Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς» / Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο.

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο

ΠΕΡΙ ΟΥ, 1 Αυγούστου 2026. 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:

«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Χαράλαμπος Νικολής: πρώτος στην Οδοντιατρική Αθηνών!

Ο Χαραλαμπίκος με τον μητρικό παππού, Μιλτιάδη Φάκκο, οδοντίατρο και διατελέσαντα ευδοκίμως δήμαρχο Κω. 

Δεν σκόπευα να κάνω ειδική μνεία. Είναι πέντε τα ανίψια μου, και για το καθένα η δική μου διακριτή, που θέλω να είναι και διακριτική αγάπη. Ούτε είναι ο Χαράλαμπος του Λάμπρου ο πρώτος που αριστεύει. Και η Μαρία και ο Χαράλαμπος του Θανάση, και η Άννη, η μεγαλύτερη του Λάμπρου. Και έσχατος, πλην λυκειόπαις ακόμη, ο Μιλτιάδης, επίσης του Λάμπρου, δείχνει κι αυτός εξίσου πολλά υποσχόμενος.

Με τον πρόσφατα πρωτεύσαντα, ας πούμε πως είχα μία προσωπική εμπλοκή, μα όχι γι’ αυτήν, ή μάλλον εξαιτίας της ο Λάμπρος θα μου ’στελνε την παραπάνω φωτογραφία, κι ύστερα πώς να μη σημειώσω κάτι. Όταν κατηγορηματικά μού δήλωσε θέλω μόνο οδοντιατρική, τέσσερις γενιές πίσω στη μητρική του οικογένεια οδοντίατροι (ο παππεπίπαππος πρακτικός, σπουδασμένοι από τον προπάππου, τον παππού, τη μαμά και τον θείο), με το άγχος μην έχει τη δική μου ταλαιπωρία (αλλαγή σπουδών και ξανά πανελλήνιες) τον ρώτησα πώς τα πάει με το οδοντιατρείο της μαμάς, αν το επισκέπτεται. Ο λόγος, προσωπικά, δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δεν πάταγα ποτέ το πόδι μου στο νοσοκομείο να βρω τον μπαμπά επί το έργο του –και παρεμπιπτόντως, χρόνια αργότερα θα άκουγα τον σπουδαίο χειρουργό Γιώργο Πέρο να μου τονίζει πως σαν παιδί και έφηβος δεν έβγαινε να παίξει, προτιμούσε να παραστέκει στον αείμνηστο πατέρα του στο τραπέζι του χειρουργείου του. Μα, μου απαντάει ο Χαράλαμπος, ήδη μου αρέσει να παρακολουθώ τον παππού ή τη μαμά, να είμαι μαζί τους στο γιατρείο.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στη Μασσαλία (της Γαλλίας και) της Μεσογείου.

Ορισμένες εικόνες του λιμανιού της, ίσως από ντοκιμαντέρ, μα όπως τις αρχειοθετεί η φαντασία, εικόνες μεγάλου λιμανιού της Μεσογείου, και δη του 19ου ή των αρχών του 20ού, σαν να λέμε στην καρδιά του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ο λόγος που συγκατέλεγα τη Μασσαλία στα ταξιδιωτικά μου σχέδια. Επίσης, από ντοκιμαντέρ σίγουρα, η παροικία των Καλυμνίων, ακόμη και μια αδιόρατη συσχέτιση του ιπποτικού τάγματος των Ιωαννιτών με την κοντινή παπική Αβινιόν των αρχών του 14ου αιώνα.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Είκοσι χρόνια άκαπνος…


Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2 Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα. Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…

Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί, ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο οκτώ τσίχλες τη μέρα.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Το IQ του κινήματος σαν να φυραίνει;

Γκράφιτι/τοιχογραφήματα στην οδό Αρχολέοντος, στα Χανιά. Λυρική ρητορική κοινοτοπία ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ; κι από κοντά το ανάλογης ρηχότητας ιδεοληπτικό FREE PALESTINE

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Γιάννης Στουρνάρας.

