Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Αντώνης Νικολής: συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ / Διάστιχο.

Διάστιχο, Δημοσιεύτηκε 05 Αυγούστου 2020.

Γεννημένος το 1960, ο συγγραφέας, μυθιστοριογράφος Αντώνης Νικολής, με σπουδές στην κλασική φιλολογία, για την οποία εγκατέλειψε την ιατρική έπειτα από δύο χρόνια σπουδών, όπως μας εξομολογείται στη συνέντευξη που μας παραχώρησε με αφορμή την αναθεωρημένη έκδοση του Σκοτεινού Νησιού από τις Εκδόσεις Ποταμός, έχει παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό έργο που όχημά του δεν είναι η λογική, οι ιδέες ή και η αισθητική του κατάρτιση, αλλά κάτι πιο σύνθετο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα έργο συνεπές, ακόμα κι εκεί που θυμίζει παρωδία, χειραφετημένο, χωρίς μάλιστα κανένα μέλος του να στέκει παράταιρα.

Η αναθεωρημένη έκδοση του Σκοτεινού Νησιού, με το επίμετρο που τη συνοδεύει, εμπεριέχει και μια εκ νέου γνωριμία με το αναγνωστικό κοινό;

Είχε συγγραφικό ενθουσιασμό και ορμή χαράς –να πω- το πρώτο γράψιμο του Σκοτεινού Νησιού: μόλις είχα ανακαλύψει ότι επιτέλους μπορούσα να επιδοθώ στην πεζογραφία, στο είδος της λογοτεχνίας που περισσότερο αγαπώ σαν αναγνώστης. Παράτησα το θέατρο, τα παράτησα όλα, και έκτοτε της είμαι απόλυτα αφοσιωμένος. Βέβαια, παρά το ώριμο της ηλικίας και την ήδη αρκετή δουλειά σε γλώσσα και τέχνη, ήμουν άπειρος στον πεζό λόγο, απόδειξη πως τέλειωσα τη νουβέλα μέσα σε λίγες εβδομάδες μόνο, βιάστηκα, κράταγα στα χέρια μου το βιβλίο ύστερα από μερικούς μήνες. Κοντά δέκα χρόνια αργότερα κι αφού ολοκλήρωσα την τριλογία που ακολούθησε (Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, Διονυσία, Ο θάνατος του μισθοφόρου), με διάθεση απολογισμού, κάπως να σουμάρω τα κύρια της διαδρομής, τα ξανάπιασα απ’ την αρχή το ένα μετά το άλλο. Με τα κεκτημένα, την πείρα δεκαετίας πια, τους έδωσα νομίζω πιο ακέραιη τη μορφή τους, με περισσότερες διορθώσεις στο Νησί, λιγότερες στον Δανιήλ, στη Διονυσία, στον Μισθοφόρο. Χάρη σ’ αυτή την αναδρομή, ξαναδούλεψα κι ένα παλιό σκαρίφημα, ξεχασμένο στο αρχείο μου, Το γυμναστήριο, το πέμπτο και νομίζω εντελέστερο από λογοτεχνική άποψη έργο μου. Δεν ξέρω αν προσβλέπω σε κάποιο κοινό, πολλώ μάλλον σε