Σάββατο, 5 Ιουνίου 2021

Ολυμπία: η δεύτερη αυτοψία.


Δεν επισκέφτηκα άλλον τόπο να εικονογραφεί περιεκτικότερα τον χαρακτήρα του αρχαιοελληνικού κόσμου όσο το στάδιο στην αρχαία Ολυμπία. Δεύτερη αυτοψία, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη, αναγκαία για το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφω, ιδίως στα τελευταία τρία κεφάλαια -είχα σημειώσει κατά την πρώτη, τον Μάρτιο του 2017: "και τι φοβερό στάδιο, η ιδεώδης εξέδρα για το γυμνό σώμα. Εδώ που για αιώνες ίδρωνε και πύρωνε στιλπνός από το λάδι ο ανθός των Ελλήνων". (Ολυμπία: η πρώτη αυτοψία, Ένας γελαστός Δίας, Η δύναμη της αφήγησης και η Ιστορία)

 


Στα βήματα του ήρωά μου περπάτησα ξανά την Αγορά και την Ακρόπολη της Αθήνας. (Παρεμπιπτόντως δεν με ενόχλησε τίποτε στις διαμορφώσεις γύρω απ' τα μνημεία του βράχου το αντίθετο, μου φάνηκαν συμβατές στις σύγχρονες ανάγκες και διόλου ενοχλητικές αισθητικά, αν επιτρέπεται να εκφέρω γνώμη, μολονότι όχι αρχιτέκτονας ή αρχαιολόγος, μόνο ένας συγγραφέας και με κλασικές σπουδές...)

 


Σάββατο, 22 Μαΐου 2021

Διά χειρός του δεκαεξάχρονου Λάμπρου.

Πορτρέτο από τον αδελφό μου Λάμπρο. Ήμουν 23, φοιτητής στη φιλοσοφική πια, εκείνος 16, στην πρώτη λυκείου, κάπου τότε που του αποκαλύφθηκε η ευχέρεια να σκιτσάρει, να ζωγραφίζει. Είχε έρθει επίσκεψη στο σπίτι ο παππούς Αντώνης, καθόταν στο ντιβάνι της κουζίνας, δίπλα στο τραπέζι ο Λαμπρίκος μ' ένα μολύβι κι ένα χαρτί τον απέδωσε τέλεια. Αποκάλυψη κυριολεκτικά: δεν είχε ξανακάνει κάτι ανάλογο. Αρπάζει ο Θανάσης το χαρτί, όλος έξαψη μου το φέρνει, "Κοίτα ταλέντο ο Λάμπρος!". Ένα λαμπρό ταλέντο που το διοχέτευσε στις σπουδές και στη σταδιοδρομία του του αρχιτέκτονα.


 Οι τρεις μας, και κατά ηλικία -ο Θανάσης στο μέσον-, μάλλον τη χρονιά του σκίτσου.


  Με τον Λάμπρο, στην Πάτμο, αρχές της δεκαετίας του '90.

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

Δεύτερη δόση Άστρα -και παρατρίχα να πνιγώ!


Έκανα τη δεύτερη δόση μου και μερικές ώρες αργότερα κολυμπούσα κιόλας -μην χάσω το (τέταρτο για φέτος) μπάνιο. Εκεί, λοιπόν, που μέτραγα τις απλωτές και παράλληλα στο πίσω μέρος του μυαλού υπερασπιζόμουν το εμβολιάκι μου, έμπηξα τα γέλια, κατάπια θάλασσα, που λέει ο λόγος παρατρίχα να πνιγώ. 

Ο πονηρός είναι δύσκολο να μην είναι κουτοπόνηρος, αναλόγως και ο συνωμοσιολόγος δηλαδή τι πείραζε να... συνωμοσιολογήσει (για τη δυσφήμηση του Άστρα και... ποιοι ωφελούνται απ' αυτήν), να πονηρευτεί κάπως πιο επωφελώς, αξιοποιώντας, ας πούμε, την πληροφορία: 

Τιμές εμβολίων κορωνοϊού ανά δόση:1,78 της AstraZeneca έναντι 19,50 ευρώ της Pfizer (στην αρχή πωλούνταν προς 12). 

