Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Από τον ατμό στον ορίζοντα / Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

 

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες, 27/8/2026 .  

Από τον ατμό στον ορίζοντα

Σώμα, μνήμη και ο μέλλοντας της αφήγησης στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή: Μνήμη, αφήγηση και επιστροφή

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα την ώρα που ξημερώνει και ο Μιχάλης, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια απουσίας, κοιτάζει από το κατάστρωμα το νησί της εφηβείας του. Οι γραμμές του τοπίου διαφεύγουν, η πόλη μοιάζει περισσότερο χτισμένη, οι πλαγιές του Δίκαιου περισσότερο μαντεύονται παρά φαίνονται, ενώ λίγα σταθερά σημεία, οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών, ο βραχίονας του παλιού λιμανιού, επιμένουν ως βεβαιότητες ενός τόπου που έχει μετακινηθεί μέσα στον χρόνο. Στην πρώτη αυτή εικόνα υπάρχει ήδη, σε μικρογραφία, ολόκληρη η νουβέλα. Ο άνθρωπος που επιστρέφει θα αναζητήσει έναν τόπο και έναν εαυτό που διατηρούνται μέσα του με την ίδια αβέβαιη καθαρότητα, και η χαρακτηριστική διατύπωση «περισσότερο τις μάντευα παρά τις έβλεπα» υπερβαίνει γρήγορα την περιγραφή μιας πρωινής άφιξης για να προαναγγείλει μια αφήγηση όπου η όραση συναντά διαρκώς τη μαντεψιά, το πραγματικό ίχνος τη μνημονική ανασύνθεση, το γεγονός την εικόνα που εξακολουθεί, δεκαετίες αργότερα, να γεννά.

Η επίσημη αιτία του ταξιδιού διαθέτει όλη την πεζότητα της ώριμης ζωής. Ένα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου, μια συμβολαιογραφική πράξη, η επικείμενη πώληση, τα χρήματα που αναλογούν στον Μιχάλη. Ο άνδρας που επιστρέφει πλησιάζει τα πενήντα, έχει οικογένεια, εργασία, δύο γιους, εξοχικό, ταξίδια, μια ζωή που έχει αποκτήσει τη δική της γεωγραφία και τη δική της τάξη. Κάτω από αυτή την τακτοποιημένη βιογραφία κινείται ωστόσο μια άλλη ανάγκη, για την οποία ο ίδιος αρχικά μιλά με υπεκφυγές, καθώς θέλει να «ξεμπλέξει κάτι ξεφτίδια από μνήμες» της εφηβείας του. Η λέξη είναι ακριβής. Η μνήμη εμφανίζεται σαν ύφασμα φθαρμένο, με χαμένη την αρχική συνοχή του και με αρκετά ακόμη νήματα για να οδηγήσουν εκείνον που τα αγγίζει προς την παλιά ύφανση.

Η πρώτη κίνηση προς εκείνη την ηλικία έχει άλλωστε αρχίσει πριν από το ταξίδι. Ο δεύτερος γιος του, ο Ιορδάνης, έχει κλείσει τα δεκαοχτώ και η εφηβεία των παιδιών έχει γεμίσει το σπίτι με ιδρώτα, αθλητικά παπούτσια, πεταμένα ρούχα, με εκείνη την υπερβολή νεανικής ενέργειας που ο αφηγητής αποκαλεί με χαρακτηριστικό αυτοσαρκασμό «άτσαλα περιχυμένη τεστοστερόνη». Ο ώριμος άνδρας ξαναβρίσκει τη δική του εφηβεία μέσα από την υλική παρουσία της εφηβείας των γιων του. Πριν αποκτήσει μορφή σκέψης, η μνήμη επιστρέφει ως οσμή.

Το ίδιο συμβαίνει μόλις ο Μιχάλης φτάσει στο ξενοδοχείο. Τα κυπαρισσόμηλα και οι πευκοβελόνες, νοτισμένα από την υγρασία της νύχτας, μπαίνουν στα ρουθούνια και τον ακολουθούν ως το δωμάτιο. Ένας γνώριμος βηματισμός θα επαναφέρει αργότερα τον Τάσο, η αφή μιας σκονισμένης σόλας, ο μεταλλικός κρότος ενός τσίγκινου κανατιού, η μυρωδιά και η υγρασία του χαμάμ θα ανοίξουν διαδοχικά διόδους προς τον παλιό χρόνο. Οι αισθήσεις λειτουργούν ως πραγματικές χρονικές πύλες του έργου. Εκεί όπου μια συμβατικότερη αφήγηση θα χρειαζόταν μια ημερομηνία ή μια ρητή δήλωση αναδρομής, στον Νικολή αρκεί μια μυρωδιά, μια υφή, ένας ήχος, μια ανεπαίσθητη μεταβολή της αναπνοής. Το σώμα θυμάται πριν ακόμη ο νους οργανώσει αυτό που θυμάται.

Αυτή η σωματική λειτουργία της μνήμης συνδέεται οργανικά με την αφηγηματική θέση του Μιχάλη, ο οποίος είναι συγχρόνως ο άνδρας που αφηγείται και ο έφηβος που έζησε όσα αφηγείται. Ανάμεσα στους δύο μεσολαβούν τρεις δεκαετίες, μια ολόκληρη ενήλικη ζωή και μια παράδοξη αντιστροφή γνώσης. Ο σημερινός Μιχάλης καταλαβαίνει περισσότερα από τον δεκαεπτάχρονο και θυμάται λιγότερα. Διαθέτει τη γλώσσα που τότε του έλειπε και έχει χάσει την ακρίβεια της άμεσης εμπειρίας. Η διπλή αυτή θέση χαρίζει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση το ιδιαίτερο βάθος της, αφού το εφηβικό βλέμμα και η ώριμη ερμηνεία του συνυπάρχουν μέσα στην ίδια φωνή. Ο αφηγητής διορθώνει τον εαυτό του, προσθέτει επιφυλάξεις, αναγνωρίζει εκ των υστέρων νοήματα που ο έφηβος μονάχα διαισθανόταν, έτσι ώστε η αφήγηση να μοιάζει συχνά να σκέφτεται την ίδια στιγμή που ξετυλίγεται.

