Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Μίλαν Κούντερα: Η Τέχνη του Μυθιστορήματος / αποσπάσματα.

(Σελ. 56): Ο μυθιστοριογράφος δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε προφήτης: είναι εξερευνητής της ύπαρξης.
(Σελ. 89): Στο χώρο του μυθιστορήματος δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα: είναι ο χώρος του παιχνιδιού και των υποθέσεων.
(Σελ. 90): Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον τρόπο σκέψης ενός φιλοσόφου κι ενός μυθιστοριογράφου. Μιλάμε συχνά για τη φιλοσοφία του Τσέχωφ, του Κάφκα, του Μούζιλ κτλ. Προσπαθήστε όμως ν' αντλήσετε μια φιλοσοφία με συνέπεια από τα γραπτά τους! Ακόμα κι όταν εκφράζουν τις ιδέες τους κατευθείαν, στα σημειωματάριά τους, αυτές οι ιδέες είναι περισσότερο δοκιμές σκέψεων, παιχνίδια με το παράδοξο, αυτοσχεδιασμοί, παρά επικύρωση μιας σκέψης.
(Σελ. 140): Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο; Η Έμμα Μποβαρύ είναι ανυπόφορη; Ή μήπως θαρραλέα και συγκινητική; Κι ο Βέρθερος; Συναισθηματικός και μεγαλόψυχος; Ή μήπως ένας επιθετικός αισθηματίας, ερωτευμένος με τον εαυτό του; Όσο πιο προσεκτικά διαβάσουμε το μυθιστόρημα, τόσο πιο πολύ η απάντηση γίνεται αδύνατη, γιατί, εξ ορισμού, το μυθιστόρημα είναι η ειρωνική τέχνη: η "αλήθεια" της είναι κρυμμένη, δε διατυπώνεται, δεν μπορεί να διατυπωθεί. "Θυμηθείτε, Ραζούμοφ, πως οι γυναίκες, τα παιδιά κι οι επαναστάτες απεχθάνονται την ειρωνεία ως άρνηση όλων των ευγενών ενστίκτων, κάθε πίστης, κάθε αφοσίωσης, κάθε δράσης!" λέει μια Ρωσίδα επαναστάτισσα στο Υπό τα Βλέμματα της Δύσης του Τζότζεφ Κόνραντ. Η ειρωνεία εξοργίζει. Όχι επειδή κοροϊδεύει ή επειδή επιτίθεται, αλλά επειδή μας στερεί από βεβαιότητες αποκαλύπτοντας τον κόσμο ως αμφισημία. Ο Λεονάρντο Σάσα γράφει: "Τίποτα πιο δυσνόητο, τίποτα πιο ανεξήγητο από την ειρωνεία". Περιττό να θέλει κανείς να καταστήσει ένα μυθιστόρημα δύσκολο με προσποίηση ύφους. Κάθε μυθιστόρημα άξιο του ονόματος, όσο διαυγές κι αν είναι, είναι αρκετά δύσκολο εξαιτίας της σύμφυτης ειρωνείας του. 
(Σελ. 146): ...Αλλά ούτε το συγκινημένος ούτε το ερεθισμένος με ικανοποιούσε. Ύστερα, ξαφνικά, το βρήκα: έπρεπε να πω "ο Εντουάρντ καύλωσε!" Γιατί αυτή η τόσο απλή ιδέα δε μου ήρθε νωρίτερα; Επειδή αυτή η λέξη δεν υπάρχει στα τσέχικα. Αχ, τι ντροπή: η μητρική μου γλώσσα δεν ξέρει να καυλώνει! Στη θέση του "καυλώνω", οι Τσέχοι είναι υποχρεωμένοι να πουν: η ψωλή μου στάθηκε όρθια. Γοητευτική εικόνα, αλλά κάπως παιδιάστικη. Έδωσε ωστόσο την όμορφη λαϊκή ρήση: "Στέκονταν εκεί, όρθιοι, σαν ψωλές", πράγμα που, στο σκεπτικιστικό τσέχικο πνεύμα, πάει να πει: στέκονταν εκεί, όρθιοι - κατάπληκτοι, αποσβολωμένοι, γελοίοι.