Βεβαίως και πάλι θα συνωμοσιολούσε, πλην με λίγη περισσότερη ευφυΐα. Φαίνεται το πράγμα -και συνωμοσιολόγος και ευφυής- είναι φύσει οξύμωρο: εκεί με πιάσανε τα γέλια.

Και τι πειράζει που ο εμβολιασμός κατ' άτομο θα κοστίσει 39 αντί για τα 3,56 ευρώ; Καρμιριές με την υγεία του λαού; Τι θα πει το Άστρα το κάνανε η Άγγελα Μέρκελ και ο Μπόρις Τζόνσον; Ήσουνα μπροστά τους που το κάνανε; Έλεγξες το μπουκαλάκι απ' το οποίο πήρανε το ενέσιμο οι νοσηλεύτριες/τές; Για μια διαφορά της τάξης των τριάντα πέντε κάτι ψωροευρώ δηλαδή; 

Σωστά. Άλλωστε, για να ρθω στα ίσα μου, ακούω και τη φωνή της λογικής: Τι τα θες, καημένε, τα μαθήματα; Σε ποιους και γιατί; Μόνο αντιπαθής γίνεσαι. Άιντε τράβα δεκαοκτώ αιώνες πίσω, στα δικά σου τα ωραία, στις θέρμες με τα αισθησιακά φρέσκα, στα τρικλίνια των συμποσίων, στις φαντασμαγορικές πομπές των ιερέων της Ίσιδας...  

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2021

Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του.

Ένας μικρός αναστεναγμός σαν βαθιά ανάσα γλιστράει απ’ το στόμα της αφηγήτριας.

Μυρίζει άνοιξη και άπλα στην εξοχή.

«Και όπως ήτανε νωρίς το απόγευμα, όλοι αυτοί, μα κι εγώ μαζί τους, κάτι έγινε και σαν να βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια έρημη αχανή αλάνα… Ούτε λόφος, ούτε δέντρο, ούτε τίποτε. Μόνο ξερό αργιλόχωμα, αλλού ασπρουδερό κι αλλού κοκκινωπό. Και απλωσιά, όση χωράει στο μάτι σου». Χαμογελάει, ένα γελάκι που καταλήγει σαρδόνιο. «Φύσαγε –να πω- ένα… τελετουργικό αεράκι, απ’ αυτά που σηκώνουν μικρούς στροβίλους σκόνης».

Η Ράνια κλείνει τα μάτια, «Αχ, ναι, βρέθηκα κιόλας εκεί».

«Μα δεν αποσκοπώ και σε τίποτε άλλο», δεύτερο γελάκι. «Ήτανε, που λες, όλοι τους όρθιοι: ένα ημικύκλιο, απέναντί μου. Στο κέντρο η αλλοδαπή η μάνα».

«Δεύτερη φορά που την ονομάζεις μάνα!»

«Μ’ αφού ήτανε, πώς αλλιώς να την πω;» κι άλλο γελάκι, «Το ξένη πια ή το αλλοδαπή, μόνα τους, δεν μου φτάνουν… Δίπλα της, η πενήντα κάτι, η αφηρημένη. Παραδίπλα, το αγόρι και το κορίτσι, τα δυο τους με τις στενές λεκάνες. Από την άλλη πλευρά, το παιδί με τα σπυράκια, τη σάκα και τη μεγάλη νάιλον σακούλα. Παραπέρα λίγο, ο μαύρος σπουδαστής με τα στρογγυλά γυαλάκια και οι τρεις οι δικοί μας, οι ψωμωμένοι, επιτέλους με κλειστά τα κινητά τους. Λίγο πιο πίσω, οι δύο οι θορυβώδεις, η φωνακλού και η άλλη με το κολάν, αμίλητες τώρα. Ακόμα και το πρεζάκι ο άστεγος, ο γέρος. Παραπίσω, μακρύτερα αυτός. Και όλοι τους σοβαροί, τα χέρια πιασμένα, κρεμασμένα μπροστά, χαμηλά, σεμνά, σαν σε τελετή. Και στραμμένοι προς τα μένα. Εγώ, πάλι, στεκόμουν σε ψηλό βάθρο, κι ένας ιμάντας πλατύς κατηφόριζε από τα πόδια μου μπροστά έως κάτω, στον βωμό. Ένας ιμάντας σαν τσουλήθρα».

