Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Είκοσι χρόνια άκαπνος…


Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2 Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα. Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…

Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί, ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο οκτώ τσίχλες τη μέρα.

Ανήμερα, 10 Ιουνίου, πετούσα για Λισαβόνα. Τα αεροπορικά μού προκαλούσαν τρελό άγχος, έκανα συνήθως μισό πακέτο πριν την πτήση. Εκείνο το πρωί μαζί με τον καφέ δοκίμασα την πρώτη τσίχλα –μου φάνηκε υποκαθιστούσε πλήρως το τσιγάρο. Στον ταξιτζή για το αεροδρόμιο, γνώριμο, είπα, Σταύρο, εσύ κάπνιζε-δεν με πειράζει, εγώ το ’κοψα. Άντε, με κελαρυστό γελάκι, πότε; Πριν από μισή ώρα. Γέλασε με την ψυχή του. Και, μόλο που αναρωτήθηκα στο αεροδρόμιο μήπως το παράκανα, άντεξα, δεν άναψα. Εννοείται καλού-κακού κουβάλαγα μαζί μου τις κούτες τα BF light (που κάπνιζα τότε και δεν θα ’βρισκα το εικοσαήμερο στην Πορτογαλία), να πω επίσης θα διένυα το πιο ατάραχο πολύωρο αεροπορικό μου, καθώς χάρη στη νικορέτ δεν μου έλειψε στη διάρκεια της πτήσης η νικοτίνη. 

 

Ένα εικοσιτετράωρο δίχως τσιγάρο! Απορία και ενθουσιασμός. Εγώ;! Ακόμα θυμάμαι την υπερένταση στο πρωινό του ξενοδοχείου. Δεύτερο εικοσιτετράωρο στην αγαπημένη πόλη την επτάλοφη, όπου παλιά (το 2006, έκτη από τις δώδεκα σερί χρονιές) δεν προλάβαινα να τελειώσω το τσιγάρο, ξανάρχιζε ανηφόρα, τώρα τις ανέβαινα, «Εγώ εδώ κανονικά βήχω!» –η πρώτη νικηφόρα ιαχή.

Οι τσίχλες έβαιναν μειούμενες, τις χρειάστηκα συνολικά για είκοσι μέρες, τις τρεις τελευταίες μάσαγα μία μόνο, το βράδυ, και ήδη τα οφέλη ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία: στο γυμναστήριο στον διάδρομο έφτασα και τη μία ολόκληρη ώρα τρέξιμο, εγώ που γύρω στα δώδεκα λεπτά ήμουνα όλο γκούχου γκούχου, ανέβαινα-κατέβαινα σκάλες με πρωτόγνωρη ευεξία, κοιμόμουν καλύτερα, άλλαξε το χρώμα και η υφή του δέρματος, άκουγα συχνά, τι έκανες, Νικολή, στη μούρη σου, εσύ κάτι έκανες, κάθε σωματική (και η σεξουαλική) επίδοση αισθητά βελτιωμένη, η μνήμη στο γράψιμο δυο και τρεις φορές πιο ενεργή, επιπλέον γιατί δεν είχα περάσει στερητικό, πήρα μόνο γύρω στα τέσσερα κιλά, προφανώς απ’ την αλλαγή του μεταβολισμού. Δεν το είχα ανάγκη πια, η αλήθεια εντούτοις στη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών κάθε που έβλεπα κάποιον να το ανάβει, σκεφτόμουν, οκ, δεν το αποζητώ, αλλά έχει απόλαυση το μαλακισμένο, για ακόμη έξι, καθημερινά σταθερά λιγότερο, πάντως το ανακαλούσα σαν κάτι ευχάριστο, στον χρόνο πάνω, ωστόσο, το ξέχασα. Πια δεν καταλάβαινα τι ακριβώς απολαμβάνει ένας καπνιστής, έκανα μάλιστα τη σκέψη, αν μου πούνε τώρα οι γιατροί μού μείνανε έξι μήνες ζωής, δεν το ξαναρχίζω, για ποιο λόγο να τους ζήσω λιγότερο ποιοτικά.

Έκτοτε, όπως εδώ τώρα, δεν χάνω ευκαιρία να αφηγούμαι την απεξάρτησή μου, τη μεγάλη μου οφειλή στη Ράνια Ζερμπίνη και στη nicorette, κυρίως γιατί ίσαμε τότε κανείς δεν μου απαριθμούσε τα θετικά, αντίθετα όλοι τους τα αρνητικά, πόσο επιζήμιο στην υγεία το κάπνισμα∙ δεν υπάρχει πιο λάθος τακτική, τίποτε δεν στέλνει πίσω στο τσιγάρο έναν καπνιστή όσο το άγχος και ο φόβος του θανάτου. Το κάπνισμα νικιέται απ’ αυτό που δεν είναι πραγματικά: από τη χαρά της ζωής, την καθαρή ανάσα, τη σωματική και πνευματική ευεξία.

