Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 10) Σχολικές γιορτές και μερικά άλλα.

Μάλλον από την αποχαιρετιστήρια εκδήλωση του νηπιαγωγείου. Προφανώς χορεύουμε –είμαι στην πρώτη γραμμή, και χορευτικό ζευγάρι με την Αγγελικούλα Ιερομνήμονος. Στο νηπιαγωγείο της Ρούλας Κουλούρα. Η κυρία Ρούλα, σύζυγος του Χρήστου Κουλούρα, το σπίτι τους ακριβώς το διπλανό στο πατρικό μου, ήτανε η καλή γειτόνισσα της μαμάς. Με τις αυλές στον πρώτο όροφο, να τις χωρίζει ένα τοιχίο, «Ρούλα!», «Πόπη!», τις άκουγες κάθε λίγο, κρεμιόντουσαν άκρη άκρη, τα λέγανε με τις ώρες. Να πω κατ’ αρχάς για τη διάκριση της πρώτης γραμμής, δεν ήταν εύνοια από ετούτη τη γειτονία, είχα πάντοτε έφεση στο χορό, μαθαίνω πολύ εύκολα βήματα, μέχρι και το τέλος του λυκείου σε κάθε ανάλογη περίσταση πρωτοστατούσα. Άλλωστε η κυρία Ρούλα ήταν αυστηρή και δίκαιη, και όσο μπορώ να κρίνω ή να εκτιμήσω με τα χρόνια, πρέπει να υπήρξε άριστη νηπιαγωγός. Θυμάμαι την ένταση στην έκφραση, στο πρόσωπό της, το πώς κυριολεκτικά αναλωνόταν με τα νήπια μαθητούδια της. Τα πρωινά έπαιρνε από το ένα χέρι τη Μιρέλλα, την κόρη της, από το άλλο εμένα. Όποτε ήμουν άρρωστος, εκεί απ’ το πλατύσκαλο, δίπλα στη μαμά που αιτιολογούσε γιατί δεν θα τις ακολουθούσα, εγώ έκλαιγα, την παρακαλούσα να μην παίξει κουκλοθέατρο εκείνη τη μέρα, μην το χάσω. Πόσο συναρπαζόμουνα! Μας έδινε επίσης κάτι τεύχη από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», -να διαβάζουμε δεν ξέραμε εννοείται- μας εξιστορούσε εκείνη εικόνα εικόνα και σελίδα σελίδα τι βλέπαμε –αυτό το κομμάτι του μαθήματος με απορροφούσε πολύ, αλλά και με τρόμαζε. Θα πρέπει ακόμα στα παιχνίδια και τις κατασκευές με τις πλαστελίνες να μας εξοικείωνε με πολλή ευαισθησία στην χειροτεχνία: όταν κάτι πλάθω με τα χέρια μου, γλιστράνε μνήμες από τη μικρή μακρόστενη αίθουσά της. Η μητέρα μου έλεγε ότι δεν υπήρξε αριστούχος μαθητής απ’ όσους πέρασαν από το νηπιαγωγείο της που να μην είχε προβλέψει την καλή εξέλιξή του.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Η Όλγα, η Μάσσα, η Ιρίνα.



Όταν τις φύτευα, το 1995, τρεις ουασινγκτόνιες -συγχρόνως με δυο χουρμαδιές, τις οποίες δυστυχώς, δεκαπενταετείς, κοντά στα πέντε μέτρα, τις ξέραναν τα κόκκινα σκαθάρια-, ήμουν σε περίοδο που μελετούσα το αστικό δράμα με έμφαση στους Ίψεν, Στρίντμπεργκ και φυσικά Τσέχοφ, ήτανε τρεις, ήτανε μικρούλες και ουασινγκτόνιες, άρα τις βάφτισα από τις ηρωίδες του τσεχοφικού "Οι τρεις αδελφές", Όλγα, Μάσσα και Ιρίνα. Είκοσι τρία χρόνια έκτοτε, για το προσδόκιμο των αιωνόβιων αυτών δέντρων, καν νεαρές, έφτασαν τα εννιά - δέκα μέτρα, και ήταν αναγκαίος πια ο καλλωπισμός τους -ένα φορτηγό αποκλάδια...

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 9) Όταν γίναμε τρεις.


[Οι τρεις μας, ο Λάμπρος, εγώ, ο Θανάσης, το πιθανότερο το 1973 ή 1974. Στο φωτογραφείο του Ζαχαρία Παπαζαχαρίου.]