κάποια νέα επικοινωνία μαζί του. Στη λογοτεχνία βίωσα ότι το έργο είναι οιονεί βιολογικό ον. Το παιδί σου μπορεί να πάρει από σένα το ένα ή το άλλο χαρακτηριστικό, κάτι που όμως ούτε το αποφασίζεις εσύ, ούτε κατανοείς λογικά τη δημιουργία του. Το αληθινό έργο τέχνης περιέχει τον δημιουργό του, αλλά δεν κατασκευάζεται απ’ αυτόν. Δεν είναι λογική ή συνειδητή κατασκευή, όπως τα άλλης υφής κείμενα, τα δοκίμια, φέρ’ ειπείν, ή τα επιστημονικά συγγράμματα, ή τα δημοσιογραφικά άρθρα. Ο φιλότεχνος με αυθεντικό κριτήριο, ο φιλαναγνώστης εν προκειμένω, διακρίνει εύκολα το λογοτεχνικό από το έργο που μιμείται το λογοτεχνικό. Μιλώντας για το κοινό, μιλάμε για πολύ σύνθετα κοινωνικά ή ιστορικά φαινόμενα, υπάρχουν εποχές και τόποι όπου στα ευπώλητα συγκαταλέγονται η Αντιγόνη ή ο Οιδίποδας του Σοφοκλή, και μεταβατικές όπως η δική μας, και εδώ, στην περιφέρεια πια του (σύγχρονου) κόσμου, όπου το απαιτητικό ή αισθαντικό κοινό, ναι μεν υπάρχει, αν και δεν ξέρω την πραγματική δυναμική του, όμως και δεν δίνει τον κυρίαρχο τόνο και, φευ, φαίνεται να τυρβάζει περί άλλα. Περί τον ξένο κινηματογράφο ή τη μεταφρασμένη λογοτεχνία παλιότερα, πιο πρόσφατα κυρίως περί τις εισαγόμενες τηλεοπτικές σειρές – όλ’ αυτά συνήθως αδιαμφισβήτητης υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Δυστυχώς στην εγχώρια λογοτεχνία, για μύριους όσους λόγους, απέμεινε ως κοινό το άμεσα ενδιαφερόμενο σινάφι, τα ποικίλα παρεάκια, που διαβάζουν όσο διαβάζουν κυρίως με διάθεση ανταγωνιστική, που κάνουν τα πάντα για να διώχνουν, ν’ αραιώνει μέρα τη μέρα το κοινό των αληθινών φιλαναγνωστών, κι ένα πολυπληθέστερο άλλο, συμπαθές ίσως, κυρίες στην πλειονότητά τους, που κουρασμένες από τα συμβατικά (mainstream) σίριαλ, πυκνώνουν τις τάξεις των αναγνωστών της ροζ λεγόμενης λογοτεχνίας, ένα τμήμα τους και τις παρυφές της θεωρούμενης ποιοτικής. Προσωρινά, μ’ άλλα λόγια, η τηλεόραση κατισχύει του βιβλίου, του κλέβει (η καλή τηλεόραση) το καλό κοινό, και του στέλνει (η κακή τηλεόραση) το κακό κοινό. Το πράγμα θ’ αλλάξει μακροπρόθεσμα, και γιατί η λογοτεχνική αφήγηση είναι πάντοτε η πιο συναρπαστική, και γιατί ένα έστω ευάριθμο όμως επαρκές και απαιτητικό κοινό φιλαναγνωστών, σαν την καλή μαγιά, παραμένει εκεί στην άκρη.

