Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Ο δυσανάλογος πλούτος.

Ελληνιστής από τις χώρες τις πρόσφατα ενταγμένες στην Ε.Ε., προσκεκλημένος από συναδέλφους του Έλληνες πανεπιστημιακούς, περιηγείται τις διάφορες αρχαιότητες εντός και εκτός Αττικής, άρα μέσ' απ' τα τζάμια του αυτοκινήτου που τον μετακινεί έχει όλη την άνεση να περιεργαστεί ύπαιθρο, οικισμούς, χωριά, κωμοπόλεις, πόλεις, τις εικόνες-μνημεία του σύγχρονου νεοελληνικού κόσμου, για να μην πω βίου: το ασφυκτικό από την έλλειψη δημόσιου χώρου αστικό τοπίο, το σχεδόν άναρχα δομημένο, τα κτίσματα, τα ιδιωτικά αλλά και τα δημόσια, να αμιλλώνται σε νεοπλουτισμό και σε επιθετική ασχήμια.
Στις αρχαιότητες ο ελληνιστής προσηλώνεται εκστατικός, στις ενδιάμεσες διαδρομές σουφρώνει τα βλέφαρα όπως κάποιος δίχως γυαλιά στο δυνατό ήλιο του μεσημεριού.
Όταν την τελευταία μέρα τού ζητιέται να εκφράσει τις εντυπώσεις του, ο άνθρωπος, καλλιεργημένος και ευγενής και άλλωστε καταδικασμένος ισοβίως, ως ελληνιστής, να αγαπά την Ελλάδα, λέει και ξαναλέει, κάπως κουρασμένα βέβαια, τις κοινότοπες αβρότητες, για την Ελλάδα - τον κόσμο του φωτός, για το έξοχο, το πολυποίκιλο φυσικό τοπίο, όμως από τους ακροατές του δε διαφεύγει κι ένα άηχο "αλλά" στην άκρη κάθε του φράσης, τον ρωτούν, επιμένουν, εκείνος ωστόσο τους απαντάει με υπεκφυγές, σχεδόν τους πείθει ότι διατελεί συγκινημένος και μαγεμένος εξίσου από την αρχαία όσο και από τη σύγχρονη Ελλάδα.
Μόνο κάποια στιγμή, ζαρωμένο και συνοφρυωμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, θα τον ακούσουν να μουρμουρίζει την απορία του:
"Τόσος πολύς πλούτος σε τόσο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο..."

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΥΖΙΛ: Ο νεαρός Τέρλες.


Ο νεαρός Τέρλες είναι το πρώτο βιβλίο του μεγάλου Αυστριακού συγγραφέα, του Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942). Το κυκλοφορεί στα 26 του, το 1906, και ήδη περιέχει εν σπέρματι το ώριμο και τελευταίο του, το "Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες". Γι' αυτόν που δεν έχει διαβάσει Μούζιλ, ο Τέρλες είναι ο προσιτός, ένας φιλόξενος χώρος υποδοχής.
Η γραφή του Μούζιλ μού θυμίζει πίνακες του συμπατριώτη και περίπου σύγχρονού του, του Egon Schiele (1890-1918). Και ειδικά στον Τέρλες, σκεφτόμουν συχνά τη ζοφερή αφύπνιση της εφηβείας στο θεατρικό "Το ξύπνημα της Άνοιξης" του (Γερμανού) Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918). Πρώιμος, αλλά και εκεί δυνατός εξπρεσιονισμός.

Μην του κατεβάζετε το βρακί.

Αιφνιδίως κάτι πάθαν όλοι κι αρχίσαν να ξεβρακώνουν το "πόσο" στο "πόσο μάλλον". Το γράφουν πλέον: πόσω.
Συγχωρήστε μου την αρμοδιότητα, την ιδιότητά μου του κλασικού φιλολόγου εννοώ.
Στην κλασική αττική υπάρχει η δοτική του ποσού (του μέτρου ή της διαφοράς). Με την εν λόγω δοτική συντάσσονται λέξεις με παραθετική σημασία, κυρίως επίθετα ή επιρρήματα στο συγκριτικό βαθμό. Π.χ.: Τοσούτω ήδιον ζω, όσω πλείω κέκτημαι. (Τόσο πιο ευχάριστα ζω, όσο περισσότερα αποκτώ.) Πολλώ κρείττον εστιν εμφανής φίλος ή χρυσός αφανής. (Πολύ καλύτερος ο φανερός φίλος από το κρυφό χρυσάφι.)
Αργότερα τη δοτική του ποσού υποκατέστησε η αιτιατική του ποσού ή το ποσοτικό επίρρημα, π.χ.: πολύ, ολίγον, πλέον, όσον. Έτσι και στην ομιλουμένη σήμερα: Πολύ / λίγο χειρότερα ή καλύτερα, είναι λίγο πιο ψηλός από μένα, κ.τ.ό.. Όλο το ζήτημα είναι η φράση - αρχαϊκό κατάλοιπο: πολλώ μάλλον (πολύ περισσότερο), που βέβαια είναι δοτική, δεν μπορεί παρά να γράφεται με ωμέγα. Αλλά το πόσο μάλλον, γιατί; Να γράφουμε μήπως και πόσω περισσότερο; Και (ο)λίγω καλύτερα; Και όσω πιο αγράμματος ο Νεοέλληνας τόσω περισσότερο και γλωσσαμύντορας;
Θυμάμαι, κάποια στιγμή, τηλεοπτικός αστήρ της δημοσιογραφίας, πάνε χρόνια, εκστομίζει το "εις επίρρωσιν". Λέω, αμάν, τώρα τη βάψαμε. Δε θα περάσει έτος και θα καταντήσει τσίχλα η επίρρωσις. Ποιο έτος; Ούτε μήνας κι άλλο από το "εις επίρρωσιν" δεν άκουγες. Τόσα χρόνια, κι ακόμα να ξεθυμάνει.

Ο Αδαμάντιος Πεπελάσης.

Είπε ο σπουδαίος αυτός Έλληνας, ο Αδαμάντιος Πεπελάσης, σε συνέντευξή του σε εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης ("Στα άκρα"):
"Το μόνο πράγμα που εκσυγχρονίζεται σταθερά στην Ελλάδα είναι ο λαϊκισμός."

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Ο καημός της δημοφιλίας.

Από το πρωτοσέλιδο του βραζιλιάνικου "O Globo", Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009:
Σε γηροκομείο στη Βραζιλία. Μία ενενηνταοκτάχρονη (98) τρόφιμος σκότωσε μία συνάδελφό της, εκατοντάχρονη (100). Ο λόγος; Η εκατοντάχρονη δεχόταν περισσότερες επισκέψεις.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

GUSTAVE FLAUBERT: Μπουβάρ και Πεκυσέ.



Από τα έργα του, μόνο το "Μπουβάρ και Πεκυσέ" είχα αφήσει τσαλακωμένο κάπου στη μέση, πρέπει λίγο πριν από το '90. Πρώτα τη Σαλαμπώ, έπειτα τη Μαντάμ Μποβαρύ, τα Τρία Διηγήματα, την Αισθηματική Αγωγή (μ' αυτήν άντεξα το κέντρο νεοσυλλέκτων, και ολόκληρα κομμάτια της μου ανακαλούν σκοπιές στο στρατόπεδο και σ' ένα φυλάκιο έξω από την Κόρινθο, δε θυμάμαι πού ακριβώς), τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου, προτελευταίο. Για το "Μπ. και Πε." δεν είχα την ηλικία ή την ωριμότητα (αυτού που μπορεί να διαβεί το κατώφλι ενός τόσο απαιτητικού εργαστηρίου). Όμως, ένα - ένα, με τη σειρά.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Οι Deolinda.

Σημείωνα σε ανάρτηση του Σεπτεμβρίου ότι φέτος στη Λισαβόνα ανάμεσα σε άλλους άκουσα και είδα, στο φεστιβάλ του Delta Tejo, τους Deolinda, γκρουπ, με την έξοχη Ana Bacalhau στα φωνητικά, μία πολύ γοητευτική σύγχρονη εκδοχή του fado. Ένα cd έχουν κυκλοφορήσει, το πρώτο τους, το "Cancao ao lado", και γι' αυτό διάβασα προχτές (στην Publico της Τετάρτης) ότι οι βρετανικοί Sunday Times το κατέταξαν τρίτο καλύτερο του κόσμου στην κατηγορία world music. Αν δεν ήμουν ανάμεσα σε πολλές εκατοντάδες όρθιους να παραληρούν, νεαρόκοσμο, αν μόνο τούς είχα ακούσει, θα νόμιζα ότι απευθύνονταν ή ότι θα ικανοποιούσαν πολύ λίγους και μυημένους.

Είναι κοινωνίες όπου ανθεί η τέχνη, όχι μόνο η μίμησή της.

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Τα θεωρικά, ο Λυκούργος και οι αποδομιστές.

