Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Αντίδωρο από τον κήπο.


(Τριαντάφυλλα στις αλκυονίδες και στο φως του απομεσήμερου.)

Για τις ευχές (τηλεφωνήματα ή sms, στον τοίχο ή στο inbox / fb) με την ευκαιρία της ονομαστικής μου γιορτής, πολλά και θερμά τα ευχαριστώ προς όλους. 

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Με τη συγκίνηση της Σίλβια Πέρεθ Κρουθ.


Σίλβια Πέρεθ Κρουθ (Sílvia Pérez Cruz), Πρωινό / Αύριο (Mañana).   

(Όμορφο κορίτσι σαν απ' τα πορτρέτα του Φαγιούμ, τραγουδάει μ' ανοιχτά μάτια, σκιρτάει στις μύτες των ποδιών, εκτονώνει τη συγκρατημένη συγκίνηση.) 

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

Τίποτ' άλλο πια.

Σημείωσα στο ιστολόγιο / μπλογκ μου εδώ τον περασμένο Μάρτιο, κι όσο το σκέφτομαι νομίζω δεν πιστεύω πια σε τίποτ' άλλο:

...Έχω πολλή δουλειά, όχι γιατί με σκάζει μην ελεγχθώ για κάποια κακοτεχνία μου -σε χέρσες και στέρφες επικράτειες μοιραία δεν αξιολογείται τίποτε-, αλλά γιατί αν υπάρχει μία αξία να μεταρσιώσει είτε τον λογοτέχνη είτε τον αναγνώστη αυτή βρίσκεται εκεί όπου το καθετί τοποθετήθηκε με ακρίβεια στη θέση του, όπου και ο τελευταίος φθόγγος σημειώθηκε με άκρα οικονομία.

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Θεοί, τι μεγάλο, τι ωραίο ταξίδι.


Διήνυα τις τελευταίες σελίδες / μέρες του μυθιστορήματός μου. Ο καλός συνοδοιπόρος μού σύστησε τότε τον Μπέντζαμεν Κλέμενταϊν (Benjamin Clementine). Τόσο ξένος τύποις στην ατμόσφαιρα του κειμένου μου, κι όμως θα γινόταν ο μαγικός συντονιστής -αυθεντικό εἴδωλον του ασυνειδήτου γαρ-,  μαζί μουσικός κωδικός και καταλύτης στο πιο συναρπαστικό μέρος της δουλειάς που είναι πάντοτε το φινάλε της.

Θεοί, τι μεγάλο, τι ωραίο ταξίδι.

Χρειάζομαι μερικούς μήνες να φέρω σε νηφαλιότητα τη μνήμη, να οικονομήσω προσεκτικά λέξη λέξη την εργασία μου. Ύστερα, καταπώς συνηθίζεται, όλο αυτό θα τυπωθεί, θα γίνει βιβλίο.  

 

  



Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

9/11/2021, 3η δόση εμβολιασμού.


Πάει και η τρίτη, -καλύτερα όσοι καταγινόμαστε με τη γλώσσα να τη λέμε: η αναμνηστική δόση. 


Με αντάμειψα ξανά με γλυκάκι: μηλόπιτα με κρέμα γιαουρτιού μαζί με μία μπάλα παγωτό καβάφα, όλα (και το βύσσινο) του σπιτιού εννοείται (είχα αρθρογραφήσει σχετικά όταν ταξίδεψα στη Λέρο, ν' αγοράσω από φυτώριο εκεί το δενδρύλλιο της γκουάβα των Αιγυπτίων / καβάφας όπως το εξελλήνισαν οι Αιγυπτιώτες, Αιγυπτιώτης εκ Λέρου το 'φερε στο όμορφο νησάκι, έκτοτε εξαπλώθηκε, λογαριάζεται πλέον σχεδόν ενδημικό λεριώτικο).  



Καλή ανανέωση της ανοσίας, αδέρφια!

   

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2021

Η Μαρίνα Γαλανού.


Σπουδαία -άξια σπουδής- ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των διεμφυλικών, των ΛΟΑΤΚΙ+ στο σύνολό τους. Να τη θυμόμαστε με ευγνωμοσύνη. 

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

Η Αφρική είν' η κοιλιά της Γης.