Θα μπορούσατε να μας ξεναγήσετε στο Σκοτεινό Νησί, από την πρώτη σύλληψη μέχρι την αναπαράσταση και την εκδοτική του διαδρομή;

Ξεκίνησα να το γράφω υπό την επήρεια πανικού, οικολογικού πανικού. Τότε, τη χρονιά της μεγάλης ανομβρίας, το 1999. Στην πρώτη του μορφή –εκείνα τα χρόνια έγραφα θέατρο– ένα σκαρίφημα μάλλον, όμως το εκτιμούσα πολύ, γιατί είχε γλιστρήσει αυτόνομο μέσ’ απ’ τα χέρια μου, ήτανε αυτό από τα θεατρικά μου που καταλάβαινα λιγότερο το γιατί, το από πού και το πώς πήρε τη μορφή του. Υπ’ αυτή την έννοια και όταν το μετέγραφα σε πεζό, το 2008, και όταν το διόρθωνα, το 2017, όπως νομίζω και γενικά όταν γράφω, η έγνοια μου ήταν στην αφήγηση καθ’ αυτήν, όχι σε όσα μετέφερε στη ροή της. Να προσθέσω επίσης, με απασχολεί εξαντλητικά, εργάζομαι εντατικά και πολύ επίμονα πάνω στο ύφος των κειμένων μου, τόσο, που δεν επιτρέπω την επιμέλεια, και μάλιστα απαιτώ αυτό να ορίζεται ρητά στα συμβόλαιά μου με τις εκδοτικές εταιρείες. Έχουν ακυρωθεί συνεργασίες μου γι’ αυτόν τον λόγο, εκδότρια μάλιστα που θεωρείται σοβαρή, πολύ σοβαρή, έκλαιγε και τσίριζε: «Κατάλαβέ με, δεν γίνεται να μην πειράξω μια-δυο παραγράφους σου, δεν έβγαλα εγώ ποτέ τίποτε δίχως να το πειράξω…» Ειλικρινά, απίστευτο, αλλά έκλαιγε! Έπειτα, ένα άλλο χαρακτηριστικό της γραφής μου είναι η σχεδόν φλεγματική απεικόνιση ερωτικών σκηνών, συχνά ομόφυλου ερωτισμού. Χαρακτηρίζεται τολμηρή –αν μεταφραζόταν από κάποια πολιτιστικά ισχυρή γλώσσα, θα περνούσε, νομίζω, απαρατήρητη– και μου έχει προξενήσει ουκ ολίγες –να πω ήπια– ταλαιπωρίες. Το Σκοτεινό Νησί, η επανέκδοση, ετοιμαζόταν από άλλη εκδοτική εταιρεία ενάμιση χρόνο νωρίτερα, τρεις εβδομάδες πριν το τυπογραφείο, όλα έτοιμα, κάποιος από τον οίκο, ο οποίος οίκος ειρήσθω εμβληματικός φιλελεύθερος, διέτρεχε τη νουβέλα, έπεσε σε σχετικά αποσπάσματα, έντρομοι και σε παροξυσμό ομοφοβίας ύστερα οι πάντες εκεί πέρα ανάγκασαν την υπεύθυνη της ελληνικής λογοτεχνίας να μου τηλεφωνήσει, να μου ανακοινώσει ότι η έκδοση ακυρώνεται, καν δεν είχε τη λεπτότητα ο φιλελεύθερος εκδότης το τηλέφωνο τουλάχιστον να το κάνει εκείνος. Είχα ζήσει και στο θέατρο λίγες μέρες πριν από πρεμιέρα να λογοκρίνεται, να αλλοιώνεται έργο μου, αλλά ήτανε 2002 και σίγουρα ο ομοφοβικός πανικός σε μεγάλο εμπορικό θέατρο, τότε ακόμα, ας πούμε, κάπως δικαιολογιόταν…

Αυτή η εξόχως αναπαριστώμενη περιβαλλοντική καταστροφή που έχει συντελεστεί, «διώκεται» από τις συμβάσεις του χρόνου; Στα κείμενά σας ο χρόνος πώς διαθλάται;

Δεν είναι κείμενο επιστημονικής φαντασίας ή τέλος πάντων δεν επιδίωξα κάτι τέτοιο. Θα έπρεπε να αναζητήσω πραγματολογικά στοιχεία. Γενικότερα στα κείμενά μου, πραγματικότητα και πραγματικός χρόνος είναι στην καλύτερη περίπτωση η αφετηρία μόνο. Στο Νησί το αρχικό έναυσμα είναι ο ίδιος ο πανικός μου. Πότε και πώς κινητοποιήθηκαν πρόσωπα, εικόνες, πλοκή, λόγος, δυσκολεύομαι να πω. Κάπου τότε πάντως δρομολογήθηκε ο μύθος. Και αυτή θεωρώ είναι η διαφορά της καλλιτεχνικής αφήγησης από όποιαν άλλη. Ακόμα και στη ρεαλιστικότερη αφήγηση, αν είναι λογοτεχνική, τα πάντα μεταπλάθονται σε μύθο. Όλα είναι μύθος, και στους μύθους υφίσταται μόνο ο αφηγηματικός χρόνος. Διαστέλλει-συστέλλει άτακτα και ακατανόητα, ακολουθεί αργά, βασανιστικά μια ελάχιστη ανάσα για παράδειγμα, ύστερα τρέχει ιλιγγιωδώς, μέσα σε τρεις γραμμούλες μόνο διασχίζει μια ολόκληρη αχανή πόλη, γίνεται το βάθος της αφήγησης, το μαγικό χέρι που μας αρπάζει και πια χωθήκαμε, είμαστε αλλού. Από τον Όμηρο ως τον Παπαδιαμάντη ή τον Σαχτούρη η λογοτεχνία είναι αυτός ο ανεξήγητος, ακατανόητος ειρμός. Και τίποτε πιο κίβδηλο, πιο ψεύτικο από την επιτήδευσή του, βέβαια.