Η ιδιοτυπία αυτή γίνεται σχεδόν αυτοσχολιασμός όταν ο Μιχάλης φτάνει στα Σάββατα του χαμάμ. Διστάζει ως προς τον ακριβή αριθμό τους και επιλέγει τελικά μια σαφή εκδοχή, έχοντας ήδη εξηγήσει στον αναγνώστη ότι προσδίδει στην παλιά εμπειρία την ακρίβεια πρόσφατου συμβάντος, ενώ λίγο αργότερα ομολογεί πως οι εικόνες επιστρέφουν ανάκατες, μισές, αποσπασματικές, πως το «υφάδι μπλέκει» και πως η διαδοχή χρειάζεται σύνθεση. Η μνήμη προσφέρει τις ύλες και η αφήγηση αναλαμβάνει την τάξη τους. Η αβεβαιότητα μετατρέπεται έτσι σε συστατικό της αφηγηματικής αλήθειας, καθώς ο Μιχάλης εκθέτει τα όρια της πρόσβασής του στο παρελθόν και οικοδομεί τη φωνή του επάνω στην επίγνωση αυτών ακριβώς των ορίων.

Γι’ αυτό οι μικρολεπτομέρειες αποκτούν τόσο μεγάλη δύναμη. Η μνήμη χάνει τη σειρά και φυλάσσει μια οσμή, ξεθωριάζει ένα πρόσωπο και κρατά ένα σημάδι στο δέρμα, αφήνει μια συνομιλία να διαλυθεί και σώζει τον ήχο των ξύλινων τσόκαρων. Η αλήθεια της βρίσκεται στην εντυπωσιακή αντοχή ορισμένων ιχνών, και ο αφηγηματικός χρόνος ακολουθεί την ίδια αρχή, αφού τρεις δεκαετίες μπορούν να χωρέσουν σε μερικές παραγράφους ενώ ένα απόγευμα της τρίτης Λυκείου απλώνεται σε σελίδες ολόκληρες. Η βιογραφία μετρά χρόνια, η μνήμη πυκνότητες, και εκεί όπου η εμπειρία υπήρξε πυκνή η αφήγηση επιβραδύνει, επιστρέφει στις λεπτομέρειες, κυκλώνει μια χειρονομία και επιτρέπει σε ένα χαμένο σώμα να ξαναποκτήσει όγκο.

Το νησί ως παλίμψηστο, το χαμάμ ως αρχείο

Ανάλογη είναι και η λειτουργία του χώρου. Το νησί παρουσιάζεται ως πραγματική τοπογραφία και συγχρόνως ως παλίμψηστο ιστορικών χρόνων. Το κάστρο των Ιπποτών, η αρχαία αγορά, το τζαμί, τα κατάλοιπα του ρωμαϊκού υδραγωγείου, τα καινούργια σπίτια στα παλιά περβόλια, οι αλλοτινές εξοχές που έγιναν περίχωρα, όλα συνυπάρχουν μέσα στην ίδια διαδρομή. Μια αλάνα έχει γίνει αρχαιολογικός χώρος, ένα χωράφι οικόπεδο, ένας παιδικός δρόμος μέρος μιας πόλης περισσότερο χτισμένης, και η τοπογραφία του νησιού αρχίζει να λειτουργεί όπως ακριβώς η μνήμη του αφηγητή, με κάθε σημερινή επιφάνεια να φέρει κάτω της μια προηγούμενη χρήση και κάθε σώμα της μέσης ηλικίας να διατηρεί το ίχνος εκείνου που κάποτε υπήρξε.

Η συνάντηση του Μιχάλη με τον Τάσο και τον Γιώργο αποκτά γι’ αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο αφηγητής παρατηρεί τα σημερινά τους σώματα σχεδόν αρχειακά, αντιπαραβάλλοντας μαλλιά, βάρος, ρυτίδες, στάσεις και βηματισμούς με τα εφηβικά «σουλούπια» που διατηρεί μέσα του. Η λιτή διαπίστωση «ότι γεράσαμε, γεράσαμε» απομακρύνει κάθε μελοδραματική ευκολία και αφήνει καθαρό το ουσιώδες, πως ο χρόνος έχει γίνει σώμα. Η πρώτη νύξη στο χαμάμ αποκαλύπτει συγχρόνως ότι οι τρεις φίλοι πλησιάζουν τη μνήμη τους με τον ίδιο περίπου τρόπο που είχαν πλησιάσει κάποτε τον χώρο, με περιέργεια, συστολή και αμήχανη αναδίπλωση, και η παλιά κοινή εμπειρία αναδύεται μέσα από τις ώριμες υπεκφυγές τους σαν κάτι που εξακολουθεί να τους συνδέει ακριβώς επειδή έμεινε επί δεκαετίες άλεκτο.

Πριν από αυτή τη συνάντηση, το ίδιο το σώμα του Μιχάλη τον έχει ήδη οδηγήσει προς τα περβόλια. Τα πόδια επιταχύνουν ή επιβραδύνουν από μόνα τους, οι παλμοί αυξάνονται, η αναπνοή χρειάζεται συνειδητή ρύθμιση, σαν η φυσιολογία να γνωρίζει τον προορισμό πριν τον αποδεχθεί η σκέψη. Και όταν ο Μιχάλης φτάνει μπροστά στην παλιά αυλόπορτα, αντικρίζει σχεδόν την υλική μορφή της ίδιας του της μνήμης. Τα κτίσματα έχουν καταρρεύσει, οι σοβάδες έχουν πέσει, πόρτες και παράθυρα έχουν χαθεί, φυτά έχουν ριζώσει στους αρμούς, οι τρούλοι του χαμάμ κρύβονται πίσω από χόρτα, κάπαρες και αγριοσυκιές, ενώ μέσα σε αυτή τη γενική φθορά αντιστέκονται ο φοίνικας και κυρίως το αρσενικό κυπαρίσσι δίπλα στην είσοδο του λουτρού, ο παλιός «γιγαντόσωμος φρουρός της γύμνιας» των παιδιών. Μαζί με το δέντρο επιστρέφει η φωνή του Δανιήλ και η πρόβλεψη ότι, όταν όλοι θα έχουν φύγει, ο κυπάρισσος «θα ζγει και θα βασιλεύγει». Το δέντρο μετρά τη διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο χρόνο και στον χρόνο του τόπου, επιμένοντας εκεί όπου άνθρωποι, χρήσεις και κτίσματα έχουν υποχωρήσει.

Μπροστά στα ερείπια οι εικόνες αρχίζουν να επιστρέφουν «σαν κομμάτια από σκισμένες καρτ ποστάλ», μια μισή κουβέντα, δόντια και χείλη χωρίς ολόκληρο πρόσωπο, τρίχες στην κορφή μιας μύτης, ηλικιωμένα δάχτυλα, μια τριχωτή πλάτη, ο Δανιήλ με τα βαριά ξύλινα τσόκαρα, η Μαριγώ που σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό της, ώσπου όλα διαλύονται «σαν οι ατμοί από το λουτρό». Εδώ βρίσκεται μία από τις ωραιότερες μορφολογικές συλλήψεις της νουβέλας. Το χαμάμ αποτελεί συγχρόνως αντικείμενο της μνήμης και εικόνα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη. Ο ατμός κάνει τα σώματα παρόντα και τα περιγράμματά τους αβέβαια, επιτρέπει την εγγύτητα και θολώνει την όραση, όπως ακριβώς η εφηβεία επιστρέφει στον Μιχάλη, ζωντανή ως αίσθηση και ελλειπτική ως παράσταση.

