Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς» / Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο.

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο

ΠΕΡΙ ΟΥ, 1 Αυγούστου 2026. 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:

«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».

Η εικόνα έχει τη χαρακτηριστική φλωμπερική υπερβολή και συγχρόνως αξιοθαύμαστη θεωρητική ακρίβεια. Το «ιστορικό χασίς» δηλώνει μια προσωρινή μεταβολή της συνείδησης, την είσοδο του αναγνώστη σε έναν άλλον χρόνο, αρκετά συνεκτικό ώστε για λίγες ώρες να αποκτήσει την ισχύ της παρούσας πραγματικότητας. Η γνώση αποκτά βιωματική υπόσταση, η χρονική απόσταση γίνεται οικειότητα και το παρελθόν προσλαμβάνεται μέσα από τις κατηγορίες με τις οποίες οι άνθρωποί του αισθάνονταν το σώμα, το ιερό, την επιθυμία, την εξουσία και τον θάνατο. Η φλωμπερική φιλοδοξία αφορά ακριβώς αυτή τη μετατόπιση του βλέμματος, χάρη στην οποία ο αναγνώστης μετρά προσωρινά έναν άλλον πολιτισμό με τα δικά του μέτρα.

Η σχέση του ίδιου του Φλωμπέρ με την Αρχαιότητα είχε έντονα σωματικό χαρακτήρα. «Η Αρχαιότητα με ζαλίζει», γράφει στον Μαξίμντυ Καν. «Είμαι βέβαιος πως έζησα στη Ρώμη, στα χρόνια του Καίσαρα ή του Νέρωνα. Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ένα βράδυ θριάμβου, όταν οι λεγεώνες επέστρεφαν και τα αρώματα έκαιγαν γύρω από το άρμα του θριαμβευτή, ενώ οι αιχμάλωτοι βασιλιάδες βάδιζαν πίσω του;»

Λίγους μήνες νωρίτερα είχε γράψει στον Αλφρέντ ντε Πουατβέν: «Κουβαλώ μέσα στα σπλάχνα μου την αγάπη για την Αρχαιότητα. Συγκλονίζομαι ως τα βάθη της ύπαρξής μου όταν συλλογίζομαι τις ρωμαϊκές γαλέρες που έσχιζαν τα ακίνητα κι όμως αιώνια κυματισμένα νερά αυτής της θάλασσας που μένει πάντοτε νέα».

Οι δύο επιστολές αποκαλύπτουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Φλωμπέρ προσέγγιζε το αρχαίο παρελθόν. Η Αρχαιότητα εμφανίζεται ως σχεδόν σωματική μνήμη, ως επιθυμία ανάκτησης μιας χαμένης πληρότητας των αισθήσεων. Η ανασύστασή της αρχίζει γι’ αυτόν από την ύλη, από τη θερμοκρασία του αέρα, την αφή των υφασμάτων, το βάρος των μετάλλων, τις οσμές, τα τρόφιμα, τα σώματα, τις κινήσεις, τους ήχους και τις δημόσιες τελετουργίες. Στην επιστολή προς τη Λουίζ Κολέ, τον Σεπτέμβριο του 1853, αυτή η ποιητική αποκτά σχεδόν προγραμματική διατύπωση: «Πρέπει να δημιουργεί κανείς χαρέμια μέσα στο μυαλό του, παλάτια πλημμυρισμένα από ύφος, και να τυλίγει την ψυχή του με την πορφύρα των μεγάλων εποχών».

Η Σαλαμπώ γεννήθηκε από αυτή τη σύλληψη. Η έρευνα έχει αφομοιωθεί σε τέτοιο βαθμό από την πρόζα, ώστε η Καρχηδόνα αποκτά δική της αισθητηριακή τάξη, ιδιαίτερο ρυθμό και ιδιαίτερη αντίληψη του σώματος, του ιερού και της βίας. Ο Peter Brooks, στο Flaubert in the Ruins of Paris του 2017, χαρακτηρίζει το έργο «το πιο οπερετικό από τα δημιουργήματα του Φλωμπέρ», μια παρατήρηση που αγγίζει τον πυρήνα της φλωμπερικής τεχνικής. Η μουσικότητα της πρόζας, οι μάζες των σωμάτων, οι μάχες, οι καταστροφές, τα χρώματα και η τελετουργική διάταξη του θεάματος υπηρετούν την απόδοση ενός πολιτισμού από το εσωτερικό του. Η αρχαιογνωσία μετασχηματίζεται σε αφηγηματική ύλη και η τεκμηρίωση γίνεται ρυθμός.

