Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Από το χώμα στη σελίδα: Σημειώσεις μιας διαρκούς μαθητείας.

Στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, σήμερα, 16.09.2026.

 
Από το χώμα στη σελίδα: Σημειώσεις μιας διαρκούς μαθητείας

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΣΝΑΚΗΣ

~.~

Από το χώμα στη σελίδα: Μια στήλη λογοτεχνικών δοκιμίων όπου το βλέμμα του αρχαιολόγου μπορεί να γίνει και τρόπος ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Η αρχαιολογική υπομονή μαθαίνει το μάτι να προσέχει το μικρό και το συγκεκριμένο, να αναγνωρίζει τη σημασία ενός ευρήματος μέσα στη θέση και στις σχέσεις του, να διακρίνει χρονικές αλληλουχίες, να σέβεται τα κενά και να μην αφήνει την ερμηνεία να απομακρύνεται τόσο ώστε να χάσει το ίχνος που την προκάλεσε. Κάπως έτσι διαβάζονται εδώ και τα λογοτεχνικά έργα, μια λέξη, μια χειρονομία, ένας ήχος, ένα αντικείμενο, μια μετατόπιση της οπτικής γωνίας ή μια επανάληψη που επιστρέφει ύστερα από πολλές σελίδες μπορούν να λειτουργήσουν ως ευρήματα και να φωτίσουν την αρχιτεκτονική της αφήγησης ενός ολόκληρου έργου. Η λογοτεχνική σελίδα αποκτά έτσι τη δική της στρωματογραφία και η ανάγνωση κάτι από την πειθαρχία και τη συγκίνηση της ανασκαφής, από το μικρό εύρημα προς τη μορφή, από το ίχνος προς το νόημα.

///

Η μετακίνηση του βλέμματος

Η λογοτεχνία συνόδευε ολόκληρη τη ζωή μου. Για δεκαετίες τη διάβαζα με την ελευθερία του αναγνώστη που αναζητεί στις σελίδες την απόλαυση, τη συγκίνηση, την αναγνώριση μιας εμπειρίας ή ίσως και το σημαντικότερο, την αιφνίδια διάνοιξη ενός άγνωστου κόσμου, μια μετατόπιση της αντίληψης. Σε μια ύστερη φάση της ακαδημαϊκής μου ζωής, η σχέση αυτή απέκτησε καινούργιο βάρος. Η ανάγνωση ζήτησε να γίνει διατύπωση, επιχείρημα, γραφή που αναλαμβάνει την ευθύνη της κρίσης της. Τι άλλαξε, λοιπόν; Η απόλαυση θέλησε να κατανοήσει τους λόγους της.

Η αφορμή είχε όνομα και τίτλο: Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος. Παρακολούθησα το βιβλίο από τα πρώτα στάδια της δημιουργίας του, προσφέροντας ως αρχαιολόγος τη συμβουλή μου για τα realia του αρχαίου υλικού κόσμου, για τα πράγματα, τους χώρους και τις πρακτικές που όφειλαν να διαθέτουν ιστορική και υλική πειστικότητα. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, βρέθηκα ανάμεσα στους πρώτους αναγνώστες του. Το συνάντησα, επομένως, δύο φορές: αρχικά ως έναν κόσμο υπό κατασκευή που ζητούσε ακρίβεια στα υλικά του και κατόπιν ως ολοκληρωμένη λογοτεχνική μορφή που ζητούσε ανάγνωση, αξιολόγηση, ερμηνεία.

Η δεύτερη αυτή συνάντηση άγγιξε ένα βαθύτερο στρώμα. Ο Περεγρίνος αφύπνισε μέσα μου τον αναγνώστη που αναζητεί πέρα από τη γοητεία της ιστορίας τη δομή του έργου, την ύφανση των φωνών, την ποιότητα της γραφής, τη λειτουργία της λεπτομέρειας, τον τρόπο με τον οποίο ένα μικρό επεισόδιο ή ένα ταπεινό αντικείμενο μπορεί να συγκρατεί ολόκληρη αφηγηματική αρχιτεκτονική. Έφερε στο φως έναν απαιτητικό αναγνώστη με φιλολογική συνείδηση, έτοιμο να διακρίνει, να συσχετίσει, να ελέγξει και τελικά να διατυπώσει όσα έως τότε ωρίμαζαν κυρίως στη σιωπηλή περιοχή της προσωπικής απόλαυσης. Ο αναγνώστης ήταν παλιός. Η απόφαση να γράψει ήταν καινούργια.

Η αφύπνιση έμοιαζε αιφνίδια. Είχε προετοιμαστεί όμως επί δεκαετίες. Από τα μεταπτυχιακά μου χρόνια στη Βασιλεία έως σήμερα, τρεις μεγάλες αναγνωστικές «μαθητείες» ωρίμαζαν μέσα μου αργά και σταθερά. Ο Victor Brombert μου έδειξε πώς η λογοτεχνική μορφή ανοίγει προς την ανθρώπινη κατάσταση. Ο Peter Brooks με δίδαξε να παρακολουθώ τη λεπτομέρεια μέσα στη διάρκεια της αφήγησης, στην κίνηση της πλοκής και στις επιστροφές που αναδιατάσσουν αναδρομικά το νόημα. Ο Vladimir Nabokov όξυνε την ακριβή όραση, την πίστη στην υλική αλήθεια της σκηνής και τη χαρά του μικρού ευρήματος που μετακινεί ολόκληρη την εικόνα. Στο έργο τους αναγνωρίζω σήμερα μια βαθιά εκλεκτική συγγένεια με την αρχαιολογική άσκηση του βλέμματος: προσοχή στο συγκεκριμένο, μνήμη των μορφών, τόλμη της ερμηνείας, επιστροφή στο τεκμήριο.

