Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

ROBERT MUSIL: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ χωρίς ιδιότητες.

(Τόμοι Ι και ΙΙ, αντίστοιχα 792 και 769 σελίδες, μετάφραση Τούλα Σιετή, εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1992.)
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουμε σποραδικά και λίγο, που μένουν στοιβαγμένα για καιρό στο κομοδίνο μας. Ο Προυστ, ο Τζόυς, ο Μούζιλ, ο Μπροχ, ο Πεσσόα κ.ά. Αλλόκοτη, δυνατή, γοητευτική αφήγηση -και άλλα, κάθε φορά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά-, βεβαίως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε στις ρηξικέλευθες, -από επιλογή- μοναχικές μεγαλοφυΐες του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Αν και πρωταρχική αρετή της αφήγησης στην επική ή τη δραματική ποίηση ή στην πεζογραφία ανέκαθεν θεωρείται η προοικονομία / το σασπένς, οι δημιουργοί αυτοί, διερευνούν στα όρια της λογοτεχνίας και άλλα, ιδίως όμως τη χειραφέτηση της αφήγησης από την ανέλιξη της πλοκής. Μετατοπίζουν το κέντρο από το τι στο πώς, με ποια υλικά, το αφηγούμαστε. Είναι παραπάνω από σίγουρο ότι οι ίδιοι βιώνουν ελευθερία και καθαρή δημιουργική απόλαυση, πολύ συχνά εξάλλου αδιαφορούν ακόμα και για τον τελικό τους προορισμό, αφήνοντας πίσω τους έργα ανολοκλήρωτα, περίπου σαν ανοιχτές διόδους προς τα εργαστήριά τους. Γιατί -ας μου επιτραπεί- αυτό κυρίως κληροδοτούν οι εν λόγω (ίσως και συνολικότερα η νεωτερικότητα): τολμηρά διαβήματα ελευθερίας και ενίοτε επισκέψιμα πολύ πλούσια (σε εργαλεία, τεχνικές και μυστικά) εργαστήρια.
Υπ' αυτήν την έννοια, λοιπόν, έργα που απαιτούν από τον αναγνώστη τους ή την ωριμότητα της λογοτεχνικής κατάρτισης ή το ειδικό ενδιαφέρον του τεχνίτη ή του ερευνητή. Ή ίσως και τα δυο. Αν συνυπολογιστεί μάλιστα και μια ισχυρή τάση φυγής, ας πούμε από το ζόρι των καιρών (να ζεις σε μια γλώσσα κι έναν τόπο, όπου από τον πολύ λαϊκισμό είναι αδύνατον πια να αρθρωθεί το στοιχειώδες), τι άλλο από το να καταφύγεις ικέτης στην ελευθερία (την εσωτερική) εκείνων των ανθρώπων.
Το "Ο Άνθρ. χ. ιδ." είναι το έργο ζωής του Μούζιλ. Αρχίζει να το γράφει το 1919, στα 39 του, και όσο ζει δε θα προλάβει να το ολοκληρώσει. Τελευταία σημείωσή του, τη μέρα του θανάτου του, 15 Απριλίου 1942.


