(Τόμοι Ι και ΙΙ, αντίστοιχα 792 και 769 σελίδες, μετάφραση Τούλα Σιετή, εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1992.)
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουμε σποραδικά και λίγο, που μένουν στοιβαγμένα για καιρό στο κομοδίνο μας. Ο Προυστ, ο Τζόυς, ο Μούζιλ, ο Μπροχ, ο Πεσσόα κ.ά. Αλλόκοτη, δυνατή, γοητευτική αφήγηση -και άλλα, κάθε φορά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά-, βεβαίως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε στις ρηξικέλευθες, -από επιλογή- μοναχικές μεγαλοφυΐες του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Αν και πρωταρχική αρετή της αφήγησης στην επική ή τη δραματική ποίηση ή στην πεζογραφία ανέκαθεν θεωρείται η προοικονομία / το σασπένς, οι δημιουργοί αυτοί, διερευνούν στα όρια της λογοτεχνίας και άλλα, ιδίως όμως τη χειραφέτηση της αφήγησης από την ανέλιξη της πλοκής. Μετατοπίζουν το κέντρο από το τι στο πώς, με ποια υλικά, το αφηγούμαστε. Είναι παραπάνω από σίγουρο ότι οι ίδιοι βιώνουν ελευθερία και καθαρή δημιουργική απόλαυση, πολύ συχνά εξάλλου αδιαφορούν ακόμα και για τον τελικό τους προορισμό, αφήνοντας πίσω τους έργα ανολοκλήρωτα, περίπου σαν ανοιχτές διόδους προς τα εργαστήριά τους. Γιατί -ας μου επιτραπεί- αυτό κυρίως κληροδοτούν οι εν λόγω (ίσως και συνολικότερα η νεωτερικότητα): τολμηρά διαβήματα ελευθερίας και ενίοτε επισκέψιμα πολύ πλούσια (σε εργαλεία, τεχνικές και μυστικά) εργαστήρια.
Υπ' αυτήν την έννοια, λοιπόν, έργα που απαιτούν από τον αναγνώστη τους ή την ωριμότητα της λογοτεχνικής κατάρτισης ή το ειδικό ενδιαφέρον του τεχνίτη ή του ερευνητή. Ή ίσως και τα δυο. Αν συνυπολογιστεί μάλιστα και μια ισχυρή τάση φυγής, ας πούμε από το ζόρι των καιρών (να ζεις σε μια γλώσσα κι έναν τόπο, όπου από τον πολύ λαϊκισμό είναι αδύνατον πια να αρθρωθεί το στοιχειώδες), τι άλλο από το να καταφύγεις ικέτης στην ελευθερία (την εσωτερική) εκείνων των ανθρώπων.
Το "Ο Άνθρ. χ. ιδ." είναι το έργο ζωής του Μούζιλ. Αρχίζει να το γράφει το 1919, στα 39 του, και όσο ζει δε θα προλάβει να το ολοκληρώσει. Τελευταία σημείωσή του, τη μέρα του θανάτου του, 15 Απριλίου 1942.