Από τη συνάντηση με τον Περεγρίνο γεννήθηκε και ένα ευρύτερο σχέδιο: ένα βιβλίο δοκιμίων για τα έργα του Αντώνη Νικολή και για την ars poetica που συνέχει το λογοτεχνικό του ιδίωμα. Έκτοτε ένα κύμα ανάγνωσης κινείται μέσα μου με μετατοπίσεις, παλινδρομήσεις και απρόβλεπτες συνδέσεις. Έχει ως σταθερό προσανατολισμό το έργο του Νικολή και συγχρόνως ανοίγεται προς άλλα βιβλία, άλλους συγγραφείς, παλαιές αναγνώσεις που επιστρέφουν τώρα με διαφορετικό βάρος. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου, η κίνηση αυτή προσφέρει μια απόλαυση ιδιαίτερης ποιότητας: τη χαρά της ανακάλυψης μαζί με την ευθύνη να εξηγήσω τι ακριβώς ανακάλυψα και ποια στοιχεία στηρίζουν την αξία που του αποδίδω.

Τα ένδεκα δοκίμια που ακολουθούν καταγράφουν αυτή την πορεία. Αφηγούνται την ωρίμανση ενός διά βίου αναγνώστη που αποφασίζει να γράψει για τη λογοτεχνία, ανασυνθέτουν τις τρεις «μαθητείες» που διαμόρφωσαν το βλέμμα του και παρακολουθούν τον τρόπο με τον οποίο η επαγγελματική πειθαρχία του αρχαιολόγου μεταφέρεται σε μια διαφορετική ύλη. Από το χώμα στη σελίδα, λοιπόν. Η φράση περιγράφει αλλαγή της ύλης και συνέχεια της άσκησης. Η αρχαιολογία μού έμαθε να εμπιστεύομαι ό,τι βρίσκεται μπροστά μου, να αφήνω τη λεπτομέρεια να αποκτήσει το βάρος της μέσα στις σχέσεις της και να ζητώ από κάθε υπόθεση αποδεικτικό έρεισμα. Η λογοτεχνία μεταφέρει αυτή την πειθαρχία σε έναν κόσμο φωνών, ρυθμών, σωμάτων και μεταμορφώσεων του χρόνου. Το βλέμμα μετακινήθηκε. Η προσοχή κράτησε την παλιά της υπομονή.

Η σελίδα ως στρωματογραφία

Η αρχαιολογία εκπαιδεύει το μάτι σε μια αυστηρή οικονομία της προσοχής. Ένα ταπεινό αντικείμενο μετακινεί τη χρονολόγηση ενός στρώματος. Μια σχεδόν αόρατη μεταβολή στην τοιχοποιία αποκαλύπτει παλαιότερη οικοδομική φάση. Μια φθορά αφηγείται χρήση, διάρκεια, εγκατάλειψη, επισκευή, επαναχρησιμοποίηση. Η αξία του ευρήματος γεννιέται μέσα στη θέση του και στις σχέσεις που σχηματίζει με όσα το περιβάλλουν. Η σελίδα έχει τη δική της στρωματογραφία. Μια επανάληψη που επιστρέφει έπειτα από πολλές σελίδες, μια ανεπαίσθητη αλλαγή τόνου, ένας ήχος, η θέση ενός σώματος στο δωμάτιο, ένα αντικείμενο που περνά από χέρι σε χέρι: μικρά πράγματα, σχεδόν τίποτε. Όταν η πρώτη τους εμφάνιση επιζήσει στη μνήμη, η επιστροφή τους φανερώνει μια νέα φάση της ίδιας μορφικής ιστορίας. Τότε η λεπτομέρεια γίνεται εύρημα.

Η αρχαιολογική εμπειρία προσφέρει, πάνω απ’ όλα, μια γραμματική σχέσεων. Το μεμονωμένο στοιχείο βαθαίνει μέσα στη γειτνίασή του με άλλα στοιχεία, στη διαδοχή των φάσεων, στη θέση του απέναντι σε όσα προηγήθηκαν και σε όσα εγκαταστάθηκαν αργότερα επάνω του. Το ίδιο συμβαίνει με μια φράση, μια χειρονομία, ένα αντικείμενο μέσα στη λογοτεχνική σύνθεση. Μια ύστερη στιγμή αναδιατάσσει όσα πιστεύαμε ότι είχαμε ήδη κατανοήσει. Το τέλος ανασκάπτει την αρχή. Η ανάγνωση γίνεται εργασία μνήμης και, συγχρόνως, αυτοελέγχου, επειδή κρατά ζωντανό το μικρό στοιχείο ώσπου το έργο να φανερώσει την έκτασή του και ζητεί από κάθε ερμηνευτική πρόταση να επιστρέψει στο ίχνος που την προκάλεσε.

Η επιστροφή αυτή έχει για μένα αποφασιστική σημασία. Η ερμηνεία θέλει να φύγει. Ας φύγει. Μια λέξη οδηγεί σε εικόνα, η εικόνα σε μοτίβο, το μοτίβο σε ψυχική κατάσταση, και από εκεί η σκέψη ταξιδεύει προς την επιθυμία, τον φόβο, την ιστορία, τον χρόνο, τη μνήμη, τη θνητότητα. Αυτή είναι η ελευθερία της και μαζί η μέθη της. Η διαδρομή αποκτά αξία όσο κρατά ορατή την αφετηρία της. Η αρχαιολογία μού έμαθε από νωρίς ότι ακόμη και η πειστικότερη αποκατάσταση λογοδοτεί στα πραγματικά σωζόμενα στοιχεία, σε όσα αντιστέκονται στη φαντασία μας και ακριβώς γι’ αυτό την κάνουν δημιουργική. Η λογοτεχνική ερμηνεία μπορεί να τολμά, να αιφνιδιάζει, να λοξοδρομεί για λίγο, αρκεί να κρατά τη λεπτή κλωστή που την ενώνει με τη γλώσσα του έργου. Μακριά, λοιπόν. Με την κλωστή στο χέρι.