Το βιβλίο σας προβληματίζει εξαρχής τον αναγνώστη και για τις περιβαλλοντικές αποχρώσεις του, αλλά και για τις κοινωνικές και φιλοσοφικές του απολήξεις. Ξαναπιάνοντας, λοιπόν, το βιβλίο, ποιες προσθαφαιρέσεις επέφερε η πάροδος μιας δεκαετίας; Ποιες πιθανόν νέες αντανακλάσεις αποκαλύφθηκαν;

Έγιναν αλλαγές στο ύφος, όχι στο περιεχόμενο της αφήγησης. Δεν ήθελα να υστερεί σε σχέση με τα μεταγενέστερα κείμενά μου, ένας λόγος παραπάνω γιατί τα επιμέρους στοιχεία της αφήγησης εμένα τον ίδιο συνέχιζαν να με συναρπάζουν. Ειλικρινά πιστεύω πως αυτά τα δύο κάπως δίδυμα κείμενά μου, Το Σκοτεινό Νησί και Το γυμναστήριο, είναι μέχρις ώρας η πεμπτουσία της δουλειάς μου. Είναι αξία στη λογοτεχνία ο ποιητικός στοχασμός, όχι όμως το να φιλοσοφούμε εκ του προχείρου ή να στρατευόμαστε σε ιδεολογίες. Ένας αφορισμός ή μία άποψη διατυπώνεται από πρόσωπο της αφήγησης, ποτέ από τον αφηγητή-συγγραφέα. Στο Νησί δείτε με πόση ειρωνεία υπονομεύεται το κύρος του Ωρομέδοντα. Προσωπικά με ενοχλεί πολύ σχεδόν σε ό,τι ισχυρίζεται. Μου κλέβει σκέψεις, πληροφορίες, τις διαστρεβλώνει, γίνεται αφόρητος ηθικολόγος και ιδεολόγος. Αν η απέχθειά μου δεν είναι αισθητή, είναι γιατί και αυτό ακόμα δεν μου επιτρέπεται. Να σας δώσω και άλλο παράδειγμα. Στο Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, ο αφηγητής –η αφήγηση πρωτοπρόσωπη– απεχθάνεται τον λουτράρη του χαμάμ ως άντρα θηλυπρεπή, ζητάει από τον Δανιήλ να τον εξαιρέσει από τα πρόσωπα που θα είναι παρόντα στο τελετουργικό όργιο της ενηλικίωσής του. Προσωπικά δεν έχω, δεν είχα ποτέ θέμα με άντρες θηλυπρεπείς, το αντίθετο μάλιστα. Με ενοχλούσε ο αφηγητής μου αφάνταστα. Τον λογόκρινα, άλλαζα το κείμενο, η αφήγηση ακινητοποιούνταν, κλότσαγε. Δεν πρόκειται για σχιζοφρένεια. Αντινομία ή αντίφαση, δεν ξέρω, πάντως ισχύει. Παρόλο που τον εξέθεσα, δεν τον άφησα να δει ένα κατάφωρο ψέμα που λέει κάποια στιγμή και που βέβαια τον εκθέτει και δη ως ψεύτη, εντέλει ωστόσο σχετικά με τον λουτράρη έγινε εννοείται το δικό του. Να το ξαναπώ, τα κείμενα γίνονται από μας, αλλά ερήμην μας.

Η κριτική έχει σταθεί και στον αλληγορικό τόνο της σπηλιάς, με τις όποιες πλατωνικές συνδέσεις. Θα ήθελα να σας ρωτήσω τι διαστάσεις λαμβάνει στο έργο σας η αρχαία ελληνική σκέψη και αν παρατηρείτε προσεγγίσεις της στη σύγχρονη καθημερινότητα.