Τυπικά πρόκειται για μια ιστορία που διαρκεί ένα χρόνο: από το 1913 έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. [Στον πρώτο τόμο, ο 32χρονος Ούρλιχ, ο άνθ. χ. ιδ., οι φίλοι του, ο Βάλτερ και η Κλαρίσσε (το προσωνύμιο άνθρ. χ. ιδ. το χρωστάει στον Βάλτερ που μ' αυτό εννοεί ότι ο Ούλριχ δεν έχει καμία ιδιαίτερη δεξιότητα), η Μποναντέα, η γυναίκα που κατά διαστήματα τον διεκδικεί ως εραστή, ο Μοοσμπρούγκερ, ένας μάλλον ψυχωσικός δολοφόνος μιας νεαρής πόρνης, του οποίου το έγκλημα απασχόλησε τον τύπο της εποχής, η γνωριμία του Ούλριχ μετά από προτροπή του πατέρα του με την εξαδέλφη του, την Ερμελίντα Τούτσι, σύζυγο του διπλωμάτη Τούτσι, (ο Ούλριχ θα την ονομάζει Διοτίμα), στο σαλόνι της οποίας ο κόμης Λάινσντορφ θα συντονίζει τις επαφές και την επικοινωνία με τα μέλη της Πατριωτικής Δράσης (ομίλου που συμπτύσσει στην προσπάθειά του κατά την επομένη χρονιά, όταν θα συμπίπτουν τριαντάχρονο και εβδομηντάχρονο ιωβηλαία του Γερμανού και Αυστριακού αυτοκράτορα αντίστοιχα, να μην επισκιαστούν οι αυστριακές εκδηλώσεις από τις γερμανικές, στην πραγματικότητα, να συγκαλυφθούν οι διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό της αυστροουγγρικής επικράτειας όσο και να περιοριστούν οι κινήσεις εκγερμανισμού της), διάφορα πρόσωπα, ο κοσμοπολίτης πολυεκατομμυριούχος Δρ. Αρνχάιμ με το νεαρό μαύρο υπηρέτη του, τον Σόλιμαν, (η σχέση του Σόλιμαν με τη Ραχήλ, την υπηρέτρια της Διοτίμας, που θα φτάσει ως το σεξ, αντίθετα με το φλερτ των κυρίων τους, Διοτίμας και Αρνχάιμ, οι οποίοι θα διστάσουν), η αποτυχημένη απόπειρα να κάνουν έρωτα ο Ούλριχ και η νεαρή Γκέρντα, ο Βάλτερ που θέλει να αποκτήσει παιδιά με την Κλαρίσσε, η οποία όμως προτιμά τον Ούλριχ για πατέρα των παιδιών της, τέλος το τηλεγράφημα που ειδοποιεί για το θάνατο του πατέρα του Ούλριχ. Ο δεύτερος τόμος ξεκινάει με το ταξίδι στο τρένο για το πατρικό, την κηδεία του πατέρα και την αναθέρμανση της σχέσης του Ούλριχ με την Αγάθη, την 27χρονη αδελφή του. Η Αγάθη υπήρξε μετά από πρώτο βραχύβιο γάμο χήρα και από το δεύτερο γάμο της, με τον καθηγητή Λυκείου Χαγκάουερ, θέλει πάση θυσία να απαγκιστρωθεί. Λίγο καιρό αφότου επιστρέψει στη Βιέννη ο Ούλριχ, θα ρθει να εγκατασταθεί σπίτι του και η Αγάθη. Η τρυφερότητα ανάμεσά τους. Η Αγάθη γνωρίζει τον καθηγητή Λίντνερ, έναν ψυχαναγκαστικό και θεοσεβή χήρο που ζει με τον έφηβο γιο του Πέτερ. Ανάμεσα στα δύο αδέλφια, Ούλριχ και Αγάθη, οι τρυφερότητες όλο και περισσότερο θυμίζουν ηλεκτρισμένες πρώτες ερωτικές περιπτύξεις. Η Αγάθη βρίσκει και διαβάζει ένα ιδιότυπο ημερολόγιο του Ούλριχ. Οι σημειώσεις του Ούλριχ, όπως παρατίθενται αυτούσιες, υπάγονται από άποψη φιλολογική στο φιλοσοφικό δοκίμιο.]
Γενικότερα, τον Μούζιλ, παρόλο που και ψυχολογεί και εντάσσει τους ήρωες και τις δράσεις τους στο κοινωνικό ή το ευρύτερο ιστορικό τους πλαίσιο, φαίνεται πολύ περισσότερο να τον απασχολεί η φευγαλέα και αποσπασματική κίνηση της σκέψης τους. Σκηνοθετεί, περιγράφει ή αφηγείται με αδρές γραμμές, αλλά και πολύ γρήγορα εγκαταλείπει το σκηνικό ή τα σώματα των ηρώων του, για να παρακολουθήσει τις αδύναμες τροχιές καθώς διαπλέκονται και σταδιακά διαλύονται των σκέψεών τους. Έτσι, διαδραματίζονται ελάχιστα εξωτερικά πράγματα, πολύ λίγο μεταβάλλονται τα δεδομένα της πλοκής στην έκταση των δύο πολυσέλιδων τόμων. Κι όμως, αντίθετα, το κουβάρι της αφήγησης, συντεθειμένο με πολλή έμπνευση, όλο από ατόφιο υλικό της τέχνης, αναλύεται στο νου του αναγνώστη σε δυνατά, σε φωτεινά και σε εναργή καθώς διακλαδίζονται στη σκέψη του, νήματα.