Το κενό και η πειθαρχία της υπόθεσης

Η αρχαιολογία μού έδωσε ακόμη μια συνήθεια πολύτιμη για τη λογοτεχνική ανάγνωση: την εξοικείωση με το κενό. Ένα χαμένο τμήμα, μια κατεστραμμένη φάση, μια περιοχή όπου τα δεδομένα παύουν να επαρκούν ανήκουν και αυτά στη γνώση. Πέρασα χρόνια μαθαίνοντας να αντέχω αυτή την έλλειψη. Η επιθυμία της συμπλήρωσης παραμένει φυσική, κάποτε ακαταμάχητη, ιδιαίτερα όταν τα σωζόμενα ίχνη προσκαλούν μια εύλογη αποκατάσταση. Η ακρίβεια, ωστόσο, θεμελιώνεται στη διάκριση ανάμεσα σε ό,τι βρέθηκε και σε ό,τι εικάζεται. Όταν η ωραία εικόνα σκεπάζει τα όρια του υλικού που τη στηρίζει, η ερμηνεία χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Και αιωρείται.

Η συνήθεια αυτή περνά στη λογοτεχνία με εντυπωσιακή φυσικότητα. Ένα μυθιστόρημα, όπως η αληθινή ζωή, περιέχει σιωπές και ασυνέχειες, αμφίβολα κίνητρα, κενά χρόνου, αφηγηματικές αποσιωπήσεις, χαρακτήρες των οποίων η συνείδηση ανοίγει προς εμάς μερικώς και κάποτε για μία μόνο στιγμή. Η πειθαρχία του ευρήματος διατηρεί καθαρό το σύνορο ανάμεσα σε όσα η μορφή επιτρέπει να δούμε και σε όσα η επιθυμία μας σπεύδει να συμπληρώσει. Εδώ χρειάζεται λεπτότητα, μαζί και συναισθηματική εγκράτεια. Η βιασύνη να εξηγήσουμε έναν άνθρωπο συχνά αφαιρεί την πιο ανθρώπινη αλήθεια του, την περιοχή όπου ο ίδιος παραμένει αβέβαιος, ασυνεχής, μισοκρυμμένος ακόμη και από τον εαυτό του. Μερικές από τις βαθύτερες λογοτεχνικές εμπειρίες αρχίζουν ακριβώς εκεί. Η έλλειψη πληροφορίας αποκτά λειτουργία. Το κενό αποκτά φωνή.

Η ηλικία της επανάγνωσης

Η ηλικία προσθέτει σε αυτή την εμπειρία μια βαθύτερη αίσθηση του αποσπασματικού. Ύστερα από πολλές δεκαετίες αρχαιολογικής εργασίας, η γνώση που φτάνει μέσα από υπολείμματα, συσχετισμούς, επιστροφές και διορθώσεις έχει χάσει για μένα κάθε όψη πενίας. Η ατέλεια είναι η φυσική της κατάσταση. Σπάνια σώζεται ολόκληρο το αγγείο, ολόκληρο το οικοδόμημα, η πλήρης ιστορία μιας χρήσης. Η ανασύνθεση προχωρεί μέσα από όσα επέζησαν και κρατά δίπλα της, σαν σιωπηλή σκιά, την επίγνωση της απώλειας. Η λογοτεχνία μού έδειξε πως και η ανθρώπινη εμπειρία φτάνει σε εμάς με παρόμοια ασυνέχεια. Η μνήμη επιλέγει, η επιθυμία μετακινεί τις εμφάσεις, η αφήγηση οργανώνει εκ των υστέρων, μια ύστερη στιγμή αλλάζει το φως επάνω σε παλαιό περιστατικό. Η ζωή σώζεται σε θραύσματα. Και τα θραύσματα, όταν τα πλησιάσουμε με φροντίδα, διατηρούν ακόμη τη θερμοκρασία της.

Γι’ αυτό η επανάγνωση αποκτά, όσο περνούν τα χρόνια, ξεχωριστή γοητεία. Επιστρέφω στο ίδιο βιβλίο όπως επιστρέφει κανείς σε γνώριμο χώρο, και μια μικρή μεταβολή του φωτός κάνει ορατό κάτι που βρισκόταν εξαρχής εκεί, αθέατο ως τώρα. Ανάμεσα στις δύο συναντήσεις μεσολάβησε η ζωή. Αυτό τα αλλάζει όλα. Ο αναγνώστης φέρνει στις ίδιες λέξεις εμπειρίες που κάποτε του έλειπαν, απώλειες ανθρώπων, αναθεωρημένες βεβαιότητες, μια καινούργια προσοχή σε πράγματα που η προηγούμενη ηλικία του προσπερνούσε. Το βιβλίο ίδιο. Εγώ αλλιώς. Οι λέξεις, αμετακίνητες στη σειρά τους, αποκτούν νέο στρώμα μέσα στη σχέση μας. Η επανάγνωση γίνεται συνάντηση δύο ηλικιών του ίδιου ανθρώπου, ίσως και δύο ανθρώπων που μοιράζονται το ίδιο όνομα. Ποιος διαβάζει ποιον;

Κάπου εδώ ο ώριμος αρχαιολόγος συνάντησε μέσα μου τον διά βίου αναγνώστη με καινούργιους όρους. Οι δύο ιδιότητες μοιράζονταν από παλιά την ίδια ζωή. Ο Περεγρίνος τις έφερε σε συνειδητή συνεργασία. Η μία πρόσφερε την επιφύλαξη απέναντι στην εύκολη γενίκευση, την αγάπη για το συγκεκριμένο, την υπομονή πριν από την αποκατάσταση. Η άλλη έφερνε τις μακρές αναγνωστικές μαθητείες της, την προσήλωση στη μορφή, στην πλοκή και στην ακριβή όραση, μαζί με την ελευθερία να αναγνωρίζει ως εύρημα μια χειρονομία ή έναν ρυθμό, ένα βλέμμα ή μια σιωπή, την ανεπαίσθητη κάμψη μιας φράσης. Αναγνώριζα τότε την παλιά χαρά της ανασκαφής, εκείνη τη μικρή εσωτερική έξαψη όταν ένα φαινομενικά ασήμαντο στοιχείο αναγκάζει το σύνολο να φανερωθεί αλλιώς. Η λογοτεχνία έδινε τώρα σε αυτή τη χαρά φωνή.

