Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Λουκιανού: Πλοῖον ἢ εὐχαί.

Έργο διαλογικού χαρακτήρα -διάλογο φιλοσοφικού περιεχομένου είχε την πρόθεση να γράψει ο Λουκιανός-, όμως η τελική του αξία έγκειται και πάλι στην κομψότητα του ύφους και στο βαθμό που χρονογραφεί με τη δική του σκωπτική ειρωνεία ανθρώπους και αντιλήψεις του καιρού του. Μία παρέα τεσσάρων ανδρών, ο Λυκίνος (το φιλοσοφικό ψευδώνυμο και η εξελληνισμένη εκδοχή του ονόματος του Λουκιανού), ο Αδείμαντος ο με τὴν κουρὰν ἐν χρῷ / με το ξυρισμένο κεφάλι, ο Σάμιππος και ο Τιμόλαος.

Η κουβέντα τους ξεκινάει από τον Πειραιά, όπου έχει αράξει, και θαμπώνονται από τις διαστάσεις του, ένα αιγυπτιακό εμπορικό πλοίο –το Πλοῖον του τίτλου-, αφού πελαγοδρόμησε από αντίξοους ανέμους στην ανατολική Μεσόγειο για 70 (!) μέρες λόγω κακοκαιρίας, κατευθυνόμενο προς Ιταλία φορτωμένο σιτάρι, με την Ίσιδα σε πλώρη και πρύμνη, 120 πήχεις μήκος, 30 πλάτος, 29 βάθος, και απ’ το πλοίο και την πληροφορία για το ετήσιο εισόδημα του πλοιοκτήτη (το τεράστιο ποσό των δώδεκα αττικών ταλάντων τουλάχιστον), οι τέσσερις άντρες, λοιπόν, οδεύοντας προς Αθήνα και σχεδόν παίζοντας, ανακοινώνουν ο καθένας τι θα ευχόταν να έχει, σωστότερα να ήταν –αἱ εὐχαὶ του τίτλου. Όπως θα λέγαμε σήμερα τι θα φαντασιωνόταν για τον εαυτό του.
Ο Αδείμαντος, πρώτος, επηρεασμένος κι απ’ το πλοίο και τον πλούτο του πλοιοκτήτη, δηλώνει πως, ναι, αυτό θα ήθελε, να ήταν ένας βαθύπλουτος εφοπλιστής. Να έχει αμάξια με άλογα, δυο χιλιάδες ωραία αγόρια (ό,τι εκλεκτότερο από κάθε ηλικία), δείπνα με χρυσά σκεύη (θα περιφρονούσε το ευτελές ασήμι), παστό ψάρι από την Ιβηρία, μέλι δικό μας αθέρμαστο, φαγητά από κάθε μέρος της γης, αγριογούρουνα, λαγούς κι όλα τα πουλερικά, φασιανούς από τη Φάση, παγώνια και φραγκόκοτες από την Ινδία. Ο Λυκίνος τού λέει, εντέλει θα την πατήσει σαν τον Μίδα, ό,τι πιάνει να μετατρέπεται σε χρυσάφι, ακόμα και το ψωμί και το νερό, και ότι στο τέλος θα πεθάνει από δίψα και πείνα. Ο Αδείμαντος ανάμεσα σε άλλα τού απαντά: Ἄνθρωπε, μή μοι ἀνάλυε τὴν εὐχὴν / Μη μου χαλάς τη φαντασίωση, άνθρωπέ μου –κυριολεκτικά αυτό.