Στον σύγχρονο όπως τον εννοούμε εθνικό βίο ένα θαύμα συνέβη, μπορεί το μόνο, η νεοελληνική γλώσσα: η σύνδεση και ο εμπλουτισμός της από παλαιότερες συγχρονίες. Μερικοί, λίγοι, Νεοέλληνες στέκουν στο ύψος αυτού του θαύματος, παρουσίες με συγκρότηση και πολιτεία καθ' όλα παρηγορητικές. Ανάμεσα στους ελάχιστους σημερινούς, ο Γιάννης Στουρνάρας. 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Γέρας ανεκτίμητο!

Από την αισθαντική -ό,τι και να πω είναι λίγο- φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα Αποστολού (και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7), φωτογραφία και σχόλιο σε ανάρτησή της στο fb:

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "|25 τΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ S ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ ΕΜΠΕΙΡ ΕΚΔΟΤΙΚ OIA 19 ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ 3 ΑΝΤΩΝΣΝΙΚΟΛΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΟΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ ΙΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ AIONY ΣΙΑ ΙΩΝΗΣ ΝΙΚΟΔΗΣ ဝ AANIHA HAEI ΣΤΗΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ TOY ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΥ 者卡 실해부리(미" 
"Σήμερα, οι γευσιγνώστες της περγαμηνής, τιμούν την λογοτεχνία.
Κι εγώ, μόλις χθες ανακάλυψα, πως μετρώ 62 χρόνια αναγνώστρια."

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Το Ευαγγέλιο στη γλώσσα του Ομήρου και ο Κώος πρωτοψάλτης Γιώργος Σακέλλης.

 

Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου, επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο. Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο. Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019

Δημοσιεύθηκε

Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή

Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Με αυτή την έννοια, η νουβέλα υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη δυστοπικής αφήγησης επιβίωσης στα όρια και αρθρώνεται ως ποιητικός στοχασμός πάνω στις προϋποθέσεις και τους όρους με τους οποίους ο άνθρωπος συγκροτείται ως υποκείμενο του λόγου και της ιστορίας.

Ο πυρήνας της πλοκής είναι εξωτερικά λιτός. Σε έναν απομονωμένο νησιωτικό χώρο τρία πρόσωπα συνυπάρχουν προσωρινά, έως ότου η εύθραυστη ισορροπία των σχέσεων καταλήξει σε βίαιη ρήξη και φόνο. Η σημασία του έργου, ωστόσο, εντοπίζεται λιγότερο στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση οργανώνει τη διάβρωση της γλώσσας, τη διάλυση της ερμηνευτικής βεβαιότητας και την έκθεση του ανθρώπινου σώματος σε συνθήκες ελέγχου, επιτήρησης και εξάρτησης. Η τραγική ένταση της νουβέλας απορρέει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση: από τη σύγκρουση των προσώπων στη βαθύτερη αποτυχία του Λόγου να θεμελιώσει κοινότητα, μνήμη και σταθερό ορίζοντα νοήματος και αλήθειας.

Η μελέτη που ακολουθεί εξετάζει τη νουβέλα με βάση τέσσερις κύριους άξονες. Ο πρώτος αφορά στη δραματουργική του οργάνωση, ο δεύτερος εστιάζει στην αφηγηματική μορφή και στην υφολογική διαφοροποίηση των φωνών, ο τρίτος αναπτύσσει τις βασικές ερμηνευτικές της διαστάσεις, με έμφαση στα οντολογικά, βιοπολιτικά, έμφυλα και ηθικοφιλοσοφικά του συμφραζόμενα, και τέλος, ο τέταρτος διερευνά τις ενδεχόμενες λογοτεχνικές συγγένειες του κειμένου και το ιδιαίτερο εκφραστικό μητρώο του Νικολή. Σκοπός της ανάγνωσης αυτής είναι να καταδείξει ότι, στη νουβέλα, η σιωπή συνιστά κρίσιμη μάζα και ότι ο θάνατος του Λόγου σφραγίζει ως στρώμα καταστροφής την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτισμικού παραδείγματος.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym

 

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

The Traumatic Matrix of Narrative

Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The

Gym

Antonis Nikolis, The Gym. Potamos, 2018.
Reviewed by Dimitrios Bosnakis.