Η επιστροφή στο ίχνος

Η βαθύτερη συγγένεια ανάμεσα στην αρχαιολογία και στην ανάγνωση βρίσκεται, νομίζω, σε μια κοινή πεποίθηση: το ουσιώδες σπάνια παραδίδεται αμέσως στο βλέμμα. Θέλει χρόνο. Ακρίβεια. Πειθαρχία της προσοχής και υπομονή απέναντι στη λεπτομέρεια. Πάνω απ’ όλα απαιτεί πίστη σε μια αρχή που η αρχαιολογία μού δίδαξε πολύ νωρίς και η λογοτεχνική μαθητεία με βοήθησε να διατυπώσω: η ερμηνεία ξεκινά από το εύρημα, επιστρέφει σε αυτό, ελέγχει εκεί τα βήματά της και προχωρεί όσο της επιτρέπουν τα ίχνη. Η αρχή αυτή συγκρατεί την ευκολία της γενίκευσης και συγχρόνως ελευθερώνει την ανάγνωση, επειδή μια μικρή λεπτομέρεια μπορεί να οδηγήσει πολύ μακριά, προς την ανθρώπινη εμπειρία, τον χρόνο, την ιστορία, τη μνήμη, κρατώντας σε όλη τη διαδρομή την υλική της αλήθεια.

Τα δοκίμια που ακολουθούν παρακολουθούν την αφομοίωση αυτής της μεθόδου. Ο Brombert, ο Brooks και ο Nabokov εμφανίζονται ως τρεις υποδειγματικοί αναγνώστες και, μαζί, ως σταθμοί της δικής μου μαθητείας. Οι φωνές τους προσφέρουν διαφορετικά εργαλεία, βαθμιαία υποχωρούν μέσα στη χρήση και αφήνουν πίσω τους έναν τρόπο εργασίας: βρίσκω, εμβαθύνω, παρακολουθώ, επιστρέφω. Η θεωρία κερδίζει την αξία της μέσα στην εφαρμογή και η κριτική σκέψη λογοδοτεί κάθε φορά στο έργο που την προκάλεσε. Στο τέλος αυτής της πορείας ο Περεγρίνος θα γίνει το πεδίο της δοκιμής. Εκεί οι τρεις μαθητείες και η αρχαιολογική πειθαρχία θα χρειαστεί να λειτουργήσουν ως μία ενιαία, προσωπική πράξη ανάγνωσης.

Η πρώτη επιστροφή στον Brombert

Ο Victor Brombert κατέλαβε στη μαθητεία μου ιδιαίτερη θέση. Τον αναγνώρισα γρήγορα, θα έλεγα, μέσα από μια χειρονομία του βλέμματος που μου ήταν ήδη οικεία από αλλού. Πρόσεχε τη μικρή μορφική λεπτομέρεια, εμπιστευόταν τις επαναλήψεις και τις σχέσεις, άφηνε μια λέξη ή μια εικόνα να ανοίξει αργά προς την επιθυμία, την ελευθερία, τη μνήμη, τη θνητότητα. Η σκέψη του προχωρούσε μακριά και κρατούσε επαφή με το σημείο της εκκίνησης. Ακόμη βαθύτερα με γοήτευσε η επιμονή του στην επανάγνωση, στη διόρθωση της προηγούμενης θέασης, στην ιδέα ότι ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να συναντήσει ένα διαφορετικό βιβλίο μέσα στις ίδιες ακριβώς σελίδες επειδή, στο μεταξύ, έχει γίνει διαφορετικός αναγνώστης. Το γνώριζα ήδη ως εμπειρία. Ο Brombert μού έδωσε τρόπο να το σκεφτώ.

Η συνάντηση αυτή χάρισε στη διαδρομή από το χώμα στη σελίδα μια απροσδόκητη συνέχεια. Η αρχαιολογική εμπειρία είχε μάθει στο βλέμμα να αναγνωρίζει το εύρημα μέσα στη θέση και στις σχέσεις του. Η λογοτεχνική ανάγνωση αποκάλυπτε τώρα τη μνήμη, την ανθρώπινη ταυτότητα, την ίδια τη ζωή ως πεδία όπου τα κατάλοιπα επιβιώνουν άνισα, αλλάζουν σημασία, καλύπτονται, επανεμφανίζονται. Κάποτε ένα παλαιό στρώμα ανεβαίνει ξαφνικά στην επιφάνεια και ζητεί να ξαναδιαβαστεί. Στον Brombert αυτή η εκλεκτική συγγένεια θα αποκτούσε σχεδόν κυριολεκτική μορφή, όταν η επιστροφή σε τόπους της παιδικής ηλικίας και της νεότητάς του θα τον οδηγούσε να μιλήσει για τα διαδοχικά στρώματα της ζωής του και να αναρωτηθεί ποιο κρατά την αλήθεια. Η μεταφορά επέστρεφε από την άλλη πλευρά. Η αρχαιολογία είχε εισέλθει στην αυτοβιογραφία του ανθρώπου που μελετούσα με ενθουσιασμό και γινόταν κοινή μας γλώσσα.

Η λογοτεχνία βρισκόταν ήδη στη ζωή μου. Εκείνο που μετακινήθηκε ήταν η ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτήν με ακρίβεια και να αναλάβω την ευθύνη της ανάγνωσής μου. Οι παλιές συνήθειες του βλέμματος αποδείχθηκαν ανθεκτικές. Βρήκαν άλλη ύλη, απέκτησαν καινούργιο λεξιλόγιο και επέστρεψαν μεταμορφωμένες από βιβλία που με βοήθησαν να καταλάβω τι ακριβώς ασκούσα τόσα χρόνια δίχως να το ονομάζω. Η πειθαρχία κράτησε τους σταθερούς της όρους: το μικρό εύρημα, τη θέση του, τις σχέσεις του, την υπομονή πριν από την ερμηνεία. Στην επόμενη διαδρομή ο Brombert θα δώσει σε αυτή τη συνάντηση μια εικόνα εξαιρετικά οικεία: την αρχαιολογία μιας ζωής.

*

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Βενέδικτος ο Μέλας*.

