Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2 Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα. Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…
Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί, ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο οκτώ τσίχλες τη μέρα.
Ανήμερα, 10 Ιουνίου, πετούσα για Λισαβόνα. Τα αεροπορικά μού προκαλούσαν τρελό άγχος, έκανα συνήθως μισό πακέτο πριν την πτήση. Εκείνο το πρωί μαζί με τον καφέ δοκίμασα την πρώτη τσίχλα –μου φάνηκε υποκαθιστούσε πλήρως το τσιγάρο. Στον ταξιτζή για το αεροδρόμιο, γνώριμο, είπα, Σταύρο, εσύ κάπνιζε-δεν με πειράζει, εγώ το ’κοψα. Άντε, με κελαρυστό γελάκι, πότε; Πριν από μισή ώρα. Γέλασε με την ψυχή του. Και, μόλο που αναρωτήθηκα στο αεροδρόμιο μήπως το παράκανα, άντεξα, δεν άναψα. Εννοείται καλού-κακού κουβάλαγα μαζί μου τις κούτες τα BF light (που κάπνιζα τότε και δεν θα ’βρισκα το εικοσαήμερο στην Πορτογαλία), να πω επίσης θα διένυα το πιο ατάραχο πολύωρο αεροπορικό μου, καθώς χάρη στη νικορέτ δεν μου έλειψε στη διάρκεια της πτήσης η νικοτίνη.
Ένα εικοσιτετράωρο δίχως τσιγάρο! Απορία και ενθουσιασμός. Εγώ;! Ακόμα θυμάμαι την υπερένταση στο πρωινό του ξενοδοχείου. Δεύτερο εικοσιτετράωρο στην αγαπημένη πόλη την επτάλοφη, όπου παλιά (το 2006, έκτη από τις δώδεκα σερί χρονιές) δεν προλάβαινα να τελειώσω το τσιγάρο, ξανάρχιζε ανηφόρα, τώρα τις ανέβαινα, «Εγώ εδώ κανονικά βήχω!» –η πρώτη νικηφόρα ιαχή.
Οι τσίχλες έβαιναν μειούμενες, τις χρειάστηκα συνολικά για είκοσι μέρες, τις τρεις τελευταίες μάσαγα μία μόνο, το βράδυ, και ήδη τα οφέλη ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία: στο γυμναστήριο στον διάδρομο έφτασα και τη μία ολόκληρη ώρα τρέξιμο, εγώ που γύρω στα δώδεκα λεπτά ήμουνα όλο γκούχου γκούχου, ανέβαινα-κατέβαινα σκάλες με πρωτόγνωρη ευεξία, κοιμόμουν καλύτερα, άλλαξε το χρώμα και η υφή του δέρματος, άκουγα συχνά, τι έκανες, Νικολή, στη μούρη σου, εσύ κάτι έκανες, κάθε σωματική (και η σεξουαλική) επίδοση αισθητά βελτιωμένη, η μνήμη στο γράψιμο δυο και τρεις φορές πιο ενεργή, επιπλέον γιατί δεν είχα περάσει στερητικό, πήρα μόνο γύρω στα τέσσερα κιλά, προφανώς απ’ την αλλαγή του μεταβολισμού. Δεν το είχα ανάγκη πια, η αλήθεια εντούτοις στη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών κάθε που έβλεπα κάποιον να το ανάβει, σκεφτόμουν, οκ, δεν το αποζητώ, αλλά έχει απόλαυση το μαλακισμένο, για ακόμη έξι, καθημερινά σταθερά λιγότερο, πάντως το ανακαλούσα σαν κάτι ευχάριστο, στον χρόνο πάνω, ωστόσο, το ξέχασα. Πια δεν καταλάβαινα τι ακριβώς απολαμβάνει ένας καπνιστής, έκανα μάλιστα τη σκέψη, αν μου πούνε τώρα οι γιατροί μού μείνανε έξι μήνες ζωής, δεν το ξαναρχίζω, για ποιο λόγο να τους ζήσω λιγότερο ποιοτικά.
Έκτοτε, όπως εδώ τώρα, δεν χάνω ευκαιρία να αφηγούμαι την απεξάρτησή μου, τη μεγάλη μου οφειλή στη Ράνια Ζερμπίνη και στη nicorette, κυρίως γιατί ίσαμε τότε κανείς δεν μου απαριθμούσε τα θετικά, αντίθετα όλοι τους τα αρνητικά, πόσο επιζήμιο στην υγεία το κάπνισμα∙ δεν υπάρχει πιο λάθος τακτική, τίποτε δεν στέλνει πίσω στο τσιγάρο έναν καπνιστή όσο το άγχος και ο φόβος του θανάτου. Το κάπνισμα νικιέται απ’ αυτό που δεν είναι πραγματικά: από τη χαρά της ζωής, την καθαρή ανάσα, τη σωματική και πνευματική ευεξία.
Πέρασαν τα χρόνια και στο σταυροδρόμι Σικίνου και Λένας Καραγιάννη, πάλι στην Αθήνα, ακούω να με φωνάζει ένας εβδομήντα-φεύγα, «Έι, εσύ δεν είσαι ο ανιψιός του Χατζημάρκου», του αδερφού της μαμάς στον τρίτο, δεν θυμόταν το όνομά μου, μου απευθυνόταν ο κυρ-Δημήτρης, σαν τον αναγνώρισα, ο υδραυλικός της πολυκατοικίας μας, «έλα και μ’ έχει φάει η γυναίκα μου, σε ψάχνει, τότε που μου ’λεγες για τη νικορέτ» –ενώ κάτι μου’ φτιαχνε στον νεροχύτη της κουζίνας–, «πήγα την αγόρασα, το ’κοψα, σωθήκαμε, η γυναίκα μου όποτε το θυμηθεί, βρες εκείνον τον καλό άνθρωπο να του μαγειρέψω όπως δεν μαγείρεψα σε κανέναν!»
Κι ένα τελευταίο: η ενδυνάμωση. Εμπεδώνεις αυτοπεποίθηση, αυτοκυριαρχία. Ύστερα μπορείς να επιβληθείς και σ’ άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα. Ούτε μια, ούτε δυο φορές που μονολόγησα: Εδώ τα κατάφερα με το κωλοτσίγαρο, μ’ αυτή τη μιζέρια ή σ’ αυτό τον μαλάκα θα κωλώσω...


