι ενώ ο Τρώας -στη χειρονομία της παράκλησης- του άγγιζε με τα χέρια τα γόνατα, ο Αχιλλέας τον χτύπησε με το ξίφος στο συκώτι∙ το συκώτι χύθηκε έξω απ’ το σώμα του, και το μαύρο αίμα γέμισε την πτυχή στο μέρος εκείνο του χιτώνα του. Κι ίσαμε να ξεψυχήσει, το σκοτάδι πρόλαβε και του σκέπασε τα μάτια.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Βδελυρός αντιδυτικισμός.


Χτες σε ταξί, κάπου Πατησίων, κι ενώ αφηρημένος αντάλλασσα παιγνιώδη sms με φίλο, κάπως σαν από μακριά αντιλαμβάνομαι ότι ο ταξιτζής, υπερασπιζόμενος τους τζιχαντιστές της προχτεσινής φρίκης στο Παρίσι, εν γένει τους αντιδυτικούς, με είχε αρχίσει στα συνωμοσιολογικά (για τους Αμερικάνους, τους δίδυμους πύργους, τους τραπεζίτες, τους Εβραίους, τους Ευρωπαίους, τα μνημόνια και δε συμμαζεύεται). Το πιθανότερο από τη μερική απώλεια του περιβάλλοντος λόγω των μηνυμάτων στο κινητό, σαν αφυπνισμένος κιόλας, στρέφω το κεφάλι αργά προς τη μεριά του, καταλαβαίνω καλά; τι μου λες, άνθρωπέ μου; θα υπερασπιστείς ακόμα κι αυτούς! και λέξη τη λέξη ανέβαζα τον τόνο, στο τρία αλληλοβριζόμαστε εννοείται, του φωνάζω σταμάτα, τώρα εδώ, του πέταξα τα ψιλά ούτε είδα πόσα, άι σιχτίρ, ξιπασμένη φύτρα της υπανάπτυξης, εθνικοσοσιαλιστικό ψεκασμένο περίτριμμα, άι σιχτίρ κι ακόμα παραπέρα. Κι έβριζα κι από το πεζοδρόμιο.

Δεν το ξανάκανα τέτοιο πράγμα ούτε νομίζω είναι του χαρακτήρα μου.  

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Φοῖβος ἀκερσεκόμης / ο μακρομάλλης Φοίβος (Ιλ. Υ. 39).



Το λήμμα ἀκερσεκόμης στο Liddell -  Scott:
ἀκερσεκόμης, -ου, ὁ, (κείρω, κόμη) ὁ ἔχων τὴν κόμην μὴ κεκαρμένην, ἀεὶ νέος (ἐπειδὴ οἱ Ἕλληνες νεανίαι ἔτρεφον μακρὰν κόμην μέχρι ἀνδρικῆς ἡλικίας) ἐπίθ. τοῦ Φοίβου.

Ο Απόλλωνας, λοιπόν, με τη μακριά κόμη. Με την ιδιαίτερη, πλούσια κόμμωση. Ο έφηβος θεός που δεν πέρασε ποτέ στην ανδρική ηλικία.

(Ο Απόλλων του Μπελβεντέρε, ρωμαϊκό αντίγραφο της εποχής του Αδριανού, από χάλκινο αντίγραφο του 4ου αιώνα π.Χ., το πιθανότερο του γλύπτη Λεωχάρη.)

Η απρεπής προφητεία του Ξάνθου (Ιλ. Τ. 419 – 424).


(Ο Αχιλλέας επιπλήττει τα άλογά του, τον Ξάνθο και τον Βαλίο, για το θάνατο του Πάτροκλου, όμως ο Ξάνθος απολογούμενος όχι μόνο αποποιείται την όποια ευθύνη τους, επιπλέον προφητεύει στο γιο του Πηλέα το μελλοντικό δικό του θάνατο. Η ραψωδία Τ κλείνει με τα παράδοξα λόγια, την απάντηση του ήρωα στο θεϊκό άλογό του.)

Αναστέναξε βαριά κι ύστερα απάντησε στο άλογό του ο γρήγορος στα πόδια Αχιλλέας: «Ξάνθε, για ποιο λόγο μού προφητεύεις το θάνατο; Να κάτι που δε σου αρμόζει. Νομίζεις δεν το ξέρω καλά κι ο ίδιος πως είναι το ριζικό μου να χαθώ εδωπέρα, μακριά απ’ τον αγαπημένο πατέρα και τη μάνα μου; Όμως και παρόλο που το ξέρω δε θα σταματήσω προτού συντρίψω στον πόλεμο τους Τρώες.»
Είπε και με ιαχές κατεύθυνε στην πρώτη γραμμή της μάχης τα μονώνυχα άλογά του.

Αμβροσία και κόκκινο νέκταρ για την ταρίχευση του Πάτροκλου (Ιλ. Τ. 21 - 39).


(Ο Αχιλλέας μόλις έλαβε τα καινούρια του όπλα απ’ τη Θέτιδα κι ενώ τα περιεργάζεται ευχαριστημένος τής λέει:)

«Μάνα, τα όπλα μού τα πρόσφερε ο θεός προφανώς σε ποιότητα που ταιριάζει στα έργα των αθανάτων, και που τεχνίτης θνητός αδύνατον να τη φτάσει. Και τώρα βέβαια εγώ θα τ’ αρματωθώ, όμως φοβάμαι πάρα πολύ για το γενναίο γιο του Μενοίτιου μήπως οι μύγες τρυπώσουν στις ανοιχτές πληγές που του προξένησαν οι χάλκινες λόγχες, μη γεννήσουν σκουλήκια και βλάψουν το κουφάρι που από μέσα του η ζωή έφυγε πια, μη σαπίσουν οι σάρκες του όλες.»