Πέρασαν τα χρόνια και στο σταυροδρόμι Σικίνου και Λένας Καραγιάννη, πάλι στην Αθήνα, ακούω να με φωνάζει ένας εβδομήντα-φεύγα, «Έι, εσύ δεν είσαι ο ανιψιός του Χατζημάρκου», του αδερφού της μαμάς στον τρίτο, δεν θυμόταν το όνομά μου, μου απευθυνόταν ο κυρ-Δημήτρης, σαν τον αναγνώρισα, ο υδραυλικός της πολυκατοικίας μας, «έλα και μ’ έχει φάει η γυναίκα μου, σε ψάχνει, τότε που μου ’λεγες για τη νικορέτ» –ενώ κάτι μου’ φτιαχνε στον νεροχύτη της κουζίνας–, «πήγα την αγόρασα, το ’κοψα, σωθήκαμε, η γυναίκα μου όποτε το θυμηθεί, βρες εκείνον τον καλό άνθρωπο να του μαγειρέψω όπως δεν μαγείρεψα σε κανέναν!»

Κι ένα τελευταίο: η ενδυνάμωση. Εμπεδώνεις αυτοπεποίθηση, αυτοκυριαρχία. Ύστερα μπορείς να επιβληθείς και σ’ άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα. Ούτε μια, ούτε δυο φορές που μονολόγησα: Εδώ τα κατάφερα με το κωλοτσίγαρο, μ’ αυτή τη μιζέρια ή σ’ αυτό τον μαλάκα θα κωλώσω...       

 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Το IQ του κινήματος σαν να φυραίνει;

Γκράφιτι/τοιχογραφήματα στην οδό Αρχολέοντος, στα Χανιά. Λυρική ρητορική κοινοτοπία ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ; κι από κοντά το ανάλογης ρηχότητας ιδεοληπτικό FREE PALESTINE

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Γιάννης Στουρνάρας.

Στον σύγχρονο όπως τον εννοούμε εθνικό βίο ένα θαύμα συνέβη, μπορεί το μόνο, η νεοελληνική γλώσσα: η σύνδεση και ο εμπλουτισμός της από παλαιότερες συγχρονίες. Μερικοί, λίγοι, Νεοέλληνες στέκουν στο ύψος αυτού του θαύματος, παρουσίες με συγκρότηση και πολιτεία καθ' όλα παρηγορητικές. Ανάμεσα στους ελάχιστους σημερινούς, ο Γιάννης Στουρνάρας. 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Γέρας ανεκτίμητο!

Από την αισθαντική -ό,τι και να πω είναι λίγο- φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα Αποστολού (και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7), φωτογραφία και σχόλιο σε ανάρτησή της στο fb:

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "|25 τΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ S ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ ΕΜΠΕΙΡ ΕΚΔΟΤΙΚ OIA 19 ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ 3 ΑΝΤΩΝΣΝΙΚΟΛΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΟΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ ΙΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ AIONY ΣΙΑ ΙΩΝΗΣ ΝΙΚΟΔΗΣ ဝ AANIHA HAEI ΣΤΗΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ TOY ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΥ 者卡 실해부리(미" 
"Σήμερα, οι γευσιγνώστες της περγαμηνής, τιμούν την λογοτεχνία.
Κι εγώ, μόλις χθες ανακάλυψα, πως μετρώ 62 χρόνια αναγνώστρια."

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Το Ευαγγέλιο στη γλώσσα του Ομήρου και ο Κώος πρωτοψάλτης Γιώργος Σακέλλης.

 

Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου, επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο. Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο. Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…