[Ο Μούζιλ πεθαίνει πριν από το τέλος του Δεύτερου Πολέμου, άρα το πιθανότερο δε θα πληροφορηθεί το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα. Ίσως γι' αυτό αξίζει να μελετήσει κανείς στον Άνθ. χ. ιδ. τις λεπτές, ποικίλες, μικρές - μεγάλες φλέφες του αντισημιτισμού, όπως αβίαστα παρεισφρέουν στο κείμενο από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της Ευρώπης του Μεσοπολέμου. Φέρ' ειπείν στο φοιτητικό περιβάλλον της Γκέρντας, (της κόρης του Εβραίου διευθυντή της Lloyd Bank, Λέο Φίσερ, και της συζύγου του, της Αυστριακής Κλεμεντίνε), οι νέοι με το χριστιανο-γερμανικό φρόνημα, ιδίως ο Χανς Ζεπ, ο γιος της μικρεμπόρισσας με άλλα αδέλφια, έξοχο πορτρέτο νεαρού (φασίζοντος) μικροαστού.]
Κατά διαστήματα εγκιβωτίζει εν είδει μικρών αφηγημάτων, κλασικότροπες αφηγήσεις, όπως στον πρώτο τόμο (σελ. 249 - 251), τη μεταγωγή του Μοοσμπρούγκερ σε άλλη φυλακή, ή στην αρχή του δεύτερου, όλες τις σκηνές της κηδείας του πατέρα, ή παρακάτω την πρώτη επίσκεψη της Κλαρίσσε και των υπολοίπων στο ψυχιατρείο.
Όπως και όταν -σπάνια- δίνει πορτρέτα, φροντίζει εμμέσως επίσης να υπενθυμίσει πως αν δεν το συνηθίζει, δεν είναι γιατί δεν το μπορεί. Μερικά παραδείγματα:
(Ι, σελ. 314) "Ήταν ένας στρατηγός όχι πολύ γεροδεμένος, με κοιλίτσα, κι ένα βουρτσάκι χειλιών στη θέση του μουστακιού."
(Ι, σελ. 535) "Αυτή η φωνή της θείας Τζέην ήταν πασπαλισμένη με αλεύρι, ακριβώς σαν γυμνό χέρι βουτηγμένο σε πολύ ψιλαλεσμένο αλεύρι. Ήταν μια επικαλυμμένη, παναρισμένη με απαλότητα φωνή. Αιτία: το γεγονός ότι έπινε πάρα πολύ σκέτο καφέ και κάπνιζε μακριά, λεπτά, βαριά πούρα Βιρτζίνια, που μαζί με την ηλικία είχαν μαυρίσει και φθείρει τα δόντια της."
(Ι, σελ. 661) [η θέα του Χανς Ζεπ, του νεαρού φίλου της Γκέρντας] "με τα λιπαρά όρθια μαλλιά, την απεριποίητη επιδερμίδα, τις απαίσιες αδιάκριτες κινήσεις, το χείμαρρο των λέξεων που στον αφρό του κρεμόταν ένα πέπλο ενδόμυχο σαν πέτσα τραβηγμένη από την καρδιά."
(ΙΙ, σελ. 146) "Είχε κορμί σαν σακί γεμάτο χαλίκια και το πρόσωπό της δεν ακτινοβολούσε συμπάθεια, αλλά ήταν αρχομανές και φιλόνικο."
Παράδοξες, αιφνιδιαστικές επιλογές, εικόνες και σχήματα αναπάντεχα αλλά δίχως ίχνος επιτήδευσης. Προτιμώ να παραθέσω αποσπάσματα, -τα σχόλια περισσεύουν.
(Ι, σελ. 12) "Οι πόλεις αναγνωρίζονται από την περπατησιά τους, όπως και οι άνθρωποι."
(Ι, σελ. 38) "Το πράγμα μάς έχει στο χέρι. Κινείται κανείς μέρα νύχτα εντός του και κάνει κι όλα τ' άλλα εκεί μέσα: ξυρίζεται, τρώει,κάνει έρωτα, διαβάζει βιβλία, ασκεί το επάγγελμά του, σαν να στέκονταν οι τέσσερις τοίχοι ακίνητοι, ενώ το τρομακτικό είναι ότι οι τοίχοι ταξιδεύουν χωρίς να το καταλαβαίνει και ότι ρίχνουν μπροστά τις ράγες τους σαν μακριά κυρτά ψηλαφητά νήματα άγνωστο προς τα πού."
