Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Οιωνός και μάλιστα αίσιος.




Από το δωμάτιο νοσηλείας του πατέρα μου στον τέταρτο όροφο του Ευγενίδειου Θεραπευτηρίου επί της Παπαδιαμαντοπούλου, από το πλατύ παράθυρο – οθόνη που κοίταζε στο πλάι το Αιγινήτειο, αλλά και το Μέγαρο Μουσικής και πέρα ως το Λυκαβηττό, αφηρημένος όπως ήμουνα, οι ώρες κυλούσαν, ο μπαμπάς ανέρρωνε, κάνω μια, ανεβάζω το βλέμμα, τι να δω. Κάτι σκούρα πράσινα πουλιά με το σουλούπι του παπαγάλου, σ’ ένα σχηματισμό περίπου είκοσι, να φτερουγίζουν στο βάθος –δεν μπορούσα να διακρίνω με σιγουριά. «Είναι δυνατόν, παπαγάλοι ελεύθεροι στην Αθήνα;» Ο πατέρας μου μειδίασε. Δεν είχε ώρα ξύπνιος από τη νάρκωση για την αφαίρεση της χολής (χολοκυστεκτομή, η ωραία σύνθετη λέξη των γιατρών), ούτε ήξερε για την υποψία κακοήθειας που εκκρεμούσε να διερευνηθεί -βιοψία που έκρινε παραπάνω από αναγκαία ο πολύ καλός χειρουργός του και φίλος Γιώργος Πέρος.
Να πω εδώ πως από τα χρόνια της σχολής, απ’ τους πολλούς Λατίνους, μου έμεινε σχεδόν κουσούρι να βλέπω κάθε τόσο μπροστά μου οιωνούς. Ιδίως τους κατεξοχήν, τα πουλιά, και συχνότερα τους δυσοίωνους. 16 Αυγούστου 1992, τη μέρα που θα γεννιόταν η πρώτη μου ανεψιά, η Μαρία, στο Μόναχο –υπότροφος του γερμανικού κράτους για τη διατριβή του στα μαθηματικά τότε ο πατέρας της και αδελφός μου Θανάσης-, ανέβαινα με τη μηχανή από τη Σκάλα στη Χώρα της Πάτμου, κάπου στα μισά της διαδρομής, έπεσε νεκρό μπροστά μου, στο οδόστρωμα, ένα κοράκι. Αμάν, σταματώ επί τόπου, κοκαλώνω. Και δεν υπήρχανε κινητά τότε. Τηλεφωνούσα κάθε λίγο από τα περίπτερα, έντρομος, τι έγινε, πώς πάει η γέννα, η νύφη μου, το μωρό. Γιατί αυτό συνεπάγεται η μανία με τους οιωνούς. Και να μην επαληθευτούν ποτέ, λες, ναι, αλλ’ αυτή τη φορά θα συμβεί (το κακό).
Και, για να γυρίσω στους παπαγάλους -όμως τι να σήμαιναν οι παπαγάλοι. Πρόκειται για πουλί ευτραπελίας, σχεδόν της κωμωδίας, τι σχέση με την αγωνία για την υγεία του μπαμπά. Την επομένη, να τοι πάλι, από τα δέντρα του ενός ακάλυπτου στον άλλο. Παραήτανε τρελό, το γκούγκλαρα. Όντως, παπαγάλοι, καταγόμενοι μάλιστα από είδος που ζει στην Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία, δαιμόνιοι δραπέτες απ' τα κλουβιά τους, λέει, και που από χρόνια δημιούργησαν ομάδες στα πάρκα της Αττικής, ένας πληθυσμός γύρω στα δύο χιλιάδες πουλιά. Ύστερα κι απ' τις πληροφορίες, εύλογα ίσως, μου έκαναν πια πολύ μικρή εντύπωση. Οκέι και αυτό, στον ουρανό της Αθήνας πετούνε παπαγάλοι.
Η εγχείριση έγινε την προηγούμενη Τρίτη, μέχρι την Παρασκευή ήρθαν και τα πολύ ευχάριστα νέα, η αρνητική βιοψία, ο μπαμπάς δε θα έδειχνε μόνο μια χαρά κοτσονάτος και ευσταλής, θα επέστρεφε Σάββατο μεσημέρι, παραμονή Χριστουγέννων, στη μαμά, στους άλλους δυο γιους του και στα εγγόνια του, ολότελα υγιής. Τον έβλεπα όπως τον κατεύθυνε προς την πύλη εξόδου του αεροδρομίου ο ειδικός συνοδός της αεροπορικής εταιρείας, λίγο η φασαρία, οι φωνές, το πολύχρωμο ανθρωπομάνι, αλλά ναι, ήτανε οιωνός, αίσιος οιωνός αυτή τη φορά, φτερούγιζαν κιόλας τα κινούμενα σχέδια οι παπαγάλοι από την ταινία Rio 2 στο μυαλό μου, μα την Αδράστεια, η ζωή ήταν ακόμα μια φορά καλή μαζί μας.

(Δεν ήξερα πόσο πολύ αγαπώ τον πατέρα μου, κυρίως πόσο καλό μού κάνει να τον αγαπώ.Και επιπλέον πήρα τη χαρά φέτος να εύχομαι δίχως ίχνος αυτοματισμού, με το νόημά τους, τα χρόνια πολλά, τις καλές γιορτές, την καλή χρονιά.)