Μετά το τέλος του 5ου αιώνα (τον Πελοποννησιακό και την ήττα από τους Σπαρτιάτες) η Αθήνα σταδιακά παρακμάζει και ως οικονομία και ως πολιτεία και ως πνευματικό κέντρο. Ο λαϊκισμός (ο νόμος των θεωρικών, που τον ξέρουμε μόνο για την πιο αθώα ρήτρα του), οι πολιτικάντηδες, η Αγορά που είναι περισσότερο σημείο μαφιόζικης συναλλαγής περί τα δημόσια συμφέροντα και κυριότατα το χρήμα, -στον ομώνυμο λόγο του Λυσία, φέρ' ειπείν, ο Αδύνατος ισχυρίζεται ότι είναι έντιμος πολίτης, απόδειξη ότι δε συμμετέχει στα κοινά. (Τραγική φιγούρα του 4ου αιώνα, ο νοσταλγός της παλιάς Αθήνας Δημοσθένης.) Μόνο στο τρίτο τέταρτό του, από το 338 ως το 326 π.Χ., σαν μια μικρή και έσχατη αναλαμπή, σημειώνεται η περίοδος της χρηστής διαχείρισης των οικονομικών και εν γένει των δημοσίων πραγμάτων από τον Λυκούργο.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Στην Αλεξάνδρεια του Αγίου Αντωνίου. Από τον GUSTAVE FLAUBERT.



"...Αγκαλιάζει με μια ματιά τα δύο λιμάνια (το Μεγάλο Λιμάνι και την Εύνοστο), κυκλικά σαν τσίρκα και χωρισμένα από ένα μώλο, που ενώνει την Αλεξάνδρεια με τ' απόκρημνο νησάκι, που απάνω του είναι σκαρφαλωμένος ο πύργος του Φάρου τετράγωνος, πεντακόσιες πήχες ψηλός, μ' εννιά πατώματα και μ' ένα σωρό μαύρα κάρβουνα στην κορφή του, που καπνίζουνε. Στα μεγάλα λιμάνια είναι ανοιγμένες μικρές πορτούλες. Ο μώλος σε κάθε άκρη τελειώνει σ' ένα μικρό σπιτάκι πάνω σε μαρμαρένιες κολόνες βυθισμένες στη θάλασσα. Από κάτω περνούν πανιά και βάρκες βαριές, που ξεφορτώνουν πραμάτειες, θαλαμηγοί με στολίδια από φίλντισι, κυρτές βάρκες σκεπασμένες με σκιάδια, τριήρεις και διήρεις, κάθε είδος πλεούμενα ανεβοκατεβαίνουν ή είναι αραγμένα στην προκυμαία.

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Ο Jorge Amado.



Χαίρομαι το πρώτο σημείωμα στα "Υπομνήματά" μου να είναι για τον πολυαγαπημένο Jorge Amado (προφέρεται Ζόρζε, όχι Χόρχε). Θα μπορούσε να είναι σκόπιμα το πρώτο, απλώς συνέπεσε τώρα να τελειώσω το "Ο πρώτος και ο δεύτερος θάνατος του Κινίνου του Μπέκρου".

Τα μπινελίκια.

Μου έλεγε φίλος πνευματώδης, Ισπανοϊρλανδός, ότι στην Ισπανία και στη δεκαετία του '70 ακόμα, ήταν ένδειξη θηλυπρέπειας για έναν ενήλικο άντρα να ζητήσει έξω από το σπίτι του γλυκό (π.χ. σε ζαχαροπλαστείο ή εστιατόριο). Στα αρσενικά μωρά μόνο και στα πολύ μικρά αγόρια επιτρεπόταν. Το ανέφερα πρόσφατα σε Πορτογαλίδα φίλη, με διαβεβαίωσε το ίδιο ίσχυε και στην Πορτογαλία. Κατέληξα ότι θα επρόκειτο για στερεότυπο φυλετικό, εντοπισμένο στην Ιβηρική. (Όχι ότι με ξένιζε και πολύ. Στο χωριό του πατέρα μου, για παράδειγμα, στην ντοπιολαλιά τους, αλίμονο στον άντρα που θα πρόφερε ορισμένα σύμφωνα με τον τρόπο που τα πρόφεραν οι γυναίκες.) Αλλά, τέλος πάντων, για τα γλυκά σε σχέση με την αντρική ταυτότητα ο λόγος.
Έπεσα χτες πάνω στα λήμματα μπινές [για το οποίο δίνει: κίναιδος (ιδίως ο παρήλιξ)] και μπινελίκι, του Λεξικού της Πρωίας (έκδοση του 1940). Αναφέρει, λοιπόν, κατά λέξη:
μπινελίκι (το): η ιδιότης, το πάθος του μπινέ, η πράξις η εις αυτόν αρμόζουσα // εις πληθυντικόν, εδέσματα εις τα οποία αρέσκονται οι μπινέδες (γλυκά, ζαχαρωτά κ.λπ.).
Να προσθέσω απλώς, η λέξη μπινελίκι απέκτησε και άλλες σημασίες έκτοτε, όπως στις φράσεις:
Να το φέρεις (ένα φαγητό) δίχως πολλά - πολλά μπινελίκια. Ή:
Του 'ριξα κάτι μπινελίκια, δεν ήξερε από πού του 'ρχονταν.

Στον Ασμοδαίο, εδώ και 135 τόσα χρόνια...

Έγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης στον Ασμοδαίο, τη σατιρική εφημερίδα του, πριν από 135 (εκατόν τριάντα πέντε!) χρόνια:
"Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν: αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία, μεθ' ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου." (Ασμοδαίος, Πολιτικόν Δελτίον, 8-6-1875)
"Τούτο όμως, κ. συντάκτα, δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, διότι πλουσιώτερον της Ελλάδος έθνος δεν πιστεύω να υπάρχη εν τη οικουμένη. Είπατέ μου, αν γνωρίζετε, εις ποίον άλλον τόπον υπάρχει τοσαύτη πληθώρα χρημάτων, ώστε προς εξάντλησιν αυτών ν' αναγκάζεται η κυβέρνησις να συντηρή δι' οκτώ στρατιώτας ένα αξιωματικόν ή δι' εν τάγμα πυροβολικού εννέα ταγματάρχας; Ποίον άλλο του κόσμου μέρος έχει αναλόγως του πληθυσμού του το δέκατον των υπαλλήλων μας;" (Ασμοδαίος, Επιστολή, 7-3-1876)
"Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν." (Ασμοδαίος, Ονολογία, Όνος πατριώτης, 11-7-1876)

Η σπατάλη.

Λίγο η φύση, λίγο οι αρχαίες πέτρες, η παράδοση επίσης, γεννιούνται ακόμα πράγματα ανάμεσά μας, σκόρπια, όχι συλλογικά, από άτομα, από διακεκριμένες μονήρεις ευαισθησίες, βέβαια. Αυτό από τη μια, γιατί από την άλλη δύσκολα θα βρει κανείς αλλού ή άλλοτε συνθήκη όπου να σπαταλιέται τόσο πολύ έργο, τόση πολλή ενέργεια, για να μειωθούν, να εξαφανιστούν, να σβηστούν όχι μόνο η παραγωγή ή και η δυναμική των δημιουργών, αλλά -ει δυνατόν- και τα ίχνη τους.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Οι ντόπιοι κυνικοί, εσχάτως.

Κυνικός -μιλώντας τη γλώσσα του φαυλεπίφαυλου- είναι αυτός που συγχέει τον καπάτσο με τον ικανό. Ή την επιρροή / την εξουσία, με την αξία. (Παραφράζω τον αφορισμό του Ουάιλντ: αυτός που λογαριάζει το κόστος, όχι την αξία των όντων.) Το αξιοσημείωτο, πάντως, είναι το ...χαμοστίλ των ντόπιων, των ιθαγενών κυνικών, κυρίως μετά το '90: μαλακές γκριμάτσες, χαλαρές ρυτίδες έκφρασης, γελάκια που κρεμάνε μετέωρα, χαριτωμένες φρασούλες, όλα μικρά και με χάρη γλιστρώντας σαν σε επιφάνεια παγωμένη. Κακέκτυπα πράγματα, του λάιφ στάιλ και αυτά και μεταφρασμένα.

Αγόρια και κορίτσια, παγερά, χαριτωμένοι πολιτικάντηδες των αισθημάτων.

Να γινόταν να κοιτάξουν πίσω τρεις - τέσσερις δεκαετίες, ή έξω, αλλού, σε άλλες περιοχές του πλανήτη: η αληθινή ζωή (και το ταλέντο), είναι ζεστά αιμοφόρα αγγεία, είναι ενθουσιασμός, είναι στο πείσμα όλων αθωότητα.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Το σκιάχτρο, ο Αλεξανδρινός.

Μην τους πιστεύετε. Οι Νεοέλληνες δεν υπήρξαν ποτέ επικίνδυνα ομοφοβικοί. Ήταν ανέκαθεν καβαφοφοβικοί. (Ακόμα και όταν δεν τον γνωρίζουν, ακόμα και προ Καβάφη. Υπό την έννοια εκείνου που φοβάται τις ιδιαίτερες δεξιότητες ή κλίσεις ή και μόνο αντιλήψεις που συνεπάγεται κάθε είδους απόκλιση στη συμπεριφορά. Σε κοινωνίες θεσμικά και πολιτικά υπανάπτυκτες, μη ορθολογικές, -εξυπακούεται- του φθόνου και της ισοπέδωσης, ένας γκέι υποφέρεται, ένας ταλαντούχος με τίποτα.) Καβαφοφοβικοί, ιδίως οι περί τις τέχνες, όσοι στην πρώτη τους νεότητα ζήλωσαν υπέρμετρα το κύρος του ιδιοφυούς Αλεξανδρινού, αλλά ύστερα γέρασαν, άδειοι, στείρες και γριές ψυχές.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Οι παλιές φωτογραφίες.