Δεν θυμάμαι ποια πρώτη χρονιά με έπεισαν, κάποιος με παρακίνησε, να μη χάσω στις τρεις το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα τον Εσπερινό της Αγάπης στο Μεγάλο Μοναστήρι. Προερχόμουν λόγω πατρός από αριστερή οικογένεια, δεν είχα και ιδιαίτερη σχέση με λειτουργίες και τα συναφή. Σύχναζα στα πατινιώτικα εκκλησάκια, στο μεγάλο αντρικό, στο μικρό γυναικείο της Χώρας, στην Αποκάλυψη, ενίοτε και σε ενοριακούς ναούς, από γλωσσικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον, έλεγα η Χώρα της Πάτμου εκτός που είναι γνησίως πιο αστική κι απ’ το Παρίσι –και μα τον Θεό, το εννοούσα–, στα μοναστηράκια της πρώτον μιλιέται η ελληνική, δεύτερον ευφραίνονται τα ώτα περισσότερο από τις όποιες μουσικές εκδηλώσεις στο Μέγαρο, φράση με την οποία επίσης κυριολεκτούσα. Φτάνω, λοιπόν, και κάπως καθυστερημένος, πήχτρα ο κόσμος, παρακολουθούσα από το προαύλιο του καθολικού. Τι δοξαστική έξαρση, τι αναστάσιμος ενθουσιασμός σε ύμνους σαν το Φς λαρν γίας δόξης ή Τίς Θες μέγας, ύστερα το Ευαγγέλιο της μέρας, αυτό που διαβάζεται και σε ξένες γλώσσες, κάτι θυμόμουν από την παιδική μου Αγία Παρασκευή της Κω, εκεί όπου όλοι οι ιερείς της πόλης, όμως γύρω στις έντεκα πριν από το μεσημέρι, τελούν τον αντίστοιχο Εσπερινό, κι ενώ περιμένω την απόλυση, αίφνης κατακλύζει τ’ αυτιά μου, μα τι ήταν αυτό, άρχισα να στριφογυρίζω, ποιος ύμνος ή τι έψαλλαν, δεν διέκρινα από την ψαλμωδία παρά μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις, δεν θυμάμαι άλλοτε τον εαυτό μου σε τέτοια κατάσταση μεταρσίωσης και απορίας. Κάποιος απ’ την κοινότητα των Αθηναίων μονίμων επισκεπτών του νησιού απάντησε στην τρελή απορία του μούτρου μου, επρόκειτο για την απόδοση του Ευαγγελίου της ημέρας στη γλώσσα και στο μέτρο του Ομήρου, αγιορείτικη απόπειρα του δέκατου όγδοου αιώνα, ψαλλόταν στην Πάτμο και σε πολύ λίγους ναούς πέρα από το Όρος. Από εκείνο το Πάσχα, μέχρι να συμπληρώσω τη δωδεκαετία, δεν έχασα κανέναν πατινιώτη Εσπερινό της Αγάπης, κι αποτελούσε την κορύφωση, όντως την πιο μεγάλη ώρα στην αντίληψή μου του ετήσιου κύκλου.

Κι αφότου με το πλήρωμα του χρόνου ξέκοψα απ’ την Πάτμο, και για μικρό διάστημα… εκκλησιαζόμουν στην ενορία μου της Κω ή αλλού, κατέληξα να λέω, αν μάθεις σε μέλη και τελετουργίες βυζαντινές, το να βρεθείς σε όποιες λαϊκές ενορίες ύστερα, είναι περίπου σαν αυτόν που συνήθισε τα σαιξπηρικά έργα στο Όλντ Βικ (Old Vic) θέατρο, κι έπειτα τα ψάχνει σε επαρχιακούς ερασιτεχνικούς θιάσους –μα τον Θεό, και πάλι δεν υπερέβαλλα. 

Τα χρόνια, μην πω οι δεκαετίες κύλησαν, κάποτε μυήθηκα και στο χειμερινό κολύμπι, στον κολπίσκο των χειμερινών εδώ στην Κω πρωτοστατεί, άτυπος επίτιμος πρόεδρός μας, περασμένα ογδόντα, όμως ευσταλής, προσηνής, με το γέλιο και τον καλό λόγο μπροστά μπροστά, ο πρωτοψάλτης και καθηγητής της μουσικής Γιώργος Σακέλλης. Εκείνος με ήξερε, εννοώ με την ιδιότητα του συγγραφέα, και σε κάθε ευκαιρία στο νερό ή στην παραλία μού έψαλλε έναν-δυο στίχους, μαζί με την πρόσκληση, να πάω στην εκκλησία να τον ακούσω. Φτωχόπαιδο απ’ το χωριό Αντιμάχεια, τον είχανε στείλει οι δικοί του, καθώς και καλλίφωνος, στην Πατμιάδα. Σπούδασε τη βυζαντινή μουσική, χρόνια διακεκριμένος πρωτοψάλτης στην Αθήνα, παράλληλα καθηγητής μουσικής σε πρότυπα καλά σχολεία, εντούτοις δεν άντεξε στη μεγαλούπολη για πάρα πολύ, πήρε την οικογένειά του, κατεβήκανε στο νησί –ένας σοβαρός λόγος, η θάλασσα, ισχυρίζεται, και κανείς απ’ τους χειμερινούς εδώ δεν θα διανοούνταν να αμφισβητήσει το κίνητρό του αυτό.