Στις 14 Μαΐου του 1964, μας πήρε ο παππούς Θανάσης, εμένα, ούτε τεσσάρων, απ' το ένα χέρι, και την κόρη του μικρού του αδελφού Γιώργου, τη Νίτσα, απ' το άλλο, εκείνη τριών και κάτι, να πάμε στον Πέρο, την κλινική του αείμνηστου Θεόφιλου Πέρου, όπου γεννούσε η μαμά. Είχε γεννηθεί ήδη; το είχε πληροφορηθεί ότι ήταν αγόρι, άρα θα έπαιρνε κατά το έθιμο το όνομά του; (γεννούσε, βέβαια, η κόρη του, δεν χρειαζόταν κάτι επιπλέον για να ζει δυνατά συναισθήματα) –αλλά και πώς να θυμάμαι τέτοια πράγματα. Το λαμπερό πρωινό θυμάμαι, τη χαρά και την έξαψή μου, να κατηφορίζουμε το φαρδύ πεζοδρόμιο της Βασιλέως Παύλου από το εμπορικό του παππού και θείου Γιώργου, το σημερινό φαρμακείο της Νίτσας, και λίγα βήματα παρακάτω τους πολλούς θαμώνες και την πυκνή αγράμπελη που σκίαζε το τότε καφενείο του Κενενούνη, στα μαγαζιά του Χρήστου Κουλούρα αυτό, και στο πέταλο του λιμανιού συνεχίζοντας, χεράκι με τον παππού οι τρεις μας, ακόμα μία στιγμή, να κοιτάζω από χαμηλά τον εύσωμο και ψηλό παππού, βρισκόμαστε στη γωνία με το σουβλατζίδικο του Μωρέ. Ύστερα, το κρεβάτι στο νοσοκομείο, η μαμά ήσυχη χαμογελαστή, από παντού εκτυφλωτικός ήλιος –η εικόνα στη μνήμη μου-, θυμάμαι τη γιαγιά Καλλιόπη, ποιος ξέρει πώς συμφύροντας εικόνες, λογικά θα έπρεπε να είναι η μητρική γιαγιά Σεβαστούλα δίπλα στη λεχώνα, ή μήπως έλειπε προσωρινά, τον Θανασάκη βέβαια, να κοιμάται, ένα όμορφο βρέφος, και μεταγενέστερη κουβέντα σίγουρα ότι τι ωραίο μωρό, σε αντίθεση με μένα που γεννήθηκα με εμβρυουλκό, με πρωτοείδε η μαμά με πρησμένο κεφάλι, και τρόμαξε. Είναι επίσης πολλές οι εικόνες, από τις εβδομάδες που είχαν προηγηθεί, με τη γιαγιά Σεβαστούλα στο σπίτι να βοηθάει την κόρη της στις δουλειές, μνήμες που καταγράφουν το αίσθημα της προσμονής, παρακολουθώ τις δυο γυναίκες που προετοιμάζουν κάτι πολύ σημαντικό, τον ερχομό του αδελφού μου.
Στη γέννηση του Λάμπρου, 26 Ιουνίου του 1967, στα επτά πια, ο Θανάσης τριών, δεν ξέρω γιατί είμαστε στο σπίτι της γιαγιάς Σεβαστούλας –νοίκιαζαν ακόμα οι παππούδες στην Πλατεία του Πλατάνου- και μάλιστα στις έξι το πρωί, η μαμά καθιστή στο κρεβάτι, ετοιμάζονται να φύγουν για το νοσοκομείο. Αργότερα, στο νοσοκομειακό δωμάτιο της λεχώνας πια -και εδώ οι εκδοχές είναι δύο, είτε γιατί ήτανε τόση η κοιλιά της μαμάς που πολλοί έλεγαν θα κάνει δίδυμα, είτε γιατί στους δρόμους και τις αλάνες (στον κήπο της Χάβρας ή στα Αρχαία του Φόρου ή στο δασάκι του Ηρώου, μπορεί και πενήντα στρέμματα… παιδότοπος) που μεγαλώναμε λυτοί εκείνα τα χρόνια, παρατηρούσαμε τα γεννητούρια γατιών ας πούμε, και εν τινι τρόπω αφομοιώναμε… εμπειρική βιολογία-, ο Θανασάκης έκανε την ερώτηση: «Μαμά, μόνο ένα;»
Γίναμε, λοιπόν, τρεις. Και μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα, και όλα τα συναφή, δεμένοι και αγαπημένοι αληθινά.