Ο εφιάλτης που ακολουθεί μεταφέρει αυτή την αστάθεια στο ίδιο το σώμα. Ο Μιχάλης σκύβει πάνω από το πηγάδι του Δανιήλ, τα παπούτσια του πέφτουν ματωμένα μέσα στο σκοτάδι και, όταν στρέφεται προς τον εαυτό του, το κεφάλι του βρίσκεται κάθε φορά πάνω σε διαφορετικό σώμα. Η φοβική αυτή διάλυση θα βρει αργότερα το αντίστροφό της στο πρωινό μετά τη μεγάλη νύχτα, όταν ο έφηβος αισθανθεί το σώμα του σαν να το είχαν λύσει μάστορες και τεχνίτες και να το είχαν συναρμολογήσει εκ νέου. Ανάμεσα στις δύο εικόνες εκτείνεται η μετάβαση από την αβεβαιότητα προς μια νέα κατοίκηση του σώματος.

Όταν τελικά ο Μιχάλης περνά την αυλόπορτα, η περιήγησή του στα ερείπια μοιάζει με ανασκαφή. Αγγίζει παλιά αντικείμενα, ανεβαίνει σε ετοιμόρροπες σκάλες, πιάνει ένα ξεχασμένο αντρικό παπούτσι, αισθάνεται τη σκόνη στην παλάμη του, ακούει ένα τσίγκινο κανάτι να χτυπά στον ξερό κορμό της μουριάς. Ένα ημερολόγιο έχει μείνει στον τοίχο σταματημένο στις 19 Αυγούστου 1981. Το σπίτι έχει μετατραπεί σε αρχείο χωρίς ταξινόμηση, όπου τα πράγματα επιβιώνουν αποκομμένα από τις ζωές και τις χρήσεις που κάποτε τα ένωναν. Κάπως έτσι υπάρχει και το παρελθόν μέσα στον αφηγητή, ως σύνολο υπολειμμάτων που περιμένουν μια νέα σύνδεση, μόνο που εδώ ο ανασκαφέας αποτελεί συγχρόνως τμήμα του ευρήματος.

Και από όλα τα κτίσματα το χαμάμ έχει κρατήσει καλύτερα. Η λεπτομέρεια μοιάζει σχεδόν να σχολιάζει τη λειτουργία της ίδιας της μνήμης, αφού ο χώρος της εντονότερης εμπειρίας αποδεικνύεται και ο πιο ανθεκτικός στη φθορά. Ο Μιχάλης μπαίνει «με λυμένα τα γόνατα», αναγνωρίζει το ταμείο, τα ερμάρια, τις βρύσες, τις αίθουσες, τις αναφωτίδες, το κουρασάνι, αναπνέει τη σκόνη και τον υγρό αέρα, ώσπου «όλα επέστρεφαν ολοζώντανα», μαζί με τη θέρμη και την υγρή λάμψη της σάρκας. Το ερείπιο ξαναγίνεται σώμα.

Η μύηση και η μορφή του Δανιήλ

Από εδώ αρχίζει η άλλη μεγάλη κίνηση της νουβέλας, η επιστροφή στη μύηση. Οι τρεις έφηβοι είχαν πρωτοπλησιάσει το χαμάμ μέσα σε μια ατμόσφαιρα φημών, περιέργειας και φόβου. Ο χώρος ανήκε σε μια ασαφή ζώνη της μικρής κοινωνίας, γνώριμη και συγχρόνως περιβεβλημένη από ψιθύρους. Τα αγόρια ήξεραν αρκετά ώστε να προσδοκούν και ελάχιστα ώστε να γνωρίζουν τι ακριβώς προσδοκούσαν. Η μύηση έχει αρχίσει ήδη με την είσοδό τους, με τη γύμνια, τα ξύλινα τσόκαρα, τα σώματα γύρω τους, την αλλαγή της θερμοκρασίας και της ακοής. Σε κάθε επόμενη επίσκεψη ο βηματισμός γίνεται βεβαιότερος και τα τσόκαρα ακούγονται δυνατότερα. Το σώμα μαθαίνει τον χώρο και ο χώρος εγγράφεται στο σώμα.

Στο κέντρο του βρίσκεται ο Δανιήλ, μια μορφή που συγκροτείται κυρίως από μικρές, επίμονες λεπτομέρειες, ψηλόλιγνος, σκούρος, αυστηρός, «παλαιός άνθρωπος στις χειρονομίες και στην έκφραση», με καθαρά ρούχα, λιγοστές κουβέντες, τον ιδιαίτερο ρυθμό της ντοπιολαλιάς, τον σουγιά που λειαίνει ένα ξυλαράκι για να το κάνει οδοντογλυφίδα. Η δύναμη της παρουσίας του προέρχεται ακριβώς από αυτή την υλικότητα. Ο αφηγητής τού προσδίδει σταδιακά μυητικό κύρος, κρατώντας διαρκώς μέσα στην εικόνα το ανθρώπινο σώμα που το φέρει.

Το ίδιο αμφίσημη είναι και η θέση του στην κοινότητα. Ο Δανιήλ συνομιλεί με ιερείς και επαγγελματίες, κυκλοφορεί μέσα στον κοινωνικό ιστό, ενώ γύρω από το όνομά του σχηματίζεται μια περιοχή επιφυλάξεων, μισόλογων και κρυμμένων μορφασμών. Ο ώριμος Μιχάλης διαβάζει εκ των υστέρων σε αυτή την ατμόσφαιρα ένα κράμα σεβασμού και δέους. Ο Δανιήλ βρίσκεται μέσα στην κοινότητα και συγχρόνως λίγο έξω από τους ευκολότερους κανόνες της, ακριβώς στη θέση από όπου μπορεί να γίνει φορέας μιας διαφορετικής γνώσης του σώματος και της επιθυμίας.

