Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στη Μασσαλία (της Γαλλίας και) της Μεσογείου.

Ορισμένες εικόνες του λιμανιού της, ίσως από ντοκιμαντέρ, μα όπως τις αρχειοθετεί η φαντασία, εικόνες μεγάλου λιμανιού της Μεσογείου, και δη του 19ου ή των αρχών του 20ού, σαν να λέμε στην καρδιά του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ο λόγος που συγκατέλεγα τη Μασσαλία στα ταξιδιωτικά μου σχέδια. Επίσης, από ντοκιμαντέρ σίγουρα, η παροικία των Καλυμνίων, ακόμη και μια αδιόρατη συσχέτιση του ιπποτικού τάγματος των Ιωαννιτών με την κοντινή παπική Αβινιόν των αρχών του 14ου αιώνα.

Ο φιλελληνισμός των Γάλλων: Μασσαλία αποικία ελληνική.

Η Μεσόγειος διατρέχει περίπου ως υπερ-πατρίδα όσους ζούμε στις ακτές της. Εικόνες, τρόποι της ζωής, προϊόντα της γης, γεύσεις, κάθε λίγο κι ένα ξάφνιασμα οικειότητας. Κακώς δεν τα φωτογράφισα στα καφάσια των μανάβικων: τα μεγάλα πρώιμα μαύρα σύκα, που εμείς εδώ τα λέμε (σ’ ένα νησάκι τόσο δα, και ήδη με δύο ονομασίες) μπουρνοφίδες ή αμπρολιθίες, –γκουγκλάροντας τα βρίσκω αμπουρκούνες στη Χίο, μπούκνες και αρπκούνες στη Σάμο, όπου μάλιστα θαρρούν ότι ευδοκιμούν κυρίως στο νησί τους! Νόστιμες και ώριμες μπουρνοφίδες σαν μόλις κομμένες απ’ το δέντρο –διαθέτω μπουρνοφιδιά στον κήπο–, λοιπόν, στη Μασσαλία και στις πέριξ μικρότερες πόλεις. 

 

Οι κοινότητες των μουσουλμάνων της Βόρειας Αφρικής και Εγγύς ή Μέσης Ανατολής κυριαρχούν στις γειτονιές του παλιού λιμανιού (όπου κλάμα μωρού ή τσιρίδα παιδιού, μαντήλα, κι όπου τεστοστερόνη και υποψία ερωτισμού, μουσουλμανικό μούσι), παράλληλα, εννοείται, με τα ντονέρ κεμπάπ, τα σιροπιαστά της Τυνησίας ή τα λιβανέζικα παγωτά από σαλέπι (παγωτό ταχίνι, ροδόνερο, ανθόνερο κ.τ.ό.), –στην επιστροφή για Κω αγόρασα από Ευριπίδου μπόλικο σαλέπι –μετά τις προπέρσινες σικελικές γρανίτες, νέο κεφάλαιο, τα παγωτά με μαστιχωτή υφή! Και ήδη σήμερα το πρώτο, με γεύση ροδόνερο (μαζί με τα ξυλάκια-παγωτό με πούλπα γκουάβας, οι γκουάβες επίσης απ' τον κήπο, κι επικάλυψη λευκής σοκολάτας). 


 

Και με ορμητήριο τη Μασσαλία, στην Αιξ-αν-προβάνς, με την επιβλητική οδό Μιραμπό, και κάτι φούρνους (boulangeries) απίθανους, στην Αβινιόν με το παπικό παλάτι, στην Αρλ με το αναστυλωμένο αμφιθέατρο, και στην Κυανή Ακτή (τι ευφημισμός, τι άθλιες θάλασσες!), στις περιώνυμες Κάννες (μόνο εδώ Νεοέλληνες), στην Αντίμπ του Νίκου Καζαντζάκη, στη Νίκαια, στη Nice la Belle, την όντως (και δη πολύ) όμορφη πόλη.

Αβινιόν, στο Παλάτι του Πάπα.  

Στην Κρουαζέτ -των Καννών, ασφαλώς. 

Στη Μασσαλία καθοδόν προς την παραλία του Πράντο η στάση Ροδοκανάκη, απ’ τη χιώτικη εφοπλιστική οικογένεια απ’ όπου βάσταγε και η Κορνηλία (Ροδοκανάκη), η μάνα του Εμμανουήλ Ροΐδη, στις Κάννες η οδός Βενιζέλου, στην Αντίμπ η πλατειούλα η αφιερωμένη στην εκεί διαμονή του Καζαντζάκη –η Αντίμπ, παραθαλάσσια καστροπολιτεία, θυμίζει, εξιδανικευμένο βέβαια, το Ηράκλειο.

Στην Αντίμπ του Καζαντζάκη.

Όλα ωραία. Οικεία ως ένα σημείο. Μπορεί να φταίει και η ηλικία πια. Η οικειότητα είχε όριο. Αναρωτήθηκα, και η απάντηση, με καθυστέρηση η αλήθεια, έφτασε μάλλον αρνητική: θα μπορούσα να ζήσω εδώ πέρα; Στα μέρη που αγάπησα (και κόλλησα) –μα είχα και το ηλικιακό περιθώριο ακόμη–, Ρόδος, Πάτμος, Κρήτη, Πορτογαλία / Λισαβόνα, Νάπολη, Σικελία, περίσσευε πάντως η ερώτηση. Βυθιζόμουν σ' ό,τι μού φάνταζε οικείο, στο φαντασιακό μου γίνονταν εκδοχές ή επεκτάσεις της πόλης και του νησιού μου.

Γι’ αυτό ταξιδεύω, όποτε ταξιδεύω, για να μεγαλώνω την Κω∙ για ν’ αμβλύνω το κύριο μειονέκτημά της, που είναι μικρή.