Οδοιπόρος της τρίτης (ηλικίας) πια, γιόρτασα και τα ολόκληρα εξήντα έξι. Με τον εθιμικό των γενεθλίων μου μπαμπά με ρούμι-τούρτα με σύκα. Ευγνώμων, όλα καλοδεχούμενα, δόξα τω Θεώ, μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και τα συναφή.
Ευχαριστώ πολύ και αντεύχομαι με θέρμη στις χτεσινές ευχές σας (σε fb, timeline και msg, email και sms).
«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»
«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»
William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31
Εισαγωγή Τα
μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα,
οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής
εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία
ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη
μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η
σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να
συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.
Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια
ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά
σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Η
ηρωίδα παντρεύεται, γεννά, φροντίζει, επιθυμεί, υπομένει, εγκαταλείπει
και εγκαταλείπεται, μετακινείται από την Κω στην Αθήνα και από τους
αναγνωρίσιμους κοινωνικούς ρόλους στην ακραία επισφάλεια του δρόμου. Σε
αυτή τη διαδρομή χάνει σταδιακά τα στηρίγματα που επιτρέπουν σε έναν
άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πρόσωπο με διάρκεια, θέση και
δικαίωμα στον χώρο. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η εργασία, η
ερωτική σχέση, η κατοικία και τελικά η ίδια η πόλη προσφέρουν προσωρινές
μόνο μορφές ένταξης. Με αυτή την έννοια η Διονυσία είναι μια ηρωίδα
χωρίς πεδίο, μια μορφή που διέρχεται μέσα από τους κυριότερους θεσμούς
της κοινωνικής ζωής χωρίς να κατορθώνει να τους μετατρέψει σε τόπους
κατοίκησης του εαυτού.
Η λογοτεχνική ιδιαιτερότητα του προσώπου της βρίσκεται και στην
απόσταση ανάμεσα σε όσα βιώνει και σε όσα μπορεί να αρθρώσει. Η Διονυσία
σπανίως μετασχηματίζει την εμπειρία της σε ολοκληρωμένο λόγο ή σε
συνειδητή αφήγηση του εαυτού. Όσα της συμβαίνουν εγγράφονται πρώτα στο
σώμα, στη μνήμη, στις αισθήσεις, στις ασύνδετες εικόνες, στο κρινολίνο
και στα μικρά κουτιά. Σε αυτή την περιοχή σχηματίζεται η φαινομενολογία
του ανέκφραστου που διατρέχει το μυθιστόρημα. Καθώς οι σταθερές της ζωής
της υποχωρούν, η αφήγηση πλησιάζει ολοένα περισσότερο στο σώμα και στις
αισθήσεις, ο χρόνος γίνεται λιγότερο ευθύγραμμος, η μνήμη εισβάλλει στο
παρόν και η πόλη προσλαμβάνεται ως ροή αποσπασματικών ερεθισμάτων.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή αναδύεται η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας. Η
ηρωίδα διαθέτει μια ιδιότυπη δεκτικότητα απέναντι στους άλλους, μια
σχεδόν σωματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ανάγκη, τη μοναξιά και
την ευάλωτη περιοχή τους. Η ίδια ποιότητα που την αφήνει εκτεθειμένη
στην εισβολή και στην εκμετάλλευση την καθιστά παράξενα παρηγορητική. Η
χάρις που της αποδίδεται μετά θάνατον έχει την προϊστορία της σε αυτή
την καθημερινή διαθεσιμότητα, στη σωματική εγγύτητα προς τον πόνο και
στην εξοικείωση με τις μορφές της ανθρώπινης έκπτωσης. Η κοινωνική
κάθοδος, η αποσύνδεση της συνείδησης, η μνήμη, το σώμα, η δεκτικότητα,
το κρινολίνο και τα κουτιά, ο θάνατος στο κατώφλι της Νταίζης και η
μεταθανάτια διασπορά αποτελούν έτσι μέρη μιας ενιαίας αφηγηματικής
αρχιτεκτονικής, όπου η απώλεια της προσωπικής συνοχής οδηγεί σε μια νέα,
συλλογική μορφή παρουσίας.
Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο
ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν
τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και
στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό
του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που
υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:
«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο
και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο
μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που
ζητώ».
Ο Χαραλαμπίκος με τον μητρικό παππού, Μιλτιάδη Φάκκο,
οδοντίατρο και διατελέσαντα ευδοκίμως δήμαρχο Κω.
Δεν σκόπευα να κάνω ειδική μνεία. Είναι πέντε τα ανίψια μου,
και για το καθένα η δική μου διακριτή, που θέλω να είναι και διακριτική αγάπη.