Υπόσχεση στην υπόσχεση, κάποτε κίνησα, ένα κυριακάτικο πρωινό άναβα το κεράκι μου στον μητροπολιτικό Άγιο Νικόλαο, –ενορία του πατρικού, εκεί με βάφτισαν, εκεί και η εξόδιος της μαμάς πριν από λίγους μήνες. Ο Γιώργος Σακέλλης, ψάλτης έξοχος, με όλη τη στιβαρότητα, αλλά και τα ημιτόνια, όμως και την ώριμη οικονομία ενός σπουδαίου καλλιτέχνη-ερμηνευτή. Θα του χρωστώ πάντοτε που συγκέρασε μέσα μου την Πάτμο με την Κω. Και όσο τίποτε εκείνο το πρωινό στον κολπίσκο μας, που δεν θυμάμαι με ποια αφορμή αναφέρθηκε το ηρωικό. Άρχισα να του μιλάω για την Πάτμο. «Μα το ψάλλουμε κι εμείς, από την εποχή της Πατμιάδας το ξέρω, τους το έχω διδάξει, το ψάλλουμε χορωδία οι ψάλτες όλοι μαζί!» «Αλήθεια, Γιώργο; Και το ψάλλετε από χρόνια;» ψέλλισα εμβρόντητος και αναλογιζόμενος τι έχανα. «Ε, βέβαια!» κατένευσε εκείνος. Έκτοτε, φέτος τρίτος συναπτός χρόνος και Εσπερινός της Αγάπης στην Αγία Παρασκευή, και το νιώθω χρέος μου μετά την απόλυση, να ευχηθώ στον υπέροχο μουσικό και συμπολίτη και συγκολυμβητή: «Να ’σαι γερός, Γιώργο μου, ο Θεός να σου δίνει δύναμη και πολλά πολλά χρόνια!» –που μόνο ο Θεός ξέρει πόσο σπάνια διατυπώνω τόσο πολύ ολόψυχα μια ευχή!    

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019

Δημοσιεύθηκε

Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή

Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Με αυτή την έννοια, η νουβέλα υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη δυστοπικής αφήγησης επιβίωσης στα όρια και αρθρώνεται ως ποιητικός στοχασμός πάνω στις προϋποθέσεις και τους όρους με τους οποίους ο άνθρωπος συγκροτείται ως υποκείμενο του λόγου και της ιστορίας.

Ο πυρήνας της πλοκής είναι εξωτερικά λιτός. Σε έναν απομονωμένο νησιωτικό χώρο τρία πρόσωπα συνυπάρχουν προσωρινά, έως ότου η εύθραυστη ισορροπία των σχέσεων καταλήξει σε βίαιη ρήξη και φόνο. Η σημασία του έργου, ωστόσο, εντοπίζεται λιγότερο στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση οργανώνει τη διάβρωση της γλώσσας, τη διάλυση της ερμηνευτικής βεβαιότητας και την έκθεση του ανθρώπινου σώματος σε συνθήκες ελέγχου, επιτήρησης και εξάρτησης. Η τραγική ένταση της νουβέλας απορρέει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση: από τη σύγκρουση των προσώπων στη βαθύτερη αποτυχία του Λόγου να θεμελιώσει κοινότητα, μνήμη και σταθερό ορίζοντα νοήματος και αλήθειας.

Η μελέτη που ακολουθεί εξετάζει τη νουβέλα με βάση τέσσερις κύριους άξονες. Ο πρώτος αφορά στη δραματουργική του οργάνωση, ο δεύτερος εστιάζει στην αφηγηματική μορφή και στην υφολογική διαφοροποίηση των φωνών, ο τρίτος αναπτύσσει τις βασικές ερμηνευτικές της διαστάσεις, με έμφαση στα οντολογικά, βιοπολιτικά, έμφυλα και ηθικοφιλοσοφικά του συμφραζόμενα, και τέλος, ο τέταρτος διερευνά τις ενδεχόμενες λογοτεχνικές συγγένειες του κειμένου και το ιδιαίτερο εκφραστικό μητρώο του Νικολή. Σκοπός της ανάγνωσης αυτής είναι να καταδείξει ότι, στη νουβέλα, η σιωπή συνιστά κρίσιμη μάζα και ότι ο θάνατος του Λόγου σφραγίζει ως στρώμα καταστροφής την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτισμικού παραδείγματος.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym

 

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

The Traumatic Matrix of Narrative

Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The

Gym

Antonis Nikolis, The Gym. Potamos, 2018.
Reviewed by Dimitrios Bosnakis.


Antonis Nikolis’s The Gym is among the most exacting and daring works of contemporary
Greek prose. Dark, hypnotic, and formally uncompromising, the novella explores domestic
space as a site of trauma, mourning, and the unmaking of identity. It begins with the loss of
the protagonists’ mother and gradually unfolds into a psychic landscape of disintegration, in
which body, memory, and language are subjected to parallel forms of erosion.
This essay reads the novella through feminist psychoanalytic theory (Kristeva, Irigaray,
Grosz) alongside the theory of queer negativity (Edelman, Halberstam), arguing that The
Gym stages a literary resistance to heteronormative and temporally regulated structures. Its
refusal of linear development, suspension of futurity, and compulsive return to trauma
produce a narrative that unsettles the logic of restoration and progress. At the same time, the
affinities of Nikolis’s prose with writers such as Virginia Woolf, Samuel Beckett, Clarice
Lispector, Jean Rhys, and Margarita Karapanou situate the work within a broader tradition of
interiorised, disjunctive, and disintegrative writing. 