Ξέρετε, η αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία είναι ένα ζητούμενο, η αρχαία σκέψη άλλο. Κάπου στα δεκαοκτώ μου πρωτοδιάβασα Γιώργο Ιωάννου, με μάγεψε η πλαστικότητα της λογοτεχνικής του διαλέκτου. Θυμάμαι πολύ καλά τη σκέψη μου, τυχεροί αυτοί οι φιλόλογοι, εντρυφούν στη γλώσσα ίσαμε πίσω στην αρχαία ελληνική, όχι θηρεύοντας ωραίες λέξεις, αλλά με τρόπο τεχνικό, μπαινοβγαίνουν καθημερινά στα λεξικά για να ετοιμάσουν παραδόσεις. Ήμουν υποψήφιος και ύστερα φοιτητής της ιατρικής στα Γιάννενα. Θυμάμαι στην γκαρσονιέρα στην Αγορά των Ιωαννίνων, στην οδό Κάνιγγος, να διαβάζω Ιωάννου και να τον ζηλεύω. Δύο χρόνια μετά, παράτησα την ιατρική και κρυφά απ’ τους δικούς μου έδωσα ξανά εισαγωγικές για τη φιλολογία, άλλαξα σχολή. Ακολούθησα την κλασική κατεύθυνση, δεκαπέντε χρόνια που είχα φροντιστήριο δεν δίδαξα ποτέ το ίδιο άγνωστο αρχαίο κείμενο, συνολικά έξι σελίδες Εκδόσεων Λειψίας κάθε βδομάδα άγνωστες και σε μένα τον ίδιο όχι μόνο στους μαθητές μου, έφτασα όταν γράφω βιαστικά τα σημειώματά μου να είναι γεμάτα ακόμα και με αρχαϊκές συντάξεις, απολύτους ονομαστικές ή μετοχές. Μόλις πριν από δύο χρόνια συνειδητοποίησα πως όλη μου την πορεία την είχε καθορίσει τότε ο Ιωάννου. Θέλω να πω, όταν η μητρική σου είναι ίσως η κατεξοχήν ομιλούμενη ιστορική γλώσσα στον πλανήτη, για να γίνει στα χέρια σου εύπλαστη, πρέπει να πάρεις τον δρόμο ίσαμε τον Όμηρο, εκεί ή νωρίτερα να μη χαθείς, να τα καταφέρεις ύστερα να γυρίσεις πίσω… Στο άλλο σκέλος, στην αρχαία σκέψη, να πω είναι σημαντική στον βαθμό που προοικονομεί τον σύγχρονο κόσμο. Ειδικά ο πέμπτος π.Χ. αιώνας, σίγουρα από τις λαμπρότερες περιόδους της Ιστορίας. Αλλά, για να κατανοήσουμε πραγματικά τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, χρειάζεται να εμβαθύνουμε στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, ιδιαίτερα εμείς οι Νεοέλληνες που μας αρέσει – δεν μας αρέσει και ως εθνική οντότητα και ως κρατική υπόσταση αποτελούμε δημιούργημά του…

Το αληθινό έργο τέχνης περιέχει τον δημιουργό του, αλλά δεν κατασκευάζεται απ’ αυτόν.

Το τρισυπόστατο του ήρωά σας συνδιαλέγεται ίσως και με τη μυθική διάσταση του ανθρώπου;

Ο Φερνάντο Πεσσόα επικύρωσε την πολυδιάσπαση του ατόμου σε διαφορετικά πρόσωπα – να θυμίσω τα ετερώνυμά του. Η εμπειρία είναι και δεν είναι έγκυρη. Η πραγματικότητα πρέπει να λογαριάζεται σοβαρά για όλα τα ζητήματα αιχμής, ταυτόχρονα είναι τόσο συμβατική, που σ’ έναν επόμενο χρόνο αναπόφευκτα θεωρείται παρωχημένη. Η αλήθεια των μύθων είναι πολύ βαθύτερη, πολύ αυθεντικότερη από την όποια εμπειρία της πραγματικότητας. Πάντα απορούσα με την αβελτηρία ή την ασχετοσύνη ανθρώπων που αναζητούν πολιτική σκέψη ή προβληματισμούς κοινωνιολογικής φύσεως σε έργα καλλιτεχνικά. Μπορεί μόνο ίσαμε το έναυσμα. Ο Οιδίποδας ξεκινάει με τον λοιμό που προξένησε η ύβρις του πρωταγωνιστή στην πόλη της Θήβας. Μόλις έβγαιναν οι Αθηναίοι από την περιπέτεια του λοιμού τους. Ε, λοιπόν, ποια άλλη άμεση συνάφεια μπορούμε να βρούμε ανάμεσα στην τραγωδία και στην τότε επικαιρότητα; Τεθλασμένη πολύ, ίσως και κάποιον μακρινό της απόηχο, όχι παραπάνω. Ούτε ήξερε ο Ευριπίδης ότι σε ορισμένες κοινωνίες ουρακοτάγκων, όταν ο αρσενικός εγκαταλείψει τη σύντροφό του για άλλο θηλυκό, εκείνη σκοτώνει τα μικρά τους και του τα πάει στην καινούργια του φωλιά νεκρά. Οι μύθοι είναι αλήθειες αταβιστικές, αφανείς, πολύ αυθεντικότερες από τις συμβατικές, τις τρέχουσες αντιλήψεις ή ιδέες.

