Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ: Ένας τάφος στα σωθικά / κριτική για τον Μισθοφόρο στο περιοδικό Εντευκτήριο.



Αντώνης Νικολής, Ο θάνατος του μισθοφόρου. Αθήνα, Το Ροδακιό 2016, 296 σελ.
Ένας σαρανταπεντάχρονος φιλόλογος ερωτεύεται έναν εικοσάχρονο οπλίτη. Η ανανταπόδοτη ερωτική επιθυμία μετεξελίσσεται σε υπαρξιακό θρίλερ, καθώς ο ερωτευμένος άντρας αγκιστρώνεται από ένα απόν, ανύπαρκτο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, σώμα. Το πρόσωπο που αρχικά εγείρει την έλξη χάνει βαθμιαία τη σημασία του, γιατί υποσκελίζεται από τη φαντασιακή του όψη, εκείνην που τυραννά τον ήρωα του μυθιστορήματος. Ο τελευταίος, παραπαίοντας ανάμεσα σε φαντασιώσεις και εκλογικεύσεις, πασχίζει να καθυποτάξει την επιθυμία για τον νεαρό μισθοφόρο, άλλοτε υποβαθμίζοντάς την και άλλοτε ακρωτηριάζοντάς την από οτιδήποτε το ερωτικό. Όμως, οι ιδεαλιστικές μεταμφιέσεις του πόθου, αντί να αποδυναμώσουν τον άλλο άντρα, καθιστούν πανίσχυρη τη μορφή του. Ο ήρωας υποδουλώνεται στον φαντασιώδη εραστή του και τελικά ενδίδει ολοκληρωτικά στον παραλογισμό του έρωτά του, επινοώντας «ένα είδος νοερής συμβίωσης» για να περιθάλψει τον ανέφικτο δεσμό τους.
Ο Αντώνης Νικολής γράφει με άγρια, παράφορη παραστατικότητα για την απηνή συνθήκη του έρωτα. Το μυθιστόρημά του δεν είναι παρά μια ιστορία αγάπης, που διερευνάται μέχρι τις έσχατες, τις πιο ακραίες και πιο επώδυνες απολήξεις της. Με γλώσσα πάσχουσα, γοερή, αποδίδει τον συναισθηματικό ίλιγγο του ήρωα, ενώ παράλληλα ανιχνεύει το εσωτερικό του μαρτύριο, τις μεταλλάξεις της ερωτικής επιθυμίας, την εξοντωτική της ταλάντευση ανάμεσα στην έκσταση και στη συντριβή, ανάμεσα στο ξεγέλασμα και στην όψιμη, υπονομευτική διαύγεια. Στις ευφραντικές ψευδαισθήσεις του ίμερου ελλοχεύουν αλγεινές διαψεύσεις∙ οι πλανερές ενδείξεις θυμικής αμοιβαιότητας καταρρέουν από ανέκκλητες απορρίψεις∙ η έμμονη ανάγκη της παρουσίας του άλλου αντιμετριέται με τη λυσσαλέα ενόρμηση του αφανισμού του∙ η μέθεξη γυμνώνεται σε μοναξιά, το διαπερατό σώμα αποδεικνύεται αδιαπέραστο.
Ο ήρωας μεταπλάθει σταδιακά τον ενδοστρεφή, ανεπίδοτο πόθο του σε ένα ψευδαισθητικό αίσθημα εγγύτητας με τον Γιούρι τον μισθοφόρο. Ένιωθε πως ο Γιούρι «αποκτούσε διαστάσεις συμβόλου μέσα του, προσωποποιούσε τη λαχτάρα για ζωντάνια και χαρά, την ανέμελη, τη νεανική». «Ο Γιούρι μπορούσε να είναι ο γιος που δεν είχε, ο ιδανικός μαθητής που δεν είχε, ήτανε η εικόνα της ομορφιάς στην όψη και στον εσωτερικό του κόσμο, τα νιάτα, συνεκδοχικά η ζωή.» Όσο ο Γιούρι γινόταν για τον φιλόλογο μια τυραννική εμμονή, τόσο πιο επίμονα εκείνος απωθούσε τον ερωτικό χαρακτήρα αυτής της εμμονής, κατευνάζοντας με ευφημισμούς την ανευόδωτη επιθυμία του.
