Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα: Ο Γατόπαρδος.


Ο Giuseppe Tomasi di Lampedusa (Παλέρμο 1896-Ρώμη 1957), αριστοκρατικής καταγωγής και ο ίδιος, στο μοναδικό μυθιστόρημά του, και που εκδόθηκε έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, το 1958, με ήρωα τον Ντον Φαμπρίτσιο, ισχυρό ακόμη Σικελό Πρίγκιπα ντι Σαλίνα, ιστορία που διαδραματίζεται κυρίως στη διετία 1860-1862, καταγράφει την επερχόμενη πτώση των αριστοκρατών αλλά και την ανταγωνιστικά ανερχόμενη νέα τάξη, την αστική, όπως διαφαίνεται και μέσ’ απ’ το ειδύλλιο του αγαπημένου ανιψιού του Πρίγκιπα, του γοητευτικού όσο και άφραγκου Ταγκρέντι, με την κόρη του άξεστου όμως βαθύπλουτου ντον Καλότζερο, την όμορφη Αντζέλικα. Η πλοκή είναι μάλλον υποτυπώδης, η αφήγηση είναι περισσότερο εσωτερική, στοχασμός πολύ κοντά στην ειρωνεία αλλά και με τους αδιόρατους τόνους της ρέμβης.  
Πολύ δυνατή, καθαρή λογοτεχνία. Ο Λαμπεντούζα χάρηκε στιγμές απαράμιλλης οικονομίας. Κομμάτια ολόκληρα όπου ο λόγος εντυπώνεται σχεδόν τρισδιάστατος. Δεν βλέπεις, δεν ακούς ή δεν αισθάνεσαι μόνο∙ μεταφέρεσαι ολόκληρος μέσα στην αφήγηση. Η λογοτεχνία είναι μόνο, μα μόνο αφήγηση. Αφήγηση μύθων. Και η πλοκή ένα πρόσχημα ή ένα επιφανειακό μόνο έναυσμα για την ανέλιξη του μύθου. Ακόμα και όταν ερμηνεύει το ιστορικό γίγνεσθαι, η σκέψη του Λαμπεντούζα, διαθλασμένη αυθεντικά μέσα απ’ τον νου των ηρώων του, αποδίδει περισσότερο έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στα ανθρώπινα, και πάντως δεν ρητορεύει, δεν πολιτικολογεί. Που είναι και ο λόγος για την αμηχανία που προξένησε σε πολλούς το μυθιστόρημα επί τη εκδοτική εμφανίσει του. Ένα καλό παράδειγμα, το απόσπασμα (σελ. 231): Ο Πρίγκηπας ήταν αποκαρδιωμένος. Σκεφτόταν: «Όλα αυτά δεν θα έπρεπε να διαρκέσουν για πολύ ακόμη. Και όμως θα διαρκέσουν για πάντα∙ πάντα, σύμφωνα με τους ανθρώπινους νόμους, σημαίνει ένα δύο αιώνες… έπειτα θα αλλάξουν όλα, αλλά προς το χειρότεο. Εμείς ήμασταν οι Γατόπαρδοι, οι Λέοντες∙ εκείνοι που θα μας αντικαταστήσουν θα είναι τα τσακάλια, οι ύαινες∙ κι όλοι μαζί, Γατόπαρδοι, τσακάλια και πρόβατα, θα εξακολουθήσουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε το άλας της γης». Οι λογοτέχνες δεν φιλοσοφούμε εκ του προχείρου, δεν αποδεικνύουμε μα ούτε διδάσκουμε τίποτε.
Να πω επίσης, μετά και τη δεύτερη επίσκεψή μου στη Σικελία, στο Παλέρμο ιδιαίτερα, δεν γινόταν να αναβάλλω άλλο τον Γατόπαρδο. Μα κι αν δεν είχα πάει, το καλύτερο απόσταγμα της εμπειρίας του νησιού είναι εκεί: τυχερή η Σικελία που αξιώθηκε ένα τόσο σπουδαίο έργο. Είδα έφηβος την ομώνυμη βασισμένη στο μυθιστόρημα του Λαμπεντούζα ταινία του Βισκόντι, θυμάμαι ένα-δυο εικόνες. Έχω περιέργεια να την ξαναδώ: έστω και Βισκόντι, πώς το αποτόλμησε να αναμετρηθεί, και δη με τα φτωχά μέσα του σινεμά, μ’ ένα τόσο μεγάλο λογοτέχνημα...