Μετά το τραγούδι της πανδημίας στη διάρκειά της, να και πάλι από την Αφρική το τραγούδι και της εξόδου από την πανδημία: WizKid - Essence. Όπως σ' έναν από τους στίχους του: turn me out of my mind. Όλα κοντινά και συγκοινωνούντα πια, άνθρωποι, γειτονιές, χωριά, πόλεις, χώρες, ήπειροι. Και το ταξίδι το πιο συναρπαστικό του πλανήτη μόλις ξεκινάει. Τυχεροί όσοι θα ζήσουν να δουν τις συγκλονιστικές, καταιγιστικές αλλαγές, τόσο πολλές, τόσο μεγάλες, -για να δανειστώ κάπως τα λόγια του σοφού Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα (Giuseppe Tomasi di Lampedusa)- κι αυτές μόνο και μόνο για να παραμείνει ο κόσμος μας ο ίδιος υπέροχος που ήταν ανέκαθεν.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Αἱ καλλίροοι πνοαί / η όμορφη ροή της έμνευσης.


δόξαν ἔχω τιν᾽ ἐπὶ γλώσσᾳ λιγυρᾶς ἀκόνας,
ἅ μ᾽ ἐθέλοντα προσέρπει καλλιρόαισι πνοαῖς. 

Μου φαίνεται πως τη γλώσσα μου τροχίζει γλυκύφωνο ακόνι,
αυτό που θέλω και με σπρώχνει στην όμορφη ροή της έμπνευσής μου.

(Πίνδαρος, Ὀλυμπιονίκαις, 6.82-6.83) 

(*καλλίροος, ποιητικός τύπος του καλλίρροος)

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

Εξήντα ένα ολόκληρα.


Μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και όλα τα συναφή, πάνε και τα 61.
Σας ευχαριστώ όλους. Αντεύχομαι με πολλή θέρμη -για τις χτεσινές ευχές σε fb, timeline και msg, email και sms.

 


Όμως η έκπληξη με περίμενε στο ζαχαροπλαστείο "Κως", παραγγελία από το Ρέθυμνο. Και να γιατί η ζωή είναι μικρή: χρειάστηκα εξήντα ένα ολόκληρα χρόνια για να συναντηθώ με τους φίλους μου από το Φωτεινό Νησί.

 
 

Τρίτη 10 Αυγούστου 2021

Το απόλυτο νεοελληνικό hashtag: #αυριανή_για_πάντα!


Όταν ποικίλοι της αριστεράς, γενικότερα δοσμένοι στο νεοελληνικό προοδευτιλίκι αποδεικνύουν πόσο βαθιά εμφορούνται από το ακροδεξιό σεξιστικό ελληναράδικο πνεύμα, πόσο είναι μία από τα ίδια εντέλει. 


Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Δριμείες ελληνικούρες.

Αρχίζω να διαβάζω θεατρική κριτική, πέφτω πάνω στην ελληνικούρα: "τα δριμεία και ακατάληπτα ερωτήματα" -σταματώ! Δεν είναι το λάθος μόνο του, είναι που επιπλέει σε κείμενο σχεδόν φαντασμαγορικής δοκησισοφίας. Πέφτω πολύ συχνά τελευταία σε ελληνικούρες, ακόμη και σε κείμενα δοκίμων ούτως ειπείν συγγραφέων. Όπως ένα περσινό, μα τι διαμαντάκι κι αυτό: "του ατομικού ποιόντος" (η... γενική του: το ατομικό ποιόν!) σε κείμενο κριτικού επίσης επί τη ευκαιρία βράβευσης συγγραφέα (απίστευτο;), το άκουσαν οι συνάδελφοί του της επιτροπής, οι λοιποί της εκδήλωσης, κυκλοφορεί έκτοτε αναρτημένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό των εν λόγω λογοτεχνικών βραβείων, ένας επαρκής ελληνομαθής έναν χρόνο τώρα δεν βρέθηκε να σφυρίξει κάτι στο αυτί του επίσης πολύξερου κριτικού... Βαρέθηκα να διορθώνω (στο ίνμποξ, ειλικρινά με περισσή ευγένεια) καθηγητάδες πανεπιστημίων -μου κόβουν την καλημέρα, ύστερα! Τι τρέχει, παιδιά; Επιπλέον να πω, μοιάζει εντελώς δίχως πάτο αυτή η κατρακύλα...
 
