Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Αντώνης Νικολής: Οι καβαφοφοβικοί.

athens voice, 7/1/2013, city news + voices >>


Οι Έλληνες είμαστε λαός παλαιός, κουρασμένος και πονηρός.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν είμαστε όντως ομοφοβικοί, διαισθάνομαι ότι το προφασιζόμαστε και αυτό. Όπως προφασιζόμαστε και άλλα: ότι μισούμε την ελεύθερη οικονομία, τον καπιταλισμό, το φιλελευθερισμό, τη Δύση, τους Αμερικανούς κ.τ.ό., ενώ δύσκολα θα βρει κανείς κοινωνία της οποίας τα μέλη να επιθυμούν με τόση σφοδρότητα όλα ή τα περισσότερα από τα παραπάνω. Επιλογές που ανιχνεύονται εύκολα στις ατομικές στρατηγικές, ποτέ στις συλλογικές, και που επίσης ποτέ δεν εκφράζονται δημοσίως, δεν ομολογούνται. Περίπου όπως οι έφηβοι των λυκείων, ο ανθός –ούτως ειπείν- της κοινωνίας μας, που ενώ στη συντριπτική πλειονότητά τους, με την παρότρυνσή μας, επιλέγουν να σπουδάσουν γιατροί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, να σπουδάσουν δηλαδή πλούσιοι, ταυτόχρονα τους εκπαιδεύουμε να αποτάσσονται… τον πλούτο (την υλική ευμάρεια, όπως τον ονομάζουν με ευφημισμό στις εκθέσεις τους). Το ίδιο, κατά το ανέκδοτο φίλου, όταν πιάνεις επ’ αυτοφώρω την κυρία με το σοκολατάκι στο στόμα το όλο βουλιμία, κι εκείνη με καφετιά σάλια στα δόντια σού πετάει: «Πω, πω, πόσο το λαχταρούσα τώρα δα κάτι το αλμυρό!»