 

Μου προσκολλήθηκε το περσινό φθινόπωρο. Μαύρος, κατάμαυρος, προφανώς εξημερωμένος. Τον κοίταζα από πίσω, δεν κρέμονταν αρχ@δια, άρα θηλυκός, μολονότι κάπως μεγαλόσωμος. Και μια που τότε έβλεπα τη σειρά Yellowstone, με τον πρωταγωνιστικό γυναικείο ρόλο, της Μπεθ, να τον υποδύεται μια δίμετρη ομορφογυναίκα, τον βάφτισα Μπεθ. Μπέθανυ, ελληνιστί Βηθανία. Μπεθ, Μπεθ, τον φώναζα, πού είναι η γυναικάρα μου, η κουκλάρα μου, και άλλα πιο στη δημοτική. Με περίμενε στο πάρκινγκ, έτρεχε να χώσει τη μούρη πρώτος μέσ’ απ’ την αυλόπορτα, ανέβαινε τα σκαλοπάτια σεινάμενος-κουνάμενος, ολόρθη η ουρά, κοίτα να δεις τι σου είναι η θηλυκή φύση, στοχαζόμουν. Εωσότου, καθώς ως κηδεμόνας είπα να τον πάω σε κτηνίατρο για εμβόλια και ό,τι άλλο, πάνω στην προσπάθεια να τον κλείσω στο καλάθι του, που όλο το διέλυε, να το, τι να δω: το πέος του –προφανώς το είχαν στειρώσει/ευνουχίσει–, η Μπεθ έχει πο@τσο, η Μπεθ έχει πο@τσο! Τηλεφωνούσα και φώναζα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, φοιτητής συγκατοικούσα μ’ έναν Κωστάκη που εγκυμονούσε τέσσερις φορές τον χρόνο. Σύνηθες πάντως στους γατόφιλους –δεν είναι που με κυνηγάει εμένα ειδικά το κουΐρ. Είχε συνηθίσει το Μπεθ, το άλλαξα σε Μπεν, στο βιβλιάριό του του κτηνιάτρου, βιαστικά εκείνο το απόγευμα γιατί έπρεπε, τον δήλωσα Μπένο, Μπένος, όνομα ενταγμένο στο ελληνικό κλιτικό σύστημα εννοείται, έκτοτε, πρώτον, επανόρθωσα στις προσφωνήσεις το gender/ την ταυτότητα φύλου του, πού είναι ο γάταρός μου, ο κούκλος μου, και άλλα, και ετούτα… πιο στη δημοτική. Με το Μπεν, πάλι, έπρεπε να ξεκαθαρίσω, Μπεν από το Βενιαμίν ή από το Βενέδικτος –πρόκρινα το Βενέδικτος, είναι και πιο μεγαλοπρεπές, λατινιστί Benedictus (Μπενεντίκτους), και στις λατινογενείς Μπένεντικτ, Μπενουά, Μπενίνιου, Μπενίτο. Ο Μπενάκος μου. Η Αυτού Εξοχότης, βέβαια, Βενέδικτος ο Μέλας*! Τα ακούει όλα, αναλόγως των νεύρων μου, και όταν με φέρει στο αμήν το Ντροπή ή ξεφτίλα των αιλουροειδών. Γενικά, πάντως, πρόκειται για γάτο καλού χαρακτήρα. Θα έλεγα μάλιστα, πολύ καλού. Τώρα του μαθαίνω ελληνικά. Όταν του λέω πάμε να σε βουρτσίσω, κουνάει την ουρά, γυρνάει αλλού τα μούτρα. Μόλις του δείξω τη βούρτσα, τρέχει και με περιμένει στο σημείο του κήπου, που κάνα δεκάλεπτο σχεδόν τελετουργικά μέρα παρά μέρα τού καλλωπίζω τη γούνα ενώ εκείνος ρονρονίζει πανευτυχής. Πρέπει να συνδέσει τη λέξη με την ενέργεια, το εργαλείο με το όνομά του. Μου λένε οι γάτοι δεν μαθαίνουν εθνικές γλώσσες. Οι άλλοι∙ ο δικός μου θα μάθει.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Από τον ατμό στον ορίζοντα / Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

 

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες, 27/8/2026 .  

Από τον ατμό στον ορίζοντα

Σώμα, μνήμη και ο μέλλοντας της αφήγησης στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή: Μνήμη, αφήγηση και επιστροφή

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα την ώρα που ξημερώνει και ο Μιχάλης, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια απουσίας, κοιτάζει από το κατάστρωμα το νησί της εφηβείας του. Οι γραμμές του τοπίου διαφεύγουν, η πόλη μοιάζει περισσότερο χτισμένη, οι πλαγιές του Δίκαιου περισσότερο μαντεύονται παρά φαίνονται, ενώ λίγα σταθερά σημεία, οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών, ο βραχίονας του παλιού λιμανιού, επιμένουν ως βεβαιότητες ενός τόπου που έχει μετακινηθεί μέσα στον χρόνο. Στην πρώτη αυτή εικόνα υπάρχει ήδη, σε μικρογραφία, ολόκληρη η νουβέλα. Ο άνθρωπος που επιστρέφει θα αναζητήσει έναν τόπο και έναν εαυτό που διατηρούνται μέσα του με την ίδια αβέβαιη καθαρότητα, και η χαρακτηριστική διατύπωση «περισσότερο τις μάντευα παρά τις έβλεπα» υπερβαίνει γρήγορα την περιγραφή μιας πρωινής άφιξης για να προαναγγείλει μια αφήγηση όπου η όραση συναντά διαρκώς τη μαντεψιά, το πραγματικό ίχνος τη μνημονική ανασύνθεση, το γεγονός την εικόνα που εξακολουθεί, δεκαετίες αργότερα, να γεννά.