(Σελ. 152): 1857: η σπουδαιότερη χρονιά του αιώνα. Μαντάμ Μποβαρύ: για πρώτη φορά ένα μυθιστόρημα είναι έτοιμο ν' αναλάβει τις υψηλότερες απαιτήσεις της ποίησης (την πρόθεση να "ψάξει πάνω από κάθε ομορφιά"), τη σημασία κάθε ξεχωριστής λέξης, την έντονη μελωδία του κειμένου, την επιταγή της πρωτοτυπίας εφαρμοζόμενη σε κάθε λεπτομέρεια. Από το 1857, η ιστορία του μυθιστορήματος είναι η ιστορία "του μυθιστορήματος που έγινε ποίηση". ...Οι μεγαλύτεροι μεταξύ "των μυθιστοριογράφων που έγιναν ποιητές" είναι βίαια αντιλυρικοί: Φλωμπέρ, Τζόυς, Κάφκα, Γκομπρόβιτς. Μυθιστόρημα = αντιλυρική ποίηση.
(Σελ. 153): Το μόνο πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούμε να συλλάβουμε την αξία ενός μυθιστορήματος, είναι το πλαίσιο της ιστορίας του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Ο μυθιστοριογράφος δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, εκτός από τον Θερβάντες.
 (Σελ. 153): "Σιχαίνομαι να χώνω τη μύτη μου στην πολύτιμη ζωή των μεγάλων συγγραφέων και κανένας βιογράφος δεν θ' ανασηκώσει ποτέ το πέπλο της ιδιωτικής ζωής μου", είπε ο Ναμπόκοβ. ...Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του.
(Σελ. 168): Θα έλεγα μάλλον ότι, κατά τη διάρκεια της συγγραφής (της Άννα Καρένινα), (ο Τολστόι) άκουγε μιαν άλλη φωνή κι όχι εκείνη της προσωπικής του πεποίθησης περί ηθικής. Άκουγε αυτό που θα ονόμαζα σοφία του μυθιστορήματος. Όλοι οι αληθινοί μυθιστοριογράφοι αφουγκράζονται αυτή την υπερπροσωπική σοφία, πράγμα που εξηγεί γιατί τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι πάντα λίγο πιο έξυπνα από τους δημιουργούς τους. Οι μυθιστοριογράφοι που είναι εξυπνότεροι από τα έργα τους θα έπρεπε ν' αλλάξουν επάγγελμα.
(Σελ. 168 -169): Μου αρέσει να σκέπτομαι πως η τέχνη του μυθιστορήματος ήρθε στον κόσμο σαν απόηχος του γέλιου του Θεού. Μα γιατί ο Θεός γελάει όταν βλέπει τον άνθρωπο να σκέφτεται; Επειδή ο άνθρωπος σκέφτεται και η αλήθεια τού ξεφεύγει. Επειδή, όσο περισσότερο σκέπτονται οι άνθρωποι, τόσο η σκέψη του ενός απομακρύνεται από τη σκέψη του άλλου. Και τέλος, επειδή ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ αυτό που νομίζει πως είναι.
(Σελ. 172 - 173 / για την τεράστια συμβολή του μυθιστορήματος): Με ένα μοχθηρό πάθος ο Φλωμπέρ μάζευε τις στερεότυπες φράσεις που έλεγαν οι άνθρωποι γύρω του, για να φανούν έξυπνοι κι ενημερωμένοι. Έφτιαξε μ' αυτές ένα περίφημο Λεξικό κοινοτοπιών. Ας χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον τίτλο για να πούμε: Η σημερινή βλακεία σημαίνει όχι πια άγνοια, αλλά τη μη-σκέψη των κοινών τόπων. Η ανακάλυψη του Φλωμπέρ είναι πιο σημαντική για το μέλλον της ανθρωπότητας απ' ό,τι οι πιο καταλυτικές ιδέες του Μαρξ ή του Φρόυντ. Γιατί μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον χωρίς την πάλη των τάξεων ή την ψυχανάλυση, αλλά όχι χωρίς την ακατάσχετη αύξηση των κοινοτοπιών που, εγγεγραμμένες στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, διαδιδόμενες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κινδυνεύουν να αποβούν σύντομα μια δύναμη που θα συντρίβει κάθε πρωτότυπη και ατομική σκέψη και θα πνίξει έτσι την ίδια την ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού των Νέων Χρόνων. 

[ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ: Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ, μετάφραση Φίλιππος Δρακονταειδής, εκδόσεις Εστία, πρώτη έκδοση 1988 / έκτη 2008, σελ. 174.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο, φροντισμένο από κάθε άποψη (και που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα!).]