Antonis Nikolis’s The Gym is among the most exacting and daring works of contemporary
Greek prose. Dark, hypnotic, and formally uncompromising, the novella explores domestic
space as a site of trauma, mourning, and the unmaking of identity. It begins with the loss of
the protagonists’ mother and gradually unfolds into a psychic landscape of disintegration, in
which body, memory, and language are subjected to parallel forms of erosion.
This essay reads the novella through feminist psychoanalytic theory (Kristeva, Irigaray,
Grosz) alongside the theory of queer negativity (Edelman, Halberstam), arguing that The
Gym stages a literary resistance to heteronormative and temporally regulated structures. Its
refusal of linear development, suspension of futurity, and compulsive return to trauma
produce a narrative that unsettles the logic of restoration and progress. At the same time, the
affinities of Nikolis’s prose with writers such as Virginia Woolf, Samuel Beckett, Clarice
Lispector, Jean Rhys, and Margarita Karapanou situate the work within a broader tradition of
interiorised, disjunctive, and disintegrative writing. 

LUCID DARKNESS The Mark of the Grave: Τhe act of narration in Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary

 Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM

LUCID DARKNESS
Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The
Death of the Mercenary

1. Introduction

Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which
desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic
density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered
experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between
reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of
erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the
subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death.
The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical
construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework,
the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic
architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical
horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of
the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience
of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a
consciousness struggling to preserve its unity.
Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a
concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is
directly bound up with its existential and formal economy. 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Pergrinus: Death as the Horizon

Pergrinus: Death as the Horizon 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

(The Books’ Journal, issue 166, pp. 64–67)
 

Death as the Horizon
Narrative, Interpretive, and Literary Approaches
Antonis Nikolis, Peregrinus. Novel. Armos, Athens, 2023, 512 pp.


Antonis Nikolis’s Peregrinus is not merely a novel of modern Greek literature, but a work
that lays claim to a place within World Literature. It draws on the ancient Greek novel,
Roman historiography, and the philosophical tradition, while incorporating narrative
techniques associated with modernism and postmodernism. Its ironic distance and thematic
complexity lend it both historical depth and universal reach. By bringing antiquity into
dialogue with contemporary narrative, philosophical inquiry, and metafiction, it enters the
international literary conversation with marked originality and considerable literary weight.

By Dimitrios Bosnakis 

Just as we wash our bodies, so too ought we to wash our destiny; we ought to change our
lives as we change our clothes, not in order to preserve our lives, as when we eat and sleep,but out of that respect which others have for us, and which we rightly call cleanliness.