Μερικά αποσπάσματα:

Σελ. 134: Η χαρά που αποκόμιζε από τις μέρες του κυνηγιού βρισκόταν αλλού και αποτελούνταν από πολλά μικρά επεισόδια. Άρχιζε με το ξύρισμα μέσα στο ακόμη σκοτεινό δωμάτιο, υπό τη φλόγα του κεριού που πρόβαλλε εμφατικά τις κινήσεις του στη φατνωτή οροφή με τις ζωγραφισμένες παραστάσεις∙ γινόταν πιο έντονη καθώς διέσχιζε τα αποκοιμισμένα σαλόνια, παραμερίζοντας, στο τρεμάμενο φως της λάμπας, τα τραπέζια με τα ανάκατα τραπουλόχαρτα, μαζί με μάρκες και άδεια ποτήρια, ανάμεσα στα οποία διέκρινε το βαλέ σπαθί, που του απηύθυνε έναν αρρενωπό χαιρετισμό∙ τούτη η απόλαυση συνεχιζόταν καθώς περνούσε μέσα από τον ασάλευτο μισοφωτισμένο γκρίζο κήπο, όπου τα πιο πρωινά πουλιά πετάριζαν και τίναζαν τα φτερά τους για να διώξουν τις δροσοσταλίδες∙ και, τέλος, καθώς δρασκέλιζε το παγιδευμένο από τον κισσό πορτάκι∙ με λίγα λόγια ήταν η απόλαυση της απόδρασης.

Σελ. 144-145: Εκείνο το πρωινό, λίγο προτού φτάσουν στην κορφή του λόφου, ο Αργκούτο και η Τερεζίνα άρχισαν τον τελετουργικό χορό του σκύλου που έχει μυριστεί θήραμα: ερπυσμοί, κοκαλώματα, προσεκτικό ανασήκωμα του ποδιού, πνιγμένα αλυχτήματα∙ ύστερα από λίγα λεπτά ξεπετάχτηκαν μέσα από το χορτάρι κάτι γκριζωπά τριχωτά οπίσθια, και δυο σχεδόν ταυτόχρονες τουφεκιές έβαλαν τέλος στη σιωπηλή αναμονή. Ο Αργκούτο απόθεσε στα πόδια του Πρίγκιπα ένα ετοιμοθάνατο ζωάκι. Ήταν ένα αγριοκούνελο: ο διακριτικός τριχωτός μανδύας του στο χρώμα του πηλού δεν είχε καταφέρει να το σώσει. Φρικτές πληγές τού είχαν ξεσχίσει τη μουσούδα και το στήθος. Ο Ντον Φαμπρίτσιο είδε να καρφώνονται πάνω του δυο μεγάλα μαύρα μάτια, που γρήγορα σκεπάστηκαν μ’ ένα γλαυκό πέπλο, και συνέχισαν να τον κοιτάνε άκακα αλλά γεμάτα οδυνηρή έκπληξη, η οποία στρεφόταν ενάντια στην όλη τάξη των πραγμάτων. Τα βελούδινα αυτιά είχαν ήδη παγώσει, τα σφριγηλά ποδαράκια έκαναν ρυθμικές συσπάσεις, υποδηλώνοντας την προσπάθεια μιας περιττής απόδρασης. Το ζώο πέθαινε και βασανιζόταν από μια εναγώνια ελπίδα σωτηρίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και σε πολλούς ανθρώπους. Νόμιζε πως μπορούσε ακόμη να τα καταφέρει, ενώ το είχε ήδη αγκαλιάσει ο θάνατος. Καθώς τα σπλαχνικά ακροδάχτυλα χάιδευαν την αξιοθρήνητη μουσουδίτσα, το ζωάκι σκίρτησε για τελευταία φορά και πέθανε. Ο Ντον Φαμπρίτσιο με τον Τουμέο είχαν όμως περάσει ευχάριστα την ώρα τους. Ο πρώτος μάλιστα, εκτός από την ευχαρίστηση να σκοτώνει, είχε νιώσει και την κατευναστική απόλαυση να συμπονά.

Σελ. 197-198. (…) Η έπαυλη της οικογένειας Σαλίνα πριν ογδόντα χρόνια είχε αποτελέσει τόπο συνάντησης εκείνων των σκοτεινών απολαύσεων που είχαν διασκεδάσει τον ετοιμοθάνατο δέκατο όγδοο αιώνα∙ η αυστηρή βασιλεία όμως της Πριγκίπισσας Καρολίνας, η νεοθρησκευτικότητα της Παλινόρθωσης, ακόμη και η μειλίχια σαρκική φύση του ίδιου του Ντον Φαμπρίτσιο, είχαν σβήσει τα αλλόκοτα παραπτώματά του∙ τα πουδραρισμένα μικρά δαιμόνια είχαν τραπεί σε φυγή. Ήταν ακόμη παρόντα, βέβαια, αλλά σε λήθαργο. Είχαν πέσει σε χειμερία νάρκη, κάτω από σωρούς σκόνης, σε κάποια από τις σοφίτες του κολοσσιαίου κτιρίου. Ο ερχομός της όμορφης Αντζέλικα στην έπαυλη τα είχε κάπως ξυπνήσει, όπως ίσως θυμάται κανείς∙ αυτό όμως που ξαναζωντάνεψε στ’ αλήθεια τα θαμμένα ερωτικά ένστικτα του σπιτιού ήταν κυρίως ο ερχομός των δύο ερωτευμένων νέων. Τους έβρισκες παντού, αγνούς ίσως αλλά ιδιαίτερα ζωηρούς, σαν μυρμήγκια που έχουν ξυπνήσει από τον ήλιο. Η αρχιτεκτονική, η ροκοκό διακόσμηση με τις απρόβλεπτες καμπύλες έφερναν στο νου εκτάσεις γης και στητά στήθη. Κάθε εσωτερική πόρτα που άνοιγε θρόιζε σαν κουρτίνα ερωτικής κλίνης.