Εδώ βρίσκεται μία από τις ιδιαίτερες δυνατότητες της λογοτεχνίας απέναντι στο ιστορικό κατάλοιπο. Η αρχαιολογία ανασυνθέτει χώρους, αντικείμενα, μορφές και υλικές συνθήκες. Η λογοτεχνική φαντασία διερευνά τις σχέσεις που συνέδεαν τους ανθρώπους με αυτά, τον τρόπο με τον οποίο ένα σώμα κατοικούσε έναν χώρο, ένα αντικείμενο συμμετείχε στην καθημερινότητα, μια τελετουργία οργάνωνε τον χρόνο, μια πίστη καθόριζε την αίσθηση του φόβου ή της σωτηρίας. Η λεπτομέρεια αποκτά το πλήρες νόημά της όταν εντάσσεται σε μια συνεκτική ανθρώπινη πραγματικότητα.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ προσέγγισε την ίδια απαίτηση από διαφορετική κατεύθυνση. Στις Αναμνήσεις του Αδριανού η Ρώμη και η τεράστια γεωγραφία της αυτοκρατορίας συγκεντρώνονται στη συνείδηση ενός ανθρώπου. Οι στρατοί, οι επαρχίες, οι διοικητικές αποφάσεις, οι λατρείες, οι πόλεις, τα ταξίδια, η εξουσία και η πολιτική περνούν μέσα από τη μνήμη του Αδριανού και μετατρέπονται σε υλικό προσωπικής αποτίμησης. Ο αυτοκράτορας, πλησιάζοντας προς τον θάνατο, επιχειρεί να διακρίνει το σχήμα της ζωής του, να συνδέσει την πράξη με τη σκέψη, τον έρωτα με την απώλεια, τη διακυβέρνηση με τη γνώση των ανθρώπων και του εαυτού.

Η Γιουρσενάρ γνώριζε πολύ καλά τη φλωμπερική καταγωγή αυτής της αναζήτησης. Στις σημειώσεις που συνοδεύουν τις Αναμνήσεις του Αδριανού ανακαλεί μια φράση του Φλωμπέρ την οποία είχε διαβάσει και υπογραμμίσει επανειλημμένα ήδη από το 1927:

«Εφόσον οι θεοί δεν υπήρχαν πια και ο Χριστός δεν είχε ακόμη έρθει, υπήρξε, από τον Κικέρωνα έως τον Μάρκο Αυρήλιο, μια μοναδική στιγμή όπου υπήρχε μόνο ο άνθρωπος, μόνος».

Η φράση αυτή διέθετε για τη Γιουρσενάρ τεράστια πνευματική γονιμότητα. Οι Αναμνήσεις του Αδριανού μπορούν να διαβαστούν ως μεγάλη μυθιστορηματική ανάπτυξη αυτής της φλωμπερικής διαίσθησης.

Από τη Σαλαμπώ στις Αναμνήσεις του Αδριανού διαγράφεται έτσι μια από τις γονιμότερες γραμμές της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής πρόσληψης της Αρχαιότητας. Στον Περεγρίνο του Αντώνη Νικολή η συνομιλία αυτή βρίσκει μια σύγχρονη και απολύτως αυτοδύναμη συνέχεια, με επίκεντρο τη διαμόρφωση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στις συνθήκες της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής κοινωνίας του δεύτερου αιώνα.