Plot and Narrative Premise 

The novella centres on the shared life of two elderly half-sisters, Rania and Roula, who live
in seclusion after their mother’s death. Time returns in loops, confined within an enclosed
domestic world where the routines of everyday life are repeatedly ruptured by memory and
traumatic recollection.
Though dead, the mother remains the text’s determining figure, since her earlier absence,
both physical and emotional, had already shaped the daughters’ femininity through instability
and lack. Before each subsequent trauma lies a prior maternal rupture.
A central locus of the novella is the “gym” in the building opposite, which Rania watches
through the apartment’s balcony door, the threshold from which the sisters stage their daily
narrative vigils. The gym functions both as a screen for the projection of desire and as a site
where sexual trauma is reactivated. In her youth, Rania was the victim of a gang rape, an
event that shattered her relation to both body and memory. Her narration remains fractured,
unstable, and often uncertain in its distinction between fantasy and reality.
Roula, less volatile yet steadily present, serves as a counterpoint to Rania’s intensity. She
contains trauma within the structures of practical daily life. Together, the sisters form a closed
microcosm of mutual dependence in which language takes the place of external social
existence.

The young man from the gym, “Vasilis”, enters the domestic space as a catalytic figure. His
arrival precipitates the passage from mnemonic re-enactment to violent action, culminating in
murder—an extreme gesture that offers no release, only a deeper confirmation of the
women’s existential collapse. 

LUCID DARKNESS The Mark of the Grave: Τhe act of narration in Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary

 Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM

LUCID DARKNESS
Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The
Death of the Mercenary

1. Introduction

Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which
desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic
density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered
experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between
reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of
erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the
subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death.
The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical
construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework,
the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic
architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical
horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of
the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience
of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a
consciousness struggling to preserve its unity.
Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a
concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is
directly bound up with its existential and formal economy. 

2. Plot 

The novel traces the course of Elias Petres from an introverted, repetitive, and emotionally
inert life toward a gradual and painful disintegration culminating in suicide. At the outset, the
protagonist appears trapped within a monotonous everyday existence, defined by his teaching
routine, the care of his elderly parents, and a rather enervated relationship with Merope. The
appearance, however, of Yuri, a young soldier and student at an evening school, radically
disturbs this static condition, awakening within him an unspoken desire and a deeper
existential unrest. Through the occasion of private lessons in Ancient Greek, the relationship
between the two gradually acquires emotional and erotic intensity, until the failure of
communication, mounting awkwardness, and Elias’s obsessive attachment precipitate a
critical destabilization, which reaches its climax in their nocturnal meeting on the beach and
then in his home, where bodily proximity and psychic instability issue in Yuri’s sudden death.
From that point onward, the narrative enters the domain of guilt, panic, and moral collapse.
Elias attempts to erase every trace of the young man, travels to Rhodes in order to misdirect
any possible investigation, proceeds to the secret burial of the body and, later, to its
exhumation so that it may be returned to Yuri’s family, though this act grants him no
redemption. Thereafter, haunted by Yuri’s memory and by the experience of the exhumation,
he attempts a fragile reconnection with life through corporeality, eroticism, and a more
candid acceptance of his desire, until the sudden death of his mother entwines familial
mourning with his personal burden of guilt and deepens his devastation. In the penultimate
chapter, he gradually detaches himself from the world of the living and sinks into a liminal
state in which memory, desire, and death become inextricably intertwined, until he is led
consciously to self-destruction. The seventh chapter, shifting the focus to Merope, follows the
consequences of his death for those close to him, the discovery of the body, the funeral, and
the collective experience of mourning, before concluding with an image of continuity through
Merope’s pregnancy and the birth of Elias’s children.
This trajectory, from the stasis of everyday life to suicide, maps the gradual rupture of the
protagonist’s subjective coherence under the pressure of desire, guilt, and mourning. For this
reason, the plot of the work is inseparably bound to the distinctive narrative and
dramaturgical mode of its construction. 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Pergrinus: Death as the Horizon

Pergrinus: Death as the Horizon 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

(The Books’ Journal, issue 166, pp. 64–67)
 

Death as the Horizon
Narrative, Interpretive, and Literary Approaches
Antonis Nikolis, Peregrinus. Novel. Armos, Athens, 2023, 512 pp.


Antonis Nikolis’s Peregrinus is not merely a novel of modern Greek literature, but a work
that lays claim to a place within World Literature. It draws on the ancient Greek novel,
Roman historiography, and the philosophical tradition, while incorporating narrative
techniques associated with modernism and postmodernism. Its ironic distance and thematic
complexity lend it both historical depth and universal reach. By bringing antiquity into
dialogue with contemporary narrative, philosophical inquiry, and metafiction, it enters the
international literary conversation with marked originality and considerable literary weight.