Κριτικές, συνεντεύξεις, ποικίλα κείμενα σχετικά με τις παραστάσεις: έπρεπε να αναρτηθούν, καταχωριστούν, δίκην προσιτού αρχείου για όσους κατά καιρούς τα ζητούν. Δημόσια ίχνη από μία άποψη, κιόλας. Απλώς, όπως τα ανέβαζα, και τα παλιότερα και τα πιο πρόσφατα, είχα τα συναισθήματα, όταν ξεφυλλίζω παιδικές φωτογραφίες, ιδίως εκείνες από το δημοτικό ή το γυμνάσιο: με ρούχα που υπομειδιώ κοιτάζοντας το παιδί που τα φοράει, με εκφράσεις και με στάσεις ακόμα του σώματός μου που μου φαίνονται πολύ λίγο οικείες πια, ξένες...

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Κριτικές / Το σπίτι φεύγει

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ, ΤΩΡΑ ΦΕΥΓΕΙ ΚΑΙ ΤΟ… ΣΠΙΤΙ

Της ΜΑΤΙΝΑΣ ΚΑΛΤΑΚΗ

Από το πρώτο έργο του, το μονόλογο «Ο κύριος Εμμανουήλ και ο Ροΐδης» που ερμήνευσε ο Σταμάτης Φασουλής τον περασμένο Σεπτέμβριο, φάνηκε ότι ο Αντώνης Νικολής έχει ταλέντο, ευφυΐα και ευαισθησία τέτοιας ποιότητας που μπορεί να γράψει καλό θέατρο. Τώρα στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» ο Σταμάτης Φασουλής παρουσιάζει το έργο του «Το σπίτι φεύγει», μία πικρή κωμωδία σε εννέα σκηνές για τρία πρόσωπα. Ο Αντώνης Νικολής έγραψε καλό θέατρο.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Κριτικές / Το σπίτι φεύγει

ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΡΓΟ


ΘΥΜΕΛΗ

Η δεύτερη δραματουργική εμφάνιση του Αντώνη Νικολή με «Το σπίτι που φεύγει», σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή στο θέατρο «Δημήτρης Χορν», γεννά πολλές ελπίδες για μια σημαντική συγγραφική συνέχεια. Ο Α. Νικολής από το πρώτο, το μονολογικό μονόπρακτο έργο του «Ο κύριος Εμμ. Ροΐδης» έδωσε ενδείξεις ότι πρόκειται για αξιοσημείωτο συγγραφικό ταλέντο. Με «Το σπίτι που φεύγει», οι ενδείξεις αρχίζουν να γίνονται αποδείξεις. Παρά την υποψία μας για κάποιο ευεργετικό «ρετουσάρισμα» των διαλόγων του από τον Σταμάτη Φασουλή, έργα με τόση μυθοπλαστική ευστροφία, τόση ρεαλιστική αλήθεια, τόση ψυχογραφική ευθυβολία, τόση υπονοηματική εμβέλεια, τόση γλωσσική αμεσότητα δε γράφονται συχνά, ακόμα και από έμπειρους συγγραφείς. Με τρία πρόσωπα, όλο κι όλο, ο συγγραφέας κατάφερε να μιλήσει για το γάμο και τα ακατάλυτα «δεσμά» του – όπως είναι ένα παιδί- τη συζυγική κόπωση και την ανείπωτη ερωτική «δίψα» που μπορεί να προκαλέσει, αλλά και για την αγάπη που αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου. Ο Σταμάτης Φασουλής έστησε μια εξαιρετικής θεατρικής «αύρας» παράσταση. Με συμπαραστάτες το εύπλαστο σκηνικό (Γιώργος Πάτσας), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), την εύστοχη μουσική επιμέλεια (Ιάκωβος Δρόσος), με το χιούμορ, τη μελαγχολική του διάθεση, αλλά και το αισιόδοξο τέλος του, μεγέθυνε τις αρετές του έργου και ευεργέτησε τους καλογραμμένους χαρακτήρες, με τις εξαιρετικές ερμηνείες του ίδιου και της Πέμης Ζούνη και την –αρμόζουσα στο συμβολικό ρόλο του Χριστόφορου- ερμηνεία του Αλέξη Γεωργούλη.

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, ΤΕΤΑΡΤΗ 19 ΜΑΡΤΗ 2003.

Κριτικές / Το σπίτι φεύγει

Η κρίση των σαράντα και ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ… Το σπίτι φεύγει.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ

Ο Σταμάτης Φασουλής δίνει χώρο στο νέο αίμα του θεάτρου μας με την εμπιστοσύνη του στον πρωτοεμφανιζόμενο, Αντώνη Νικολή, ανεβάζοντας στο «Δημήτρης Χορν» το θεατρικό του «Το σπίτι φεύγει». Και με τη σκηνοθετική αλλά και υποκριτική του δουλειά –μαζί του η Πέμυ Ζούνη και ο Αλέξης Γεωργούλης- επιτυγχάνει να «απογειώσει» το έργο.

Ήρωες του έργου του Αντώνη Νικολή ένα ζευγάρι που βιώνει έναν «κουρασμένο» γάμο. Ο Αντρέας και η Μίλυ περνούν το κατώφλι των σαράντα και η ισορροπημένη – τακτοποιημένη ζωή τους, τους κάνει να λαχταρούν την αταξία, την ανατροπή. Όταν αυτή έρχεται, μέσα από ένα νεαρό εισβολέα, ένα «φωτεινό άγγελο της νύχτας», η ζωή τους πια αλλάζει, με τα πράγματα να λέγονται με το αληθινό τους όνομα.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Συνεντεύξεις / Το σπίτι φεύγει

«ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΦΕΥΓΕΙ», Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ / Απόσπασμα


Του ΒΑΣΙΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

(…) ΤΑ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΕΡΓΑ. «Το σπίτι φεύγει» και ο «Ροΐδης» είναι τα πιο πρόσφατα έργα του. Προηγήθηκαν άλλα πέντε. «Και όλα, πάντα, άρχιζαν να γράφονται άνοιξη. Με το που σκάνε οι βολβοί στον κήπο μου, έρχεται ένα έργο. Το τελειώνω ως τα μέσα του καλοκαιριού».

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Συνεντεύξεις / Το σπίτι φεύγει

ΝΕΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ… / ΣΠΙΤΙ ΦΕΥΓΑΤΟ / Αποσπάσματα


Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ

…Όταν ανέβαινε στην Αθήνα παρακολουθούσε τις παραστάσεις του Σταμάτη Φασουλή. Κάποτε άφησε στο καμαρίνι του ένα έργο. «Κι ένα βράδυ, αργά, με πήρε τηλέφωνο στην Κω. Μιλούσαμε μιάμιση ώρα. Εκείνη η νύχτα του Ιουνίου ήταν η πιο μεγάλη «μέρα» της ζωής μου. Άναψα όλα τα φώτα του σπιτιού, του αιθρίου, του κήπου. Είχα την αίσθηση ότι απ’ έξω είχε αράξει ένα καράβι. Ο χώρος γύρω μου άρχισε να γεμίζει ηθοποιούς που έρχονταν και έρχονταν…»

Συνεντεύξεις / Το σπίτι φεύγει

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΦΕΥΓΕΙ / Αποσπάσματα


Από τη ΜΑΡΙΑ ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ

…Από τα πρώτα πράγματα που κάναμε στο τηλέφωνο με τον Σταμάτη ήταν να μιλήσουμε για τον Παπαδιαμάντη. Εγώ τότε ετοίμαζα παράδοση τρίτης λυκείου για το έργο του, και όταν άκουσα πόσο καλά διείσδυε σ’ αυτό ο Σταμάτης, την ανέβαλα για δύο εβδομάδες. Γι’ αυτό είναι φιλόλογος ο πρωταγωνιστής, όχι επειδή είμαι εγώ.

-Όπως εναλλάσσετε δύο τόσο έντονα συναισθήματα (στον κλαυσίγελο), έτσι μοιάζετε να ακροβατείτε και μεταξύ ρεαλισμού και αλληγορίας.

Το πρώτο επίπεδο του έργου είναι ρεαλιστικό, αφορά καταστάσεις της ζωής μας. Από κει και πέρα, όμως, είναι και μια αλληγορία με πολλές δυνατές ερμηνείες. Ο Χριστόφορος, παραδείγματος χάριν, για τον Σταμάτη είναι ένας «άγγελος της νύχτας». Εμένα, πάλι, πολλές φορές μού φαίνεται ότι δρασκέλισε το τραπεζάκι με το βίντεο μέσα από τις τσόντες που έβλεπε το ζευγάρι. Για τον κάθε θεατή μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό. Όλο το έργο είναι ένας μύθος που ο καθένας μπορεί να τον ζήσει και να τον ερμηνεύσει με το δικό του τρόπο.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ, (s)magazine, 15.02.2003.