Μια μικρή γεύση αυτού του δυστοπικού κόσμου, που αφηγείστε, πήραμε το τελευταίο διάστημα με έναν ιό που τάραξε τη ναρκωμένη καθημερινότητά μας ανακαλύπτοντας εκ νέου και τον σεφερικό στίχο «ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο». Ποιες οι σκέψεις σας για αυτή την αρχή σε κάτι νέο;

Η ζωή μάς συναρπάζει γιατί είμαστε κομμάτι της. Δύσκολο πολύ να την εννοήσουμε και ποτέ πιο ασφαλής από το ταξίδι πάνω σε μια σχεδία. Η πανδημία μάς δοκιμάζει με πολλούς τρόπους. Ο φόβος σπρώχνει τους περισσότερους είτε στα εικονίσματα είτε στην ασφάλεια της κοινότητας. Η πανδημία αντίθετα αναγκάζει τις εκκλησιές να κλείσουν και τον πληθυσμό να μένει προσεκτικά σε απόσταση ο ένας από τον άλλον.

Το περιβάλλον μας πιστεύετε πως ωφελήθηκε από αυτή την ανθρώπινη ανάπαυλα; Μπορούμε ακόμη να μιλάμε και για επανεκκίνηση νοοτροπίας ή απλά θα επιβιώσουμε παρασιτώντας στον νέο κόσμο που έρχεται;

Δεν ξέρω, έπεται ύφεση στην παγκόσμια οικονομία, που δεν αποκλείεται να σωρεύσει χειρότερα οικολογικά δεινά. Είναι θεολογική η αντίληψη που διακρίνει τον άνθρωπο από το υπόλοιπο περιβάλλον της φύσης. Φύση είναι και ο νους που συλλαμβάνει την κβαντομηχανική και το διαστημόπλοιο που ξεκινά για τον Άρη, και υπ’ αυτή την έννοια και η οικολογική καταστροφή ακόμη ήταν φυσική δυνατότητα ή πιθανότητα. Φύση είναι και τα 7 ή 10 ή 12 δισεκατομμύρια, ο ανθρώπινος υπερπληθυσμός. Η φύση δεν προσβλέπει σε κάποια τελολογία, δεν είναι ένας κρυμμένος υπερ-υπερ-υπολογιστής-Θεός στο κέντρο του πλανήτη ή του σύμπαντος ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ. Η γενική αρχή κατά τα λεγόμενα των αστρονόμων ή των φιλοσόφων μοιάζει να είναι η τύχη και το χάος. Απ’ την άλλη, η ηθική φαίνεται να αποτελεί μέρος της αρμονίας, της ίδιας φυσικής ισορροπίας μέσα στην οποία γεννηθήκαμε. Η ηθική όσο αντιστοιχεί σ’ αυτή την αρμονία μάς κάνει ευτυχέστερους. Και ειδικά για τα οικολογικά ζητήματα, η συνθήκη της ισορροπίας ή της αρμονίας, ας μην ξεχνούμε, προϋποθέτει πολλή και ειδική επιστημονική πληροφόρηση. Όμως, ας μην παρεξηγηθώ: το ότι αρνούμαι τη λεγόμενη στρατευμένη τέχνη, δεν σημαίνει ότι προκρίνω την ατομική ή συλλογική απολίτικη συμπεριφορά. Το αντίθετο. Είχα κατά περιόδους και μάλιστα έντονη ακτιβιστική λόατκι ή και οικολογική δράση, αλλά και δεν θα επέτρεπα ποτέ το ένα ή το άλλο, έστω λαθραία, να παρεισφρήσει στα κείμενά μου. Ο ακτιβισμός, η πολιτική δράση, η Αγορά με την κλασική έννοια, είναι άλλος χώρος και άλλος η τέχνη, η λογοτεχνία. Δημόσιοι χώροι και οι δυο, ενίοτε γειτνιάζουν, αντηχούν αμυδρά καμιά φορά από τον έναν στον άλλον σαν μεταφερμένες απ’ τον αέρα ιαχές συνθημάτων ή φάλτσες μουσικές, αλλά μέχρις εκεί.