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Με τον Θοδωρή Γρηγοριάδη.



Σήμερα, 9 Νοεμβρίου 2015, το μεσημεράκι, βρεθήκαμε με το συνάδελφο Θοδωρή Γρηγοριάδη στο Black Duck της Κλαυθμώνος, στην εσωτερική πολύ όμορφη αυλή, ένα ραντεβού από καιρό υπεσχημένο και για να ιδωθούμε αλλά και για να μου δώσει στο χέρι το καινούριο του μυθιστόρημα «Ζωή μεθόρια». Ο Θοδωρής συγκαταλέγεται στους Νεοέλληνες πεζογράφους που εκτιμώ πολύ, που παρακολουθώ αδιαλείπτως από το πρώτο τους βιβλίο, και που –μα είναι πολύ λίγοι- γι’ αυτούς το προσηγορικό συνάδελφος συμπαρασύρει στη σκέψη μου σεβασμό, ακόμα και συγκίνηση. Από τους Κρυμμένους ανθρώπους κιόλας με γοήτευε η σπάνια ικανότητά του να ανάγει σε μύθο το καθημερινό οικείο βίωμα, και ιδίως όταν ετούτη την αναγωγή την καταφέρνει στην περιοχή του μυστηριακού υπαινιγμού, (σαν από αξεδιάλυτα κατάλοιπα των κοντινών στον τόπο του αρχαίων θρακικών μυστηρίων), είδος υπαινιγμού που αυτός εισήγαγε στα γράμματά μας.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Η αφόρητη αισθηματολογία.

Η αφόρητη αισθηματολογία

image















Athens Voice, 7-11-2015.
Η αισθηματολογία είναι η αισθηματική φλυαρία. Ανήκει στην αμετροέπεια, ευρύτερα στην έλλειψη οικονομίας στην έκφραση, από την άποψη της αισθητικής αδιαμφισβήτητα στην περιοχή του κιτς. Και αν δεν είναι πάντοτε πονηρός ο αισθηματολόγος, όμως η έστω ασύνειδη ιδιοτέλειά του νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτή. Εκτός εάν ο αποδέκτης της αισθηματολογίας για διάφορους δικούς του λόγους επιλέγει αυτοβούλως να εξαπατηθεί, που είναι και η περίπτωση εκείνου που έπειτα διασπείρει όλος έξαψη τις αισθηματολογίες – το είδος απαντάται σε μεγάλους αριθμούς στα μέσα δικτύωσης.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

«Ο θάνατος του μισθοφόρου» / Υπογράψαμε το συμβόλαιο.


Στο Φωταγωγό, στο βιβλιοπωλείο και έδρα των εκδόσεων «Το Ροδακιό», σήμερα Τρίτη 3 Νοεμβρίου του 2015 και γύρω στις 14.00 το απόγευμα υπογράψαμε με την εκδότρια Τζούλια Τσιακίρη το συμβόλαιο για το καινούριο μου βιβλίο «Ο θάνατος του μισθοφόρου». Πρόκειται για μυθιστόρημα που αναπτύσσεται σε επτά κεφάλαια, το ξεκίνησα το Φεβρουάριο του 2012, το τέλειωσα το Μάιο του 2015.

(Με φωτογράφισε ο καλός φίλος της σκέψης, όπως τον προσαγόρευσε η Τζούλια, θα πρόσθετα κι απ' τους πιο άμεσους του fb, Λεωνίδας Κουρσούμης.)

(Και εδώ.)




Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Τα χρυσά ρομπότ του Ήφαιστου (Ιλ. Σ. 414 - 421).


(Η Θέτις τρέχει στον Ήφαιστο να παραγγείλει τα νέα όπλα του Αχιλλέα. Πρώτα η σύζυγος του θεού, η λιπαροκρήδεμνος Χάρις / η Χάρη με τη μαντήλα που λαμπυρίζει, ύστερα όλος διαχυτικότητα και ο χωλός θεός, την υποδέχονται φιλόξενα. Ο Ήφαιστος, εδώ, λίγο πριν τη συναντήσει.)

Μ’ ένα σφουγγάρι καθάρισε καλά – καλά τα μάγουλα και το πρόσωπο, τα δυο χέρια, το στιβαρό αυχένα και τα τριχωτά στήθη του, φόρεσε το χιτώνα, πήρε και το χοντρό μπαστούνι, και κουτσαίνοντας βημάτιζε κατά τη θύρα. Κι από κοντά τρέχανε και βοηθούσανε το βασιλιά υπηρέτριες από χρυσό, όμοιες στην όψη με ζωντανές κοπέλες. Αυτές περιέχουν εντός τους νοημοσύνη και αισθήματα, επιπλέον δυνατότητα ομιλίας και σωματική ρώμη, και από τους θεούς έχουν μάθει το να εργάζονται. Αυτές, λοιπόν, στήριζαν το βασιλιά και λαχάνιαζαν κρατώντας τον από τα πλάγια.

Ετοιμασία και πρόθεση του νεκρού συντρόφου (Ιλ. Σ. 314 – 320 και 343 – 355).


(314 – 320) Οι Αχαιοί ωστόσο θρηνούσαν σε ολονυκτία τον Πάτροκλο στενάζοντας γοερά, κι ανάμεσά τους προεξήρχε στο βαρύ θρήνο ο Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα, ακουμπώντας τα αντροκτόνα χέρια του πάνω στα στήθη του συντρόφου, οδυρόμενος με πολλούς στεναγμούς, όπως το λιοντάρι με την όμορφη χαίτη που του άρπαξε κρυφά τους σκύμνους ελαφοκυνηγός στο πυκνό δάσος.