(ΥΓ: ο δριμύς, η δριμεία, το δριμύ // οι δριμείς, οι δριμείες, τα δριμέα,
το ποιόν, του ποιού)

Τρίτη 6 Ιουλίου 2021

Στις παραλίες του Ροδάκινου.

[Όρθιοι από αριστερά, μετά τον υποφαινόμενο: Δημήτρης Μποσνάκης, Δημήτρης Χρύσης, Κώστας Βλασόπουλος, καθισμένες από δεξιά: Αναστασία Θεολόγου, Τζελίνα Χαρλαύτη, Ντούνια Μιλένγκοβιτς (Dunja Milenkovic).] 

Δύο βράδια-τρεις μέρες (3-5/7/2021) στις παραλίες του Ροδάκινου, Κόρακα, Πολύριζο και Περιστερέ, στον νομό Ρεθύμνου, στο Λιβυκό. Φίλοι και συνεργάτες του Δημήτρη Μποσνάκη, τους συναντούσα για πρώτη φορά. Ο χρόνος απλώθηκε σαν το νερό γύρω μας. Φύγαμε αρπαγμένοι απ' τον ήλιο, τη χαρά, τη συγκίνηση, την ευγένεια.  



Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Ολυμπία: η δεύτερη αυτοψία.


Δεν επισκέφτηκα άλλον τόπο να εικονογραφεί περιεκτικότερα τον χαρακτήρα του αρχαιοελληνικού κόσμου όσο το στάδιο στην αρχαία Ολυμπία. Δεύτερη αυτοψία, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη, αναγκαία για το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφω, ιδίως στα τελευταία τρία κεφάλαια -είχα σημειώσει κατά την πρώτη, τον Μάρτιο του 2017: "και τι φοβερό στάδιο, η ιδεώδης εξέδρα για το γυμνό σώμα. Εδώ που για αιώνες ίδρωνε και πύρωνε στιλπνός από το λάδι ο ανθός των Ελλήνων". (Ολυμπία: η πρώτη αυτοψία, Ένας γελαστός Δίας, Η δύναμη της αφήγησης και η Ιστορία)

 


Στα βήματα του ήρωά μου περπάτησα ξανά την Αγορά και την Ακρόπολη της Αθήνας. (Παρεμπιπτόντως δεν με ενόχλησε τίποτε στις διαμορφώσεις γύρω απ' τα μνημεία του βράχου το αντίθετο, μου φάνηκαν συμβατές στις σύγχρονες ανάγκες και διόλου ενοχλητικές αισθητικά, αν επιτρέπεται να εκφέρω γνώμη, μολονότι όχι αρχιτέκτονας ή αρχαιολόγος, μόνο ένας συγγραφέας και με κλασικές σπουδές...)

 


Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Διά χειρός του δεκαεξάχρονου Λάμπρου.

Πορτρέτο από τον αδελφό μου Λάμπρο. Ήμουν 23, φοιτητής στη φιλοσοφική πια, εκείνος 16, στην πρώτη λυκείου, κάπου τότε που του αποκαλύφθηκε η ευχέρεια να σκιτσάρει, να ζωγραφίζει. Είχε έρθει επίσκεψη στο σπίτι ο παππούς Αντώνης, καθόταν στο ντιβάνι της κουζίνας, δίπλα στο τραπέζι ο Λαμπρίκος μ' ένα μολύβι κι ένα χαρτί τον απέδωσε τέλεια. Αποκάλυψη κυριολεκτικά: δεν είχε ξανακάνει κάτι ανάλογο. Αρπάζει ο Θανάσης το χαρτί, όλος έξαψη μου το φέρνει, "Κοίτα ταλέντο ο Λάμπρος!". Ένα λαμπρό ταλέντο που το διοχέτευσε στις σπουδές και στη σταδιοδρομία του του αρχιτέκτονα.


 Οι τρεις μας, και κατά ηλικία -ο Θανάσης στο μέσον-, μάλλον τη χρονιά του σκίτσου.


  Με τον Λάμπρο, στην Πάτμο, αρχές της δεκαετίας του '90.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Δεύτερη δόση Άστρα -και παρατρίχα να πνιγώ!