Η γνώση αυτή συμπυκνώνεται στη φράση που θα ακολουθεί τον Μιχάλη σε ολόκληρη τη ζωή του. «Αυτός που δεν έχει το θάρρος των αισθημάτων του μένει σακάτης. Να το καταλάβεις μια μέρα αυτό», του λέει ο Δανιήλ, και ο ώριμος αφηγητής εξακολουθεί να σκύβει το κεφάλι όταν θυμάται τα λόγια του, ομολογώντας πως η πλήρης σημασία αυτού του «θάρρους των αισθημάτων» μένει ακόμη ανοιχτή γι’ αυτόν. Η φράση αποκτά τη δύναμη μιας αδρής ηθικής της επιθυμίας, όπου το συναίσθημα ζητά αναγνώριση και η αναγνώριση θάρρος, ενώ η διδασκαλία συνεχίζεται πολύ πέρα από τη στιγμή που εκφωνήθηκε, αφού ο έφηβος την ακούει και ο ώριμος άνδρας εξακολουθεί, τριάντα χρόνια αργότερα, να τη μαθαίνει.

Το «βράδυ των παιδιών» αποκτά κάτω από αυτό το φως μια σημασία πολύ ευρύτερη από μια ιστορία σεξουαλικής αφύπνισης. Η εμπειρία αφορά την επιθυμία και συγχρόνως τη γύμνια, την αμηχανία, τα διαφορετικά σώματα, την ηλικία, την τρυφερότητα, τη φροντίδα, τις ασυμμετρίες ανάμεσα στους μεγαλύτερους και στους νεότερους, το παιχνίδι και τη σιωπή, έτσι ώστε η μύηση να συντελείται μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα αισθήσεων και σχέσεων. Ο Δανιήλ αποτελεί την κεντρική μορφή αυτού του κόσμου, με το κύρος του οικοδεσπότη, την ισχύ του μεγαλύτερου, τη γνώση εκείνου που έχει δει περισσότερα σώματα και ακούσει περισσότερες ιστορίες, και συγχρόνως με τη δική του ανθρώπινη συμμετοχή στην επιθυμία που κυκλοφορεί μέσα στον χώρο.

Παράλληλα, τον κρατά ριζωμένο στην καθημερινή ύλη. Η σοφία του μυρίζει σαπούνι, ιδρώτα, καφέ και υγρασία, φορά καθαρό πουκάμισο, σέρνει ξύλινα τσόκαρα, κάθεται κάτω από τη μουριά, θυμώνει, επιθυμεί, παρατηρεί. Το μυητικό και το καθημερινό μένουν αχώριστα, όπως αχώριστα παραμένουν και στην τελετουργικότητα του τελευταίου βραδιού, όπου οι φαλλόσχημοι άρτοι, το ζεστό γάλα, τα πειράγματα και οι γκριμάτσες φέρνουν το αρχαϊκό σύμβολο δίπλα στην παιδικότητα και στο γέλιο. Η αφήγηση επιτρέπει στο υψηλό και στο γελοίο να κατοικούν στην ίδια σκηνή, προστατεύοντας την εμπειρία από τη σοβαροφανή εξιδανίκευση.

Το πρωινό έχει διαφορετικό τόνο. Ο Μιχάλης ξυπνά και αισθάνεται το σώμα του σαν καινούριο, σαν να είχε λυθεί και συναρμολογηθεί ξανά από τεχνίτες, και αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη στιγμή της μύησης, επειδή το σώμα αποκτά γι’ αυτόν μεγαλύτερη αξία και κύρος. Το σώμα της αμηχανίας, της σύγκρισης, της εφηβικής επίδειξης και της περιέργειας γίνεται σώμα βιωμένο. Αμέσως έπειτα οι φίλοι πλένονται και μιλούν για ασήμαντα πράγματα, σαν η γλώσσα να επιστρέφει στην προστατευτική καθημερινότητά της τη στιγμή που η εμπειρία έχει ήδη ξεπεράσει τις δυνατότητές της.

Αυτή η σιωπή θα τους ακολουθήσει. Τριάντα χρόνια αργότερα, η αμηχανία απέναντι στο χαμάμ, η επιλεκτική λήθη και οι υπεκφυγές αποτελούν την ώριμη μορφή εκείνου του πρωινού, και η παλιά πρόβλεψη του Δανιήλ, «όλα θα τα ξεχάσετε», επαληθεύεται με έναν τρόπο που η ίδια η νουβέλα μετατρέπει σε ειρωνεία της μνήμης. Η σειρά των γεγονότων έχει θολώσει, πολλές εικόνες χάθηκαν, η ενήλικη ζωή σκέπασε τα παλιά συμβάντα, ενώ το σώμα εξακολουθεί να κρατά μια μυρωδιά, ένα σημάδι, μια κρεατοελιά, έναν ήχο. Η λήθη γίνεται έτσι το σκοτεινό περιβάλλον της μνήμης, εκείνο μέσα στο οποίο λίγα ίχνη αποκτούν παράδοξη αντοχή.

Το χαμάμ αποτελεί επομένως κάτι περισσότερο από τόπο ερωτικής μύησης. Είναι η αρχιτεκτονική μορφή αυτής της μνημονικής διαδικασίας, ένας κλειστός χώρος με διαδοχικά δωμάτια, θερμότητα, υγρασία, ατμό, γύμνια, εισόδους και εξόδους, όπου ο έφηβος αφήνει τα ρούχα του, εκτίθεται, βιώνει, πλένεται, ντύνεται και επιστρέφει στην πόλη κουβαλώντας μαζί του εκείνο που φαινομενικά άφησε πίσω. Τριάντα χρόνια αργότερα ο ώριμος Μιχάλης πραγματοποιεί την ίδια διαδρομή αντίστροφα, επιστρέφοντας από την πόλη στον εγκαταλελειμμένο χώρο για να συναντήσει όσα είχαν κάποτε μείνει μέσα στους ατμούς του. Η πρώτη είσοδος οδηγούσε προς την εμπειρία, η δεύτερη προς τη μνήμη της εμπειρίας, και ανάμεσά τους βρίσκεται μια ολόκληρη ζωή.

Από το χαμάμ στη θάλασσα

Ήδη όμως μέσα στην παλιά ζωή του χαμάμ έχει αρχίσει να εμφανίζεται η θάλασσα. Όταν εύχονται στον Δανιήλ να ζήσει αρκετά ώστε να «κάνει άντρες» και τα παιδιά τους, εκείνος προβλέπει πως το χαμάμ θα κρατήσει λίγα ακόμη χρόνια και πως «τα παιδιά σας θα πααίνουνε στις παραλίες, στη θάλασσα». Η παρατήρηση καταγράφει μια πραγματική αλλαγή συνηθειών και συγχρόνως προαναγγέλλει μια βαθύτερη μετατόπιση του βιβλίου, από τον κλειστό χώρο της σωματικής κοινωνικότητας στον ανοιχτό χώρο της ακτής, από την προστατευμένη γύμνια του ατμού στην έκθεση του σώματος στο φως. Ο Δανιήλ έχει ήδη προφέρει τη θάλασσα πριν η αφήγηση τον οδηγήσει εκεί.