Η μοναδική σκηνή που προοιωνίζεται ένα ερωτικό πλησίασμα καταλήγει σε βίαιη πάλη, που παύει με τον προαναγγελθέντα από τον τίτλο του βιβλίου θάνατο του μισθοφόρου. Ο θάνατός του σηματοδοτεί την κρισιμότερη φάση της ψυχικής δοκιμασίας του ήρωα, ο οποίος τώρα αντιπαλεύει σπαρακτικά ένα απόν, ακόμη όμως παντοδύναμο, σώμα. Ο νεκρός Γιούρι είχε εγκατασταθεί στη ζωή και στη συνείδησή του, τον παραμόνευε τόσο σε στιγμές εγρήγορσης όσο και στις διαφυγές του μυαλού του, αγρυπνούσε στην άκρη του κρεβατιού του. Η πραγματικότητα παραδινόταν στην αποσύνθεση της παραίσθησης, «όλα είχανε μετατραπεί σε αχνή συγκεχυμένη σκέψη». Ο ερωτευμένος άντρας τρελαινόταν από την αμετάκλητη απουσία του Γιούρι, ενόσω ένιωθε να «κατακλύζεται από την απόλυτη βεβαιότητα της παρουσίας του»∙ μιας παρουσίας τόσο δεσποτικής που επέτασσε την ολοσχερή της εξάλειψη.
Η επίμοχθη εξαφάνιση του πτώματος στον μυχό μιας απόκρημνης παραλίας επιτείνει την ισχύ του νεκρού. Ο Νικολής περιγράφει ανατριχιαστικά το πάλεμα των δύο σωμάτων, του ζωντανού και του άψυχου, που καταλήγουν το ίδιο σακατεμένα στο χείλος ενός λάκκου στην αμμουδιά. Από τη στιγμή που ο ήρωας μοιράστηκε με το γυμνό σώμα του μισθοφόρου έναν τάφο, δεν είχε καμιά ελπίδα να λυτρωθεί ποτέ από εκείνον. Δεν υπήρχε καμιά καταφυγή, ο λάκκος θα τον περιείχε για πάντα. Ο Γιούρι ήταν «ένας σκιερός σπηλαιώδης τόπος εντός του που τον απορροφούσε», «[…] κουβάλαγε το φρικτό μυστικό μιας ταφής που δε θα μοιραζόταν ποτέ με κανέναν, περίπου όπως αν κουβάλαγε το κουφάρι του Γιούρι ο ίδιος μέσα του.» Η ταφή ήταν το τελεσίδικο πλάγιασμά τους.
Στους εφιάλτες του κατέβαινε ξανά στον μυχό για να σκάψει με γυμνά χέρια τον «τάφο δίχως σημάδι», αλλά όσο έσκαβε είχε την αίσθηση πως ξέθαβε τα ίδια του τα σπλάχνα, πως μέσα από την άμμο έβγαζε τις σάρκες του που έσταζαν αίμα. Αλλά και σε πιο ήρεμες στιγμές γλιστρούσε νοερά στον τρομερό μυχό, το πιο μύχιο μέρος του νου του, «περίπου όπως θα κούρνιαζε σε καταφύγιο ή σε τόπο θαλπωρής».
Το μυαλό του αρνιόταν να εξαϋλώσει τον νεκρό. Σπάραζε για εξιλέωση. Ο αφανισμός του σώματος του Γιούρι ήταν οικτρή λεηλασία της μορφής του, η σκαιότερη προδοσία της αλλοτινής επιθυμίας. Ο ήρωας προετοιμαζόταν ανεπίγνωστα και βασανιστικά για την ύστατη χειρονομία της αγάπης του, για την ανάληψη ενός άφευκτου χρέους. Όφειλε να ξανακάνει το απένθητο σώμα του Γιούρι ορατό, να τον επιδώσει ενσώματο στον θάνατο. Η σκηνή της εκταφής είναι συγκλονιστική. Τα δύο σώματα αγγίζονται σε ένα φρικτό, αποτροπιαστικό σμίξιμο, που ωστόσο έρχεται να καταπαύσει κάθε πρότερη πάλη. Στον νυχτερινό μυχό της παραλίας, σωριασμένα στον κοινό τους τύμβο, τα δυο κορμιά, νικημένα το ένα από τον πόθο και το άλλο από την άρνησή του, παραδίδονται σε ένα γαλήνιο, ακατάλυτο αγκάλιασμα. Ο Γιούρι από επιθυμία γίνεται μύθος και προς αυτόν τον μυθώδη εραστή κατευθύνεται ο ήρωας με ένα επιθανάτιο τελετουργικό διάβημα, επιστρέφοντας εκεί απ’ όπου ποτέ δεν έφυγε.
Με εκπληκτική παραστατική δύναμη, ο Αντώνης Νικολής εξεικονίζει το υποδόριο σφαγείο του έρωτα, εκεί όπου ενταφιάζονται τα κουφάρια του πόθου, αιμάσσοντα σπλάχνα, σπαραγμένες σάρκες, λυσσαλέα αγγίγματα και φονικές απουσίες. 


[Εντευκτήριο, τεύχος 111 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2015 / έκδοση Απρίλιος 2017), σελ. 104-105.]