Ο επόμενος, ο Σάμιππος, εύχεται να γινόταν βασιλιάς. Και μάλιστα να ξεκινούσε από αρχηγός 30 ληστών, σταδιακά να έφτανε τους 50.000 οπλίτες και τους 5.000 ιππείς. Αυτοί να τον αναγόρευαν βασιλιά. Φαντασιώνεται να κατακτά ολόκληρη την Ελλάδα, να προελαύνει στην Ασία ως τη Βαβυλώνα, να ιδρύει πόλεις ανά τον κόσμο με το όνομά του. Ο Λυκίνος αντιτείνει σ’ αυτόν πως θα ζούσε μια ζωή γεμάτη άγχη και φόβους, εκτεθειμένος σε μόνιμες επιβουλές, φθόνο, μίσος, κολακείες. Άλλωστε κι ο πόλεμος δεν είναι είναι παρά επίμοχθη δραστηριότητα, κι εκεί όπου καραδοκεί ανά πάσα στιγμή ο αιφνίδιος και συνήθως άδοξος ισοπεδωτικός θάνατος.
Ο τρίτος, ο Τιμόλαος, εύχεται να του δώσει ο Ερμής δακτυλίδια, ένα για το καθετί. Για να είναι πάντα υγιής, για να γίνεται όπως ο Γύγης (των στοριν του Ηροδότου) αόρατος, για να είναι δυνατός, για ν’ ανοίγουν υπακούοντας στη θέλησή του όλες ανεξαιρέτως οι πόρτες, για να πετάει, για να είναι αξιαγάπητος και ερωτικά επιθυμητός απ’ τα όμορφα αγόρια και τις γυναίκες (παρ. 43 ὡς ἐράσμιον εἶναί με περιθέμενον παισὶ τοῖς ὡραίοις καὶ γυναιξὶ), να ζήσει 1000 έτη αναβιώνοντας νεότητα και αποδυόμενος γηρατειά κάθε 17 χρόνια, όπως τα φίδια, να δύναται τα πάντα, π.χ. πετώντας να παίρνει πρωινό στη Συρία και γεύμα αργότερα την ίδια μέρα στην Ιταλία, τοῖς παιδκοῖς δὲ ὁμιλεῖν ἀκωλύτως ἂν ἐξῆν εἰσιόντα ἀθέατον κοιμίσαντα ἅπαντας ἄνευ ἐκείνων μόνων  (παρ. 44) / να μπορούσα δίχως εμπόδιο να πλαγιάζω με τα αγαπημένα αγόρια αφού έμπαινα στα σπίτια τους και τους κοίμιζα όλους εκτός από εκείνα μόνο. Εσύ μάλλον χρειάζεσαι ελλέβορο (το αρχαίο φάρμακο για την τρέλα), απαντάει σε τούτον ο Λυκίνος.
Ο ίδιος ο Λυκίνος, τελευταίος, κι ενώ πια πλησίαζαν στο Δίπυλο, στην Αθήνα, θα πει πως σ’ εκείνον αρκούσε να περιγελά ανθρώπους, όπως καλή ώρα τους τρεις τους, που κόπτονται τάχα για τη φιλοσοφία, όμως εύχονται για τον εαυτό τους τέτοια φθαρτά πράγματα.
Δεν είδαμε, βέβαια, στο Πλοῖον ἢ εὐχαὶ να διεξάγεται κάποιος διάλογος γνήσια φιλοσοφικός, ο Λυκίνος δεν είχε καν τον τρόπο του λαϊκού Κυνικού Μένιππου, αλλά, όπως και συνολικά το έργο του Λουκιανού, διαφυλάσσει ύφος και ψηφίδες από μια εποχή που μπορεί να μην έθρεψε σημαντικούς φιλοσόφους, άλλωστε η δεύτερη σοφιστική είναι περισσότερο ένα ρεύμα λογίων, καλλιεργημένων διανοουμένων δηλαδή, μας κληροδότησε ωστόσο το βλέμμα εκείνου που περισσότερο από το παρόν ή το μέλλον κοιτάζει με ήσυχη ρέμβη προς το (ιστορικό) παρελθόν.     

(Για τον Λουκιανό εισαγωγικά σε προηγούμενη ανάρτηση.) 

(Εμπορικό ιστιοφόρο σε κύλικα, 6ος αι. π.Χ., Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.)