By Dimitrios Bosnakis 

Just as we wash our bodies, so too ought we to wash our destiny; we ought to change our
lives as we change our clothes, not in order to preserve our lives, as when we eat and sleep,but out of that respect which others have for us, and which we rightly call cleanliness.

Fernando Pessoa, The Book of Disquiet, passage 42 

Introduction

Antonis Nikolis’s prose fiction constitutes an exemplary literary case. Beneath the authority of form and the evident pursuit of artistic perfection, his devotion to style and his ceaseless search for the right word express, if nothing else, an obsessive passion, one that might equally be understood as a desperate struggle against the absurdity of existence, a vision that appears to inform each of his works. His ascetic dedication to writing conveys not only severity and absolute artistic control, but also a distinctive combination of lyrical attentiveness, stark realism, metaphysical unease, and irony, drawing on some of the richest resources of literary expression.
Nikolis’s work to date is distinguished both by its continuous structural inventiveness in
narrative discourse, from the trilogy of love and suffering, Daniel Goes to the Sea, Dionysia, and The Death of the Mercenary, to the dystopian elegies The Dark Island and The Gym, and by the demands it places on language in matters of economy, plasticity, and rhythm. It is equally marked by an almost quixotic search for an ecstatic transcendence of reality, to which his narratives are subjected without compromise. It therefore becomes a particular challenge for the reader or critic to relate local detail to broader structures and to explore the difficult, at times paradoxical, relations between language and ideas. Literary criticism, in my view, ought precisely to attend to textual strategies and to the exact determination of linguistic and narrative codes, in order to approach as closely as possible the implicit discourse, the layered stratigraphy of the composition.
The analysis that follows examines in detail the plot and structure of the work, the author’s
narrative techniques, including sensory narration, the scenography of space and the use of historical and cultural context, as well as the psychography of the central character. It also suggests possible interpretive avenues through theoretical, philological, aesthetic, and even
psychoanalytic approaches that, in my judgement, are especially useful for a fuller
understanding and assessment of Peregrinus. Finally, the novel’s relation to Greek and
foreign literary tradition, classical, modern, and postmodern alike, is traced through elective affinities and productive influences in narrative architecture, syntactic patterning, and the texture and stratification of its language.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου, εκδόσεις Ροδακιό 2016

Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες  

ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ ΣΚΟΤΑΔΙ

Υποκειμενικότητα, επιθυμία και ενοχή

στον Θάνατο του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή

  1. Εισαγωγή

Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη, στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.

Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύονται η πλοκή και η εσωτερική της δυναμική, η αφηγηματική και υφολογική αρχιτεκτονική του έργου, η οργανική σχέση μορφής και νοήματος, καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει μια ουσιαστική ανάγνωσή του. Κατά την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης, ο Θάνατος του Μισθοφόρου προβάλλει ως μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνική μορφή μορφοποιεί εκ των ένδον την εμπειρία του τραύματος, μετασχηματίζοντας την επιθυμία, την ενοχή και τη μνήμη σε πυρήνες μιας συνείδησης που αγωνίζεται να συγκρατήσει την ενότητά της.

Πριν από την ερμηνευτική και θεωρητική διερεύνηση του έργου, κρίνεται αναγκαία μια συνοπτική παρουσίαση της πλοκής του, καθώς η εσωτερική διάρθρωση των επεισοδίων συνδέεται άμεσα με την υπαρξιακή και μορφική του οικονομία.

  1. Πλοκή

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του Ηλία Πετρή από μια ζωή εσωστρεφή, επαναληπτική και συναισθηματικά αδρανή προς μια σταδιακή, οδυνηρή απορρύθμιση που καταλήγει στην αυτοχειρία. Στην αρχή, ο ήρωας εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε μια μονότονη καθημερινότητα, ορισμένη από τη διδακτική ρουτίνα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και μια μάλλον άνευρη σχέση με τη Μερόπη. Η εμφάνιση, όμως, του Γιούρι, νεαρού οπλίτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου, διαταράσσει ριζικά αυτή τη στατικότητα, καθώς αφυπνίζει μέσα του μια άρρητη επιθυμία και μια βαθύτερη υπαρξιακή ταραχή. Με αφορμή τα ιδιαίτερα μαθήματα αρχαίων ελληνικών, η σχέση των δύο αποκτά σταδιακά συναισθηματική και ερωτική ένταση, ώσπου η αδυναμία επικοινωνίας, η αυξανόμενη αμηχανία και η εμμονική προσκόλληση του Ηλία οδηγούν σε μια κρίσιμη απορρύθμιση, η οποία κορυφώνεται στη νυχτερινή τους συνάντηση στην παραλία και κατόπιν στο σπίτι του, όπου η σωματική εγγύτητα και η ψυχική αστάθεια εκβάλλουν στον αιφνίδιο θάνατο του Γιούρι.