Θα δανειστώ μια φράση του ήρωά σας: «Τίποτα δεν με κάνει πιο επιφυλακτικό από αυτό που μοιάζει με δάκρυα συγκίνησης». Ποια η στάση σας απέναντι στις υφάλμυρες συγκινήσεις;

Κοιτάξτε, αυτή τη φράση μού την κλέβει ο Ωρομέδοντας. Είναι ο τύπος του χειριστικού, όπως λέμε εσχάτως, διανοουμένου. Θέλει να μανιπουλάρει, να χειραγωγήσει τον νεαρό Ηρακλή, να τον αποσπάσει από τη γοητεία της Πέργαμοντ. Και ως τέτοιος, όπως συχνά οι διανοούμενοι, παραβλέπει ή αδυνατεί να δει πόσο σύνθετη, πόσο ποικίλη στις εκφάνσεις της είναι η ζωή, τη στριμώχνει σε λίγο ως πολύ προκάτ ηθικές αντιλήψεις και ιδέες. Γίνεται μ’ άλλα λόγια ηθικολόγος και ιδεολόγος, και το πιο ενδιαφέρον, αντιλαμβανόμενος πως αυτά και τα δύο μαρτυρούν έλλειψη αισθητικής, δηλαδή βαρβαρότητα, συμπεριφέρεται συχνά με αλαζονεία και προπέτεια, όπως όταν σηκώνει κάποιος τη φωνή γιατί ξέρει πως τα επιχειρήματά του είναι αδύναμα. Το μόνο που δεν είναι ο Ωρομέδοντας, για να κλείσει το βάρβαρο τρίπτυχο, δεν είναι αισθηματολόγος. Χαίρεται τόσο που τουλάχιστον αυτό δεν το κάνει, να εξωτερικεύει επιδεικτικά τα συναισθήματά του, που επιτέλους σε κάτι διαθέτει αισθητική, που είναι και ο λόγος που το υπερτονίζει. Είναι από τα πράγματα που ιδιοσυγκρασιακά ασφαλώς όμως πολύ βαθιά έχω αντιληφθεί, πως το τρίπτυχο –της βαρβαρότητας το ονομάζω–, οι αισθηματολογίες, οι ηθικολογίες, οι ιδεολογίες, είναι το αποτέλεσμα της απότομης, βίαιης, τελικά και κακής αστικοποίησης πολύ μεγάλων κομματιών των σύγχρονων κοινωνιών. Αναφέρομαι στην πολιτιστική ανασφάλεια των απανταχού μικροαστών, που είναι και εκεί που πατούν οι επιτήδειοι δημαγωγοί (με αισθηματολογίες, ηθικολογίες, ιδεολογίες) – σκεφτείτε τι άλλο είναι οι συνωμοσιολογίες, ας πούμε. Έτσι χειραγωγούνται τα στρώματα αυτά και συναινούν στην εγκαθίδρυση καθεστώτων-τεράτων, των κομμουνιστικών ή φασιστικών παλιότερα, των λαϊκιστικών, λιγότερο ή περισσότερο συνταγματικών, σήμερα.

Λίγο πριν απ’ το τέλος θα σταθώ σε ένα σκοτεινό, αν μου επιτραπεί, σημείο που εγείρει πολλά ερωτήματα. Λέτε συγκεκριμένα: «Συγκαταλέγεται [ενν. τον Ωρομέδοντα] στους υποθέτω τελευταίους στο ρημαγμένο αυτό πλανήτη που πιστεύουν ακόμα στην παλιά ιδέα της “Ιστορίας”, σε κάποια παρακαταθήκη κοινής μνήμης…». Ποιες οι προεκτάσεις αυτής της επίχριστης με ειρωνεία φράσης;

