Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Ο Αστυάνακτας τρομάζει από την περικεφαλαία του μπαμπά του (Ιλ. Ζ. 466 – 473).

Και τότε ο λαμπρός Έκτορας γύρισε μ’ αγάπη προς τον Αστυάνακτα, όμως το παιδί, γιατί φοβήθηκε απ' την όψη του, χώθηκε στον κόρφο της νεαρής παραμάνας του, τρομαγμένο απ’ το χαλκό και την αλογίσια χαίτη στο λοφίο, όπως την έβλεπε να κατεβαίνει φοβερή απ’ την κορφή της περικεφαλαίας του πατέρα του. Γέλασαν με την ψυχή τους ο Έκτορας κι η σεβαστή μάνα του παιδιού, η Ανδρομάχη. Αμέσως έβγαλε απ’ το κεφάλι του την περικεφαλαία ο ένδοξος πατέρας και την απίθωσε αστραφτερή χάμω στη γη. Σήκωσε έπειτα και φίλησε τον αγαπημένο γιο, τον χόρεψε στα χέρια, ευχήθηκε κιόλας: «Δία και οι υπόλοιποι θεοί, όπως κάνατε για μένα, κάντε και για το γιο μου να ξεχωρίσει ανάμεσα στους Τρώες, να βασιλέψει στο Ίλιο δυνατός και γενναίος.»


[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ζ, στίχοι 466 – 473]