Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Ο θάνατος του Πάτροκλου: unfair του Απόλλωνα; (Ιλ. Π. 783 – 796, 801 – 809, 816 – 822).


(Unfair του Απόλλωνα; Όμως εκτελεί εντολές του Δία. Ή μήπως το θάνατο του Πάτροκλου τον επιβάλλει η οικονομία της αφήγησης, σαν να λέμε η ίδια η ανάγκη ή η τάξη του κόσμου;
Επίσης, σημειωτέα, όχι πρώτη φορά, η αφήγηση στο β’ πρόσωπο. Ο αφηγητής στιγμιαία απευθύνεται στον ήρωά του, εδώ στον Πάτροκλο, όπως συχνά προς τις μούσες στο σύνολό τους, ή ιδιαίτερα μόνο προς την Καλλιόπη.)

(783 – 796) Κι ο Πάτροκλος όρμησε με κακή διάθεση ενάντια στους Τρώες. Τρεις απανωτές φορές έπεσε πάνω τους, ίδιος με τον ακαριαίο Άρη, βγάζοντας τρομερές ιαχές, και σκότωσε τρεις φορές από εννέα άντρες. Όταν όμως ρίχτηκε για τέταρτη φορά, ίδιος στην ορμή με θεό, -τότε πια, Πάτροκλε, φάνηκε το τέλος της ζωής σου-, γιατί βρέθηκε απέναντί του ο Φοίβος, στη σκληρή μάχη φοβερός. Κι ο Πάτροκλος μες στην ταραχή δεν τον κατάλαβε που ερχόταν, γιατί τον πλησίασε καλυμμένος με πολλή ομίχλη. Στάθηκε μάλιστα πίσω του και τον χτύπησε στην πλάτη και στους πλατιούς ώμους με την παλάμη του χεριού, και τότε τα μάτια του στριφογύρισαν από τη ζάλη. Κι ο Φοίβος Απόλλωνας του πέταξε απ’ το κεφάλι την περικεφαλαία, κι αυτή κατρακύλησε και βρόντηξε με μεταλλική κλαγγή κάτω στα πόδια των αλόγων, η περικεφαλαία με τις οπές στη θέση των ματιών, η τρίπτυχη, και λερωθήκαν οι αλογίσιες τρίχες του λοφίου της με αίματα και με χώματα. 

(801 – 809) Του κομματιάζει κιόλας ολόκληρο το δόρυ με το μακρύ κοντάρι που κρατούσε στα χέρια του, το βαρύ, το μεγάλο, το στιβαρό, το οπλισμένο με λόγχη∙ επιπλέον έπεσε απ’ τους ώμους του χάμω η ασπίδα η γεμάτη κρόσσια μαζί με τον πλατύ ιμάντα της. Του έλυσε και το θώρακα ο βασιλιάς Απόλλωνας, ο γιος του Δία. Και του Πάτροκλου το μυαλό έπαθε σύγχυση, και παρέλυσαν τα στιλπνά αλειμμένα με λάδι μέλη του, και στεκόταν σαστισμένος. Του ’ριξε τότε από πίσω στην πλάτη ανάμεσα στους ώμους κι από μικρή απόσταση το αιχμηρό δόρυ του ένας άντρας Δάρδανος, ο γιος του Πάνθου, ο Εύφορβος, που ξεχώριζε ανάμεσα στους συνομήλικούς του και στο δόρυ, και στη δεξιότητα με τα άλογα, και στην ταχύτητα των ποδιών.
(816 – 822) Κι ο Πάτροκλος καταβεβλημένος από το χτύπημα του θεού κι από το δόρυ, για ν’ αποφύγει το θάνατο, οπισθοχωρούσε προς το πλήθος των συντρόφων του. Ο Έκτορας, όμως, μόλις είδε το γενναίο Πάτροκλο χτυπημένο απ’ το μυτερό χαλκό να υποχωρεί προς τα πίσω, ήρθε κοντά του μέσ’ απ’ τις γραμμές και τον χτύπησε με το δόρυ πολύ χαμηλά στο λαγόνι, κι ο χαλκός τού διαπέρασε το κορμί. Και ο Πάτροκλος έπεσε στη γη με βρόντο, πράγμα που βάρυνε με μεγάλη θλίψη το στρατό των Αχαιών.

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Π, στίχοι 783 – 796, 801 – 809, 816 – 822]