Ούτε είναι ο Χαράλαμπος του Λάμπρου ο πρώτος που αριστεύει. Και η Μαρία και ο
Χαράλαμπος του Θανάση, και η Άννη, η μεγαλύτερη του Λάμπρου. Και έσχατος, πλην λυκειόπαις
ακόμη, ο Μιλτιάδης, επίσης του Λάμπρου, δείχνει κι αυτός εξίσου πολλά
υποσχόμενος.
Με τον πρόσφατα πρωτεύσαντα, ας πούμε πως είχα μία προσωπική
εμπλοκή, μα όχι γι’ αυτήν, ή μάλλον εξαιτίας της ο Λάμπρος θα μου ’στελνε την
παραπάνω φωτογραφία,κι ύστερα πώς να μη
σημειώσω κάτι. Όταν κατηγορηματικά μού δήλωσε θέλω μόνο οδοντιατρική, τέσσερις
γενιές πίσω στη μητρική του οικογένεια οδοντίατροι (ο παππεπίπαππος πρακτικός,
σπουδασμένοι από τον προπάππου, τον παππού, τη μαμά και τον θείο), με το άγχος
μην έχει τη δική μου ταλαιπωρία (αλλαγή σπουδών και ξανά πανελλήνιες) τον
ρώτησα πώς τα πάει με το οδοντιατρείο της μαμάς, αν το επισκέπτεται. Ο λόγος,
προσωπικά, δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δεν πάταγα ποτέ το πόδι μου στο νοσοκομείο
να βρω τον μπαμπά επί το έργο του –και παρεμπιπτόντως, χρόνια αργότερα θα άκουγα
τον σπουδαίο χειρουργό Γιώργο Πέρο να μου τονίζει πως σαν παιδί και έφηβος δεν
έβγαινε να παίξει, προτιμούσε να παραστέκει στον αείμνηστο πατέρα του στο
τραπέζι του χειρουργείου του. Μα, μου απαντάει ο Χαράλαμπος, ήδη μου αρέσει να
παρακολουθώ τον παππού ή τη μαμά, να είμαι μαζί τους στο γιατρείο.
Ορισμένες εικόνες του λιμανιού της, ίσως από ντοκιμαντέρ, μα
όπως τις αρχειοθετεί η φαντασία, εικόνες μεγάλου λιμανιού της Μεσογείου, και δη
του 19ου ή των αρχών του 20ού, σαν να λέμε στην καρδιά
του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ο λόγος που συγκατέλεγα τη Μασσαλία στα
ταξιδιωτικά μου σχέδια. Επίσης, από ντοκιμαντέρ σίγουρα, η παροικία των
Καλυμνίων, ακόμη και μια αδιόρατη συσχέτιση του ιπποτικού τάγματος των Ιωαννιτών με την κοντινή παπική Αβινιόν των αρχών του 14ου αιώνα.
Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2
Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και
τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα.
Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός
από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω
καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…
Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο
φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η
καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που
μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε
νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί
τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς
τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη
μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα
ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί,
ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο
οκτώ τσίχλες τη μέρα.
Γκράφιτι/τοιχογραφήματα στην οδό Αρχολέοντος, στα Χανιά. Λυρική ρητορική κοινοτοπία ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ; κι από κοντά το ανάλογης ρηχότητας ιδεοληπτικό FREE PALESTINE.
Στον σύγχρονο όπως τον εννοούμε εθνικό βίο ένα θαύμα συνέβη, μπορεί το μόνο, η νεοελληνική γλώσσα: η σύνδεση και ο εμπλουτισμός της από παλαιότερες συγχρονίες. Μερικοί, λίγοι, Νεοέλληνες στέκουν στο ύψος αυτού του θαύματος, παρουσίες με συγκρότηση και πολιτεία καθ' όλα παρηγορητικές. Ανάμεσα στους ελάχιστους σημερινούς, ο Γιάννης Στουρνάρας.
Από την αισθαντική -ό,τι και να πω είναι λίγο- φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα Αποστολού (και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7), φωτογραφία και σχόλιο σε ανάρτησή της στο fb:
"Σήμερα, οι γευσιγνώστες της περγαμηνής, τιμούν την λογοτεχνία.
Κι εγώ, μόλις χθες ανακάλυψα, πως μετρώ 62 χρόνια αναγνώστρια."
Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου,
επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η
νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της
μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι,
στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού
τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη
κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε
και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα
σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι
νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού
από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός
κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική
των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά
την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο.
Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν
πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο.
Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου
σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου
ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…
Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή
Εισαγωγή
Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί
του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής
μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς
στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν
αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη
φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής
συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον
βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου
η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου
και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε
προχωρημένη αποσύνθεση. Με αυτή την έννοια,
η νουβέλα υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη δυστοπικής αφήγησης επιβίωσης
στα όρια και αρθρώνεται ως ποιητικός στοχασμός πάνω στις προϋποθέσεις
και τους όρους με τους οποίους ο άνθρωπος συγκροτείται ως υποκείμενο του
λόγου και της ιστορίας.