Ο Περεγρίνος ανήκει ασφαλώς στην ιστορική μυθοπλασία. Η ουσιαστική του δύναμη βρίσκεται στην επιλογή μιας εποχής εξαιρετικής κοινωνικής, θρησκευτικής και πνευματικής κινητικότητας ως πεδίου διερεύνησης της ανθρώπινης μεταμόρφωσης. Ο Νικολής διαθέτει εντυπωσιακή γνώση των πηγών, από τον Λουκιανό έως τον Αύλο Γέλλιο, και αυτή η γνώση έχει απορροφηθεί από την αφήγηση με τέτοια φυσικότητα ώστε λειτουργεί ως αόρατη υποδομή του μυθιστορήματος. Οι πόλεις, τα λιμάνια και οι δρόμοι, οι φιλοσοφικές σχολές, οι θρησκευτικές κοινότητες, οι αγορές και οι τελετές, τα ενδύματα, τα σώματα, η πέτρα, οι οσμές, η θερμότητα και το φως της Μικράς Ασίας, της Αλεξάνδρειας, της Ρώμης, της Αθήνας και της Ολυμπίας συγκροτούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι πράξεις του ήρωα αποκτούν το νόημά τους.

Η δύναμη αυτής της ανασύστασης βρίσκεται στην οργανική λειτουργία της λεπτομέρειας. Ένα ένδυμα δηλώνει θέση, παιδεία ή επιλογή βίου, ένας δρόμος καθορίζει τη σχέση του ανθρώπου με την πόλη, μια τελετή οργανώνει τη συλλογική ζωή, ένας τόπος συνάθροισης δημιουργεί δεσμούς, μια χειρονομία ή ένας τρόπος δημόσιου λόγου φανερώνουν κώδικες κοινωνικής αναγνώρισης. Η αρχαιογνωσία αποκτά έτσι ανθρωπολογική λειτουργία.

Η επιλογή του δεύτερου αιώνα είναι από αυτή την άποψη καθοριστική. Πρόκειται για περίοδο μεγάλης κινητικότητας μέσα στην αυτοκρατορία, κατά την οποία φιλόσοφοι, ρήτορες, σοφιστές, θρησκευτικοί διδάσκαλοι, ασκητές και περιπλανώμενοι διανοούμενοι κινούνται από πόλη σε πόλη, συγκροτούν ακροατήρια και οικοδομούν το κύρος τους μέσα από τον λόγο, την παιδεία, την εμφάνιση και τη στάση του σώματος. Η Δεύτερη Σοφιστική αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν περιβάλλοντα αυτής της δημόσιας κατασκευής της αυθεντίας. Η παιδεία είναι κοινωνικό κεφάλαιο, ο λόγος δημόσια πράξη και η προσωπικότητα αποκτά ορατότητα μέσα από την παρουσία ενώπιον ενός ακροατηρίου.

Ο Περεγρίνος εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο με εξαιρετική μυθιστορηματική γονιμότητα. Η περιπλάνησή του ανάμεσα σε πόλεις, κοινότητες, φιλοσοφικές διδασκαλίες και θρησκευτικές αναζητήσεις αποτελεί συγχρόνως πορεία ανάμεσα σε διαφορετικές δυνατότητες ύπαρξης. Κάθε σταθμός προσφέρει ένα σύστημα αξιών, μια σχέση με το σώμα, μια πνευματική πειθαρχία και έναν τρόπο εμφάνισης ενώπιον των άλλων. Η γεωγραφική κινητικότητα της αυτοκρατορίας μετατρέπεται σε εσωτερική κινητικότητα του ήρωα και η περιπλάνηση γίνεται διαρκής δοκιμή του εαυτού.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Περεγρίνος συναντά δημιουργικά τις Αναμνήσεις του Αδριανού. Ο Αδριανός της Γιουρσενάρ στρέφεται προς μια ολοκληρωμένη ζωή και αναζητεί μέσα στη μνήμη τη συνοχή της. Ο Περεγρίνος του Νικολή βρίσκεται διαρκώς καθ’ οδόν προς μια καινούργια εκδοχή του εαυτού του. Η κίνηση του Αδριανού είναι αναδρομική και συνθετική, του Περεγρίνου είναι μεταμορφωτική. Ο πρώτος επιχειρεί να κατανοήσει το σχήμα που απέκτησε η ζωή του,ο δεύτερος αντιμετωπίζει την ταυτότητα ως ανοιχτή δυνατότητα που ζητεί κάθε φορά νέα πραγμάτωση.

Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ευφυείς συλλήψεις του μυθιστορήματος. Οι αλλαγές ονόματος και οι διαφορετικές κοινωνικές εντάξεις κάνουν ορατή αυτή τη διαρκή δοκιμή του εαυτού. Η φιλοσοφική επιλογή αποκτά σωματική έκφραση, η θρησκευτική προσχώρηση δημιουργεί νέους δεσμούς, η άσκηση γίνεται τρόπος ζωής και η δημόσια πράξη δοκιμάζει την αλήθεια της προσωπικής επιλογής μέσα στο βλέμμα των άλλων.

Η ιστορική θεμελίωση χαρίζει σε αυτή τη σύλληψη το βάθος της: οι μεταμορφώσεις του ήρωα αναδύονται από πραγματικές δυνατότητες της εποχής των Αντωνίνων, από τις φιλοσοφικές τέχνες του ζην, τις θρησκευτικές κοινότητες και τις μορφές δημόσιας αυτοπαρουσίασης που αυτή προσφέρει.

Ακριβώς γι’ αυτό ο Περεγρίνος αποκτά τόσο ισχυρή σύγχρονη απήχηση. Η οικειότητα του προσώπου του γεννιέται μέσα από την ιστορική του ετερότητα. Η ανάγκη αναγνώρισης, η φροντίδα της δημόσιας εικόνας, η διαδοχική υιοθέτηση διαφορετικών ταυτοτήτων και η επιθυμία να συμπέσουν κάποτε ο βίος, η πεποίθηση και η εικόνα του εαυτού εμφανίζονται ως δυνατότητες πλήρως ριζωμένες στον δεύτερο αιώνα και συγχρόνως φωτίζουν πλευρές της ανθρώπινης κατάστασης που παραμένουν οικείες.

Η τελική αυτοσκηνοθεσία του Περεγρίνου με την αυτοπυρπόλησή του στους Ολυμπιακούς αγώνες (165 μ.Χ.) αποκτά μέσα σε αυτή την προοπτική το πλήρες βάρος της. Ολόκληρη η πορεία του τείνει προς μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος, η εκδοχή που έχει επιλέξει για τον εαυτό του και το κοινό ενώπιον του οποίου την πραγματώνει επιδιώκουν την απόλυτη σύμπτωση. Η τελευταία πράξη ολοκληρώνει έναν βίο κατά τον οποίο η φιλοσοφία, η θρησκεία, η άσκηση και η δημόσια παρουσία υπήρξαν διαδοχικές απόπειρες να προσλάβει η ύπαρξη οριστική μορφή.

Στο σημείο αυτό η φράση του Φλωμπέρ που είχε τόσο βαθιά εντυπωσιάσει τη Γιουρσενάρ αποκτά στον Περεγρίνο νέα αντήχηση. Ο Νικολής τοποθετεί τον ήρωά του μέσα στην πυκνότητα αυτής της μεταβατικής εποχής, όπου η ελληνορωμαϊκή παράδοση διαθέτει ακόμη τεράστια πολιτισμική ισχύ και νέες μορφές πίστης και σωτηρίας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη παρουσία. Οι διαθέσιμες αλήθειες προσφέρουν πολλές δυνατότητες ζωής και μετατρέπουν την επιλογή ανάμεσά τους σε κρίσιμο στοιχείο της προσωπικής διαδρομής.