Έκανα τη δεύτερη δόση μου και μερικές ώρες αργότερα κολυμπούσα κιόλας -μην χάσω το (τέταρτο για φέτος) μπάνιο. Εκεί, λοιπόν, που μέτραγα τις απλωτές και παράλληλα στο πίσω μέρος του μυαλού υπερασπιζόμουν το εμβολιάκι μου, έμπηξα τα γέλια, κατάπια θάλασσα, που λέει ο λόγος παρατρίχα να πνιγώ. 

Ο πονηρός είναι δύσκολο να μην είναι κουτοπόνηρος, αναλόγως και ο συνωμοσιολόγος δηλαδή τι πείραζε να... συνωμοσιολογήσει (για τη δυσφήμηση του Άστρα και... ποιοι ωφελούνται απ' αυτήν), να πονηρευτεί κάπως πιο επωφελώς, αξιοποιώντας, ας πούμε, την πληροφορία: 

Τιμές εμβολίων κορωνοϊού ανά δόση:1,78 της AstraZeneca έναντι 19,50 ευρώ της Pfizer (στην αρχή πωλούνταν προς 12). 

Βεβαίως και πάλι θα συνωμοσιολούσε, πλην με λίγη περισσότερη ευφυΐα. Φαίνεται το πράγμα -και συνωμοσιολόγος και ευφυής- είναι φύσει οξύμωρο: εκεί με πιάσανε τα γέλια.

Και τι πειράζει που ο εμβολιασμός κατ' άτομο θα κοστίσει 39 αντί για τα 3,56 ευρώ; Καρμιριές με την υγεία του λαού; Τι θα πει το Άστρα το κάνανε η Άγγελα Μέρκελ και ο Μπόρις Τζόνσον; Ήσουνα μπροστά τους που το κάνανε; Έλεγξες το μπουκαλάκι απ' το οποίο πήρανε το ενέσιμο οι νοσηλεύτριες/τές; Για μια διαφορά της τάξης των τριάντα πέντε κάτι ψωροευρώ δηλαδή; 

Σωστά. Άλλωστε, για να ρθω στα ίσα μου, ακούω και τη φωνή της λογικής: Τι τα θες, καημένε, τα μαθήματα; Σε ποιους και γιατί; Μόνο αντιπαθής γίνεσαι. Άιντε τράβα δεκαοκτώ αιώνες πίσω, στα δικά σου τα ωραία, στις θέρμες με τα αισθησιακά φρέσκα, στα τρικλίνια των συμποσίων, στις φαντασμαγορικές πομπές των ιερέων της Ίσιδας...  

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του.

Ένας μικρός αναστεναγμός σαν βαθιά ανάσα γλιστράει απ’ το στόμα της αφηγήτριας.

Μυρίζει άνοιξη και άπλα στην εξοχή.

«Και όπως ήτανε νωρίς το απόγευμα, όλοι αυτοί, μα κι εγώ μαζί τους, κάτι έγινε και σαν να βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια έρημη αχανή αλάνα… Ούτε λόφος, ούτε δέντρο, ούτε τίποτε. Μόνο ξερό αργιλόχωμα, αλλού ασπρουδερό κι αλλού κοκκινωπό. Και απλωσιά, όση χωράει στο μάτι σου». Χαμογελάει, ένα γελάκι που καταλήγει σαρδόνιο. «Φύσαγε –να πω- ένα… τελετουργικό αεράκι, απ’ αυτά που σηκώνουν μικρούς στροβίλους σκόνης».

Η Ράνια κλείνει τα μάτια, «Αχ, ναι, βρέθηκα κιόλας εκεί».

«Μα δεν αποσκοπώ και σε τίποτε άλλο», δεύτερο γελάκι. «Ήτανε, που λες, όλοι τους όρθιοι: ένα ημικύκλιο, απέναντί μου. Στο κέντρο η αλλοδαπή η μάνα».

«Δεύτερη φορά που την ονομάζεις μάνα!»