Ο πυρήνας της πλοκής είναι εξωτερικά λιτός. Σε έναν απομονωμένο
νησιωτικό χώρο τρία πρόσωπα συνυπάρχουν προσωρινά, έως ότου η εύθραυστη
ισορροπία των σχέσεων καταλήξει σε βίαιη ρήξη και φόνο. Η σημασία του
έργου, ωστόσο, εντοπίζεται λιγότερο στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων
και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση οργανώνει τη διάβρωση
της γλώσσας, τη διάλυση της ερμηνευτικής βεβαιότητας και την έκθεση του
ανθρώπινου σώματος σε συνθήκες ελέγχου, επιτήρησης και εξάρτησης. Η
τραγική ένταση της νουβέλας απορρέει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση: από
τη σύγκρουση των προσώπων στη βαθύτερη αποτυχία του Λόγου να θεμελιώσει
κοινότητα, μνήμη και σταθερό ορίζοντα νοήματος και αλήθειας.
Η μελέτη που ακολουθεί εξετάζει τη νουβέλα με βάση τέσσερις κύριους
άξονες. Ο πρώτος αφορά στη δραματουργική του οργάνωση, ο δεύτερος
εστιάζει στην αφηγηματική μορφή και στην υφολογική διαφοροποίηση των
φωνών, ο τρίτος αναπτύσσει τις βασικές ερμηνευτικές της διαστάσεις, με
έμφαση στα οντολογικά, βιοπολιτικά, έμφυλα και ηθικοφιλοσοφικά του
συμφραζόμενα, και τέλος, ο τέταρτος διερευνά τις ενδεχόμενες
λογοτεχνικές συγγένειες του κειμένου και το ιδιαίτερο εκφραστικό μητρώο
του Νικολή. Σκοπός της ανάγνωσης αυτής είναι να καταδείξει ότι, στη
νουβέλα, η σιωπή συνιστά κρίσιμη μάζα και ότι ο θάνατος του Λόγου
σφραγίζει ως στρώμα καταστροφής την εξάντληση ενός ολόκληρου
πολιτισμικού παραδείγματος.
Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The
Gym
Antonis Nikolis, The Gym. Potamos, 2018. Reviewed by Dimitrios Bosnakis.
Antonis Nikolis’s The Gym is among the most exacting and daring works of contemporary Greek prose. Dark, hypnotic, and formally uncompromising, the novella explores domestic space as a site of trauma, mourning, and the unmaking of identity. It begins with the loss of the protagonists’ mother and gradually unfolds into a psychic landscape of disintegration, in which body, memory, and language are subjected to parallel forms of erosion. This essay reads the novella through feminist psychoanalytic theory (Kristeva, Irigaray, Grosz) alongside the theory of queer negativity (Edelman, Halberstam), arguing that The Gym stages a literary resistance to heteronormative and temporally regulated structures. Its refusal of linear development, suspension of futurity, and compulsive return to trauma produce a narrative that unsettles the logic of restoration and progress. At the same time, the affinities of Nikolis’s prose with writers such as Virginia Woolf, Samuel Beckett, Clarice Lispector, Jean Rhys, and Margarita Karapanou situate the work within a broader tradition of interiorised, disjunctive, and disintegrative writing.
LUCID DARKNESS Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary
1. Introduction
Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death. The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework, the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a consciousness struggling to preserve its unity. Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is directly bound up with its existential and formal economy.
Death as the Horizon Narrative, Interpretive, and Literary Approaches Antonis Nikolis, Peregrinus. Novel. Armos, Athens, 2023, 512 pp.
Antonis Nikolis’s Peregrinus is not merely a novel of modern Greek literature, but a work that lays claim to a place within World Literature. It draws on the ancient Greek novel, Roman historiography, and the philosophical tradition, while incorporating narrative techniques associated with modernism and postmodernism. Its ironic distance and thematic complexity lend it both historical depth and universal reach. By bringing antiquity into dialogue with contemporary narrative, philosophical inquiry, and metafiction, it enters the international literary conversation with marked originality and considerable literary weight.