Σελ. 270-271: Ο Πρίγκιπας δεν είχε εντελώς άδικο. Εκείνη την εποχή, οι συχνοί γάμοι μεταξύ εξαδέλφων, υπαγορευμένοι από τη σεξουαλική νωθρότητα και από κτηματικούς υπολογισμούς, η έλλειψη πρωτεϊνών σε μια διατροφή ήδη επιβαρημένη από την πληθώρα αμύλων, η παντελής απουσία καθαρού αέρα και άθλησης, είχαν γεμίσει τα σαλόνια μ’ ένα τσούρμο κορίτσια απίστευτα κοντά, αλλόκοτα μελαχρινά, ανυπόφορα τραυλά. Οι κοπέλες αυτές περνούσαν τον καιρό τους κολλημένες η μία πάνω στην άλλη, εκτοξεύοντας εν χορώ καλέσματα προς τους φοβισμένους νεαρούς∙ βρίσκονταν εκεί μόνο για να χρησιμεύσουν ως χρωματική αντίθεση στις τρεις τέσσερις υπέροχες υπάρξεις, όπως η ξανθή Μαρία – Πάλμα και η πανέμορφη Ελεονόρα Τζαρντινέλι, οι οποίες περνούσαν, γλιστρώντας σαν κύκνοι, πάνω σ’ ένα έλος γεμάτο βατράχια. Όσο περισσότερο τις κοίταζε τόσο περισσότερο εκνευριζόταν. Το μυαλό του, επηρεασμένο από τις πολλές ώρες μοναξιάς και από τις αφηρημένες σκέψεις, σε μια δεδομένη στιγμή τού προκάλεσε ένα είδος παραίσθησης: καθώς περνούσε μέσα από ένα μακρύ διάδρομο είδε μια πολυάριθμη αποικία εκείνων των πλασμάτων, μαζεμένων γύρω από ένα πουφ και νόμισε πως ήταν φύλακας ζωολογικού κήπου με καθήκον τη φύλαξη εκατό μαϊμούδων∙ περίμενε από λεπτό σε λεπτό να τις δει να αναρριχώνται στα πολύφωτα κι από κει να κρεμιούνται από τις ουρές τους και να λικνίζονται, δείχνοντας τα οπίσθια, πετώντας τσόφλια από φουντούκια στους ειρηνικούς καλεσμένους, τσιρίζοντας και τρίζοντας τα δόντια τους.

Σελ. 286: Τα πρόσωπα των γυναικών ήταν σκυθρωπά, τα φορέματα τσαλακωμένα, οι αναπνοές δύσοσμες. «Παναγία μου! Τι κούραση! Παναγία μου! Τι νύστα!» Τα πρόσωπα των αντρών ωχρά και ρυτιδωμένα, με το στόμα στυφό, με στραπατσαρισμένες γραβάτες. Οι επισκέψεις τους σ’ ένα απόμερο δωματιάκι, στο ύψος του κοίλου της ορχήστρας, είχαν αυξηθεί: εκεί έστεκαν τακτοποιημένα στη σειρά μια εικοσαριά μεγάλα ουροδοχεία, σχεδόν όλα γεμάτα, και μερικά μάλιστα υπερχειλισμένα στο δάπεδο. Βλέποντας πως η γιορτή κόντευε να τελειώσει, οι νυσταγμένοι υπηρέτες δεν άλλαζαν τα σπερματσέτα στους πολυελαίους∙ τα μικρά κομμάτια κεριού διέχεαν στα σαλόνια ένα διαφορετικό, δυσοίωνο, γεμάτο καπνούς φως. Στην άδεια αίθουσα του μπουφέ, υπήρχαν μόνο πιάτα που είχαν ξεμείνει από διάφορα σερβίτσια, ποτήρια με ελάχιστο κρασί, το οποίο έπιναν βιαστικά οι υπηρέτες, κοιτάζοντας με προσοχή τριγύρω. Το φως της αυγής, πληβείο, διείσδυε μέσα από τις χαραμάδες των παραθυρόφυλλων.


[Giuseppe Tomasi di Lampedusa: Ο Γατόπαρδος, νέα αναθεωρημένη έκδοση, μετάφραση Μαρία Σπυριδοπούλου, Εκδόσεις Bell, Αθήνα, στ’ έκδοση, α’ έκδοση Σεπτέμβριος 1999 / στ’ έκδοση Δεκέμβριος 2016, σελ. 429.]