Ο θάνατός του, αντίθετα, φτάνει στον Μιχάλη σαν παλιά πληροφορία, σχεδόν σαν κάτι που θα έπρεπε ήδη να γνωρίζει. Η αναζήτηση του τάφου οδηγεί στο οστεοφυλάκιο, όπου τα οστά πολλών ανθρώπων βρίσκονται ανακατεμένα, και ο αφηγητής διατυπώνει με το χαρακτηριστικό μακάβριο χιούμορ του τη σκέψη πως αυτή η στενή ανάμειξη θα μπορούσε να αποτελεί για τον Δανιήλ ένα είδος μεταθανάτιας δικαίωσης, μια οριστική ένταξη στην κοινωνία απαλλαγμένη από τις επιφυλάξεις που συνόδευαν την παρουσία του όσο ζούσε. Η εικόνα λειτουργεί συγχρόνως ως αντίστροφο του χαμάμ. Εκεί κάθε σώμα είχε μοναδικότητα, θερμοκρασία, μυρωδιά, τρίχες, πληγές, σημάδια και βάρος. Στο οστεοφυλάκιο τα σώματα έχουν γίνει κοινή, ανώνυμη ύλη. Η αφήγηση παραλαμβάνει τον Δανιήλ από αυτή την ανωνυμία και του δίνει μια διαφορετική μορφή επιβίωσης.

Όταν οι πρακτικές υποχρεώσεις στο νησί τελειώνουν, ο Μιχάλης αποφασίζει να ταξιδέψει στα Χανιά για να συναντήσει τον Ιορδάνη, και η επιθυμία του είναι η απλούστερη δυνατή, να σφίξει τον γιο του στην αγκαλιά και να του δώσει δυο-τρία φιλιά «στο άσχετο». Η εφηβεία του παιδιού είχε ανοίξει στον πατέρα τον δρόμο προς τη δική του εφηβεία, και η επιστροφή στη μνήμη εκείνου του σώματος γεννά τώρα μια νέα δυνατότητα τρυφερότητας. Η αναδρομή αποκτά έτσι φορά προς το παρόν και προς το μέλλον. Το ταξίδι μέσα στα ερείπια επιστρέφει στον ζωντανό χρόνο. Και ακριβώς τότε ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα.

Η τελευταία σκηνή απομακρύνεται από την πιθανή ανασύσταση ενός πραγματικού γεγονότος και αποκτά την ελευθερία του οράματος. Νέοι με θύρσους, κισσό, κοντάρια και βάγια, άντρες που σηκώνουν το φορείο του Δανιήλ, γυναίκες και γνώριμες μορφές του χαμένου κόσμου σχηματίζουν μια πομπή προς την ακτή, συνδέοντας μέσα στην ίδια εικόνα εορτή, λιτανεία, θρίαμβο και νεκρική εκφορά. Η αμφισημία αποτελεί την ουσία της σκηνής. Ο Δανιήλ μεταφέρεται σαν νεκρός και συγχρόνως βρίσκεται ολοζώντανος, φέρει το κύρος ενός γέροντα που τιμάται και οδηγείται σε μια παραλία όπου λίγο αργότερα όλοι θα τρώνε, θα μιλούν, θα γελούν και θα κάνουν, με την υπέροχα απομυθοποιητική ακρίβεια του αφηγητή, «ό,τι κάνουν δηλαδή οι άνθρωποι στις παραλίες».

Η καθημερινότητα σώζει έτσι την πομπή από τη βαρύτητα της αποθέωσης. Το μυθικό μέγεθος που προσφέρει η μνήμη στον Δανιήλ επιστρέφει στη σάρκα. Η ιδιωτική εμπειρία έχει μετατραπεί σε ανοιχτή εικόνα και η μνήμη, έχοντας αρχίσει από θραύσματα, αναλαμβάνει τώρα πλήρως τη δημιουργική της δύναμη.

Ο μέλλοντας της αφήγησης

Εδώ συναντούμε και την τολμηρότερη χρονική μετατόπιση της νουβέλας. Ο νεκρός Δανιήλ περνά στον μέλλοντα. «Δεν θα τους ακούει», «θα γυρίσει το κεφάλι προς τη δύση», «θα κλείσει τα μάτια», «θα τ’ ανοίξει πάλι». Η γραμματική αντιστρέφει τη φυσική φορά της ανάμνησης και παραχωρεί σε έναν άνθρωπο του παρελθόντος τον χρόνο του «θα». Ο πραγματικός Δανιήλ έχει πεθάνει και το όνομά του υποχωρεί από τη συλλογική μνήμη· μέσα στην αφήγηση όμως αποκτά μέλλον, αφού θα γυρίζει το κεφάλι προς τον ήλιο κάθε φορά που η ανάγνωση θα φτάνει σε εκείνη την τελευταία ακτή. Ο μέλλοντας γίνεται χρόνος λογοτεχνικής επιβίωσης.

Και ύστερα από θύρσους, βάγια, φορεία και τελετουργικές εικόνες, η νουβέλα επιλέγει να κρατήσει τον Δανιήλ μέσα στην πιο μικρή και πιο υλική χειρονομία. Κοιτάζει τον ήλιο που γλιστρά πίσω από το μικρό σύννεφο των υδρατμών και απλώνει με τη γλώσσα «μία λεπτή επάλειψη σάλιου στα στεγνά χείλη του». Στόμα, γλώσσα, σάλιο, ξηρότητα, μια κίνηση σχεδόν αόρατη, και μέσα της ολόκληρη η επιμονή του έργου στο σώμα, σαν η αφήγηση να προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αφαίρεση του συμβόλου σώζοντας εκείνο που φαίνεται ασήμαντο.

Το σώμα γίνεται αρχείο χρόνου, ενώ η γλώσσα αναλαμβάνει μια ανάλογη λειτουργία, καθώς η σημερινή, αστική, αυτοσαρκαστική φωνή του Μιχάλη συνυπάρχει με τη λαλιά του Δανιήλ, και το «θα ζγει και θα βασιλεύγει» ή το «θα πααίνουνε στις παραλίες» σώζει μαζί με το νόημα το άκουσμα μιας φωνής και μαζί της έναν κόσμο που έχει πάψει να υπάρχει με την παλιά του μορφή.