Συνεντεύξεις / "Λισαβόνα"

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΕ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΡΟΛΟ / Αποσπάσματα


Της ΓΙΩΤΑΣ ΣΥΚΚΑ

Αντώνης Νικολής: η επαρχία προσδιορίζεται πολιτιστικά.

«Η Λισσαβώνα είναι ένας σκληρός κλαυσίγελος. Όσα λένε δυο άνθρωποι φωνάζοντας ο ένας στον άλλο, σαν να προσπαθούν να σκεπάσουν με τις φωνές τους πράγματα που τους πονάνε πολύ. Ουσιαστικά είναι το άγχος απέναντι στην απώλεια. Είναι η απώλεια ενός ζευγαριού που έχει θάψει το παιδί του», λέει ο Αντώνης Νικολής από τη Κω όπου ζει και εργάζεται μόνιμα. «Είναι ενδιαφέρον ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν αναπτύξει άμυνες να αντιστέκονται στο βαθύ πένθος. Μπορεί να τους ακούσουμε και να σπαρταρίσουμε από το γέλιο. Είναι η πραγματικότητα της ζωής. Η Λισσαβώνα γι’ αυτούς είναι ο άλλος τόπος. Όπως ο χριστιανός νιώθει ότι είναι τα Ιεροσόλυμα. Ο τόπος όπου αφυπνίζεται ό,τι αυθεντικότερο υπάρχει μέσα του».

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Κριτικές / Το σπίτι φεύγει

«Το σπίτι φεύγει»

Δημήτρης Χορν

Ένα σπίτι που «φεύγει», ένα σπίτι «διαμπερές σαν τραύμα». Ένα ζευγάρι μεσηλίκων σε μια παρωχημένη σχέση, ένας νεαρός εισβολέας με την ορμή της νεότητας, της ανατροπής και η δολοφονία – αυτοκτονία μιας Λευκορωσίδας να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Ο Αντρέας (Σταμάτης Φασουλής) και η Μίλυ (Πέμη Ζούνη) είναι παντρεμένοι κι έχουν μια κόρη που σπουδάζει στην Αγγλία. Ο Αντρέας είναι φιλόλογος, η Μίλυ αρχιτέκτων. Ζουν σε ένα σπίτι καθρέφτη της σχέσης τους: τακτοποιημένο στη λεπτομέρειά του και συμβατικό στη διάταξή του με αποτέλεσμα η ζωή μέσα σε αυτό να είναι αφόρητη, ασφυκτική. Καταλύτης στη σχέση του ζευγαριού αναδεικνύεται ο Χριστόφορος (Αλέξης Γεωργούλης) ο οποίος έρχεται να εκπληρώσει τις πιο βαθιές και ξεχασμένες επιθυμίες των δύο ηρώων.

Το θεατρικό κείμενο του Αντώνη Νικολή, αιχμηρό και συνάμα «στρογγυλό», θεματολογικά κλασικό αλλά δομικά εντελώς σύγχρονο αποτελεί ένα ελπιδοφόρο δείγμα σύγχρονης ελληνικής γραφής που θα μπορούσε κάλλιστα να «μιλήσει» στη γλώσσα κι άλλων λαών. Ακροβατώντας ανάμεσα στην κωμωδία και το αστυνομικό θρίλερ και με μοχλό τα συνεχή παιχνίδια με τη γλώσσα, το έργο αποτελεί μια θεατρική άσκηση της ντεριντιανής αποδόμησης αντανακλώντας την υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου σχετικά με τη δομή της ζωής του. Τα επαγγέλματα των δύο ηρώων έχουν να κάνουν με δομικά συστήματα, του Αντρέα λεκτικά και της Μίλυς τεκτονικά, τα οποία εντάσσονται στο μέγα σύστημα της Ζωής, του Έρωτα. Όπως «φεύγει» το σπίτι και οι λέξεις, έτσι αποδομείται και η ζωή του ζευγαριού όσο κι αν επιστρατεύεται, με εμμονή θα λέγαμε, μια πλειάδα λογικών συλλογισμών από τον Αντρέα. Στον αντίποδα αυτού του μεταφορικού θανάτου βρίσκεται ένας κυριολεκτικός, κατά πως φαίνεται, θάνατος, αυτός της Λίμπυ, σύμβολο της λίμπιντο. Πέρα λοιπόν από την κατά Ντεριντά ανάγνωσή του, το έργο μπορεί να ιδωθεί και μέσα από το φροϋδικό δίπολο του Έρωτα και του Θανάτου.

Το πολυεπίπεδο έργο του Νικολή δίνει τη δυνατότητα στο Σταμάτη Φασουλή να δημιουργήσει μια πολύ καλή παράσταση με τον ίδιο στην καλύτερη ερμηνεία του των τελευταίων χρόνων, τον Αλέξη Γεωργούλη αρκούντως γοητευτικό αλλά την Πέμη Ζούνη ενίοτε υποτονική.

Το λειτουργικά ευέλικτο σκηνικό του Γιώργου Πάτσα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση όπως αποδομείται μπροστά στα μάτια των θεατών ακολουθώντας τις αλλαγές στις ζωές των ηρώων. Το σπίτι του Αντρέα και της Μίλυ μετακινείται και «φεύγει» εύκολα καθώς μετατρέπεται από αστικό κηφισιώτικο σπίτι σε λευκό μίνιμαλ χώρο με ένα ζεν κήπο.

Οι φαινομενικά ετερόκλητες μουσικές επιλογές του Ιάκωβου Δρόσου, από μπελ επόκ κι eighties ως νησιώτικα και Λιστ κι από Αλμοδόβαρ ως το «Γλυκύ μου Έαρ» υπογραμμίζουν τη δομική διαρραγή της σκέψης και του ψυχισμού των ηρώων.-

ΤΙΜΕ OUT ATHENS, 6-12 Μαρτίου 2003, ΘΕΑΤΡΟ, Ιωάννα Μπλάτσου.

Κριτικές / Ο κ.Εμμανουήλ και... ο Ροΐδης

…Απολαυστικός ήταν ο Σταμάτης Φασουλής στο μονόλογο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Αντώνη Νικολή. Με σκηνική άνεση, που βασίζεται στο χάρισμά του να γεφυρώνει άμεσα το κενό μεταξύ σκηνής και πλατείας, ίδιον όλων των σπουδαίων κωμικών ηθοποιών, ο Φασουλής ερμήνευσε ένα σημερινό άνθρωπο, συμβολαιογράφο στο επάγγελμα, που έχει πάθος με τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Το κείμενο του Νικολή μεταφέρει τη βαθιά αγάπη του συγγραφέα για την προσωπικότητα, το έργο και τη γλώσσα του Ροΐδη (επικεντρώνοντας στην πρωτοποριακή ακόμα και σήμερα Πάπισσα Ιωάννα) και την ίδια στιγμή μιμείται τον τρόπο του Ροΐδη, το φημισμένο στην εποχή του σατιρικό, καυστικό και ειρωνικό του πνεύμα. Παιγνιωδώς, αλλά και με την αλήθεια που προσδίδει στο λόγο του η αίσθηση μιας μακρινής συγγένειας με τον Ροΐδη, ο ήρωας μιλάει πότε για τη ζωή του συγγραφέα και πότε αφηγείται την υπόθεση της Παπίσσης, με απανωτές διακοπές και πισωγυρίσματα, λόγω των αναφορών και στα δικά του προσωπικά δεδομένα. Ο μονόλογος, μ’ άλλα λόγια, κινείται σε τρία τουλάχιστον διαφορετικά αφηγηματικά επίπεδα που, σε συνδυασμό με τη γειτνίαση της θαυμάσιας καθαρεύουσας του Ροΐδη (όποτε ο ήρωας καταφεύγει σε αποσπάσματα από το έργο του) δίπλα στη σύγχρονη καθομιλουμένη, προκαλούν το αμείωτο ενδιαφέρον του θεατή και συχνά πυκνά το γέλιο του. Ο Σταμάτης Φασουλής κατόρθωσε να αναδείξει τις αρετές του κειμένου, του οποίου η ειρωνεία και το πικρό χιούμορ ανακαλούν το πνεύμα των μικρών κειμένων του ηθοποιού στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ. Αλλά, βεβαίως, το σημαντικότερο είναι ότι κατόρθωσε να προκαλέσει μια περίεργη συγκίνηση – για την ακρίβεια, μια συγκίνηση που προκάλεσαν ο Ροΐδης, το κείμενο του Νικολή και ο ηθοποιός που το ερμήνευσε…


ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, Κριτική θεάτρου, 28-29 Σεπτεμβρίου 2002, Ματίνα Καλτάκη.

Κριτικές / Ο κ. Εμμανουήλ και... ο Ροΐδης

…Άκρως ενδιαφέρον ήταν το έργο του πρωτοεμφανιζόμενου Αντώνη Νικολή Ο κ. Εμμανουήλ και… ο Ροΐδης. Άμεση γλώσσα, αληθινή ευαισθησία, καίριο σχολιαστικό χιούμορ για τη σημερινή αμορφωσιά, την αδιαφορία για τις μεγάλες λογοτεχνικές αξίες μας, και θέμα η σχέση αγάπης του συγγραφέα με το έργο του Εμ. Ροΐδη και ειδικότερα με την Πάπισσα Ιωάννα. Ο Σταμάτης Φασουλής εμπλούτισε το ενδιαφέρον του έργου με τη σκηνοθετική ευφυΐα του και το πληθωρικό, πικρόγευστο εδώ, χιούμορ του…


ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Ελλήνων κείμενα, 2 Οκτωβρίου 2002, Θυμέλη.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Κριτικά σημειώματα / Ο κ. Εμμανουήλ και... ο Ροΐδης.