(Ι, σελ. 63) "...[Η Κλαρίσσε] αν και τελείως άμουση, διέθετε δέκα νευρώδη δάκτυλα πιανίστα και αποφασιστικότητα. Ασκούνταν μέρες ολόκληρες και κέντριζε τα δάκτυλά της σαν δέκα ισχνά βόδια που είχαν να ξεκολλήσουν απ' το βυθό κάτι απίθανα βαρύ."
(Ι, σελ. 109) "Τον είχε κυριεύσει η εκκεντρικότητα του γυναικείου χεριού, ενός κατά βάση ξεδιάντροπου οργάνου του ανθρώπου που ψηλαφίζει τα πάντα σαν μουσούδι σκύλου, αλλά που δημοσία είναι η έδρα της πίστης, της ευγένειας και της τρυφερότητας."
(Ι, σελ. 182) "Οι λέξεις πηδάνε σαν πίθηκοι από δέντρο σε δέντρο, αλλά στη σκοτεινή περιοχή, που είναι οι ρίζες μας, στερούμαστε τη φιλική τους μεσολάβηση."
(Ι, σελ. 469) "...αναμενόταν ένας άντρας που θα είχε τη μοναξιά της μεγαλοφυΐας, αλλά συνάμα και την ιδιότητα να είναι καθολικά κατανοητός όπως ένα χελιδόνι."
(Ι, σελ. 501) "Ο ύπνος του Γενικού Γραμματέα Τούτσι δεν ήταν πια ο παλιός της αθωότητας αλλά του φιδιού, που μέσα στο κορμί του έχει ένα λαγό".
(Ι, σελ. 523) "Οι μέρες λικνίζονταν πέρα δώθε σχηματίζοντας εβδομάδες."
(Ι, σελ. 768) "Οι περισσότεροι άνθρωποι ως προς τη βασική σχέση με τον εαυτό τους είναι αφηγητές. ...Η εντύπωση ότι η ζωή τους έχει μια "πορεία" τούς κάνει να νιώθουν κατά κάποιο τρόπο ασφαλείς  μέσα στο χάος."
(ΙΙ, σελ. 19) "Ο νεκρός: ο ταξιδιωτικός σάκος της ζωής."
(ΙΙ, σελ. 46) "Ο Ούλριχ χαμογέλασε και αποκρίθηκε: Νιώθω τόσο μελοδραματικά όσο ένα σκυλί στο φεγγαρόφωτο!"
(ΙΙ, σελ. 141) "Κι αυτή η "πίστη" είναι σχεδόν μια μοίρα παρόμοια, όπως εάν σας ερχόταν η ιδέα να καθίσετε με ολόκληρη την αξιότιμη προσωπικότητά σας πάνω σε ένα καλάθι με αυγά για να κλωσήσετε το άγνωστο περιεχόμενό του."
(ΙΙ, σελ. 200) "...τα σουέτ γάντια που μαζί με το πομπέ καπέλο ήταν σαν νεκρή φύση εντιμότητας στα γόνατά του..."
(ΙΙ, σελ. 316) "Ένιωσε [η Αγάθη] θαυμασμό για τη Διοτίμα με την ίδια ανεμελιά με την οποία θα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό μπροστά σε ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας: απλούστατα δεν ανακατεύεται κανείς στο ακατανόητο έργο της διάδοσης του φωτός."
(ΙΙ, σελ. 383) "...ο άντρας στάθηκε αμέσως προσοχή και δίνοντας την πρέπουσα απάντηση έδειξε δυο σειρές δόντια που κατά παράξενο και ανησυχητικό τρόπο θύμιζαν δυο σειρές ταφόπετρες."
(ΙΙ, σελ. 464) "Και την ίδια στιγμή τής συνέβη κάτι που δε φάνηκε να εκπορεύεται από τη βούληση αλλ' απ' έξω: το νερό του καταρράκτη έξω από τα παράθυρα έγινε ξαφνικά σαρκώδες σαν ανοιγμένο φρούτο κι η φουσκωμένη μαλακότητά του μπήκε ανάμεσα σ' εκείνην και τον Ούλριχ."
(ΙΙ, σελ. 641) "Μια τεράστια τάξη που τελικά δεν είναι παρά τεράστιος παραλογισμός, αυτό ήταν τότε ο κόσμος."
Και τέλος, θα ήμουν άδικος να μη σημειώσω τον τεράστιο μόχθο που απαιτήθηκε για τη μετάφραση ενός τέτοιου κειμένου.