Επίλογος: Η δεύτερη μύηση

Υπό αυτό το φως αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και η συγγραφική σημείωση που προηγείται της έκδοσης και δηλώνει πως όλα τα πρόσωπα, μαζί και ο αφηγητής, είναι επινοημένα και συγχρόνως αυτοτελή απέναντι στον δημιουργό τους. Ο Μιχάλης ζητά να αντιμετωπιστεί ως αυτόνομη μυθοπλαστική συνείδηση, με τις δικές της μνήμες, υπεκφυγές, επιθυμίες και ανάγκες ανασύνθεσης, και το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου μετατοπίζεται έτσι από την εξωτερική βεβαιότητα του τι ακριβώς συνέβη προς την πολύ πιο γόνιμη περιοχή όπου ένας άνθρωπος, τρεις δεκαετίες αργότερα, επιχειρεί να δώσει μορφή σε όσα συνέβησαν μέσα του.

Η νουβέλα υπερβαίνει έτσι το γνώριμο σχήμα μιας αφήγησης ενηλικίωσης, αφού η πρώτη ενηλικίωση έχει ήδη συντελεστεί πολύ πριν αρχίσει το ταξίδι του Μιχάλη, και αυτό που διακυβεύεται τώρα είναι μια δεύτερη, αναδρομική μύηση, κατά την οποία ο ώριμος άνθρωπος επιστρέφει στη στιγμή της πρώτης σωματικής του γνώσης και ανακαλύπτει τη θέση που εκείνη εξακολουθεί να κατέχει μέσα στη σημερινή του ταυτότητα.

Εκεί ακριβώς, τη στιγμή που ο Μιχάλης μπορεί πια να εγκαταλείψει το νησί και να στραφεί προς τον γιο του, η αφήγηση οδηγεί τον Δανιήλ στη θάλασσα, από το χαμάμ που κράτησε μέσα στους ατμούς του τη μυστική θερμοκρασία των σωμάτων προς τον ανοιχτό ορίζοντα όπου το φως καταργεί τα τοιχώματα, ώστε η φράση Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, με τη σχεδόν παιδική καθαρότητα της σύνταξής της, να χωρέσει τελικά ολόκληρη την απόσταση από το σώμα στη μνήμη, από τον ατμό στον ορίζοντα, από τη φθορά στην εικόνα και από το «ήταν» στο «θα είναι». Ο Μιχάλης, έχοντας αρχίσει το ταξίδι του μαντεύοντας περισσότερο παρά βλέποντας το νησί, φτάνει να μαντέψει με την ίδια βαθιά αισθητηριακή ακρίβεια τον νεκρό Δανιήλ και να δείξει πως κάποτε η λογοτεχνία αρχίζει ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η μνήμη, έχοντας χάσει τη βεβαιότητα του γεγονότος, αποκτά τη λάμψη της μορφής.

*

©Δημήτριος Μποσνάκης

✳︎ 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Το τρελό στοίχημα κάτι υπεραισιόδοξων.

 Η σκυτάλη, μακάρι, από τον έναν Κυριάκο (Μητσοτάκη) στον άλλον Κυριάκο (Πιερρακάκη). Μήπως και κερδηθεί το τρελό στοίχημα κάτι υπεραισιόδοξων πριν από δύο αιώνες πως θα τα κατάφερνε να υπάρξει χώρα και έθνος Νεοελλήνων.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ολόκληρα εξήντα έξι!

 

Οδοιπόρος της τρίτης (ηλικίας) πια, γιόρτασα και τα ολόκληρα εξήντα έξι. Με τον εθιμικό των γενεθλίων μου μπαμπά με ρούμι-τούρτα με σύκα. Ευγνώμων, όλα καλοδεχούμενα, δόξα τω Θεώ, μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και τα συναφή. 

Ευχαριστώ πολύ και αντεύχομαι με θέρμη στις χτεσινές ευχές σας (σε fb, timeline και msg, email και sms).

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας Φαινομενολογία του ανέκφραστου στη Διονυσία του Αντώνη Νικολή.

Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Διονυσία, Το Ροδακιό, 2012

«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»

«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»

William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31

Εισαγωγή
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα, οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.

Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Η ηρωίδα παντρεύεται, γεννά, φροντίζει, επιθυμεί, υπομένει, εγκαταλείπει και εγκαταλείπεται, μετακινείται από την Κω στην Αθήνα και από τους αναγνωρίσιμους κοινωνικούς ρόλους στην ακραία επισφάλεια του δρόμου. Σε αυτή τη διαδρομή χάνει σταδιακά τα στηρίγματα που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πρόσωπο με διάρκεια, θέση και δικαίωμα στον χώρο. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η εργασία, η ερωτική σχέση, η κατοικία και τελικά η ίδια η πόλη προσφέρουν προσωρινές μόνο μορφές ένταξης. Με αυτή την έννοια η Διονυσία είναι μια ηρωίδα χωρίς πεδίο, μια μορφή που διέρχεται μέσα από τους κυριότερους θεσμούς της κοινωνικής ζωής χωρίς να κατορθώνει να τους μετατρέψει σε τόπους κατοίκησης του εαυτού.

Η λογοτεχνική ιδιαιτερότητα του προσώπου της βρίσκεται και στην απόσταση ανάμεσα σε όσα βιώνει και σε όσα μπορεί να αρθρώσει. Η Διονυσία σπανίως μετασχηματίζει την εμπειρία της σε ολοκληρωμένο λόγο ή σε συνειδητή αφήγηση του εαυτού. Όσα της συμβαίνουν εγγράφονται πρώτα στο σώμα, στη μνήμη, στις αισθήσεις, στις ασύνδετες εικόνες, στο κρινολίνο και στα μικρά κουτιά. Σε αυτή την περιοχή σχηματίζεται η φαινομενολογία του ανέκφραστου που διατρέχει το μυθιστόρημα. Καθώς οι σταθερές της ζωής της υποχωρούν, η αφήγηση πλησιάζει ολοένα περισσότερο στο σώμα και στις αισθήσεις, ο χρόνος γίνεται λιγότερο ευθύγραμμος, η μνήμη εισβάλλει στο παρόν και η πόλη προσλαμβάνεται ως ροή αποσπασματικών ερεθισμάτων.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή αναδύεται η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας. Η ηρωίδα διαθέτει μια ιδιότυπη δεκτικότητα απέναντι στους άλλους, μια σχεδόν σωματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ανάγκη, τη μοναξιά και την ευάλωτη περιοχή τους. Η ίδια ποιότητα που την αφήνει εκτεθειμένη στην εισβολή και στην εκμετάλλευση την καθιστά παράξενα παρηγορητική. Η χάρις που της αποδίδεται μετά θάνατον έχει την προϊστορία της σε αυτή την καθημερινή διαθεσιμότητα, στη σωματική εγγύτητα προς τον πόνο και στην εξοικείωση με τις μορφές της ανθρώπινης έκπτωσης. Η κοινωνική κάθοδος, η αποσύνδεση της συνείδησης, η μνήμη, το σώμα, η δεκτικότητα, το κρινολίνο και τα κουτιά, ο θάνατος στο κατώφλι της Νταίζης και η μεταθανάτια διασπορά αποτελούν έτσι μέρη μιας ενιαίας αφηγηματικής αρχιτεκτονικής, όπου η απώλεια της προσωπικής συνοχής οδηγεί σε μια νέα, συλλογική μορφή παρουσίας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς» / Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο.