Fernando Pessoa, The Book of Disquiet, passage 42 

Introduction

Antonis Nikolis’s prose fiction constitutes an exemplary literary case. Beneath the authority of form and the evident pursuit of artistic perfection, his devotion to style and his ceaseless search for the right word express, if nothing else, an obsessive passion, one that might equally be understood as a desperate struggle against the absurdity of existence, a vision that appears to inform each of his works. His ascetic dedication to writing conveys not only severity and absolute artistic control, but also a distinctive combination of lyrical attentiveness, stark realism, metaphysical unease, and irony, drawing on some of the richest resources of literary expression.
Nikolis’s work to date is distinguished both by its continuous structural inventiveness in
narrative discourse, from the trilogy of love and suffering, Daniel Goes to the Sea, Dionysia, and The Death of the Mercenary, to the dystopian elegies The Dark Island and The Gym, and by the demands it places on language in matters of economy, plasticity, and rhythm. It is equally marked by an almost quixotic search for an ecstatic transcendence of reality, to which his narratives are subjected without compromise. It therefore becomes a particular challenge for the reader or critic to relate local detail to broader structures and to explore the difficult, at times paradoxical, relations between language and ideas. Literary criticism, in my view, ought precisely to attend to textual strategies and to the exact determination of linguistic and narrative codes, in order to approach as closely as possible the implicit discourse, the layered stratigraphy of the composition.
The analysis that follows examines in detail the plot and structure of the work, the author’s
narrative techniques, including sensory narration, the scenography of space and the use of historical and cultural context, as well as the psychography of the central character. It also suggests possible interpretive avenues through theoretical, philological, aesthetic, and even
psychoanalytic approaches that, in my judgement, are especially useful for a fuller
understanding and assessment of Peregrinus. Finally, the novel’s relation to Greek and
foreign literary tradition, classical, modern, and postmodern alike, is traced through elective affinities and productive influences in narrative architecture, syntactic patterning, and the texture and stratification of its language.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου, εκδόσεις Ροδακιό 2016

Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες  

ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ ΣΚΟΤΑΔΙ

Υποκειμενικότητα, επιθυμία και ενοχή

στον Θάνατο του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή

  1. Εισαγωγή

Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη, στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.

Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύονται η πλοκή και η εσωτερική της δυναμική, η αφηγηματική και υφολογική αρχιτεκτονική του έργου, η οργανική σχέση μορφής και νοήματος, καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει μια ουσιαστική ανάγνωσή του. Κατά την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης, ο Θάνατος του Μισθοφόρου προβάλλει ως μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνική μορφή μορφοποιεί εκ των ένδον την εμπειρία του τραύματος, μετασχηματίζοντας την επιθυμία, την ενοχή και τη μνήμη σε πυρήνες μιας συνείδησης που αγωνίζεται να συγκρατήσει την ενότητά της.

Πριν από την ερμηνευτική και θεωρητική διερεύνηση του έργου, κρίνεται αναγκαία μια συνοπτική παρουσίαση της πλοκής του, καθώς η εσωτερική διάρθρωση των επεισοδίων συνδέεται άμεσα με την υπαρξιακή και μορφική του οικονομία.

  1. Πλοκή

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του Ηλία Πετρή από μια ζωή εσωστρεφή, επαναληπτική και συναισθηματικά αδρανή προς μια σταδιακή, οδυνηρή απορρύθμιση που καταλήγει στην αυτοχειρία. Στην αρχή, ο ήρωας εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε μια μονότονη καθημερινότητα, ορισμένη από τη διδακτική ρουτίνα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και μια μάλλον άνευρη σχέση με τη Μερόπη. Η εμφάνιση, όμως, του Γιούρι, νεαρού οπλίτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου, διαταράσσει ριζικά αυτή τη στατικότητα, καθώς αφυπνίζει μέσα του μια άρρητη επιθυμία και μια βαθύτερη υπαρξιακή ταραχή. Με αφορμή τα ιδιαίτερα μαθήματα αρχαίων ελληνικών, η σχέση των δύο αποκτά σταδιακά συναισθηματική και ερωτική ένταση, ώσπου η αδυναμία επικοινωνίας, η αυξανόμενη αμηχανία και η εμμονική προσκόλληση του Ηλία οδηγούν σε μια κρίσιμη απορρύθμιση, η οποία κορυφώνεται στη νυχτερινή τους συνάντηση στην παραλία και κατόπιν στο σπίτι του, όπου η σωματική εγγύτητα και η ψυχική αστάθεια εκβάλλουν στον αιφνίδιο θάνατο του Γιούρι.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Έγινε πια τελετουργία.

 

Το καθαροδευτεριάτικο κολύμπι στα Μάταλα έγινε πλέον τελετουργία –ρίτσουαλ που λέμε και στα κρεολέζικα αγγλοελληνικά. 54ο απ’ την αρχή της χρονιάς, 5ο στην Κρήτη, 1ο στο Λιβυκό. Και με την ίδια περσινή παλιά ευχή: και του χρόνου!