Από εκεί και πέρα, η αφήγηση εισέρχεται στη ζώνη της ενοχής, του πανικού και της ηθικής πτώσης. Ο Ηλίας επιχειρεί να εξαφανίσει κάθε ίχνος του νεαρού, μεταβαίνει στη Ρόδο για να αποπροσανατολίσει ενδεχόμενες έρευνες, προχωρεί στη μυστική ταφή του σώματος και, αργότερα, στην εκταφή του, ώστε να παραδοθεί στην οικογένειά του, δίχως η πράξη αυτή να του χαρίζει λύτρωση. Στη συνέχεια, στοιχειωμένος από τη μνήμη του Γιούρι και από την εμπειρία της εκταφής, επιχειρεί μια εύθραυστη επανασύνδεση με τη ζωή μέσα από τη σωματικότητα, τον ερωτισμό και μια πιο ειλικρινή αποδοχή της επιθυμίας του, ώσπου ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας του συμπλέκει το οικογενειακό πένθος με το προσωπικό του άγος και επιτείνει τη συντριβή του. Στο προτελευταίο κεφάλαιο αποδεσμεύεται σταδιακά από τον κόσμο των ζωντανών και βυθίζεται σε μια μεταιχμιακή κατάσταση, όπου η μνήμη, η επιθυμία και ο θάνατος συγχέονται, έως ότου οδηγηθεί συνειδητά στην αυτοχειρία. Το έβδομο κεφάλαιο, μετατοπίζοντας την εστίαση στη Μερόπη, παρακολουθεί τις συνέπειες του θανάτου του στους οικείους του, την ανεύρεση του σώματος, την κηδεία και τη συλλογική εμπειρία του πένθους, πριν καταλήξει σε μια εικόνα συνέχειας μέσω της εγκυμοσύνης της Μερόπης και της γέννησης των παιδιών του Ηλία.

Η διαδρομή αυτή, από τη στατικότητα της καθημερινής ζωής έως την αυτοχειρία, χαρτογραφεί τη σταδιακή διάρρηξη της υποκειμενικής συνοχής του ήρωα υπό την πίεση της επιθυμίας, της ενοχής και του πένθους. Γι’ αυτό και η πλοκή του έργου συνδέεται άρρηκτα με τον ιδιαίτερο αφηγηματικό και δραματουργικό τρόπο της συγκρότησής του.

  1. Δραματουργική και αφηγηματική αρχιτεκτονική

Ο Θάνατος του Μισθοφόρου οργανώνεται ως σπειροειδής, προοδευτικά εσωτερικευμένη αφήγηση, στην οποία το τραύμα επανέρχεται κυκλικά και η κορύφωση καταλήγει σε υπαρξιακή παράλυση και, τελικώς, σε μεταφυσική έξοδο. Παρότι τα επτά κεφάλαια αναπτύσσονται σε χρονική ακολουθία, η αφήγηση διατηρεί ισχυρή εσωτερική ρευστότητα, καθώς αναδρομές, συνειρμικές εικόνες, παρεκβάσεις και συγχωνεύσεις παρόντος, παρελθόντος και φαντασίας αφομοιώνονται στο σώμα της και αποδίδουν το ψυχικό βάθος του ήρωα. Η πλοκή διαχέεται σε μικροσκηνές καθημερινότητας, μέσα από τις οποίες αποτυπώνεται η εσωτερική μεταμόρφωση του Ηλία από συγκρατημένο και στοχαστικό μεσήλικα σε εμμονικά προσηλωμένο παρατηρητή του αινιγματικού Άλλου. Έτσι, το συγκρουσιακό στοιχείο του έργου αποκτά κατεξοχήν εσωτερικό και υπαρξιακό χαρακτήρα, ενώ ο χρόνος παύει να λειτουργεί ως ουδέτερο αφηγηματικό πλαίσιο και μετατρέπεται σε φορέα καθηλώσεων, επαναφορών και τραυματικών κόμβων.