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο

ΠΕΡΙ ΟΥ, 1 Αυγούστου 2026. 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:

«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Χαράλαμπος Νικολής: πρώτος στην Οδοντιατρική Αθηνών!

Ο Χαραλαμπίκος με τον μητρικό παππού, Μιλτιάδη Φάκκο, οδοντίατρο και διατελέσαντα ευδοκίμως δήμαρχο Κω. 

Δεν σκόπευα να κάνω ειδική μνεία. Είναι πέντε τα ανίψια μου, και για το καθένα η δική μου διακριτή, που θέλω να είναι και διακριτική αγάπη. Ούτε είναι ο Χαράλαμπος του Λάμπρου ο πρώτος που αριστεύει. Και η Μαρία και ο Χαράλαμπος του Θανάση, και η Άννη, η μεγαλύτερη του Λάμπρου. Και έσχατος, πλην λυκειόπαις ακόμη, ο Μιλτιάδης, επίσης του Λάμπρου, δείχνει κι αυτός εξίσου πολλά υποσχόμενος.

Με τον πρόσφατα πρωτεύσαντα, ας πούμε πως είχα μία προσωπική εμπλοκή, μα όχι γι’ αυτήν, ή μάλλον εξαιτίας της ο Λάμπρος θα μου ’στελνε την παραπάνω φωτογραφία, κι ύστερα πώς να μη σημειώσω κάτι. Όταν κατηγορηματικά μού δήλωσε θέλω μόνο οδοντιατρική, τέσσερις γενιές πίσω στη μητρική του οικογένεια οδοντίατροι (ο παππεπίπαππος πρακτικός, σπουδασμένοι από τον προπάππου, τον παππού, τη μαμά και τον θείο), με το άγχος μην έχει τη δική μου ταλαιπωρία (αλλαγή σπουδών και ξανά πανελλήνιες) τον ρώτησα πώς τα πάει με το οδοντιατρείο της μαμάς, αν το επισκέπτεται. Ο λόγος, προσωπικά, δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δεν πάταγα ποτέ το πόδι μου στο νοσοκομείο να βρω τον μπαμπά επί το έργο του –και παρεμπιπτόντως, χρόνια αργότερα θα άκουγα τον σπουδαίο χειρουργό Γιώργο Πέρο να μου τονίζει πως σαν παιδί και έφηβος δεν έβγαινε να παίξει, προτιμούσε να παραστέκει στον αείμνηστο πατέρα του στο τραπέζι του χειρουργείου του. Μα, μου απαντάει ο Χαράλαμπος, ήδη μου αρέσει να παρακολουθώ τον παππού ή τη μαμά, να είμαι μαζί τους στο γιατρείο.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στη Μασσαλία (της Γαλλίας και) της Μεσογείου.

Ορισμένες εικόνες του λιμανιού της, ίσως από ντοκιμαντέρ, μα όπως τις αρχειοθετεί η φαντασία, εικόνες μεγάλου λιμανιού της Μεσογείου, και δη του 19ου ή των αρχών του 20ού, σαν να λέμε στην καρδιά του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ο λόγος που συγκατέλεγα τη Μασσαλία στα ταξιδιωτικά μου σχέδια. Επίσης, από ντοκιμαντέρ σίγουρα, η παροικία των Καλυμνίων, ακόμη και μια αδιόρατη συσχέτιση του ιπποτικού τάγματος των Ιωαννιτών με την κοντινή παπική Αβινιόν των αρχών του 14ου αιώνα.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Είκοσι χρόνια άκαπνος…


Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2 Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα. Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…

Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί, ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο οκτώ τσίχλες τη μέρα.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Το IQ του κινήματος σαν να φυραίνει;

Γκράφιτι/τοιχογραφήματα στην οδό Αρχολέοντος, στα Χανιά. Λυρική ρητορική κοινοτοπία ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ; κι από κοντά το ανάλογης ρηχότητας ιδεοληπτικό FREE PALESTINE

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Γιάννης Στουρνάρας.

Στον σύγχρονο όπως τον εννοούμε εθνικό βίο ένα θαύμα συνέβη, μπορεί το μόνο, η νεοελληνική γλώσσα: η σύνδεση και ο εμπλουτισμός της από παλαιότερες συγχρονίες. Μερικοί, λίγοι, Νεοέλληνες στέκουν στο ύψος αυτού του θαύματος, παρουσίες με συγκρότηση και πολιτεία καθ' όλα παρηγορητικές. Ανάμεσα στους ελάχιστους σημερινούς, ο Γιάννης Στουρνάρας. 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Γέρας ανεκτίμητο!

Από την αισθαντική -ό,τι και να πω είναι λίγο- φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα Αποστολού (και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7), φωτογραφία και σχόλιο σε ανάρτησή της στο fb:

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "|25 τΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ S ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ ΕΜΠΕΙΡ ΕΚΔΟΤΙΚ OIA 19 ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ 3 ΑΝΤΩΝΣΝΙΚΟΛΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΟΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ ΙΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ AIONY ΣΙΑ ΙΩΝΗΣ ΝΙΚΟΔΗΣ ဝ AANIHA HAEI ΣΤΗΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ TOY ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΥ 者卡 실해부리(미" 
"Σήμερα, οι γευσιγνώστες της περγαμηνής, τιμούν την λογοτεχνία.
Κι εγώ, μόλις χθες ανακάλυψα, πως μετρώ 62 χρόνια αναγνώστρια."

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Το Ευαγγέλιο στη γλώσσα του Ομήρου και ο Κώος πρωτοψάλτης Γιώργος Σακέλλης.

 

Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου, επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο. Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο. Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019

Δημοσιεύθηκε

Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή

Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Με αυτή την έννοια, η νουβέλα υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη δυστοπικής αφήγησης επιβίωσης στα όρια και αρθρώνεται ως ποιητικός στοχασμός πάνω στις προϋποθέσεις και τους όρους με τους οποίους ο άνθρωπος συγκροτείται ως υποκείμενο του λόγου και της ιστορίας.