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ: Ναι στον «Γατόπαρδο», όχι στη «Γιορτή του τράγου».

Στα ΝΕΑ / Weekend Πρόσωπα / Σαββατοκύριακο 21-22 Φεβρουαρίου 2026. 

(Από το αφιέρωμα ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΤΑΙΝΙΕΣ της Μαίρης Αδαμοπούλου.)


Δύο ταινίες που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είναι «Ο γατόπαρδος» του Λουκίνο Βισκόντι από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στις καλύτερες μεταφορές, και αντίστοιχα «Η γιορτή του τράγου» του Λουίς Λιόσα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του
Μάριο Βάργκας Λιόσα, στις πιο ατυχείς. Στην πρώτη, ο Βισκόντι, με αριστοκρατική καταγωγή κι ο ίδιος και με ικανή αισθητική σκευή, αποδίδει τη συγκίνηση απ’ την ανάγνωσή του περισσότερο, παρά αυτό καθαυτό το αριστουργηματικό κείμενο του Λαμπεντούζα, εν τέλει σέβεται το πνεύμα και το ύφος αυτού
του νεωτερικού και ιδιότυπου ρέκβιεμ στη σικελική αριστοκρατία. Στη δεύτερη, ο και ξάδερφος του συγγραφέα σκηνοθέτης δεν φαίνεται να διαθέτει τον ποιητικό στοχασμό να εκφράσει με τον τρόπο του μύθου τη βαρβαρότητα ελλείψει του πολιτικού φιλελευθερισμού ούτε την τεχνική ευελιξία για μια πολύπλοκη αφηγηματική δομή, ανάλογη του μυθιστορηματικού «Τράγου».

Όσοι αγαπάμε τη λογοτεχνία, πάμε στο σινεμά με σφιγμένο το στομάχι κάθε φορά που κάποιος σκηνοθέτης αναμετριέται με λογοτεχνικό έργο, μα κι αν ακόμη δεν ενοχληθούμε, με τίποτε δεν συγκρίνουμε την αναγνωστική μεταρσίωση με την αντίστοιχη κινηματογραφική. Από την άλλη, βέβαια, ούτε θ’ αγόραζα ποτέ το πόνημα ενός που θα μετέγραφε σε λογοτεχνικό κείμενο την ταινία «Λα στράντα» του Φελίνι...

Νομίζω οι «διακαλλιτεχνικές» μεταφορές σπάνια ευτυχούν.

Ο Αντώνης Νικολής είναι συγγραφέας. 

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη.


 Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες (https://staxtes2003.com/2026/02/18/18-226/), 

Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο, εκδόσεις Ποταμός 2018

Η τραυματική μήτρα της αφήγησης:

Ο χώρος του οικείου, του πένθους και της ταυτότητας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η νουβέλα Το Γυμναστήριο του Αντώνη Νικολή αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και τολμηρές αφηγηματικές καταθέσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, υπνωτικό κείμενο που διερευνά τον οικιακό χώρο ως πεδίο τραύματος, πένθους και αποδόμησης της ταυτότητας. Η αφήγηση εκκινεί από την απώλεια της μητέρας των δύο ηρωίδων και εξελίσσεται σε ένα τοπίο ψυχικής αποσύνθεσης, όπου σώμα, μνήμη και γλώσσα φθείρονται παράλληλα.

Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει τη νουβέλα μέσα από τη φεμινιστική ψυχαναλυτική θεωρία (Kristeva, Irigaray, Grosz) και τη θεωρία της queer αρνητικότητας (Edelman, Halberstam), υποστηρίζοντας ότι Το Γυμναστήριο διαμορφώνει μια λογοτεχνική αντίσταση απέναντι στις ετεροκανονικές και χρονικά καθορισμένες δομές. Η άρνηση γραμμικής εξέλιξης, η αναστολή του μέλλοντος και η εμμονική επιστροφή στο τραύμα διαμορφώνουν μια αφήγηση που υπονομεύει τη λογική της αποκατάστασης και της προόδου. Παράλληλα, η συγγένεια του ύφους του Νικολή με συγγραφείς όπως η Woolf, ο Beckett, η Lispector, η Jean Rhys και η Καραπάνου τοποθετεί το έργο σε μια παράδοση εσωτερικής, διαλυτικής γραφής.

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ

Η ΠΛΟΚΗ

Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από τη συμβίωση δύο ηλικιωμένων ετεροθαλών αδελφών, της Ράνιας και της Ρούλας, οι οποίες ζουν απομονωμένες μετά τον θάνατο της μητέρας τους. Ο χρόνος επανέρχεται σε κύκλους, εγκλωβισμένος σε έναν κλειστό οικιακό χώρο, όπου η καθημερινότητα διαρρηγνύεται από μνήμες και τραυματικές αναδρομές.

Η μητέρα, αν και νεκρή, παραμένει καθοριστική μορφή, καθώς η απουσία της στον παρελθόν, υπαρκτή και συναισθηματική, διαμόρφωσε τη θηλυκότητα των κοριτσιών μέσα από αστάθεια και έλλειψη. Πριν από κάθε τραυματικό γεγονός, προηγείται η αρχική μητρική ρωγμή.

Κεντρικός άξονας είναι το «γυμναστήριο» στο απέναντι κτίριο, το οποίο η Ράνια παρατηρεί από τη μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος, όπου τα δύο πρόσωπα σκηνοθετούν τις καθημερινές αφηγηματικές εσπερίδες τους. Ο χώρος του «γυμναστηρίου» λειτουργεί ως επιφάνεια προβολής της επιθυμίας αλλά και ως επανενεργοποίηση του σεξουαλικού τραύματος. Στη νεότητά της, η Ράνια υπήρξε θύμα ομαδικού βιασμού, ένα γεγονός που έχει διαρρήξει τη σχέση της με το σώμα και τη μνήμη. Η αφήγησή της παραμένει διαρκώς κατακερματισμένη, ασταθής, συχνά αμφίσημη ως προς τα όρια μεταξύ φαντασιακού και πραγματικού.

Η Ρούλα, λιγότερο εκρηκτική αλλά σταθερά παρούσα, λειτουργεί ως αντιστικτική φωνή: συγκρατεί το τραύμα μέσα σε μια πρακτική καθημερινότητα. Η μεταξύ τους σχέση συγκροτεί έναν κλειστό μικρόκοσμο συνεξάρτησης, όπου η γλώσσα αντικαθιστά την εξωτερική κοινωνική ζωή.

Ο νεαρός άνδρας από το γυμναστήριο, ο «Βασίλης», εισβάλλει στον οικιακό χώρο και λειτουργεί ως καταλύτης. Η παρουσία του πυροδοτεί τη μετάβαση από τη μνημονική αναβίωση στη βίαιη πράξη, οδηγώντας στη σκηνή του φόνου, μια ακραία χειρονομία που δεν προσφέρει λύτρωση, αλλά επιβεβαιώνει τη βαθύτερη αποσύνθεση της υπαρξιακής συνθήκης των δύο γυναικών.

ΚΟΜΒΙΚΑ ΜΟΤΙΒΑ

  1. Η σκηνή της λίμνης

Η αφήγηση της λίμνης ταλαντεύεται ανάμεσα στο φαντασιακό και στο πραγματικό. Η αισθησιακή ατμόσφαιρα και οι αφηγηματικές αστάθειες δημιουργούν αρχικά την εντύπωση μιας σκηνής επιθυμίας. Ωστόσο, τα αποσπάσματα ωμής βίας αποκαλύπτουν τον ομαδικό βιασμό ως βαθύ πρωταρχικό τραύμα. Η αφηγηματική αμφισημία αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα διαστρέφει τη μνήμη και τη γλωσσική του απόδοση.