By Dimitrios Bosnakis
Just as we wash our bodies, so too ought we to wash our destiny; we ought to change our lives as we change our clothes, not in order to preserve our lives, as when we eat and sleep,but out of that respect which others have for us, and which we rightly call cleanliness. Fernando Pessoa, The Book of Disquiet, passage 42
Introduction
Antonis Nikolis’s prose fiction constitutes an exemplary literary case. Beneath the authority of form and the evident pursuit of artistic perfection, his devotion to style and his ceaseless search for the right word express, if nothing else, an obsessive passion, one that might equally be understood as a desperate struggle against the absurdity of existence, a vision that appears to inform each of his works. His ascetic dedication to writing conveys not only severity and absolute artistic control, but also a distinctive combination of lyrical attentiveness, stark realism, metaphysical unease, and irony, drawing on some of the richest resources of literary expression. Nikolis’s work to date is distinguished both by its continuous structural inventiveness in narrative discourse, from the trilogy of love and suffering, Daniel Goes to the Sea, Dionysia, and The Death of the Mercenary, to the dystopian elegies The Dark Island and The Gym, and by the demands it places on language in matters of economy, plasticity, and rhythm. It is equally marked by an almost quixotic search for an ecstatic transcendence of reality, to which his narratives are subjected without compromise. It therefore becomes a particular challenge for the reader or critic to relate local detail to broader structures and to explore the difficult, at times paradoxical, relations between language and ideas. Literary criticism, in my view, ought precisely to attend to textual strategies and to the exact determination of linguistic and narrative codes, in order to approach as closely as possible the implicit discourse, the layered stratigraphy of the composition. The analysis that follows examines in detail the plot and structure of the work, the author’s narrative techniques, including sensory narration, the scenography of space and the use of historical and cultural context, as well as the psychography of the central character. It also suggests possible interpretive avenues through theoretical, philological, aesthetic, and even psychoanalytic approaches that, in my judgement, are especially useful for a fuller understanding and assessment of Peregrinus. Finally, the novel’s relation to Greek and foreign literary tradition, classical, modern, and postmodern alike, is traced through elective affinities and productive influences in narrative architecture, syntactic patterning, and the texture and stratification of its language.
Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά
μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το
τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής
πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση
ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του
ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη,
στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια
μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε
σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την
επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.
Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο
ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου
φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Στο
πλαίσιο αυτό, αναλύονται η πλοκή και η εσωτερική της δυναμική, η
αφηγηματική και υφολογική αρχιτεκτονική του έργου, η οργανική σχέση
μορφής και νοήματος, καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει μια
ουσιαστική ανάγνωσή του. Κατά την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης, ο Θάνατος του Μισθοφόρου
προβάλλει ως μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνική μορφή μορφοποιεί εκ
των ένδον την εμπειρία του τραύματος, μετασχηματίζοντας την επιθυμία,
την ενοχή και τη μνήμη σε πυρήνες μιας συνείδησης που αγωνίζεται να
συγκρατήσει την ενότητά της.
Πριν από την ερμηνευτική και θεωρητική διερεύνηση του έργου, κρίνεται
αναγκαία μια συνοπτική παρουσίαση της πλοκής του, καθώς η εσωτερική
διάρθρωση των επεισοδίων συνδέεται άμεσα με την υπαρξιακή και μορφική
του οικονομία.
Πλοκή
Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του Ηλία Πετρή από μια ζωή
εσωστρεφή, επαναληπτική και συναισθηματικά αδρανή προς μια σταδιακή,
οδυνηρή απορρύθμιση που καταλήγει στην αυτοχειρία. Στην αρχή, ο ήρωας
εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε μια μονότονη καθημερινότητα, ορισμένη από
τη διδακτική ρουτίνα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και μια
μάλλον άνευρη σχέση με τη Μερόπη. Η εμφάνιση, όμως, του Γιούρι, νεαρού
οπλίτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου, διαταράσσει ριζικά αυτή τη
στατικότητα, καθώς αφυπνίζει μέσα του μια άρρητη επιθυμία και μια
βαθύτερη υπαρξιακή ταραχή. Με αφορμή τα ιδιαίτερα μαθήματα αρχαίων
ελληνικών, η σχέση των δύο αποκτά σταδιακά συναισθηματική και ερωτική
ένταση, ώσπου η αδυναμία επικοινωνίας, η αυξανόμενη αμηχανία και η
εμμονική προσκόλληση του Ηλία οδηγούν σε μια κρίσιμη απορρύθμιση, η
οποία κορυφώνεται στη νυχτερινή τους συνάντηση στην παραλία και κατόπιν
στο σπίτι του, όπου η σωματική εγγύτητα και η ψυχική αστάθεια εκβάλλουν
στον αιφνίδιο θάνατο του Γιούρι.
Το καθαροδευτεριάτικο κολύμπι στα Μάταλα έγινε
πλέον τελετουργία –ρίτσουαλ που λέμε και στα κρεολέζικα αγγλοελληνικά. 54ο απ’ την αρχή της
χρονιάς, 5ο στην Κρήτη, 1ο στο Λιβυκό. Και με την ίδια
περσινή παλιά ευχή: και του χρόνου!