Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο οιωνός / εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης (Ιλ. Μ. 196 – 209 και 237 – 243).

(Ένας ο άριστος σύμβουλος, η λογική. Η αρχή της ελευθερίας.)
 
(196 – 209) Οι νέοι που ακολουθούσαν τον Πολυδάμαντα και τον Έκτορα ήταν οι περισσότεροι και οι πιο γενναίοι και είχαν το μεγαλύτερο μένος να γκρεμίσουν το τείχος και να κάψουν με φωτιά τα πλοία, όμως στέκονταν ακόμα στην τάφρο και ταλαντεύονταν, και ο λόγος, ότι, ενόσω ενθουσιασμένοι προχωρούσαν, ήρθε ψηλά πάνω τους ένα πουλί, ένας αετός από αυτούς που πετούν στα ύψη, απ’ τ’ αριστερά του στρατού, κρατώντας στα νύχια του ένα πελώριο κατακόκκινο φίδι, ζωντανό, που ακόμα σπαρτάραγε και που δεν είχε χάσει την επιθετική του ορμή∙ γιατί, όπως το κράταγε, εκείνο στράφηκε λυγισμένο προς τα πίσω και τον δάγκωσε στο στήθος κοντά στο λαιμό. Κι ο αετός απ’ τη σουβλιά του πόνου το 'ριξε χάμω στο μέσον του στρατού, κι αφού έβγαλε ένα στριγκό κρώξιμο πέταξε κατά την πνοή του ανέμου. Οι Τρώες, λοιπόν, ρίγησαν από φόβο μόλις είδαν το αστραφτερό φίδι να κείτεται στο μέσον τους, φοβερό σημάδι του Δία που κρατάει την αιγίδα. (…)
(237 – 243) (Λίγο αργότερα, για τον ίδιο οιωνό, ο Έκτορας στον Πολυδάμαντα:) Με προτρέπεις να πιστεύω σε οιωνούς που ανοίγουν διάπλατα τις φτερούγες τους. Εγώ αυτούς δεν τους δέχομαι ούτε τους χαλαλίζω την προσοχή μου είτε δεξιά κατευθύνονται προς την αυγή και τον ήλιο είτε αριστερά προς το ζοφερό σκοτάδι. Εμείς αντίθετα δίνουμε πίστη στη θέληση του μεγάλου Δία που βασιλεύει σ’ όλους τους θνητούς και τους αθάνατους. Ένας είναι ο άριστος οιωνός, το να πολεμάμε για την πατρίδα.

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Μ, στίχοι 196 – 209 και 237 – 243]