Η επίσημη αιτία του ταξιδιού διαθέτει όλη την πεζότητα της ώριμης ζωής. Ένα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου, μια συμβολαιογραφική πράξη, η επικείμενη πώληση, τα χρήματα που αναλογούν στον Μιχάλη. Ο άνδρας που επιστρέφει πλησιάζει τα πενήντα, έχει οικογένεια, εργασία, δύο γιους, εξοχικό, ταξίδια, μια ζωή που έχει αποκτήσει τη δική της γεωγραφία και τη δική της τάξη. Κάτω από αυτή την τακτοποιημένη βιογραφία κινείται ωστόσο μια άλλη ανάγκη, για την οποία ο ίδιος αρχικά μιλά με υπεκφυγές, καθώς θέλει να «ξεμπλέξει κάτι ξεφτίδια από μνήμες» της εφηβείας του. Η λέξη είναι ακριβής. Η μνήμη εμφανίζεται σαν ύφασμα φθαρμένο, με χαμένη την αρχική συνοχή του και με αρκετά ακόμη νήματα για να οδηγήσουν εκείνον που τα αγγίζει προς την παλιά ύφανση.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Το τρελό στοίχημα κάτι υπεραισιόδοξων.

 Η σκυτάλη, μακάρι, από τον έναν Κυριάκο (Μητσοτάκη) στον άλλον Κυριάκο (Πιερρακάκη). Μήπως και κερδηθεί το τρελό στοίχημα κάτι υπεραισιόδοξων πριν από δύο αιώνες πως θα τα κατάφερνε να υπάρξει χώρα και έθνος Νεοελλήνων.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ολόκληρα εξήντα έξι!

 

Οδοιπόρος της τρίτης (ηλικίας) πια, γιόρτασα και τα ολόκληρα εξήντα έξι. Με τον εθιμικό των γενεθλίων μου μπαμπά με ρούμι-τούρτα με σύκα. Ευγνώμων, όλα καλοδεχούμενα, δόξα τω Θεώ, μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και τα συναφή. 

Ευχαριστώ πολύ και αντεύχομαι με θέρμη στις χτεσινές ευχές σας (σε fb, timeline και msg, email και sms).

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας Φαινομενολογία του ανέκφραστου στη Διονυσία του Αντώνη Νικολή.

Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Διονυσία, Το Ροδακιό, 2012

«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»

«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»

William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31

Εισαγωγή
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα, οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.

Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Η ηρωίδα παντρεύεται, γεννά, φροντίζει, επιθυμεί, υπομένει, εγκαταλείπει και εγκαταλείπεται, μετακινείται από την Κω στην Αθήνα και από τους αναγνωρίσιμους κοινωνικούς ρόλους στην ακραία επισφάλεια του δρόμου. Σε αυτή τη διαδρομή χάνει σταδιακά τα στηρίγματα που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πρόσωπο με διάρκεια, θέση και δικαίωμα στον χώρο. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η εργασία, η ερωτική σχέση, η κατοικία και τελικά η ίδια η πόλη προσφέρουν προσωρινές μόνο μορφές ένταξης. Με αυτή την έννοια η Διονυσία είναι μια ηρωίδα χωρίς πεδίο, μια μορφή που διέρχεται μέσα από τους κυριότερους θεσμούς της κοινωνικής ζωής χωρίς να κατορθώνει να τους μετατρέψει σε τόπους κατοίκησης του εαυτού.

Η λογοτεχνική ιδιαιτερότητα του προσώπου της βρίσκεται και στην απόσταση ανάμεσα σε όσα βιώνει και σε όσα μπορεί να αρθρώσει. Η Διονυσία σπανίως μετασχηματίζει την εμπειρία της σε ολοκληρωμένο λόγο ή σε συνειδητή αφήγηση του εαυτού. Όσα της συμβαίνουν εγγράφονται πρώτα στο σώμα, στη μνήμη, στις αισθήσεις, στις ασύνδετες εικόνες, στο κρινολίνο και στα μικρά κουτιά. Σε αυτή την περιοχή σχηματίζεται η φαινομενολογία του ανέκφραστου που διατρέχει το μυθιστόρημα. Καθώς οι σταθερές της ζωής της υποχωρούν, η αφήγηση πλησιάζει ολοένα περισσότερο στο σώμα και στις αισθήσεις, ο χρόνος γίνεται λιγότερο ευθύγραμμος, η μνήμη εισβάλλει στο παρόν και η πόλη προσλαμβάνεται ως ροή αποσπασματικών ερεθισμάτων.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή αναδύεται η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας. Η ηρωίδα διαθέτει μια ιδιότυπη δεκτικότητα απέναντι στους άλλους, μια σχεδόν σωματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ανάγκη, τη μοναξιά και την ευάλωτη περιοχή τους. Η ίδια ποιότητα που την αφήνει εκτεθειμένη στην εισβολή και στην εκμετάλλευση την καθιστά παράξενα παρηγορητική. Η χάρις που της αποδίδεται μετά θάνατον έχει την προϊστορία της σε αυτή την καθημερινή διαθεσιμότητα, στη σωματική εγγύτητα προς τον πόνο και στην εξοικείωση με τις μορφές της ανθρώπινης έκπτωσης. Η κοινωνική κάθοδος, η αποσύνδεση της συνείδησης, η μνήμη, το σώμα, η δεκτικότητα, το κρινολίνο και τα κουτιά, ο θάνατος στο κατώφλι της Νταίζης και η μεταθανάτια διασπορά αποτελούν έτσι μέρη μιας ενιαίας αφηγηματικής αρχιτεκτονικής, όπου η απώλεια της προσωπικής συνοχής οδηγεί σε μια νέα, συλλογική μορφή παρουσίας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς» / Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο.

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο

ΠΕΡΙ ΟΥ, 1 Αυγούστου 2026. 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:

«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Χαράλαμπος Νικολής: πρώτος στην Οδοντιατρική Αθηνών!

Ο Χαραλαμπίκος με τον μητρικό παππού, Μιλτιάδη Φάκκο, οδοντίατρο και διατελέσαντα ευδοκίμως δήμαρχο Κω. 