Βεβαίως και δεν είμαστε ομοφοβικοί ή δεν είμαστε τόσο όσο δηλώνουμε. Και, προτού καταντήσουμε γιαλαντζή αριστεροί, ζήσαμε το τελευταίο κύμα γοητείας της Ελλάδος στον κόσμο, ας το πούμε και φιλελληνισμού, είκοσι – είκοσι πέντε χρόνια μετά το ’60, χάρη σε ταξιδιώτες (ομοφυλόφιλους) δημοσιογράφους και καλλιτέχνες, αλλά και δικούς μας που υπαινικτικά αλλά αναλόγως διαφήμισαν τον τόπο, για το διάχυτο ομοερωτισμό του αντρικού πληθυσμού τότε (μέσα σε άλλο πλέγμα από το σημερινό συμπεριφορών και αντιλήψεων, φυσικά), με την ελληνική κοινωνία να μοιάζει πολύ πιο ανοιχτή ή λιγότερο φοβική, να ακτινοβολεί κατάφαση στη ζωή και στην πραγματικότητα του κόσμου τούτου, να γίνεται υψηλού κύρους αγαθό, αλλά και οικονομία τουριστική. Ύστερα ήρθε η δεκαετία του ’80, οι μεγάλες οικονομικές ανακατατάξεις, το AIDS, τα κινήματα, η ανάγκη των μεταρρυθμίσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Με το τέλος της δεκαετίας έπεφταν τείχη, ιδεολογίες, βεβαιότητες. Αλλού ∙ όχι εδώ. Εμείς στυλώσαμε τα πόδια, έκτοτε ταμπουρωθήκαμε αντιδραστικότατα σ’ ένα μικροαστικιλίκι και δημοσιοϋπαλληλίκι που μάλλον όμοιό του δε ματάγινε στην πλάση όλη. Φοβικοί (μυγιάγγιχτοι επίσης!) απέναντι σε κάθε πρόταση ορθολογισμού ή μεταρρυθμίσεων του κράτους ή ευρύτερα του κοινωνικού βίου μας.
Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι δεν είμαστε ομοφοβικοί όσο καβαφοφοβικοί. Καβαφοφοβικοί ακόμα κι όταν δε γνωρίζουμε Καβάφης τι σημαίνει. Καβαφοφοβικοί με την ευρεία έννοια, αλλά και με τη στενή. Όπου Καβάφης να εννοηθεί συνεκδοχικά ο ταλαντούχος, ο άξιος.
Με την ευρεία έννοια, δεν ξεχνώ ποτέ τη φράση που άκουσα από γνωστό μου γιατρό, αριστερό (!) και διανοούμενο (!): «Η αξιοκρατία είναι φασισμός για τον απλούστατο λόγο ότι συμφέρει ελάχιστους.» Και μια και τα τελευταία τριάντα χρόνια γίναμε επιπλέον η κοινωνία της ατάκας και του λογοπαίγνιου, να το πω και με λογοπαίγνιο, αν έπρεπε να επιλέξουμε οριστικά ανάμεσα στην αξιοκρατία και την τουρκοκρατία, ομοθυμαδόν θα επιλέγαμε τη δεύτερη, (περίπου όπως οι βυζαντινοί το φέσι από την τιάρα).
Με τη στενή, όπου ο Καβάφης νοείται ως ο ομοφυλόφιλος και εκ τούτου ταλαντούχος άντρας ή γυναίκα σε κείνα ή σε άλλα επαγγέλματα και ιδιαίτερα στην τέχνη. Ο μύθος συζητιέται και έχει μεγάλη αποδοχή. Το ζήτημα χρήζει μελέτης, αλλά αν πιστεύει κανείς στην ισότητα ανεξάρτητα από σεξουαλική επιλογή, κι ας μοιάζει απαγωγικός ο συλλογισμός, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύει. Τη Μαντάμ Μποβαρύ την έγραψε ετεροφυλόφιλος και μάλλον καν φιλήδονος. Να δεχτώ πως μια κρίση σεξουαλικής ταυτότητας στην εφηβεία -όσοι την περάσαμε ξέρουμε την τρομακτική ισχύ της-, περίπου όπως ένας τεκτονικός σεισμός φέρνει στην επιφάνεια μάγμα ευαισθησίας και δημιουργικού υποσυνειδήτου, ότι εύλογα οι νεαροί ομοφυλόφιλοι (εξίσου όσοι άλλοι βιώνουν ισοδύναμες κρίσεις) είναι περισσότερο επιδέξιοι στην καλλιτεχνική έκφραση, με τη διαφορά ωστόσο ότι η νεότητα και η σεξουαλικότητα κάποτε καταλαγιάζουν, ύστερα, κάπου μετά τα σαράντα κάτι, δεν τους απομένει άλλο από τη μίμηση και τη φορμαλιστική εκζήτηση.
Εντούτοις, κανένας φόβος όσο ο φόβος του Νέου Καβάφη.
Συσπειρώνει ενστικτωδώς ετεροφυλόφιλους, σπέρνει το φθόνο ανάμεσα σε ομο- και αμφιφυλόφιλους. Όμως κι εδώ, στην πραγματικότητα, οι διαχωρισμοί δεν είναι κάθετοι, αλλά οριζόντιοι. Οι πολυάριθμοι ανεξαρτήτως σεξουαλικότητας ατάλαντοι ή «μικροταλαντούχοι», κι απέναντί τους οι ελάχιστοι ταλαντούχοι. Ο Καβάφης υπήρξε ποιητής (επίσης ομοφυλόφιλος, Αλεξανδρινός, Κωνσταντινουπολίτης, αγγλομαθής κ.ά.). Αλλά και μ’ όλα αυτά δε θα ήταν ο Καβάφης, αν δεν ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος. Θυμάμαι εκείνες τις ηρωικές σοσιαλιστικές μέρες του ’81 έναν καθηγητή στη φιλοσοφική Ιωαννίνων που διατράνωνε από την έδρα του τη μεγάλη νέα αλήθεια: η ευφυΐα και το ταλέντο δεν είναι παρά αστικά ιδεολογήματα και μπαρούφες. Οι φοιτητές απορούσαμε -το πράγμα συζητιόταν σαν μια αλλόκοτη υπερβολή-, άλλωστε λόγω των αξιοκρατικών ακόμα τότε εισαγωγικών ήμαστε ελάχιστοι όσοι δεν προερχόμαστε από φτωχές μικροαστικές ή αγροτικές οικογένειες.
Έλεγαν οι αρχαίοι: μὴ κίνει κακὸν εὗ κείμενον. Σοφή παροιμία. Μην προσπαθείς να μετακινήσεις κάτι κακό αν είναι καλά στη θέση του. Το ζήτημα, δηλαδή, ασχέτως μας αρέσει κάτι ή το θεωρούμε σωστό, είναι το αν μπορεί να υπάρχει ως έχει. Πράγματι, αν ετούτη η γκρίζα, μίζερη, μικροαστική στέπα –εγώ τη βλέπω έτσι, άλλοι μπορεί να τη βλέπουν ξέρα της δικαιοσύνης και της ισότητας- μπορούσε να λειτουργεί, να αυτοσυντηρείται δηλαδή, θα συνέφερε και να συνεχίσει να υπάρχει. Αλλά πια δεν μπορεί. Είναι κακὸν ἀλλ’ οὐχὶ εὖ κείμενον.
Οι κοινωνίες για να είναι φυσικές πρέπει να θεσμοθετούν την ιεράρχηση και για να είναι δίκαιες πρέπει αυτή η ιεράρχηση να γίνεται κατὰ τὴν ἀξίαν (σύμφωνα με την αξία / Θουκυδίδου Ἐπιτάφιος), όχι παρά την αξία ή και άσχετα από την αξία, όπως το θέλει η λαϊκίστικη νεοελληνική αντίληψη.
Ελέω κρίσης, πάλι, δόξα τω Θεώ, ελέω χρεοκοπίας σωστότερα -κι αυτό νομίζω είναι το μόνο χαρμόσυνο στις μέρες μας-, τα μηχανήματα της ισοπέδωσης σιγά – σιγά σαραβαλιάζονται, ξεχαρβαλώνονται, το πράγμα είναι φανερό, για τους παρατηρητικούς δύσκολα πια κόβεται κανένα κεφαλάκι, καν κεφάλι, μόνο κατάρες και ξόρκια στον αέρα, οι Νέοι Καβάφηδες –πού θα πάει- θα ξεμυτίσουν, θα ξεθαρρέψουν, κάπως τρεκλίζουν ακόμα, όμως θα ’ρθουν.
Βγείτε να τους υποδεχτείτε. Έρχονται και είναι για το καλό μας.
Τριάντα χρόνια ισοπέδωσης, καλά είναι πια, σαπίσαμε.


image
Γεννήθηκε το 1960. Είναι συγγραφέας, μυθιστοριογράφος. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Το Σκοτεινό Νησί», νουβέλα (2008), και από τις εκδόσεις Τὸ Ροδακιὸ το μυθιστόρημα «Διονυσία» (2012).