  1. Ο φόνος και η μεταφορά του σώματος

Η δολοφονία του «Βασίλη» συμπυκνώνει επιθυμία, εκδίκηση και ψυχική διάλυση. Η πράξη έχει χαρακτήρα παροξυσμικό και συμβολικό, ούτε αποκαθιστά το παρελθόν ούτε θεραπεύει το τραύμα. Η Ρούλα συμμετέχει στη συγκάλυψη μέσω της μεταφοράς των «δεμάτων» με το τεμαχισμένο σώμα, γεγονός που υποδηλώνει μια σιωπηρή συνενοχή. Η βία επιβεβαιώνει την αδυναμία υπέρβασης και δεν επιφέρει κάθαρση.

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ – ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Το Γυμναστήριο αναπτύσσεται σε παραισθησιακό ρυθμό, όπου το παρόν διαπλέκεται με βίαιες μνημονικές εκρήξεις. Η αφήγηση είναι θραυσματική, με επαναλήψεις και χρονικές συγχύσεις που αναπαριστούν τη δομή του τραύματος ως αδιάκοπη επιστροφή και όχι ως αναμνηστική αναφορά. Η νουβέλα αρνείται την κλασική δραματουργική εξέλιξη. Ο χώρος παραμένει στατικός, οι χειρονομίες επαναλαμβάνονται, και η απουσία τελικής λύσης μετατρέπει το έργο σε «στατικό δράμα», συγγενές με το θέατρο του παραλόγου. Η αφήγηση περιορίζεται στην εσωτερική εστίαση των δύο γυναικών· η εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, υπάρχει μόνο η ψυχική εμπειρία.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Περεγρίνος: ένας αρχαίος άνθρωπος με σύγχρονα πάθη.


Δημοσιεύθηκε

ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ: ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΑΘΗ

Εισαγωγή

Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή ανήκει σε εκείνα τα σπάνια έργα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που, χωρίς να απολέσουν την ιστορική και γλωσσική τους ιδιοπροσωπία, υπερβαίνουν εξαρχής το εθνικό τους πλαίσιο και εγγράφονται οργανικά στον ορίζοντα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όχι επειδή αντλούν το υλικό τους από ένα αναγνωρίσιμο ιστορικό παρελθόν, αλλά επειδή ενεργοποιούν με αισθητική συνέπεια και στοχαστικό βάθος θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης κατάστασης: την αστάθεια της ταυτότητας, τη σχέση τραύματος και αυτοπροσδιορισμού, τη συνάρθρωση βίου και αφήγησης, καθώς και το όριο ανάμεσα στην πράξη και το νόημά της.

Ο Περεγρίνος δεν αναπαρίσταται ως ιστορικό πρόσωπο της ύστερης αρχαιότητας, αλλά ανασυγκροτείται ως υπαρξιακή μορφή διαχρονική: ένα υποκείμενο που καίγεται μέσα στη διαρκή του προσπάθεια να αποκτήσει σχήμα. Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η υψηλή λογοτεχνική αξία του έργου εδράζεται σε τρεις αλληλένδετους άξονες: (α) στη ριζικά αισθητηριακή και ρυθμικά επεξεργασμένη γλώσσα, (β) στη σύνθετη αφηγηματική αρχιτεκτονική που παράγει ένα ανοιχτό, πολυφωνικό κείμενο, και (γ) στη βαθιά σύγχρονη προβληματική της ταυτότητας ως ρευστής, τραυματισμένης και διαρκώς εκκρεμούς διαδικασίας. Μέσα από αυτούς τους άξονες, ο Περεγρίνος αρθρώνεται ως έργο όχι απλώς επίκαιρο, αλλά ουσιωδώς σύγχρονο.