Εδώ μπορεί πλέον να φανεί η βαθύτερη σημασία της περίφημης «δόσης ιστορικού χασίς». Η ιστορική λογοτεχνία αποκτά τη μεγαλύτερη δύναμή της όταν η είσοδος σε έναν άλλον χρόνο μεταβάλλει τις κατηγορίες με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο. Στη Σαλαμπώ ο Φλωμπέρ ανασυστήνει την αισθητηριακή τάξη ενός χαμένου πολιτισμού. Στις Αναμνήσεις του Αδριανού η Γιουρσενάρ μετατρέπει την αυτοκρατορία σε εσωτερική γεωγραφία μιας συνείδησης που αναμετράται με τη ζωή και τον θάνατο. Στον Περεγρίνο ο Αντώνης Νικολής χρησιμοποιεί τον κόσμο των Αντωνίνων και της Δεύτερης Σοφιστικής για να εξετάσει τον άνθρωπο μέσα στην ίδια τη διαδικασία της αυτοδημιουργίας του, ανάμεσα στις δυνατότητες που του προσφέρει η εποχή, στις επιλογές του και στο βλέμμα των άλλων.

Από τον Φλωμπέρ στη Γιουρσενάρ και από εκεί στον Νικολή, η επιστροφή στην Αρχαιότητα γίνεται έτσι τρόπος ανθρωπολογικής γνώσης. Εκεί εξακολουθεί να ενεργεί η φλωμπερική δόση, στη στιγμή όπου ένας ξένος χρόνος αποκτά αρκετή εσωτερική αλήθεια ώστε να αλλάξει το μέτρο με το οποίο κοιτάζουμε τον δικό μας.

Δημήτρης Μποσνάκης

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Χαράλαμπος Νικολής: πρώτος στην Οδοντιατρική Αθηνών!

Ο Χαραλαμπίκος με τον μητρικό παππού, Μιλτιάδη Φάκκο, οδοντίατρο και διατελέσαντα ευδοκίμως δήμαρχο Κω. 

Δεν σκόπευα να κάνω ειδική μνεία. Είναι πέντε τα ανίψια μου, και για το καθένα η δική μου διακριτή, που θέλω να είναι και διακριτική αγάπη. Ούτε είναι ο Χαράλαμπος του Λάμπρου ο πρώτος που αριστεύει. Και η Μαρία και ο Χαράλαμπος του Θανάση, και η Άννη, η μεγαλύτερη του Λάμπρου. Και έσχατος, πλην λυκειόπαις ακόμη, ο Μιλτιάδης, επίσης του Λάμπρου, δείχνει κι αυτός εξίσου πολλά υποσχόμενος.

Με τον πρόσφατα πρωτεύσαντα, ας πούμε πως είχα μία προσωπική εμπλοκή, μα όχι γι’ αυτήν, ή μάλλον εξαιτίας της ο Λάμπρος θα μου ’στελνε την παραπάνω φωτογραφία, κι ύστερα πώς να μη σημειώσω κάτι. Όταν κατηγορηματικά μού δήλωσε θέλω μόνο οδοντιατρική, τέσσερις γενιές πίσω στη μητρική του οικογένεια οδοντίατροι (ο παππεπίπαππος πρακτικός, σπουδασμένοι από τον προπάππου, τον παππού, τη μαμά και τον θείο), με το άγχος μην έχει τη δική μου ταλαιπωρία (αλλαγή σπουδών και ξανά πανελλήνιες) τον ρώτησα πώς τα πάει με το οδοντιατρείο της μαμάς, αν το επισκέπτεται. Ο λόγος, προσωπικά, δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δεν πάταγα ποτέ το πόδι μου στο νοσοκομείο να βρω τον μπαμπά επί το έργο του –και παρεμπιπτόντως, χρόνια αργότερα θα άκουγα τον σπουδαίο χειρουργό Γιώργο Πέρο να μου τονίζει πως σαν παιδί και έφηβος δεν έβγαινε να παίξει, προτιμούσε να παραστέκει στον αείμνηστο πατέρα του στο τραπέζι του χειρουργείου του. Μα, μου απαντάει ο Χαράλαμπος, ήδη μου αρέσει να παρακολουθώ τον παππού ή τη μαμά, να είμαι μαζί τους στο γιατρείο.

Δεν είναι μόνο άριστος μαθητής, ευφυής και μεθοδικός, είναι και πολύ καλό παιδί. Την τύχη μας τη φτιάχνουμε εν πολλοίς μόνοι, Χαράλαμπε, αλλά και όσο δεν θα εξαρτάται από σένα, μακάρι να είναι καλή μαζί σου. Το αξίζεις!