Η Ράνια με το στόμα ανοικτό: «Βωμός!»

«Ένας πέτρινος, τίποτε φοβερό. Ένας μικρούλης. Οικογενειακός. Με ανάγλυφα κεφάλια βοδιών στεφανωμένα με γιρλάντες. Στη σχάρα του καίγονταν κούτσουρα ελιάς μαζί με χλωρά δαφνόκλαδα και μπόλικο μοσχολίβανο.» Ξανά γελάκι, «Χάσκεις, καημένη!»

«Θα με φάει η αγωνία. Μη σταματάς, λέγε!»

«Το… αεράκι, οι… στρόβιλοι, το… σιγανό τριζοβόλημα απ’ τα κούτσουρα. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο. Περίμενα έως ότου γίνει η ρέμβη μας βαθιά όσο χρειαζόταν, οι αισθήσεις μας να απομακρυνθούν από τα πράγματα λίγο, περίμενα πότε θα μου επιτρεπόταν ένα… άλλο πέταγμα. Ρυθμικό πέταγμα».

«Σκόπευες να πετάξεις;»

«Μη λέμε και χαζομάρες. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή, για να την αναποδογυρίσω. Την τσάντα μου. Ούτε που θα το άγγιζα. Το δέμα. Το σφάγιο».

«Το… ποιο!» μ’ έναν ανεπαίσθητο βλεφαρόσπασμο, σαν γιατί τσιμπήθηκε.

«Το σφάγιο».

«Μη! Όχι, όχι…»

«Θα το πέταγα, θα κατρακυλούσε στον ιμάντα, στην τσουλήθρα, ίσαμε κάτω, στην εστία του βωμού».  

Έτοιμη να καταρρεύσει απ’ την πολλή αγωνία: «Σταμάτα, λυπήσου με, θα βάλω τα κλάματα, αδελφούλα μου! Όχι… τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ… Πες μου κάτι άλλο. Οτιδήποτε… Εσύ, ας πούμε, τι φόραγες εσύ;»

«Τι… φόραγα; Ένα χιτώνα, μόνο. Μονοκόμματο. Χειριδωτό και ποδήρη -που λένε και τα εγχειρίδια-, μακρυμάνικο και μάξι», κι άλλο γελάκι, «από ταφτά, νομίζω, πορφυρό. Α, και στο λαιμό, ένα φουλάρι - τύπου πετραχήλι», πάλι γελάκι, «σε χρώμα σμαραγδί».

«Μπράβο! Σμαραγδί και πορφυρό: τι έξοχα χρώματα!» Όμως, και καταρρέει, «Αδελφούλα μου…» πέφτει στο δάπεδο, αρκουδίζει ως τη θέση της Ρούλας, «αγαπημένη μου αδελφούλα, τρυφερή μου… μονάκριβή μου… παρηγοριά μου εσύ…» της αγκαλιάζει τις γάμπες, στριμώχνεται ανάμεσά τους.

«Έλα, έλα… φτάνει, καλά είναι…»

«Η καλή μου η αδελφούλα…» με ειλικρινή ευγνωμοσύνη.

«Και προς τι… όλ’ αυτά; Μήπως γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο;»

«Μη! Όχι, όχι!»

«Μα τι αηδίες κάθομαι και αραδιάζω!» Πετάει το κουβάρι απ’ το χέρι. «Τίποτε απ’ όλ’ αυτά! Καμιά αλάνα, κανένας ιμάντας, κανένας βωμός… Άλλωστε, τα σχήματα του λόγου, τα περισσότερα, εγώ, τα σιχαίνομαι! Σ’ τα χάρισα –δεν σ’ τα χάρισα; Λοιπόν, τέλος οι αηδίες: εδώ το κράταγα», χτυπάει τα γόνατά της, «μέσα στην τσάντα, πάνω στα πόδια μου». Στρίβει το πρόσωπο διαγώνια προς την τραπεζαρία, σκέφτεται με ένταση. «Μα, αν έχεις το κεφάλι ενός ανθρώπου, έχεις τον άνθρωπο όλον. Στα μέρη του παππού μου, του πατέρα του πατέρα μου, όταν κάνουν την εκταφή του νεκρού, πετάνε τα υπόλοιπα κόκαλα περίπου στα σκουπίδια, κρατάνε μόνο το κρανίο. Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του. Κουβαλούσα το κεφάλι του, άρα τον κουβαλούσα όλον. Να γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο!»