ΤΑ ΝΕΑ, Περί μονολόγων, «συν», 4 Οκτωβρίου 2002


Γ.Δ.Κ.Σ.

...Κι αυτό το «πολύ» γίνεται ακόμα περισσότερο όταν νιώθω να έχω ακόμα χαραγμένο στη μνήμη μου τον Σταμάτη Φασουλή: να ξεχνάει το «υπερπαίξιμο», να θυμάται την αμεσότητα της επιθεώρησης που τον ωρίμασε και να δίνει το μονόλογο – παιχνίδι του Νικολή πάνω στον Ροΐδη μα με τόσο χιούμορ, μα με τόση συγκίνηση… -μια παράσταση που μύριζε θέατρο, που έσταζε θέατρο...



Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Τέχνες και Γράμματα, ΥΠΟΒΟΛΕΙΟ, 6 Οκτωβρίου 2002

Βασίλης Αγγελικόπουλος

Αδημονούμε να δούμε το έργο του νέου Έλληνα συγγραφέα που ανακάλυψε και ανεβάζει ο Σταμάτης Φασουλής στο θέατρο «Δημήτρης Χορν». Γιατί; Διότι είδαμε τον μονόλογο Ο κ. Εμμανουήλ και ο Ροΐδης του ίδιου συγγραφέα που έπαιξε απολαυστικά ο Φασουλής στους Μονολόγους του Μεταξουργείου, πρόσφατα, και μας έχει φουρκίσει το ενδιαφέρον. Πώς μπλέκονται επιδέξια ο Ροΐδης και η ζωή του με την ταπεινή καθημερινότητα ενός φανταστικού αναγνώστη του σήμερα, οι περιπέτειες της Πάπισσας Ιωάννας κι η άπιστη η Γιάννα, η Αθήνα της νοσταλγίας και η πόλη σήμερα, το διαδίκτυο και η μοναξιά –κι όλ’ αυτά με τρυφερότητα, λεπτές αύρες πίκρας και πολύ – πολύ χιούμορ.

Ανάλυση / Ο κ. Εμμανουήλ και... ο Ροΐδης

Ο κ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ… Ο ΡΟΪΔΗΣ


Το μονόπρακτο Ο κ. Εμμανουήλ και… ο Ροΐδης αποτελεί την πρώτη εμφάνιση στο θέατρο του Αντώνη Νικολή. Ο ήρωας του έργου είναι ένας άνθρωπος σημαδεμένος ήδη απ’ το όνομά του: Εμμανουήλ Ροϊδάς. «Όχι Ροΐδης. Ροϊδάς.» Μικρή όμως η σημασία της διαφοράς, καθώς αυτονοήτως το ένα παρέπεμπε παιδιόθεν στο άλλο. Απ’ την εποχή που ο δάσκαλός τους, «τύπος είρων», τον καλούσε στο μάθημα, όχι με τ’ όνομά του, αλλά ως «συγγραφέα της Παπίσσης», έως τη στιγμή που τον συναντάμε, ο Μανώλης γίνεται Εμμανουήλ, αφομοιώνοντας την ιδιότυπη σχέση του με τον Ροΐδη τόσο, ώστε το μικρό του σύμπαν να προβάλλεται εις το διηνεκές επ’ αυτού ως επί αναποφεύκτου κατόπτρου. Εκκινώντας από το παραπλανητικό του ονόματός του, ο ήρωάς μας βρίσκει –ή «εφευρίσκει»- κοινά σημεία ταυτότητας με το μεγάλο συγγραφέα: «Αμφότεροι αποφύγαμε το γάμο, αγαπώντες να κοιμώμεθα μόνοι. (…) Την καλή μου την έλεγαν Γιάννα. Εγώ, Ιωάννα. Οι φίλοι: σκέτο Πάπισσα».

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Κριτικές / "Ο κύριος Εμμανουήλ και ...ο Ροΐδης"

Σολίστες σε ρεσιτάλ

Από το πλούσιο ρεπορτάζ και τα συνοδά σχόλια νομίζω εκτιμήθηκε δεόντως η πρωτοβουλία της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας για μια μικρή υποκριτική κυρίως αγωνιστική Ολυμπιάδα μονοπρόσωπων παραστάσεων.

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: ΤΑ ΝΕΑ, Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2002

Πάντα οι αγώνες, αθλητικοί ή πνευματικοί, είναι ένας «άθλος», μια άσκηση, μια επίδειξη δεξιοτεχνίας, μεθόδων, ευρέσεων, φαντασίας, ικανοτήτων.

Ο Ηθοποιός είτε ένας δυνάμει αθλητής, ανταγωνίζεται με ένα κείμενο αλλά πρωτίστως έχει γυμνάσει τα εκφραστικά του μέσα να αποδίδουν στη δεδομένη στιγμή που θα τους ζητηθεί το άπαν των δυνατοτήτων τους. Η υποκριτική είναι η μόνη από τις τέχνες, τις παραστατικές, που παίχτης και όργανο είναι το ίδιο πράγμα. Όπως ο ζωγράφος και ο γλύπτης διαθέτουν το υλικό τους και τα εργαλεία τους, ο μουσικός χειρίζεται το όργανό του, ο ηθοποιός χειρίζεται το σώμα του και τη φωνή του χωρίς διαμεσολάβηση.

Κριτικές / "Το σπίτι φεύγει"

ΘΕΑΤΡΟ

Ένα ταλέντο έρχεται
Γνωρίζω από πολύν καιρό τις δοκιμές του Αντώνη Νικολή στη θεατρική γραφή
ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2003

Έργο με το έργο διαπίστωνε κανείς πως αυτό το ευαίσθητο σχεδόν παιδί (όταν ξεκίνησε) από την απομακρυσμένη θεατρικά Κω είχε πλούσια εφόδια, συμπυκνωμένη γραφή, ιδιότυπη (όπως απαιτείται για ένα συγγραφέα) ματιά, λίγο λοξή, λίγο οξεία και προπάντων είχε τον τρόπο να διεισδύει στις ανθρώπινες σχέσεις, να τις ξεψαχνίζει, να μελετά με ψυχραιμία μικροβιολόγου, αυτός ένας φιλόλογος που όμως ξεκίνησε ως φοιτητής Ιατρικής, τις αντιδράσεις, τις προθέσεις και τους επιδιωκόμενους σκοπούς των συνανθρώπων μας.

"Λισαβόνα"

Αντώνης Νικολής
«Λισαβόνα»: ο μύθος του έργου

Το Δεκέμβρη του 1990, για τέσσερις εβδομάδες, βρέθηκα στο Λονδίνο. Σ’ ένα συνοικιακό κολέγιο, να φρεσκάρω τα αγγλικά μου, περιοχή Κράουτς Εντ, νοίκιαζα δωμάτιο εκεί κοντά, σ’ ένα αγγλοεβραϊκό σπίτι αλησμόνητης ψυχικής ευρυχωρίας. Την πρώτη μέρα, με οδηγίες για αλλαγή τριών συγκοινωνιών, θα κατέβαινα στο κέντρο. Στη στάση του πρώτου λεωφορείου όμως, ακούω ελληνικά, ένα ζευγάρι εξηντάρηδες, πιάνω την κουβέντα μαζί τους, Αλεξανδρινοί, είχαν κάνει Βραζιλία, ΗΠΑ, τώρα Αγγλία, μου ασκούσαν ανέκαθεν γοητεία αυτού του τύπου οι Έλληνες τυχοδιώκτες, ούτε μετανάστες ούτε πρόσφυγες ακριβώς. Και λούμπεν και πρίγκιπες, και επαρχιώτες και πολίτες του κόσμου, και η Αθήνα ένα χωριό και ο κόσμος όλος δεν τους χώραγε. Τους άκουγα, ως το Τσάριγκ Κρος με οδηγούσαν εκείνοι, το βράδυ χάθηκα, δε θυμόμουν τη διαδρομή να γυρίσω πίσω. Νομίζω η Αλεξάνδρεια, και λόγω του Καβάφη, είναι η νοητή προβολή της Κω μέσα μου. Οι φοίνικες, εκείνο το αρχαίο όσους μπορεί να θρέψει η Κως ούτε η Αίγυπτος, ότι και αρκετοί Κώοι συγκαταλέγονταν στους εύπορους Αιγυπτιώτες. Αλλά και ένας που μεγαλώνει ανάμεσα σε τουρίστες, ταξιδιώτες επί το πλείστον, του ’70, είναι φυσικό να συγγενεύει με κοσμοπολίτες, ακόμα και τυχοδιώκτες.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Λισαβόνα

Αντώνης Νικολής

Η ΛΙΣΑΒΟΝΑ ΜΟΥ

Αρχές του καλοκαιριού του 2006. Έκτη χρονιά και φορά, που οι διακοπές μου αναλώνονται στην Πορτογαλία, κυρίως στη Λισαβόνα. Κάθε χρόνο λίγο κάπου αλλού, στην ηπειρωτική χώρα ή τα νησιά του Ατλαντικού, και περί τις δύο εβδομάδες στη Λισαβόνα. Συνταξιδιώτης ο καλός φίλος, ο Δημήτρης Μποσνάκης. Φέτος μόνο Λισαβόνα. Ήρθαμε για τις festas populares, τις λαϊκές γιορτές στους δρόμους και τις πλατειούλες για τον άγιο της πόλης, το σάντου Αντόνιου.