Η αφηγηματική αυτή οικονομία συνδέεται άμεσα με τον ρόλο του αφηγητή. Παρότι η αφήγηση εκφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, η εστίαση παραμένει σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου τόσο στενά προσκολλημένη στον Ηλία, ώστε η φωνή του αφηγητή να συγχωνεύεται συχνά με τη συνείδησή του. Ο εξωτερικός αφηγητής αποσύρεται συστηματικά, αφήνοντας χώρο στον εσωτερικό μονόλογο και στον ελεύθερο πλάγιο λόγο, με αποτέλεσμα το ηθικό, αισθητικό και πολιτισμικό βλέμμα του ήρωα να χρωματίζει καθοριστικά την αφήγηση. Η εστίαση αυτή αποκτά, σε στιγμές υψηλής ψυχικής έντασης, χαρακτήρα διπλότητας, καθώς ο Ηλίας βιώνει τον εαυτό του συγχρόνως εκ των ένδον και ως αντικείμενο παρατήρησης. Το «διπλό βλέμμα» αποδίδει με ακρίβεια τη ρωγμή της συνείδησής του και τη δυσχέρεια σύμπτωσής της με τον εαυτό της. Μόνον στο τελευταίο κεφάλαιο μεταβάλλεται αποφασιστικά αυτή η εστίαση, καθώς η αφήγηση ανοίγεται στη σκοπιά των επιζώντων και ιδίως της Μερόπης, επιτρέποντας στο ατομικό τραύμα να μετασχηματισθεί σε κοινή μνήμη και σε τελετουργία πένθους.

Μέσα σε αυτή τη διάταξη, το βλέμμα και η σιωπή συγκροτούν δύο από τα κεντρικά δραματουργικά μοτίβα του έργου. Ο Ηλίας παρατηρεί επίμονα τον Γιούρι και τα υποκατάστατά του, χωρίς το βλέμμα να παράγει γνώση ή οικειότητα· η παρατήρηση αναπαράγει την απόσταση και καθιστά ακόμη εντονότερη την εμπειρία της έλλειψης. Αντίστοιχα, η σιωπή και η αστοχία του λόγου ως φορέα επικοινωνίας λειτουργούν ως συμπληρωματικός άξονας της ίδιας δραματουργίας, αφού οι διάλογοι συχνά εκτρέπονται σε αμηχανία, ασυνεννοησία ή βία. Έτσι, βλέμμα και σιωπή συνιστούν βασικούς μηχανισμούς της αφήγησης, μέσω των οποίων αποκαλύπτεται η δυσχέρεια του υποκειμένου να προσεγγίσει τον Άλλον και να αρθρώσει συνεκτικά τον ίδιο του τον εαυτό.

Η σκηνική και υφολογική οργάνωση του μυθιστορήματος συντονίζεται απολύτως με αυτή την εσωτερική δραματουργία. Η γραφή του Νικολή διακρίνεται από μακροπερίοδο, μουσικά οργανωμένο λόγο, παρενθετικές αναπτύξεις, συντακτική ρευστότητα, υποδόρια ειρωνεία και έντονη αισθητηριακή προσήλωση στη λεπτομέρεια, ιδίως στο σώμα, στο φως, στην αφή και στη σιωπή. Η σκηνική διάταξη αναπτύσσεται περισσότερο μουσικά παρά θεατρικά, μέσα από ρυθμικές εναλλαγές εσωστρέφειας, στιγμιαίας κινητοποίησης, φαντασιακών εξάρσεων και νέας βύθισης, ενώ οι μεταβάσεις από την εξωτερική δράση στην ανάμνηση, στη διάλειψη ή στην παραίσθηση συντελούνται σχεδόν ανεπαίσθητα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μορφική οικονομία παίζουν τα επανερχόμενα μοτίβα του χρόνου, της ενοχής, του σώματος, της τελετουργίας, του βλέμματος και της διάλειψης, που συγκροτούν ένα κλειστό, παλινδρομικό σύμπαν, όπου το τραύμα ανακυκλώνεται αδιάκοπα.

Η σχέση μορφής και νοήματος στον Θάνατο του Μισθοφόρου είναι οργανική. Η γλώσσα λειτουργεί ως ο ίδιος ο τόπος όπου συντελείται η εμπειρία. Η ρευστότητα της σύνταξης, η διάχυση της πρότασης, η αποφυγή ευθύγραμμης κορύφωσης και η παλινδρομική ανάπτυξη του λόγου αποτυπώνουν μορφικά το εσωτερικό αδιέξοδο του ήρωα, τη διάσπαση της συνείδησής του και τη δυσχέρεια ενοποίησης της εμπειρίας σε σταθερό νόημα. Η μορφή της αφήγησης γίνεται έτσι ο κατεξοχήν φορέας του νοήματός της, καθώς καθιστά αισθητή τη δυσχέρεια του Ηλία να αρθρώσει ένα αφήγημα λύτρωσης. Από αυτή τη συνάφεια αντλεί η γραφή την ένταση του πένθους, της επιθυμίας και του υπαρξιακού κλυδωνισμού.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Έγινε πια τελετουργία.

 

Το καθαροδευτεριάτικο κολύμπι στα Μάταλα έγινε πλέον τελετουργία –ρίτσουαλ που λέμε και στα κρεολέζικα αγγλοελληνικά. 54ο απ’ την αρχή της χρονιάς, 5ο στην Κρήτη, 1ο στο Λιβυκό. Και με την ίδια περσινή παλιά ευχή: και του χρόνου!