Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Κριτικές / Διονυσία (6 μέρες, 15/12/2012)

Από τη σελίδα: Αναγνωστήριο / Ξενοφών A. Μπρουντζάκης xenofonb@6meres.gr

Μια σπαρακτικά μόνη γυναίκα

Η Ευγενία Μπογιάνου γράφει για τον Αντώνη Νικολή

Απέκτησα τη «Διονυσία» από το περίπτερο των εκδόσεων Ροδακιό, στην τελευταία έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο. Την προσοχή μου τράβηξε το μάλλον ασυνήθιστο γυναικείο όνομα που είναι γραμμένο με άσπρα κεφαλαία γράμματα, μέσα σε κόκκινο πλαίσιο στο κάτω μέρος του βιβλίου. Λίγο αυτό, λίγο ο εκδοτικός οίκος, κινήθηκε το ενδιαφέρον μου. Τίποτα, όμως, δεν με είχε προετοιμάσει για την έκρηξη που θα ακολουθούσε.
Ποια είναι η Διονυσία λοιπόν;
«Η Διονυσία είναι μια νέα ακόμη γυναίκα, μια καστανή μικρόσωμη φιγούρα. Μαλακό χνούδι, λεπτά
χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, το σώμα της λιγότερο ελκυστικό, γερτοί ώμοι, καμπουριάζει κάπως για να σηκώνει τα μεγάλα στήθη, στομαχάκι επίσης, η λεκάνη όμως και τα πόδια της αδύνατα, σχεδόν αγορίστικα».
Η Διονυσία, πρώτα απ’ όλα, είναι πολύπλοκη, δεν μπορείς να την κατατάξεις για να ξεμπερδέψεις
εύκολα μαζί της. Αθώα και προκλητική, ο ερωτισμός της άγριος και συγχρόνως παθητικός, σωματική και αλαφροΐσκιωτη, χαρισματική για τους άλλους και καταστροφική –θα έλεγα αφοσιωμένη στην καταστροφή –για τον εαυτό της στην εκούσια σχεδόν κάθοδό της, αναζητά την ελευθερία, αλλά τελικά τής την στερεί το ίδιο της το κορμί που γίνεται η φυλακή της.
Κυρίως, όμως, η Διονυσία είναι μια γυναίκα σπαρακτικά και τελεσίδικα μόνη.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο άτυπα σε δύο μέρη. Στο πρώτο, που διαδραματίζεται στην Κω, βρίσκουμε
τη Διονυσία παντρεμένη. Ο άντρας της αδιάφορος, συχνά βίαιος απέναντί της∙ την απατά επιδεικτικά και επηρεάζει τους δύο γιους τους, που όσο μεγαλώνουν αποκτούν τους τρόπους και τις συνήθειες του πατέρα. Ξαφνικά μπαίνει στη ζωή της Διονυσίας ο ξένος, με τη μορφή ενός νοικάρη. Η γυναίκα αφυπνίζεται ερωτικά, αλλά όταν αυτό γίνεται αντιληπτό από τους οικείους της η αντίδρασή τους –σε μια συγκλονιστική οικογενειακή σκηνή απίστευτης ωμότητας– είναι τόσο βίαιη, που τελικά αναγκάζεται να φύγει για την Αθήνα. Μια Αθήνα που, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, προσπαθεί να γυαλίσει τις βιτρίνες της. Σε αυτή την Αθήνα αρχίζει η πραγματική κάθοδος.
Μόνη, αποσυνάγωγη, ξένη, με τη νοσταλγία να την πνίγει, σε απόλυτη παρακμή, η οποία εναρμονίζεται τελικά με την παρακμή της ίδιας της πόλης, με έναν ερωτισμό που είναι πέρα από την ηδονή, που αντί να την απελευθερώνει ανοίγει τον δρόμο για την πτώση, η οποία σκιαγραφείται
με λεπτομερείς σκηνές μεγάλης έντασης, ακρίβειας και εσωτερικότητας.
Βιβλίο σκληρό, συμβολικό, με ρεαλισμό, που έχεις ώρες ώρες την εντύπωση πως στάζει ιδρώτα, χωρίς ίχνος ηθικολογίας ή μελοδραματισμού, δύσκολο και εν τέλει συναρπαστικό.