 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στη Μασσαλία (της Γαλλίας και) της Μεσογείου.

Ορισμένες εικόνες του λιμανιού της, ίσως από ντοκιμαντέρ, μα όπως τις αρχειοθετεί η φαντασία, εικόνες μεγάλου λιμανιού της Μεσογείου, και δη του 19ου ή των αρχών του 20ού, σαν να λέμε στην καρδιά του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ο λόγος που συγκατέλεγα τη Μασσαλία στα ταξιδιωτικά μου σχέδια. Επίσης, από ντοκιμαντέρ σίγουρα, η παροικία των Καλυμνίων, ακόμη και μια αδιόρατη συσχέτιση του ιπποτικού τάγματος των Ιωαννιτών με την κοντινή παπική Αβινιόν των αρχών του 14ου αιώνα.

Ο φιλελληνισμός των Γάλλων: Μασσαλία αποικία ελληνική.

Η Μεσόγειος διατρέχει περίπου ως υπερ-πατρίδα όσους ζούμε στις ακτές της. Εικόνες, τρόποι της ζωής, προϊόντα της γης, γεύσεις, κάθε λίγο κι ένα ξάφνιασμα οικειότητας. Κακώς δεν τα φωτογράφισα στα καφάσια των μανάβικων: τα μεγάλα πρώιμα μαύρα σύκα, που εμείς εδώ τα λέμε (σ’ ένα νησάκι τόσο δα, και ήδη με δύο ονομασίες) μπουρνοφίδες ή αμπρολιθίες, –γκουγκλάροντας τα βρίσκω αμπουρκούνες στη Χίο, μπούκνες και αρπκούνες στη Σάμο, όπου μάλιστα θαρρούν ότι ευδοκιμούν κυρίως στο νησί τους! Νόστιμες και ώριμες μπουρνοφίδες σαν μόλις κομμένες απ’ το δέντρο –διαθέτω μπουρνοφιδιά στον κήπο–, λοιπόν, στη Μασσαλία και στις πέριξ μικρότερες πόλεις. 

 

Οι κοινότητες των μουσουλμάνων της Βόρειας Αφρικής και Εγγύς ή Μέσης Ανατολής κυριαρχούν στις γειτονιές του παλιού λιμανιού (όπου κλάμα μωρού ή τσιρίδα παιδιού, μαντήλα, κι όπου τεστοστερόνη και υποψία ερωτισμού, μουσουλμανικό μούσι), παράλληλα, εννοείται, με τα ντονέρ κεμπάπ, τα σιροπιαστά της Τυνησίας ή τα λιβανέζικα παγωτά από σαλέπι (παγωτό ταχίνι, ροδόνερο, ανθόνερο κ.τ.ό.), –στην επιστροφή για Κω αγόρασα από Ευριπίδου μπόλικο σαλέπι –μετά τις προπέρσινες σικελικές γρανίτες, νέο κεφάλαιο, τα παγωτά με μαστιχωτή υφή! Και ήδη σήμερα το πρώτο, με γεύση ροδόνερο (μαζί με τα ξυλάκια-παγωτό με πούλπα γκουάβας, οι γκουάβες επίσης απ' τον κήπο, κι επικάλυψη λευκής σοκολάτας). 


 

Και με ορμητήριο τη Μασσαλία, στην Αιξ-αν-προβάνς, με την επιβλητική οδό Μιραμπό, και κάτι φούρνους (boulangeries) απίθανους, στην Αβινιόν με το παπικό παλάτι, στην Αρλ με το αναστυλωμένο αμφιθέατρο, και στην Κυανή Ακτή (τι ευφημισμός, τι άθλιες θάλασσες!), στις περιώνυμες Κάννες (μόνο εδώ Νεοέλληνες), στην Αντίμπ του Νίκου Καζαντζάκη, στη Νίκαια, στη Nice la Belle, την όντως (και δη πολύ) όμορφη πόλη.

Αβινιόν, στο Παλάτι του Πάπα.  

Στην Κρουαζέτ -των Καννών, ασφαλώς. 