Το σπίτι φεύγει.

Τα έργα είναι όνειρα.


ΝΟΜΙΖΩ όταν τα έργα συγκινούν, δεν είναι κατασκευές του νου. Τα πρόσωπα και η περιπέτειά τους μας αποκαλύπτονται. Θέλουμε να πουν αυτό που μας αρέσει, εκείνα βουβαίνονται, τους λέμε να κάνουν κάτι άλλο, μας κοιτάζουν ανόρεχτα ή ανάβουνε τσιγάρο. Όνειρα εν εγρηγόρσει. Τίποτα δε μας ανήκει. Δεν είναι μόνο τα τριαντάφυλλα ή οι κήποι, που λέει κι ο Αντρέας.

Ο κύριος Εμμανουήλ και ...ο Ροΐδης.

Ο κύριος Εμμανουήλ


Τα έργα θέλουν χρόνο για να ωριμάσουν μέσα μας, να κατανοήσουμε τι περίπου σκαρώσαμε. Πρότεινα στον Σταμάτη τον Ροΐδη, το μονόλογο δηλαδή κάποιου μονομανούς με τον Ροΐδη, νομίζω γιατί με συνάρπαζε η ιδέα να ήμασταν παρέα οι τρεις : ο Ροΐδης, ο Σταμάτης κι εγώ. …Κι εκεί που νόμιζα θα τον κάναμε χάζι κι οι τρεις μας, θα μας διευκόλυνε απλώς, πρόκυψε ο ουσιαστικός τέταρτος, το ίδιο το έργο : ο μονομανής, ο μοναχικός, ο (με πλήρη επίγνωση) ετερόφωτος, ο …κύριος Εμμανουήλ.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Κριτικές / "Λισαβόνα"

Ελευθεροτυπία, Τρίτη 21 Απριλίου 2009


Ήπιος αναστεναγμός

Ένα 65χρονο ζευγάρι περιπλανιέται σε σοκάκια και γειτονιές της Λισαβόνας (πόλη αγαπημένη από παλιότερα ταξίδια τους).
Η γυναίκα μιλάει ακατάπαυστα για φαγητά κι ανθρώπους της Πορτογαλίας, για τα παιδικά της χρόνια στην Αίγυπτο. Ο άντρας, αφηρημένος, εσωστρεφής, λιγομίλητος, «τρώγεται» μέσα του.
Στο θέατρο «Στοά» παρουσιάζεται το υπαρξιακής φύσεως έργο του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα». Μια απρόσμενη κατάδυση στον καταχωνιασμένο καημό δυο γονιών, που έχουν χάσει την 24χρονη κόρη τους πριν από τρία χρόνια. Προσπαθούν να ξεφύγουν, να ξεχαστούν και να ξεχάσουν την «Αλεξάνδρεια» που έχασαν περιδιαβαίνοντας την πόλη της ήπιας μελαγχολίας των φάδος.

Κριτικές / "Λισαβόνα"

Hμερομηνία δημοσίευσης: Κυριακή, 12-04-09, Καθημερινή.

Του Σπύρου Παγιατάκη

Αντώνης Νικολής
Λισσαβώνα
Σκην.: Θ. Παπαγεωργίου
Στοά
«Λισσαβώνα»
Θα μπορούσε να πει κανείς πως και η βαρύγδουπα φλύαρη «Λισσαβώνα» είναι κι αυτή πρωτοποριακή. Με την παρωχημένη όμως πρωτοπορία του '60 και του '70. Ανιαρό και μεγαλόστομο το έργο του Αντώνη Νικολή που εκπέμπει γκριζάδα και έπαρση. Κρίμα για τον Θανάση Παπαγεωργίου, ο οποίος έκανε και την κουρασμένη σκηνοθεσία. Διπλό κρίμα και για την καλή Λήδα Πρωτοψάλτη. Τους άξιζε καλύτερη τύχη τούτο το θεατρικό χειμώνα από το να αναπολούν μονότονα στιγμές από το θάνατο της κόρης τους που δεν γίνεται να ενδιαφέρουν παρά τους ίδιους προσωπικά.

Κως: πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή.

(Δωδεκάνησα τα μαργαριτάρια της Μεσογείου
φωτογράφιση: Νίκος Κασέρης
κείμενα: Ηλίας Ε. Κόλλιας, Φώτης Βαρέλης, Αντώνης Νικολής, Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης, Σοφία Γιαννάτου, Κώστας Μ. Σταματόπουλος, Γιώργος Χρ. Παπαχρήστος, Ευγενία Φακίνου, Μιχάλης Κουμπιός, Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Μαρία Μιχαλάκη - Κόλλια, Μανόλης Μαυρολέων, Λίντα Μπενγκλίς, Τίτσα Πιπίνου, Καίτη Σπύρου - Καπαδάκη
μετάφραση: Ευγενία Λεωτσάκου - Πετρίδου
Κασέρης, 2005
323 σελ.
ISBN 960-87007-8-7, ISBN-13 978-960-87007-8-9, [Κυκλοφορεί])

(Και στο: Μία πόλη στη λογοτεχνία / ΚΩΣ, επιλογή κειμένων Παναγιώτης Νούτσος, Μαρία Χατζηγιακουμή, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2007, [Κυκλοφορεί])

Κως: πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή.

Το πατρικό μου βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Απ’ το ένα μπαλκόνι : το τζαμί της πλατείας, η αγία Παρασκευή, απ’ το άλλο : η Συναγωγή, το κάστρο των Ιπποτών, ο μιναρές κι η κεραμοσκεπή του τζαμιού της λόντζας, κάτι από την παλιά καθολική μητρόπολη και ο τρούλος του αγίου Νικολάου. Στα παλιά-παλιά χρόνια, έλεγε η γιαγιά μου, στις μεγάλες αναβροχιές, πηγαίνανε στις λιτανείες όλοι. Πρώτα του μητροπολίτη, ύστερα του ραβίνου και στο τέλος του χότζα. Κι όποιου πιάσουνε οι παρακλήσεις. Πολιτικώς ορθή δεν ήταν μόνο η σειρά.

Γυναίκες στα ράφια του μανάβη.

Τι θα βρει ο αρχαιολόγος του μέλλοντος από τη σύγχρονη Πομπηία;

«E» 29/12/2008

«Είμαστε ό,τι αφήνουμε πίσω μας», σκέφτηκα, όταν αποφασίστηκε το θέμα. Είμαστε τα... σκουπίδια μας.
Στο μεταξύ, ούτε ο Αλέξης είχε ακόμα χτυπηθεί από σφαίρα, ούτε βιτρίνες και δεντράκια είχαν σπαστεί και καεί, ούτε το πολιτικό ματς είχε καλοξεσπάσει, απλώς κάτι σιγόβραζε μέσα σ' αυτή τη... σιγαλιά. Το έχει αυτό η σιωπή, να είναι απειλητικότερη της μεγαλύτερης φασαρίας.
Kαι η απόσταση. Να μας κάνει να βλέπουμε με ευκρίνεια τα πράγματα.
Για να μας... δούμε, λοιπόν, θα πρέπει πρώτα να αποστασιοποιηθούμε. Πώς βλέπουμε σε μια γκαλερί ή στην Πινακοθήκη ένα πίνακα; Κολλώντας τη μύτη μας, επάνω του; Ε, όχι!
Αυτό σκεφτήκαμε, λοιπόν, κι εμείς. Να δούμε το... χάλι μας από το μέλλον. Να καταλάβουμε το έχει μας, απ ό,τι θα απομείνει κάποτε απ αυτό. Να μας κοιτάξουμε αφ υψηλού και εκ του μακρόθεν μια φορά, μπας και αντιληφθούμε τους αντικατοπτρισμούς και τα τεχνάσματα της καθημερινότητας και της πραγματικότητας.
Λοιπόν, το θέμα ετέθη: Τι θα βρει ο αρχαιολόγος του μέλλοντος από τη σύγχρονη Πομπηία.
Φιλώ σταυρό, δεν είχε ούτε μύτη ανοίξει.
Δεν είχε καεί, ακόμα, ούτε μισός σκουπιδοτενεκές. Την απορία μας και την... επιστημονική φαντασία μας συνέτρεξαν, με δοκιμιακά κείμενα ή διηγήματά τους, 21 συγγραφείς. Οι κάτωθι (με αλφαβητική σειρά):

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Ρούλα Κακλαμανάκη, Γιάννης Καλπούζος, Δημήτρης Καρύδας, Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Αντώνης Νικολής, Μάκης Πανώριος, Πένη Παπαδάκη, Γιώργος Ρωμανός, Ζωή Σαμαρά, Χρύσα Σπυροπούλου, Αλέξης Σταμάτης, Εύα Στάμου, Ελένη Στασινού, Γιάννης Φιλιππίδης, Ηλίας Φλωράκης, Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Αγγελος Χαριάτης, Νάσος Χριστογιαννόπουλος, Λίτσα Ψαραύτη.