Ο πυρήνας της πλοκής είναι εξωτερικά λιτός. Σε έναν απομονωμένο νησιωτικό χώρο τρία πρόσωπα συνυπάρχουν προσωρινά, έως ότου η εύθραυστη ισορροπία των σχέσεων καταλήξει σε βίαιη ρήξη και φόνο. Η σημασία του έργου, ωστόσο, εντοπίζεται λιγότερο στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση οργανώνει τη διάβρωση της γλώσσας, τη διάλυση της ερμηνευτικής βεβαιότητας και την έκθεση του ανθρώπινου σώματος σε συνθήκες ελέγχου, επιτήρησης και εξάρτησης. Η τραγική ένταση της νουβέλας απορρέει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση: από τη σύγκρουση των προσώπων στη βαθύτερη αποτυχία του Λόγου να θεμελιώσει κοινότητα, μνήμη και σταθερό ορίζοντα νοήματος και αλήθειας.

Η μελέτη που ακολουθεί εξετάζει τη νουβέλα με βάση τέσσερις κύριους άξονες. Ο πρώτος αφορά στη δραματουργική του οργάνωση, ο δεύτερος εστιάζει στην αφηγηματική μορφή και στην υφολογική διαφοροποίηση των φωνών, ο τρίτος αναπτύσσει τις βασικές ερμηνευτικές της διαστάσεις, με έμφαση στα οντολογικά, βιοπολιτικά, έμφυλα και ηθικοφιλοσοφικά του συμφραζόμενα, και τέλος, ο τέταρτος διερευνά τις ενδεχόμενες λογοτεχνικές συγγένειες του κειμένου και το ιδιαίτερο εκφραστικό μητρώο του Νικολή. Σκοπός της ανάγνωσης αυτής είναι να καταδείξει ότι, στη νουβέλα, η σιωπή συνιστά κρίσιμη μάζα και ότι ο θάνατος του Λόγου σφραγίζει ως στρώμα καταστροφής την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτισμικού παραδείγματος.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym

 

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

The Traumatic Matrix of Narrative

Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The

Gym

Antonis Nikolis, The Gym. Potamos, 2018.
Reviewed by Dimitrios Bosnakis.


Antonis Nikolis’s The Gym is among the most exacting and daring works of contemporary
Greek prose. Dark, hypnotic, and formally uncompromising, the novella explores domestic
space as a site of trauma, mourning, and the unmaking of identity. It begins with the loss of
the protagonists’ mother and gradually unfolds into a psychic landscape of disintegration, in
which body, memory, and language are subjected to parallel forms of erosion.
This essay reads the novella through feminist psychoanalytic theory (Kristeva, Irigaray,
Grosz) alongside the theory of queer negativity (Edelman, Halberstam), arguing that The
Gym stages a literary resistance to heteronormative and temporally regulated structures. Its
refusal of linear development, suspension of futurity, and compulsive return to trauma
produce a narrative that unsettles the logic of restoration and progress. At the same time, the
affinities of Nikolis’s prose with writers such as Virginia Woolf, Samuel Beckett, Clarice
Lispector, Jean Rhys, and Margarita Karapanou situate the work within a broader tradition of
interiorised, disjunctive, and disintegrative writing. 

LUCID DARKNESS The Mark of the Grave: Τhe act of narration in Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary

 Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM

LUCID DARKNESS
Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The
Death of the Mercenary

1. Introduction

Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which
desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic
density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered
experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between
reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of
erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the
subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death.
The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical
construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework,
the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic
architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical
horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of
the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience
of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a
consciousness struggling to preserve its unity.
Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a
concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is
directly bound up with its existential and formal economy. 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Pergrinus: Death as the Horizon

Pergrinus: Death as the Horizon 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

(The Books’ Journal, issue 166, pp. 64–67)
 

Death as the Horizon
Narrative, Interpretive, and Literary Approaches
Antonis Nikolis, Peregrinus. Novel. Armos, Athens, 2023, 512 pp.


Antonis Nikolis’s Peregrinus is not merely a novel of modern Greek literature, but a work
that lays claim to a place within World Literature. It draws on the ancient Greek novel,
Roman historiography, and the philosophical tradition, while incorporating narrative
techniques associated with modernism and postmodernism. Its ironic distance and thematic
complexity lend it both historical depth and universal reach. By bringing antiquity into
dialogue with contemporary narrative, philosophical inquiry, and metafiction, it enters the
international literary conversation with marked originality and considerable literary weight.

By Dimitrios Bosnakis 

Just as we wash our bodies, so too ought we to wash our destiny; we ought to change our
lives as we change our clothes, not in order to preserve our lives, as when we eat and sleep,but out of that respect which others have for us, and which we rightly call cleanliness.

Fernando Pessoa, The Book of Disquiet, passage 42 

Introduction

Antonis Nikolis’s prose fiction constitutes an exemplary literary case. Beneath the authority of form and the evident pursuit of artistic perfection, his devotion to style and his ceaseless search for the right word express, if nothing else, an obsessive passion, one that might equally be understood as a desperate struggle against the absurdity of existence, a vision that appears to inform each of his works. His ascetic dedication to writing conveys not only severity and absolute artistic control, but also a distinctive combination of lyrical attentiveness, stark realism, metaphysical unease, and irony, drawing on some of the richest resources of literary expression.
Nikolis’s work to date is distinguished both by its continuous structural inventiveness in
narrative discourse, from the trilogy of love and suffering, Daniel Goes to the Sea, Dionysia, and The Death of the Mercenary, to the dystopian elegies The Dark Island and The Gym, and by the demands it places on language in matters of economy, plasticity, and rhythm. It is equally marked by an almost quixotic search for an ecstatic transcendence of reality, to which his narratives are subjected without compromise. It therefore becomes a particular challenge for the reader or critic to relate local detail to broader structures and to explore the difficult, at times paradoxical, relations between language and ideas. Literary criticism, in my view, ought precisely to attend to textual strategies and to the exact determination of linguistic and narrative codes, in order to approach as closely as possible the implicit discourse, the layered stratigraphy of the composition.
The analysis that follows examines in detail the plot and structure of the work, the author’s
narrative techniques, including sensory narration, the scenography of space and the use of historical and cultural context, as well as the psychography of the central character. It also suggests possible interpretive avenues through theoretical, philological, aesthetic, and even
psychoanalytic approaches that, in my judgement, are especially useful for a fuller
understanding and assessment of Peregrinus. Finally, the novel’s relation to Greek and
foreign literary tradition, classical, modern, and postmodern alike, is traced through elective affinities and productive influences in narrative architecture, syntactic patterning, and the texture and stratification of its language.