  1. Πλοκή, κυκλική αφήγηση και εσωτερική αρχιτεκτονική

Η μυθοπλασία του Νικολή αναπτύσσεται σε επτά κεφάλαια («Λόγους») και ένα καταληκτικό excursus, ακολουθώντας μια κυκλική αφηγηματική κίνηση που δεν αποσκοπεί στην εξιστόρηση μιας ζωής με γραμμική συνοχή, αλλά στη χαρτογράφηση μιας διαρκούς περιπλάνησης. Η μνήμη του νεκρού κεντρικού ήρωα λειτουργεί ως παρουσία εν τη απουσία, μετατρέποντας το τέλος σε σημείο επιστροφής και επανεγγραφής.

Ο Περεγρίνος —με τις διαδοχικές του μετωνυμίες, Πρωτέας και Φοίνικας— κινείται ανάμεσα σε πόλεις, φιλοσοφικές σχολές και θρησκευτικά ρεύματα του 2ου αιώνα μ.Χ., μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της Β΄ Σοφιστικής. Ο συγγραφέας αντλεί τον πυρήνα της «ιστορικής» βιογραφίας από αποσπασματικές αρχαίες μαρτυρίες (κυρίως τον Λουκιανό και συμπληρωματικά τον Αύλο Γέλλιο), τις οποίες μεταπλάθει ελεύθερα, οικοδομώντας ένα έπος εσωτερικής διάλυσης και αυτοσκηνοθεσίας. Η πλοκή δεν οργανώνεται γύρω από γεγονότα, αλλά γύρω από μεταμορφώσεις· κάθε στάση αποτελεί και μια απόπειρα σταθεροποίησης που εκ των προτέρων είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

  1. Η γλώσσα ως αισθητηριακή εμπειρία και γνωσιολογικό εργαλείο

Η πρώτη εμπειρία του αναγνώστη από τον Περεγρίνο είναι η εμπειρία της γλώσσας. Η γραφή του Νικολή είναι έντονα αισθητηριακή, πλαστική και μουσική· συγκροτεί έναν τρισδιάστατο κόσμο όπου ο χώρος και το σώμα αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο. Ο αέρας, η θερμότητα, οι οσμές των πόλεων και των σωμάτων, η υλικότητα των μνημείων και των τελετών ή η αποπνικτική ένταση του πλήθους δεν λειτουργούν ως φόντο της αφήγησης, αλλά ως πρωτογενή στοιχεία γνώσης.

Η αισθητηριακή πυκνότητα δεν υπηρετεί έναν συμβατικό ρεαλισμό, αλλά παράγει νόημα: καθιστά την εμπειρία του κόσμου αδιάσπαστη από την εμπειρία του εαυτού. Η ρυθμική οργάνωση της πρόζας —με επιταχύνσεις, παύσεις και θραύσεις— μιμείται τους παλμούς μιας συνείδησης σε κρίση. Ο λόγος μοιάζει να αναπνέει ασθματικά, να συγκρατείται και να εκρήγνυται, ενσαρκώνοντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά την εσωτερική τους ένταση. Η λογοτεχνία εδώ δεν αφηγείται απλώς· βιώνεται.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Netflix, The Ponds / Οι λιμνούλες, ένα ντοκιμαντέρ για τους χειμερινούς του Λονδίνου.

Στις λιμνούλες του Λονδίνου οι χειμερινοί βιώνουν τα ίδια συναισθήματα, λένε σχεδόν τα ίδια λόγια μ' εμάς, τους χειμερινούς στην νοτιοανατολική άκρη του Αιγαίου -με εντυπωσίασε, εκτός που με συγκίνησε. 

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Τριακοσιοστό εικοστό πρώτο!


321ο μπάνιο, κολύμπι ή μέρες στη θάλασσα. Πρόπερσι ήτανε 203, πέρσι 286. Και φέτος με την ίδια ευχή: άμποτε και στα 365 ή 366 -αν δίσεκτου. 

Για το 2026 θα ευχόμουν αυτοσυγκράτηση, μακάρι, και όση αντέχει ο καθένας.