Επειδή: «Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,/ η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες /σημειώσεις που δεν θα ξαναδιαβαστούν/
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,/ η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του/ η ξεραμένη βιολέτα -ενθύμιο κάποιας βραδιάς / αλησμόνητης ασφαλώς αλλά ήδη ξεχασμένης- / στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας / ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,/ ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,/ τυφλοί, και απολύτως βουβά!/ Θα επιζήσουν περ από τη λήθη μας/δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει». (Χ. Λ. Μπόρχες)
Αλήθεια, τι θα επιζήσει πέρ από τη δική μας λήθη;
ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
elgika@pegasus.gr

Αντώνης Νικολής

Γυναίκες στα ράφια του μανάβη

Αν καταλαβαίνω σωστά, φίλε μου, βρισκόμαστε στο πρώτο μισό του 21ου, όπως αριθμούσαν τότε τους αιώνες, ή περίπου στον δικό μας 2ο προ καταστροφής (2d b.c.), το πιθανότερο στα μέσα του. Το εύρημα μάς το προσκόμισε εδώ η καλή συνάδελφος της Εφορείας Εναλίων, η Μαρία η Τσίρος (τη θυμάσαι, εκείνη με τις πολύ ανοιχτές πλάτες), από καταδύσεις της βορειοδυτικά στη βραχονησίδα του Λυκαβηττού -με μια επιφύλαξη μόνο να ελέγξουμε ξανά τις συντεταγμένες- στη θέση Σεπόλια ή ίσως Πατήσια.

Κριτικές / "Λισαβόνα"

Τετάρτη 1 Απρίλη 2009 Σελίδα 24


Θέατρο

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

Σύγχρονα ελληνικά έργα

«Λισαβόνα»

στη «Στοά»

Στους ελπιδοφόρους συγγραφείς της νεότερης γενιάς ανήκει και ο Αντώνης Νικολής. Μετά την παρουσίαση των έργων του «Ο κ. Εμμανουήλ και... ο Ροΐδης» και το «Σπίτι φεύγει», που με το θεματολογικό και μορφολογικό ενδιαφέρον τους προκάλεσαν αίσθηση, φέτος αξιώνεται την παρουσίαση του έργου του «Λισαβόνα», από τον πολύπειρο στο ανέβασμα σύγχρονων ελληνικών έργων Θανάση Παπαγεωργίου. Ο Αντ. Νικολής και με αυτό το έργο αποδεικνύει ότι με τις υπεραισθαντικές «κεραίες» του μπορεί να προσεγγίζει ακόμα και σιωπηλά, βαθιά κρυμμένα στην ψυχή του ανθρώπου συναισθήματα, βάσανα και καημούς του.

Συνεντεύξεις / "Λισαβόνα"

ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ

«Έκανα τα πάντα για να μη γίνω συγγραφέας»

Το νέο θεατρικό έργο του «Λισαβόνα» παρουσιάζεται στη Στοά από τον Θανάση Παπαγεωργίου και τη Λήδα Πρωτοψάλτη

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Η «Λισαβόνα» είναι το τρίτο θεατρικό έργο του Αντώνη Νικολή που ανεβαίνει σε αθηναϊκή σκηνή- από τη Στοά του Θανάση Παπαγεωργίου και της Λήδας Πρωτοψάλτη. Μετά τον μονόλογο «Ο κύριος Εμμανουήλ και ο Ροΐδης» και το έργο «Το σπίτι φεύγει», τα οποία σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής, ο φιλόλογος από την Κω μοιάζει πλέον σίγουρος και ευτυχής για τον δύσκολο δρόμο που έχει διαλέξει. «Στη ζωή μου έκανα τα πάντα για να μη γίνω συγγραφέας. Έδωσα αγώνες πραγματικούς, αλλά κάτι μέσα μου κατέστρεφε οτιδήποτε άλλο προσπαθούσα να κάνω. Τελικά παραδέχθηκα ότι είμαι συγγραφέας και ισορρόπησα. Και τώρα το δηλώνω ευθαρσώς».

Συνεντεύξεις / "Λισαβόνα"

Φεβρουαρίου 28, 2009


Αντώνης Νικολής: «Το μεγάλο έργο, αν το πειράξεις, σε τιμωρεί»



Τον πρωτογνωρίσαμε το 2002 μέσα από το θεατρικό μονόλογο «Ο Κύριος Εμμανουήλ και ο… Ροΐδης», σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Σταμάτη Φασουλή. (Με το συγκεκριμένο μονόλογο θα ξανασυναντηθεί του χρόνου ο Στ. Φασουλής «σε ένα θεατράκι 120 θέσεων», όπως ο ίδιος δήλωσε χαρακτηριστικά). Μετά, το 2003, πάλι ο Φασουλής παρουσίασε στο «Δημήτρης Χορν» «Το σπίτι φεύγει». Φέτος, ο Αντώνης Νικολής επιστρέφει εκδοτικά με το «Σκοτεινό Νησί» (Εμπειρία Εκδοτική) και θεατρικά, στη Στοά αυτή τη φορά, με τη «Λισαβόνα». Ενα έργο που εστιάζει στη ζωή ενός ζευγαριού που επί πολλά χρόνια έκανε τις διακοπές του στη Λισαβόνα, μέχρι που έχασε από μια σοβαρή ασθένεια την κόρη του. Οι εκδρομές διακόπηκαν για τέσσερα χρόνια. Τώρα όμως το ζευγάρι αποφάσισε να ξαναπάει στην αγαπημένη του πόλη.

Το έργο του Νικολή εγείρει μια σειρά ερωτημάτων:

• Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος; Ξαναγυρνάνε στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα; Εχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε;

• Ο συγγραφέας περιπλανιέται στα σοκάκια της Λισαβόνας της ψυχής του, στις εσοχές των δρόμων της, αλλά και στις λεωφόρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας, «συνομιλώντας» με κλασικούς και σύγχρονους ομότεχνούς του περί συγγραφής, αλήθειας και άλλων καινών (;) δαιμονίων.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Συνεντεύξεις / "Λισαβόνα"

Αντώνης Νικολής

Μπολερό με τον θάνατο στη Λισαβόνα
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ

Ενα ζευγάρι εξηντάρηδων κάνει διακοπές στην πρωτεύουσα της Πορτογαλίας (πόλη γνώριμη από παλιότερα ταξίδια τους) προσπαθώντας να ξεφύγει από τη σκιά της απώλειας της 24χρονης κόρης τους τρία χρόνια πριν.
Πρόκειται για το καινούργιο έργο του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα», που ανεβαίνει στις 27 Φεβρουαρίου στο θέατρο «Στοά», στου Ζωγράφου, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, που πρωταγωνιστεί μαζί με τη Λήδα Πρωτοψάλτη. Είναι το τρίτο έργο του φιλόλογου Αντώνη Νικολή, που μας τον πρωτογνώρισε σκηνοθετικά ο Σταμάτης Φασουλής: το πρώτο ήταν «Ο κύριος Εμμανουήλ και ο... Ροΐδης» (το 2002 στο «Θέατρο της Ανοιξης» στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας) και το δεύτερο «Το σπίτι φεύγει» (το 2003, στο θέατρο «Χορν»).
Με τον Αντώνη Νικολή λοιπόν, που ζει στη γενέτειρά του Κω κι έχει εκδώσει μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας πριν από λίγους μήνες, με τίτλο «Το σκοτεινό νησί» (εκδόσεις «Κριτική»), είναι η κουβέντα που ακολουθεί.

Το ερέθισμα και η επιδίωξή σας γράφοντας τη «Λισαβόνα» ποια ήταν;

«Πρώτα... είδα τους δύο αντιήρωές μου να περπατούν μέσα στην πόλη, ύστερα αντιλήφθηκα το πένθος τους. Μέχρι τα μισά της τρίτης εικόνας/σκηνής κάτι συνέβαινε στο παιδί τους, δεν ήξερα ακριβώς τι.
Αλλά για να σας απαντήσω ουσιαστικά, επιτρέψτε μου μια παρέκβαση. Το καλοκαίρι του 2000, στον Αγιο Παύλο της νότιας Κρήτης, γυμνός με κόσμο γύρω μου, επίσης γυμνιστές, διαβάζοντας για πολλοστή φορά το "Περιμένοντας τον Γκοντό", μου αποκαλύφθηκαν αίφνης δύο πράγματα: πρώτον ότι διάβαζα την ωραιότερη κωμωδία, δεύτερον, το μυστικό που μου μάθαινε ο Μπέκετ, το ίδιο που θα μπορούσαν να με διδάξουν και οι αρχαίοι δραματουργοί βέβαια: τα έργα τα γράφουμε στη σκηνή, ευρισκόμενοι νοερά στη σκηνή, δεν τα μεταφέρουμε στη σκηνή. Μιμούμαστε ιδιολέκτους, αισθήματα, τη ζωή εντέλει, δεν τα αντιγράφουμε με μαγνητόφωνα ή με κάμερες. Οπως έγραφε ο Στανισλάφσκι, στη σκηνή για να υποδυθείς το χαλαρό, μόνο χαλαρός δεν είσαι• το ίδιο κι ο σκηνικός λόγος: μοιάζει προφορικός, ας πούμε, μόνο προφορικός δεν είναι. Υπ' αυτή την έννοια, λοιπόν, και η αγαπημένη πόλη και το πένθος των δύο προσώπων του έργου βρίσκονταν στο ρευστό της μνήμης μου και ήταν μιμήσεις αισθημάτων μου».