Η Ιστορία είναι μία υπόθεση περίπου 3-4 χιλιάδων χρόνων. Η ζωή της ανθρωπότητας είναι πολύ παλιότερη. Ξέρουμε ήδη από την πρώτη ανάδυση του εγώ στην αρχαία λυρική ποίηση πως ο ποιητής επαίρεται ότι αυτός θα υπάρχει και μετά τον θάνατό του. Η περιβόητη υστεροφημία. Ήτανε αφότου έχουμε γραπτά κείμενα εθιστικό διεγερτικό των φιλόδοξων δημοσίων προσώπων, που από τα χρόνια της νεωτερικότητας μάλλον παράγινε. Εκτός από μάταιο, είναι και ανόητο: να παλεύεις για να ζήσεις… μέσα στον τάφο. Εν πάση περιπτώσει, στα χρόνια της νεωτερικότητας η Ιστορία πήρε σχεδόν διαστάσεις μεταφυσικές, πήρε τη θέση του καταργημένου Θεού. Ποιος ξέρει τι απίθανα μεγάλος αριθμός ανθρώπων περίμεναν ή περιμένουν τη δικαίωση… στον τάφο. Ξέρετε, οι Έλληνες, μετά τον λαμπρό πέμπτο αιώνα π.Χ., από τα τέλη κιόλας του τέταρτου, κυρίως σπουδάζουμε για να γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι. Είμαστε ούτως ειπείν διαχρονικά έθνος δημοσίων υπαλλήλων. Δηλαδή στα ελληνιστικά βασίλεια ο καημός ήταν να σπουδάσεις προκειμένου να διοριστείς κάπου, σε κάποιο από τα βασίλεια γραμματέας. Το ίδιο περίπου και επί Ρωμαίων αργότερα και με κάτι μικρά διαλείμματα δεν σταμάτησε αυτό έως και στις μέρες μας, που είμαστε και πάλι η κοινωνία με τους περισσότερους κατά κεφαλήν φοιτητές (δεύτεροι οι Κύπριοι) στον κόσμο, γιατί και πάλι μόνο με τις σπουδές σιγουρεύει κανείς τον προορισμό του, να διοριστεί στο δημόσιο. Λοιπόν, για να σπουδάσουν εκείνοι οι γραμματείς στα ελληνιστικά χρόνια διάβαζαν κυρίως δικανικούς ρήτορες και τον πιο βαρετό και ατάλαντο Έλληνα που υπήρξε ποτέ, τον Ισοκράτη. Ε, λόγω της πληθώρας των αντιτύπων βέβαια, σώθηκε απαξάπας ο Ισοκράτης, μα και άλλοι ήσσονος αξίας δικανικοί, και μόνο το 5% περίπου του έργου των τριών τραγικών, ένα ελάχιστο μέρος του έργου της Σαπφώς, για να καταλάβετε την αναλογία, σαν να λέμε, να σωθούν απαξάπαντα τα κείμενα του μακαρίτη εκθεσά Σαράντου Καργάκου κι απ’ τα ποιήματα του Καβάφη το πολύ καμιά δεκαριά… Αυτή είναι η Ιστορία, αγαπητέ, ένα κομμάτι της φύσης κι αυτή, μ’ άλλα λόγια… Ας μου επιτραπεί να πω, η δικαίωση δεν έρχεται από την Ιστορία και… στον τάφο, αλλά κατά μόνας, είναι ατομική, έρχεται και συμβαίνει τώρα, είναι οι τρελές… ενδορφίνες του ταλέντου, είναι η έξαρση να γλιστράει μέσ’ απ’ τα χέρια σου ένας ολοζώντανος, μουσικός στους ρυθμούς του κόσμος. Κι αν δεν ζει κανείς αυτό, τα άλλα όλα τι να τα κάνει;

Έχει καθοριστεί ο επόμενος συγγραφικός σας σταθμός, που θα συναντήσει ο αναγνώστης στο προσεχές διάστημα;

Εδώ και περίπου εννέα μήνες είμαι στο γράψιμο του τρίτου μυθιστορήματός μου, ιστορικού μυθιστορήματος. Χρειάστηκα προηγουμένως προεργασία για την έρευνα και τη συλλογή του πραγματολογικού υλικού περίπου τρίχρονη, και αν έχω ζωή, είμαι καλά, το βλέπω να τελειώνει σε δύο με δυόμισι χρόνια από τώρα. Είμαι ενθουσιασμένος. Νομίζω ζω ό,τι πιο συναρπαστικό περιείχε ο κλήρος μου στη λογοτεχνία.

 

Το Σκοτεινό Νησί
Αντώνης Νικολής
Ποταμός
206 σελ.
ISBN 978-960-545-137-0
Τιμή €13,00