Δεν σκόπευα να κάνω ειδική μνεία. Είναι πέντε τα ανίψια μου, και για το καθένα η δική μου διακριτή, που θέλω να είναι και διακριτική αγάπη. Ούτε είναι ο Χαράλαμπος του Λάμπρου ο πρώτος που αριστεύει. Και η Μαρία και ο Χαράλαμπος του Θανάση, και η Άννη, η μεγαλύτερη του Λάμπρου. Και έσχατος, πλην λυκειόπαις ακόμη, ο Μιλτιάδης, επίσης του Λάμπρου, δείχνει κι αυτός εξίσου πολλά υποσχόμενος.

Με τον πρόσφατα πρωτεύσαντα, ας πούμε πως είχα μία προσωπική εμπλοκή, μα όχι γι’ αυτήν, ή μάλλον εξαιτίας της ο Λάμπρος θα μου ’στελνε την παραπάνω φωτογραφία, κι ύστερα πώς να μη σημειώσω κάτι. Όταν κατηγορηματικά μού δήλωσε θέλω μόνο οδοντιατρική, τέσσερις γενιές πίσω στη μητρική του οικογένεια οδοντίατροι (ο παππεπίπαππος πρακτικός, σπουδασμένοι από τον προπάππου, τον παππού, τη μαμά και τον θείο), με το άγχος μην έχει τη δική μου ταλαιπωρία (αλλαγή σπουδών και ξανά πανελλήνιες) τον ρώτησα πώς τα πάει με το οδοντιατρείο της μαμάς, αν το επισκέπτεται. Ο λόγος, προσωπικά, δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δεν πάταγα ποτέ το πόδι μου στο νοσοκομείο να βρω τον μπαμπά επί το έργο του –και παρεμπιπτόντως, χρόνια αργότερα θα άκουγα τον σπουδαίο χειρουργό Γιώργο Πέρο να μου τονίζει πως σαν παιδί και έφηβος δεν έβγαινε να παίξει, προτιμούσε να παραστέκει στον αείμνηστο πατέρα του στο τραπέζι του χειρουργείου του. Μα, μου απαντάει ο Χαράλαμπος, ήδη μου αρέσει να παρακολουθώ τον παππού ή τη μαμά, να είμαι μαζί τους στο γιατρείο.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στη Μασσαλία (της Γαλλίας και) της Μεσογείου.

Ορισμένες εικόνες του λιμανιού της, ίσως από ντοκιμαντέρ, μα όπως τις αρχειοθετεί η φαντασία, εικόνες μεγάλου λιμανιού της Μεσογείου, και δη του 19ου ή των αρχών του 20ού, σαν να λέμε στην καρδιά του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ο λόγος που συγκατέλεγα τη Μασσαλία στα ταξιδιωτικά μου σχέδια. Επίσης, από ντοκιμαντέρ σίγουρα, η παροικία των Καλυμνίων, ακόμη και μια αδιόρατη συσχέτιση του ιπποτικού τάγματος των Ιωαννιτών με την κοντινή παπική Αβινιόν των αρχών του 14ου αιώνα.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Είκοσι χρόνια άκαπνος…


Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2 Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα. Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…

Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί, ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο οκτώ τσίχλες τη μέρα.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Το IQ του κινήματος σαν να φυραίνει;

Γκράφιτι/τοιχογραφήματα στην οδό Αρχολέοντος, στα Χανιά. Λυρική ρητορική κοινοτοπία ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ; κι από κοντά το ανάλογης ρηχότητας ιδεοληπτικό FREE PALESTINE

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Γιάννης Στουρνάρας.

Στον σύγχρονο όπως τον εννοούμε εθνικό βίο ένα θαύμα συνέβη, μπορεί το μόνο, η νεοελληνική γλώσσα: η σύνδεση και ο εμπλουτισμός της από παλαιότερες συγχρονίες. Μερικοί, λίγοι, Νεοέλληνες στέκουν στο ύψος αυτού του θαύματος, παρουσίες με συγκρότηση και πολιτεία καθ' όλα παρηγορητικές. Ανάμεσα στους ελάχιστους σημερινούς, ο Γιάννης Στουρνάρας. 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Γέρας ανεκτίμητο!

Από την αισθαντική -ό,τι και να πω είναι λίγο- φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα Αποστολού (και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7), φωτογραφία και σχόλιο σε ανάρτησή της στο fb:

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "|25 τΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ S ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΗΣΙ ΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ ΕΜΠΕΙΡ ΕΚΔΟΤΙΚ OIA 19 ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ 3 ΑΝΤΩΝΣΝΙΚΟΛΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΟΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ ΙΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ AIONY ΣΙΑ ΙΩΝΗΣ ΝΙΚΟΔΗΣ ဝ AANIHA HAEI ΣΤΗΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ TOY ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΥ 者卡 실해부리(미" 
"Σήμερα, οι γευσιγνώστες της περγαμηνής, τιμούν την λογοτεχνία.
Κι εγώ, μόλις χθες ανακάλυψα, πως μετρώ 62 χρόνια αναγνώστρια."

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Το Ευαγγέλιο στη γλώσσα του Ομήρου και ο Κώος πρωτοψάλτης Γιώργος Σακέλλης.

 

Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου, επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο. Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο. Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019

Δημοσιεύθηκε

Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή

Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Με αυτή την έννοια, η νουβέλα υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη δυστοπικής αφήγησης επιβίωσης στα όρια και αρθρώνεται ως ποιητικός στοχασμός πάνω στις προϋποθέσεις και τους όρους με τους οποίους ο άνθρωπος συγκροτείται ως υποκείμενο του λόγου και της ιστορίας.

Ο πυρήνας της πλοκής είναι εξωτερικά λιτός. Σε έναν απομονωμένο νησιωτικό χώρο τρία πρόσωπα συνυπάρχουν προσωρινά, έως ότου η εύθραυστη ισορροπία των σχέσεων καταλήξει σε βίαιη ρήξη και φόνο. Η σημασία του έργου, ωστόσο, εντοπίζεται λιγότερο στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση οργανώνει τη διάβρωση της γλώσσας, τη διάλυση της ερμηνευτικής βεβαιότητας και την έκθεση του ανθρώπινου σώματος σε συνθήκες ελέγχου, επιτήρησης και εξάρτησης. Η τραγική ένταση της νουβέλας απορρέει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση: από τη σύγκρουση των προσώπων στη βαθύτερη αποτυχία του Λόγου να θεμελιώσει κοινότητα, μνήμη και σταθερό ορίζοντα νοήματος και αλήθειας.