Κριτικές: "Το Σκοτεινό Νησί"

Μύθος από το μέλλον σχολιάζει το σήμερα


Του Μακη Πανωριου

Αντώνης Νικολής: Το σκοτεινό νησί, νουβέλα, «Εμπειρία Εκδοτική», Αθήνα 2008, σελ.: 172

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Ακόμη κι όταν ο μύθος τοποθετείται στο ζοφερό μέλλον, είτε υπό την έννοια της «προφητείας» είτε της μετεξέλιξης του παρόντος, στην πραγματικότητα σχολιάζει το παρόν. Που δεν είναι παρά το αύριο του παρελθόντος, αν μπορεί να μεταχειριστεί κανείς αυτό το «παράδοξο» ιδεολογικό σχήμα, προκειμένου να «εικονογραφήσει» ένα σήμερα-παρόν του οποίου οι συντεταγμένες συγκεντρώνουν όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις για ένα τουλάχιστον αδιεξοδικό, επικείμενο μέλλον.

Κριτικές: «Ο κ. Εμμανουήλ και ο ... Ροΐδης»

«Ο κ. Εμμανουήλ και ο ... Ροΐδης» του Αντώνη Νικολή στο Θέατρο της Ανοιξης

Ο ηθοποιός δίπλα στο συγγραφέα
Του ΜΗΝΑ ΧΡΗΣΤΙΔΗ

Την περασμένη εβδομάδα κάναμε έναν απολογισμό του θεατρικού καλοκαιριού που τέλειωσε.
Ηταν αλήθεια όμως; Τέλειωσε πράγματι το θεατρικό καλοκαίρι; Τότε, τι ήταν αυτό που είδαμε στο θέατρο της «Ανοιξης» πριν τελειώσει ο Σεπτέμβριος; Αρχή του θεατρικού χειμώνα ή συνέχεια του καλοκαιριού; Νομίζω, ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Κατά τη γνώμη μου, ήταν το θέατρο μιας νέας άνοιξης που έρχεται. Διότι το μονόπρακτο που είδαμε, «Ο κ. Εμμανουήλ και ο... Ροΐδης», του Αντώνη Νικολή, ήταν μια νέα, εντελώς πρωτότυπη, φωνή του θεάτρου μας, που είχε την τύχη να την ακούσουμε σε μια σπάνια παράσταση του Σταμάτη Φασουλή. Ενα έργο δηλαδή και μια παράσταση που, αν δεν είχε τελειώσει το θεατρικό καλοκαίρι, θα μπορούσαν κάλλιστα να πάρουν μία από τις πρώτες θέσεις αυτής της περιόδου.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Περί τα καλλιτεχνικά μας.

Ο φθόνος φυλάει τους ατάλαντους. Η παλαιότερη και πλέον συνωμοτική λέσχη: αυτή που στελεχώνεται παραβύστω από το φθόνο. Συνεδριάζει στο πηχτό υποσυνείδητο, και τα μέλη της αναγνωρίζονται, συνεργάζονται και επικοινωνούν και μόνο με τους κωδικούς των θολών βλεμμάτων. Σε περιοχές του πλανήτη θεσμικά και πολιτικά υπανάπτυκτες, τύπου Βαλκάνια - Ανατολική Ευρώπη, ο μόνος ευέλικτος, αποτελεσματικός, ισχυρός οργανισμός.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Το φαυλεπίφαυλο -σκέτο.

Εδώ που τα λέμε το φαυλεπίφαυλο, μόνο του, αρκεί. Ούτε νεοελληνικό ούτε κράτος. Δεν την αξίζουν τόση κατάντια οι άλλες δύο λέξεις. Κι ακόμα πιο σωστά, γιατί, καθώς θα κυλάει ο καιρός και θα προστίθεται μοιραία κι άλλος λαϊκισμός και η εξ αυτού διαφθορά, δε θα χρειάζεται πια να προσδιορίσουμε ποιο, όλοι θα καταλαβαίνουμε τι, (το φαυλεπίφαυλο, μα ναι, μα βέβαια, ποιο άλλο;) σαν ένα σχήμα κατ' εξοχήν.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Το φαυλεπίφαυλο...

φαυλεπίφαυλο: επίθετο, το καθ' υπερβολήν φαύλο, ει δυνατόν άπαξ, στη σύναψη το φαυλεπίφαυλο νεοελληνικό κράτος.

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Ραντεβού με το χάος...

Στα επόμενα 20 χρόνια, τα πρώτα 10 κυρίως, ο Αρκτικός Ωκεανός τους θερινούς μήνες δε θα έχει καθόλου πάγο, ο Βόρειος Πόλος θα είναι μόνο ένα νοητό σημείο σε μια απέραντη θάλασσα, προβλέπει μελέτη του πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ που δόθηκε στη δημοσιότητα χτες.

Η γη μάς ήθελε ίσους, λίγους και φτωχούς (ολιγαρκείς, -να το απαλύνω λίγο).
Για να καταφέρουμε ελάχιστα το πρώτο, από το Διαφωτισμό και δώθε, κοντά δυόμισι αιώνες, φτάσαμε στον πληθυσμό των επτά δισεκατομμυρίων και ανάμεσά τους να συγκαταλέγονται σε πολλά εκατομμύρια οι προκλητικότατα πλούσιοι.

Μέσα σε δυο - τρεις δεκαετίες να προλάβουμε τι πια;

Θα χρειαστούν προμήθειες.

Από το φθινόπωρο του 2008, πέρα από εκλογές, πρόσωπα και άλλα επουσιώδη, τη χώρα την κυβερνούν ΕΛΛΕΙΜΜΑ και ΧΡΕΟΣ. Θα απομείνει, άραγε, κανείς ή τίποτα από το ούτως ή άλλως σαθρό ιθαγενές πολιτικό σύστημα; (Σαθρό από τον πολύ λαϊκισμό, και η ερώτηση ρητορική, βέβαια.)

Να πάρουμε βαθιά ανάσα, προτείνω. Κι επίσης να προμηθευτούμε καλή και πολλή λογοτεχνία.

Έρχεται μιζέρια, έρχεται θόρυβος.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Οι πεδούκλες.

Δε θέλω ούτε μια μέρα να μη σκύψω να τις δω τις πεδούκλες στα πόδια μου. Ούτε ζηλεύω όσους τούς επιτρέπεται μ' ελεύθερες δρασκελιές να τρέχουν. Αυτοί, να τρέχουν...

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Cantarei ate que a vox me doa.

Με το που πάτησα το πόδι μου στη Λισαβόνα, πρώτο βράδυ εφέτος, η Maria da Fe: cantarei ate que a vox me doa (θα τραγουδώ όσο αντέχει η φωνή μου), να κλείνει μ' αυτό τη συναυλία της, στη σκηνή μαζί με τους πολλούς προσκεκλημένους της, τα μεγαλύτερα ονόματα του παραδοδοσιακού fado, στο coliseu. "Το έπιασα το υπονοούμενο" ψιθύρισα ευγνώμων στην αγαπημένη πόλη. Ύστερα, οι Deolinda, η έξοχη σύγχρονη εκδοχή του fado, στο φεστιβάλ του Delta Tejo. Και μαζί τους, η Sara Tavares από το Capo Verde και η Vanessa da Mata από τη Βραζιλία. Και τόσα και τόσα άλλα. Όλα μαγικά και αληθινά. Οι Πορτογάλοι επέλεξαν από χρόνια και να βαδίζουν αυθεντικοί και να σπεύδουν βραδέως.

Είναι λάθος οι συγκρίσεις, το ξέρω.



Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Να μην το ξεχάσω.

Μετά από ένα χτεσινό τηλεφώνημα και παρεμπιπτόντως που λένε. Δεν το ήξερα, δηλαδή, ότι ο ηθικολόγος με το προτεταμένο δάκτυλο είναι πάντοτε ένας διεφθαρμένος και κακόμοιρος; Ρητορική η ερώτηση. Δεν έφτασα παρά ένα πενήντα γι' αυτά τα θεμελιώδη. Απλώς χτες το είδα (το άκουσα) ολοκάθαρα: ο ηθικολόγος είναι μία γριά πονηρή, μία ραδιούργα ποντικομαμμή.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Μετά τη Λισαβόνα.

Σε λίγες μέρες θα είμαι πάλι Λισαβόνα, την πόλη - εμμονή των τελευταίων εννέα (9) χρόνων μου, επιστρέφοντας υπόσχομαι θα ασχοληθώ περαιτέρω με το παρόν (ιστολόγιο). Με πολλή καθυστέρηση βέβαια και αυτό το διάβημα (προσπαθώ να κατανοήσω ό,τι το αφορά, όπως κάτι παλαιοί στον τρίτο κόσμο τη χρήση του κινητού).