Η Ράνια παραιτημένη, ξέπνοη: «Έχεις δίκιο… Αλλά όχι τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ…» Γέρνει το κεφάλι στο γόνατο της Ρούλας, κλείνει τα μάτια, ακούγεται η ανάσα της, σαν πονεμένης. «Σε παρακαλώ…»

[Απόσπασμα από τη νουβέλα "Το γυμναστήριο", εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2018, σελ. 76-79]

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021

Άνοιξη δυο φορές.


Άνοιξη δυο φορές, εἰς διπλοῦν, δις. Δεύτερη άνοιξη στην πανδημία. Σαν παρατεταμένη διάλειψη, ένα κενό του νου που όμως μεγεθύνει τα πράγματα, παράλληλα βαθαίνει την εντύπωσή τους στη συνείδηση. Όλα φωτίζονται διπλά. 

Σύντομα τελειώνω και το τέταρτο κεφάλαιο (του ιστορικού μυθιστορήματος στο οποίο εντρυφώ με μικρά διαλείμματα από το 2015, και αδιαλείπτως από το 2018). Αφήνω τη Ρώμη του 152 μ.Χ. που, όπως το εκάστοτε κέντρο του κόσμου, είναι γεμάτη θορύβους, βρόμα, ὕβριν δίχως όρια, γεμάτη ζωή δηλαδή, κι αναχωρώ για την ήσυχη, την καταλαγιασμένη, την από αιώνες ήδη τότε επαρχιώτικη Αθήνα. Τα επόμενα τρία κεφάλαια θα είναι διαισθάνομαι ευκολότερα λόγω του μικρότερου φόρτου στα πραγματολογικά στοιχεία, πιστεύω μέχρι το τέλος του 2021 θα τα έχω ολοκληρώσει, συνολικά το πρώτο γράψιμο, και μέχρι το φθινόπωρο του 2022, αν είμαι καλά, και με τις διορθώσεις του το όλο μυθιστόρημα.

Εφεξής, επιτρέψτε μου, θα είμαι ακόμη πιο σπάνιος, και εδώ και αλλού. Πολύ λίγα, πάρα πολύ λίγα πέρα απ' τη λογοτεχνία μου, λιγότερα κι από όσα ίσαμε τώρα. Είναι μεγάλη κουβέντα το γιατί, δεν θέλω να την κάνω, είναι και ανώφελη. Άλλωστε έχω πολλή δουλειά, όχι γιατί με σκάζει μην ελεγχθώ για κάποια κακοτεχνία μου -σε χέρσες και στέρφες επικράτειες μοιραία δεν αξιολογείται τίποτε-, αλλά γιατί αν υπάρχει μία αξία να μεταρσιώσει είτε τον λογοτέχνη είτε τον αναγνώστη αυτή βρίσκεται εκεί όπου το καθετί τοποθετήθηκε με ακρίβεια στη θέση του, όπου και ο τελευταίος φθόγγος σημειώθηκε με άκρα οικονομία. 





Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2021

Ισαάκ Μπάσεβις Σίγκερ, Σώσα: η καθήλωση στην ποίηση.

 

Αντώνης Νικολής, Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Σώσα: η καθήλωση στην ποίηση

Isaac Bashevis Singer, Σώσα, μετάφραση Μιχάλης Πάγκαλος, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, Δεκέμβριος 2019, σελ. 468.