Στη Μασσαλία καθοδόν προς την παραλία του Πράντο η στάση Ροδοκανάκη, απ’ τη χιώτικη εφοπλιστική οικογένεια απ’ όπου βάσταγε και η Κορνηλία (Ροδοκανάκη), η μάνα του Εμμανουήλ Ροΐδη, στις Κάννες η οδός Βενιζέλου, στην Αντίμπ η πλατειούλα η αφιερωμένη στην εκεί διαμονή του Καζαντζάκη –η Αντίμπ, παραθαλάσσια καστροπολιτεία, θυμίζει, εξιδανικευμένο βέβαια, το Ηράκλειο.

Στην Αντίμπ του Καζαντζάκη.

Όλα ωραία. Οικεία ως ένα σημείο. Μπορεί να φταίει και η ηλικία πια. Η οικειότητα είχε όριο. Αναρωτήθηκα, και η απάντηση, με καθυστέρηση η αλήθεια, έφτασε μάλλον αρνητική: θα μπορούσα να ζήσω εδώ πέρα; Στα μέρη που αγάπησα (και κόλλησα) –μα είχα και το ηλικιακό περιθώριο ακόμη–, Ρόδος, Πάτμος, Κρήτη, Πορτογαλία / Λισαβόνα, Νάπολη, Σικελία, περίσσευε πάντως η ερώτηση. Βυθιζόμουν σ' ό,τι μού φάνταζε οικείο, στο φαντασιακό μου γίνονταν εκδοχές ή επεκτάσεις της πόλης και του νησιού μου.

Γι’ αυτό ταξιδεύω, όποτε ταξιδεύω, για να μεγαλώνω την Κω∙ για ν’ αμβλύνω το κύριο μειονέκτημά της, που είναι μικρή.

 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Είκοσι χρόνια άκαπνος…


Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2 Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα. Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…

Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί, ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο οκτώ τσίχλες τη μέρα.

Ανήμερα, 10 Ιουνίου, πετούσα για Λισαβόνα. Τα αεροπορικά μού προκαλούσαν τρελό άγχος, έκανα συνήθως μισό πακέτο πριν την πτήση. Εκείνο το πρωί μαζί με τον καφέ δοκίμασα την πρώτη τσίχλα –μου φάνηκε υποκαθιστούσε πλήρως το τσιγάρο. Στον ταξιτζή για το αεροδρόμιο, γνώριμο, είπα, Σταύρο, εσύ κάπνιζε-δεν με πειράζει, εγώ το ’κοψα. Άντε, με κελαρυστό γελάκι, πότε; Πριν από μισή ώρα. Γέλασε με την ψυχή του. Και, μόλο που αναρωτήθηκα στο αεροδρόμιο μήπως το παράκανα, άντεξα, δεν άναψα. Εννοείται καλού-κακού κουβάλαγα μαζί μου τις κούτες τα BF light (που κάπνιζα τότε και δεν θα ’βρισκα το εικοσαήμερο στην Πορτογαλία), να πω επίσης θα διένυα το πιο ατάραχο πολύωρο αεροπορικό μου, καθώς χάρη στη νικορέτ δεν μου έλειψε στη διάρκεια της πτήσης η νικοτίνη. 

 

Ένα εικοσιτετράωρο δίχως τσιγάρο! Απορία και ενθουσιασμός. Εγώ;! Ακόμα θυμάμαι την υπερένταση στο πρωινό του ξενοδοχείου. Δεύτερο εικοσιτετράωρο στην αγαπημένη πόλη την επτάλοφη, όπου παλιά (το 2006, έκτη από τις δώδεκα σερί χρονιές) δεν προλάβαινα να τελειώσω το τσιγάρο, ξανάρχιζε ανηφόρα, τώρα τις ανέβαινα, «Εγώ εδώ κανονικά βήχω!» –η πρώτη νικηφόρα ιαχή.