«Μ’ αφού ήτανε, πώς αλλιώς να την πω;» κι άλλο γελάκι, «Το ξένη πια ή το αλλοδαπή, μόνα τους, δεν μου φτάνουν… Δίπλα της, η πενήντα κάτι, η αφηρημένη. Παραδίπλα, το αγόρι και το κορίτσι, τα δυο τους με τις στενές λεκάνες. Από την άλλη πλευρά, το παιδί με τα σπυράκια, τη σάκα και τη μεγάλη νάιλον σακούλα. Παραπέρα λίγο, ο μαύρος σπουδαστής με τα στρογγυλά γυαλάκια και οι τρεις οι δικοί μας, οι ψωμωμένοι, επιτέλους με κλειστά τα κινητά τους. Λίγο πιο πίσω, οι δύο οι θορυβώδεις, η φωνακλού και η άλλη με το κολάν, αμίλητες τώρα. Ακόμα και το πρεζάκι ο άστεγος, ο γέρος. Παραπίσω, μακρύτερα αυτός. Και όλοι τους σοβαροί, τα χέρια πιασμένα, κρεμασμένα μπροστά, χαμηλά, σεμνά, σαν σε τελετή. Και στραμμένοι προς τα μένα. Εγώ, πάλι, στεκόμουν σε ψηλό βάθρο, κι ένας ιμάντας πλατύς κατηφόριζε από τα πόδια μου μπροστά έως κάτω, στον βωμό. Ένας ιμάντας σαν τσουλήθρα».

Η Ράνια με το στόμα ανοικτό: «Βωμός!»

«Ένας πέτρινος, τίποτε φοβερό. Ένας μικρούλης. Οικογενειακός. Με ανάγλυφα κεφάλια βοδιών στεφανωμένα με γιρλάντες. Στη σχάρα του καίγονταν κούτσουρα ελιάς μαζί με χλωρά δαφνόκλαδα και μπόλικο μοσχολίβανο.» Ξανά γελάκι, «Χάσκεις, καημένη!»

«Θα με φάει η αγωνία. Μη σταματάς, λέγε!»

«Το… αεράκι, οι… στρόβιλοι, το… σιγανό τριζοβόλημα απ’ τα κούτσουρα. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο. Περίμενα έως ότου γίνει η ρέμβη μας βαθιά όσο χρειαζόταν, οι αισθήσεις μας να απομακρυνθούν από τα πράγματα λίγο, περίμενα πότε θα μου επιτρεπόταν ένα… άλλο πέταγμα. Ρυθμικό πέταγμα».

«Σκόπευες να πετάξεις;»

«Μη λέμε και χαζομάρες. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή, για να την αναποδογυρίσω. Την τσάντα μου. Ούτε που θα το άγγιζα. Το δέμα. Το σφάγιο».

«Το… ποιο!» μ’ έναν ανεπαίσθητο βλεφαρόσπασμο, σαν γιατί τσιμπήθηκε.

«Το σφάγιο».

«Μη! Όχι, όχι…»

«Θα το πέταγα, θα κατρακυλούσε στον ιμάντα, στην τσουλήθρα, ίσαμε κάτω, στην εστία του βωμού».  

Έτοιμη να καταρρεύσει απ’ την πολλή αγωνία: «Σταμάτα, λυπήσου με, θα βάλω τα κλάματα, αδελφούλα μου! Όχι… τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ… Πες μου κάτι άλλο. Οτιδήποτε… Εσύ, ας πούμε, τι φόραγες εσύ;»

«Τι… φόραγα; Ένα χιτώνα, μόνο. Μονοκόμματο. Χειριδωτό και ποδήρη -που λένε και τα εγχειρίδια-, μακρυμάνικο και μάξι», κι άλλο γελάκι, «από ταφτά, νομίζω, πορφυρό. Α, και στο λαιμό, ένα φουλάρι - τύπου πετραχήλι», πάλι γελάκι, «σε χρώμα σμαραγδί».

«Μπράβο! Σμαραγδί και πορφυρό: τι έξοχα χρώματα!» Όμως, και καταρρέει, «Αδελφούλα μου…» πέφτει στο δάπεδο, αρκουδίζει ως τη θέση της Ρούλας, «αγαπημένη μου αδελφούλα, τρυφερή μου… μονάκριβή μου… παρηγοριά μου εσύ…» της αγκαλιάζει τις γάμπες, στριμώχνεται ανάμεσά τους.

«Έλα, έλα… φτάνει, καλά είναι…»

«Η καλή μου η αδελφούλα…» με ειλικρινή ευγνωμοσύνη.