❇︎

Το μυθιστόρημα «Σώσα» ανήκει στα πολύ ενδιαφέροντα έργα του Ισαάκ Μπάσεβις Σίγκερ και μόνο για τον λόγο ότι περικλείει τον πυρήνα της ιδιοσυγκρασίας ή αν θέλετε της ποίησής του. Τι το ιδιαίτερο αφηγείται εδώ; Ο ήρωάς του, ο Άαρον Γκρέιντινγκερ, γιος χασιδιστή ραββίνου, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας, και που πέρασε την παιδική του ηλικία στην κεντρική για το λογοτεχνικό σύμπαν του Σίνγκερ οδό της εβραϊκής συνοικίας στη Βαρσοβία, την οδό Κροχμάλνα, βιώνει τις τελευταίες μέρες της κοινότητας των εβραίων πριν από την εισβολή των Γερμανών εθνικοσοσιαλιστών στην Πολωνία. Οι ανησυχητικές πληροφορίες καταφθάνουν πλέον με ρυθμό ασθματικό, η ατμόσφαιρα του ζόφου πυκνώνει και εντούτοις ο αφηγητής–ήρωας αντί να νιώθει την ανάγκη της φυγής, και παρόλο που από ισχυρούς Αμερικανοεβραίους τού παρέχεται η δυνατότητα να ζήσει στην Αμερική και μάλιστα με τους καλύτερους δυνατούς οικονομικούς και επαγγελματικούς όρους, εκείνος ολοένα και περισσότερο αδρανεί, βουλιάζει στον κόσμο της εβραϊκής συνοικίας της Βαρσοβίας, μάλιστα προσκολλάται στη Σώσα, τη φιλενάδα των πρώτων χρόνων της ζωής του, η οποία επιπλέον σωματικά και πνευματικά μοιάζει καθηλωμένη στην κοινή παιδική τους ηλικία. Όσο επείγει να δραπετεύσει, να γλιτώσει από την επερχόμενη ναζιστική λαίλαπα, τόσο αυτός ακινητοποιείται στον στενάχωρο κόσμο της Σώσα. Σαν σε εφιάλτη, όσο κοντοζυγώνουν οι διώκτες του, τόσο συρρικνώνεται στον ελάχιστο δικό του ζωτικό χώρο. Το μυθιστόρημα τελειώνει μ’ ένα άλμα δεκατριών χρόνων στον πραγματικό χρόνο: ο πρωταγωνιστής, αναγνωρισμένος συγγραφέας, φτάνει στο Ισραήλ απ’ την Αμερική όπου ζει πια, βρίσκει συμπατριώτες του Πολωνοεβραίους, ανθρώπους τσακισμένους, όλους εσαεί καθηλωμένους στον τόπο απ’ όπου βίαια εκτοπίστηκαν. Η ίδια η Σώσα εντωμεταξύ εξέλιπε (για την οικονομία της αφήγησης, όταν έπαψε και να είναι αναγκαία) κατά την έξοδο του ήρωα την εσχάτη ώρα από την Πολωνία, τη Βαρσοβία, την οδό Κροχμάλνα.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2021

Το αίσθημα της ντροπής.


Ένας συρφετός πίσω από μια άθλια, λογοτεχνίζουσα στις συνδηλώσεις της, πρόταση.

Ντροπή για τη γλώσσα την ίδια.

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα.


(Σπαθάκι ή πετειναράκι, άγρια γλαδιόλα σε παρτέρι του κήπου. Το απόσπασμα από "Το γυμναστήριο".)

(...) »Εγώ περπατούσα σκυφτή, αφαιρέθηκα, σε μονοπάτια σκιασμένα από φυλλώματα που πλέκονταν ψηλά σε πυκνές αψίδες. Άφησα τους άλλους στους υπολογισμούς τους, έκοβα κυκλάμινα στις άκρες των μονοπατιών και κάτι άλλα κρινάκια κοκκινωπά που θύμιζαν γλαδιόλες σε μικρογραφία. Τα σπαθάκια, αν έχεις υπόψη σου, τα πετειναράκια –που τα κρινάκια τους βγαίνουν κατά μήκος του βλαστού; που γέρνουν προς τη μια πλευρά; Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα. Και τότε, σ’ έναν κολπίσκο με χλιαρό νερό, οι ατμοί να κυματίζουν πάνω από την πρασινωπή υγρή επιφάνεια –ξέρεις-, …να τοι, μια παρέα νεαροί αξιωματικοί, γυμνιστές. Εντελώς γυμνοί: ούτε μαγιό. Πέντε. Σίγουρα πέντε!»

Σταματάει, τον διαπερνάει όπως αν ήτανε πλάσμα της φαντασίας της μόνο, αν ήτανε διαφανής. Εκείνος μένει ασάλευτος. Ύστερα, σαν γιατί δόθηκε κάποιο σύνθημα, λύνει την πετσέτα γύρω απ’ τη λεκάνη του -φοράει σλιπ-, σκουπίζει αυχένα – πλάτη, της χαμογελάει. Η Ράνια κατεβάζει το βλέμμα αργά, τον σαρώνει ίσαμε κάτω στις φλέβες που δένουν τους αστραγάλους του, το αίμα επιστρέφει στο πρόσωπο, στα μάγουλά της.