Οι τσίχλες έβαιναν μειούμενες, τις χρειάστηκα συνολικά για είκοσι μέρες, τις τρεις τελευταίες μάσαγα μία μόνο, το βράδυ, και ήδη τα οφέλη ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία: στο γυμναστήριο στον διάδρομο έφτασα και τη μία ολόκληρη ώρα τρέξιμο, εγώ που γύρω στα δώδεκα λεπτά ήμουνα όλο γκούχου γκούχου, ανέβαινα-κατέβαινα σκάλες με πρωτόγνωρη ευεξία, κοιμόμουν καλύτερα, άλλαξε το χρώμα και η υφή του δέρματος, άκουγα συχνά, τι έκανες, Νικολή, στη μούρη σου, εσύ κάτι έκανες, κάθε σωματική (και η σεξουαλική) επίδοση αισθητά βελτιωμένη, η μνήμη στο γράψιμο δυο και τρεις φορές πιο ενεργή, επιπλέον γιατί δεν είχα περάσει στερητικό, πήρα μόνο γύρω στα τέσσερα κιλά, προφανώς απ’ την αλλαγή του μεταβολισμού. Δεν το είχα ανάγκη πια, η αλήθεια εντούτοις στη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών κάθε που έβλεπα κάποιον να το ανάβει, σκεφτόμουν, οκ, δεν το αποζητώ, αλλά έχει απόλαυση το μαλακισμένο, για ακόμη έξι, καθημερινά σταθερά λιγότερο, πάντως το ανακαλούσα σαν κάτι ευχάριστο, στον χρόνο πάνω, ωστόσο, το ξέχασα. Πια δεν καταλάβαινα τι ακριβώς απολαμβάνει ένας καπνιστής, έκανα μάλιστα τη σκέψη, αν μου πούνε τώρα οι γιατροί μού μείνανε έξι μήνες ζωής, δεν το ξαναρχίζω, για ποιο λόγο να τους ζήσω λιγότερο ποιοτικά.

Έκτοτε, όπως εδώ τώρα, δεν χάνω ευκαιρία να αφηγούμαι την απεξάρτησή μου, τη μεγάλη μου οφειλή στη Ράνια Ζερμπίνη και στη nicorette, κυρίως γιατί ίσαμε τότε κανείς δεν μου απαριθμούσε τα θετικά, αντίθετα όλοι τους τα αρνητικά, πόσο επιζήμιο στην υγεία το κάπνισμα∙ δεν υπάρχει πιο λάθος τακτική, τίποτε δεν στέλνει πίσω στο τσιγάρο έναν καπνιστή όσο το άγχος και ο φόβος του θανάτου. Το κάπνισμα νικιέται απ’ αυτό που δεν είναι πραγματικά: από τη χαρά της ζωής, την καθαρή ανάσα, τη σωματική και πνευματική ευεξία.

Πέρασαν τα χρόνια και στο σταυροδρόμι Σικίνου και Λένας Καραγιάννη, πάλι στην Αθήνα, ακούω να με φωνάζει ένας εβδομήντα-φεύγα, «Έι, εσύ δεν είσαι ο ανιψιός του Χατζημάρκου», του αδερφού της μαμάς στον τρίτο, δεν θυμόταν το όνομά μου, μου απευθυνόταν ο κυρ-Δημήτρης, σαν τον αναγνώρισα, ο υδραυλικός της πολυκατοικίας μας, «έλα και μ’ έχει φάει η γυναίκα μου, σε ψάχνει, τότε που μου ’λεγες για τη νικορέτ» –ενώ κάτι μου’ φτιαχνε στον νεροχύτη της κουζίνας–, «πήγα την αγόρασα, το ’κοψα, σωθήκαμε, η γυναίκα μου όποτε το θυμηθεί, βρες εκείνον τον καλό άνθρωπο να του μαγειρέψω όπως δεν μαγείρεψα σε κανέναν!»

Κι ένα τελευταίο: η ενδυνάμωση. Εμπεδώνεις αυτοπεποίθηση, αυτοκυριαρχία. Ύστερα μπορείς να επιβληθείς και σ’ άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα. Ούτε μια, ούτε δυο φορές που μονολόγησα: Εδώ τα κατάφερα με το κωλοτσίγαρο, μ’ αυτή τη μιζέρια ή σ’ αυτό τον μαλάκα θα κωλώσω...