«Και προς τι… όλ’ αυτά; Μήπως γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο;»

«Μη! Όχι, όχι!»

«Μα τι αηδίες κάθομαι και αραδιάζω!» Πετάει το κουβάρι απ’ το χέρι. «Τίποτε απ’ όλ’ αυτά! Καμιά αλάνα, κανένας ιμάντας, κανένας βωμός… Άλλωστε, τα σχήματα του λόγου, τα περισσότερα, εγώ, τα σιχαίνομαι! Σ’ τα χάρισα –δεν σ’ τα χάρισα; Λοιπόν, τέλος οι αηδίες: εδώ το κράταγα», χτυπάει τα γόνατά της, «μέσα στην τσάντα, πάνω στα πόδια μου». Στρίβει το πρόσωπο διαγώνια προς την τραπεζαρία, σκέφτεται με ένταση. «Μα, αν έχεις το κεφάλι ενός ανθρώπου, έχεις τον άνθρωπο όλον. Στα μέρη του παππού μου, του πατέρα του πατέρα μου, όταν κάνουν την εκταφή του νεκρού, πετάνε τα υπόλοιπα κόκαλα περίπου στα σκουπίδια, κρατάνε μόνο το κρανίο. Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του. Κουβαλούσα το κεφάλι του, άρα τον κουβαλούσα όλον. Να γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο!»

Η Ράνια παραιτημένη, ξέπνοη: «Έχεις δίκιο… Αλλά όχι τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ…» Γέρνει το κεφάλι στο γόνατο της Ρούλας, κλείνει τα μάτια, ακούγεται η ανάσα της, σαν πονεμένης. «Σε παρακαλώ…»

[Απόσπασμα από τη νουβέλα "Το γυμναστήριο", εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2018, σελ. 76-79]

Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Άνοιξη δυο φορές.


Άνοιξη δυο φορές, εἰς διπλοῦν, δις. Δεύτερη άνοιξη στην πανδημία. Σαν παρατεταμένη διάλειψη, ένα κενό του νου που όμως μεγεθύνει τα πράγματα, παράλληλα βαθαίνει την εντύπωσή τους στη συνείδηση. Όλα φωτίζονται διπλά. 

Σύντομα τελειώνω και το τέταρτο κεφάλαιο (του ιστορικού μυθιστορήματος στο οποίο εντρυφώ με μικρά διαλείμματα από το 2015, και αδιαλείπτως από το 2018). Αφήνω τη Ρώμη του 152 μ.Χ. που, όπως το εκάστοτε κέντρο του κόσμου, είναι γεμάτη θορύβους, βρόμα, ὕβριν δίχως όρια, γεμάτη ζωή δηλαδή, κι αναχωρώ για την ήσυχη, την καταλαγιασμένη, την από αιώνες ήδη τότε επαρχιώτικη Αθήνα. Τα επόμενα τρία κεφάλαια θα είναι διαισθάνομαι ευκολότερα λόγω του μικρότερου φόρτου στα πραγματολογικά στοιχεία, πιστεύω μέχρι το τέλος του 2021 θα τα έχω ολοκληρώσει, συνολικά το πρώτο γράψιμο, και μέχρι το φθινόπωρο του 2022, αν είμαι καλά, και με τις διορθώσεις του το όλο μυθιστόρημα.

Εφεξής, επιτρέψτε μου, θα είμαι ακόμη πιο σπάνιος, και εδώ και αλλού. Πολύ λίγα, πάρα πολύ λίγα πέρα απ' τη λογοτεχνία μου, λιγότερα κι από όσα ίσαμε τώρα. Είναι μεγάλη κουβέντα το γιατί, δεν θέλω να την κάνω, είναι και ανώφελη. Άλλωστε έχω πολλή δουλειά, όχι γιατί με σκάζει μην ελεγχθώ για κάποια κακοτεχνία μου -σε χέρσες και στέρφες επικράτειες μοιραία δεν αξιολογείται τίποτε-, αλλά γιατί αν υπάρχει μία αξία να μεταρσιώσει είτε τον λογοτέχνη είτε τον αναγνώστη αυτή βρίσκεται εκεί όπου το καθετί τοποθετήθηκε με ακρίβεια στη θέση του, όπου και ο τελευταίος φθόγγος σημειώθηκε με άκρα οικονομία.