Η μελέτη που ακολουθεί εξετάζει τη νουβέλα με βάση τέσσερις κύριους άξονες. Ο πρώτος αφορά στη δραματουργική του οργάνωση, ο δεύτερος εστιάζει στην αφηγηματική μορφή και στην υφολογική διαφοροποίηση των φωνών, ο τρίτος αναπτύσσει τις βασικές ερμηνευτικές της διαστάσεις, με έμφαση στα οντολογικά, βιοπολιτικά, έμφυλα και ηθικοφιλοσοφικά του συμφραζόμενα, και τέλος, ο τέταρτος διερευνά τις ενδεχόμενες λογοτεχνικές συγγένειες του κειμένου και το ιδιαίτερο εκφραστικό μητρώο του Νικολή. Σκοπός της ανάγνωσης αυτής είναι να καταδείξει ότι, στη νουβέλα, η σιωπή συνιστά κρίσιμη μάζα και ότι ο θάνατος του Λόγου σφραγίζει ως στρώμα καταστροφής την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτισμικού παραδείγματος.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym

 

The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

The Traumatic Matrix of Narrative

Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The

Gym

Antonis Nikolis, The Gym. Potamos, 2018.
Reviewed by Dimitrios Bosnakis.


Antonis Nikolis’s The Gym is among the most exacting and daring works of contemporary
Greek prose. Dark, hypnotic, and formally uncompromising, the novella explores domestic
space as a site of trauma, mourning, and the unmaking of identity. It begins with the loss of
the protagonists’ mother and gradually unfolds into a psychic landscape of disintegration, in
which body, memory, and language are subjected to parallel forms of erosion.
This essay reads the novella through feminist psychoanalytic theory (Kristeva, Irigaray,
Grosz) alongside the theory of queer negativity (Edelman, Halberstam), arguing that The
Gym stages a literary resistance to heteronormative and temporally regulated structures. Its
refusal of linear development, suspension of futurity, and compulsive return to trauma
produce a narrative that unsettles the logic of restoration and progress. At the same time, the
affinities of Nikolis’s prose with writers such as Virginia Woolf, Samuel Beckett, Clarice
Lispector, Jean Rhys, and Margarita Karapanou situate the work within a broader tradition of
interiorised, disjunctive, and disintegrative writing. 

LUCID DARKNESS The Mark of the Grave: Τhe act of narration in Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary

 Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM

LUCID DARKNESS
Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The
Death of the Mercenary

1. Introduction

Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which
desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic
density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered
experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between
reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of
erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the
subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death.
The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical
construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework,
the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic
architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical
horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of
the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience
of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a
consciousness struggling to preserve its unity.
Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a
concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is
directly bound up with its existential and formal economy. 

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Pergrinus: Death as the Horizon

Pergrinus: Death as the Horizon 

Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM 

(The Books’ Journal, issue 166, pp. 64–67)
 

Death as the Horizon
Narrative, Interpretive, and Literary Approaches
Antonis Nikolis, Peregrinus. Novel. Armos, Athens, 2023, 512 pp.


Antonis Nikolis’s Peregrinus is not merely a novel of modern Greek literature, but a work
that lays claim to a place within World Literature. It draws on the ancient Greek novel,
Roman historiography, and the philosophical tradition, while incorporating narrative
techniques associated with modernism and postmodernism. Its ironic distance and thematic
complexity lend it both historical depth and universal reach. By bringing antiquity into
dialogue with contemporary narrative, philosophical inquiry, and metafiction, it enters the
international literary conversation with marked originality and considerable literary weight.

By Dimitrios Bosnakis 

Just as we wash our bodies, so too ought we to wash our destiny; we ought to change our
lives as we change our clothes, not in order to preserve our lives, as when we eat and sleep,but out of that respect which others have for us, and which we rightly call cleanliness.

Fernando Pessoa, The Book of Disquiet, passage 42 

Introduction

Antonis Nikolis’s prose fiction constitutes an exemplary literary case. Beneath the authority of form and the evident pursuit of artistic perfection, his devotion to style and his ceaseless search for the right word express, if nothing else, an obsessive passion, one that might equally be understood as a desperate struggle against the absurdity of existence, a vision that appears to inform each of his works. His ascetic dedication to writing conveys not only severity and absolute artistic control, but also a distinctive combination of lyrical attentiveness, stark realism, metaphysical unease, and irony, drawing on some of the richest resources of literary expression.
Nikolis’s work to date is distinguished both by its continuous structural inventiveness in
narrative discourse, from the trilogy of love and suffering, Daniel Goes to the Sea, Dionysia, and The Death of the Mercenary, to the dystopian elegies The Dark Island and The Gym, and by the demands it places on language in matters of economy, plasticity, and rhythm. It is equally marked by an almost quixotic search for an ecstatic transcendence of reality, to which his narratives are subjected without compromise. It therefore becomes a particular challenge for the reader or critic to relate local detail to broader structures and to explore the difficult, at times paradoxical, relations between language and ideas. Literary criticism, in my view, ought precisely to attend to textual strategies and to the exact determination of linguistic and narrative codes, in order to approach as closely as possible the implicit discourse, the layered stratigraphy of the composition.
The analysis that follows examines in detail the plot and structure of the work, the author’s
narrative techniques, including sensory narration, the scenography of space and the use of historical and cultural context, as well as the psychography of the central character. It also suggests possible interpretive avenues through theoretical, philological, aesthetic, and even
psychoanalytic approaches that, in my judgement, are especially useful for a fuller
understanding and assessment of Peregrinus. Finally, the novel’s relation to Greek and
foreign literary tradition, classical, modern, and postmodern alike, is traced through elective affinities and productive influences in narrative architecture, syntactic patterning, and the texture and stratification of its language.