Όπως θα το ’λεγε αν ήτανε η μάνα του: «Φοράς το σλιπ σου».

«Αν θες, το βγάζω».

«Όχι! Να χαρείς, όχι! Άλλωστε, μη νομίζεις, τόση πολλή γύμνια δεν αντέχεται…» Χαμογελάει, «Πάντως, ωραίο το σλιπάκι σου. Μόνος σου τα πλένεις τα εσώρουχά σου; Στο χέρι;»

«Η μάνα τα πλένει».

«Ναι, μωρέ, πάντα το ξεχνάω ότι μένεις με τη μαμά σου… Και πάνω που ετοιμαζόμουνα να σου πω: τίποτε πιο τρυφερό από έναν νεαρό εργένη που πλένει τα εσώρουχά του στο χέρι…» Τον χαζεύει. «Ωραίοι οι θωρακικοί, και οι δελτοειδείς, οι μύες σου… Τι ωραία που ξεδιπλώνεται το σώμα σου… εσύ ολόκληρος δηλαδή…» χαμογελάει, «και η ανάσα σου ακόμα, γερή και ανάλαφρη…».  

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2021

Σοβαρή υπενθύμιση.


 

(Μια απ' τις χιλιάδες ρεαλιστικές απεικονίσεις της νεοελληνικής αστικοποίησης.)

Κάθε φορά που αηδιάζω απ' τις αισθηματολογίες, τις ηθικολογίες, τις ιδεολογίες, κάνω το στοιχειώδες εξισορροπητικό: σηκώνω το κεφάλι, ατενίζω το τυπικό νεοελληνικό αστικό τοπίο.

Αυτή η εικόνα είμαστε. 

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

Καλό εμβόλιο και δυναμωμένοι, αδέρφια!


Η ημέρα, λόγω εμβολιασμού, σήκωνε γλυκάκι. Από τη νεραντζούλα του κήπου, από τα... μύχια του σπιτιού. Νεραντζάκι πράσινο και νεράντζι κίτρινο τυλιχτό.

Καλό εμβόλιο και δυναμωμένοι, αδέρφια!

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2021

Πρώτο ραντεβού, Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021, 08.54.

Διαδικτυακό κλείσιμο ραντεβού εντός τριών (3) λεπτών, σαν σε ευνομούμενη ευρωπαϊκή χώρα: να μην το χωράει ο (νεοελληνικός) νους!

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021, πρώτη δόση εμβολίου AstraZeneca, που έχει και κάτι απ' τ' άστρα, όπως θα 'λεγε κι η μακαρίτισσα Γεωργία Βασιλειάδου.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

Η ιστορία μιας λεωφόρου.

Για τη Λεωφόρο των Φοινίκων. Οι δημιουργοί του φιλμ "Η Ιστορία μιας Λεωφόρου" μού ζήτησαν να πω δυο λόγια για τη σχέση της Λεωφόρου με την Κω και τους Κώους.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2021

Αντώνης Νικολής: Μετά τη Λεωφόρο των Φοινίκων δύο ακόμη εκκρεμότητες.

(Δημοσιεύτηκε 12/1/2021 στο έντυπο "Βήμα της Κω", και 14/1/2021 στο ηλεκτρονικό AegeaNews.)

Πριν από μερικούς μήνες, στη διάρκεια του πρώτου γενικού απαγορευτικού (lockdown), μου ζητήθηκε από τη δημοτική τηλεόραση υπό την ιδιότητά μου του Κώου συγγραφέα να πω δυο λόγια στα πλαίσια ειδικού αφιερώματος για τη Λεωφόρο των Φοινίκων, την εμβληματική για την πόλη μας οδό. Είχε προηγηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα ένα μικρό σημείωμά μου εδώ στο “Βήμα της Κω”, όπου εξέφραζα την αγωνία μου για τα προσβαλλόμενα απ’ το κόκκινο σκαθάρι φοινικόδεντρα. Είμαι  της άποψης, όπως το δήλωσα και μπροστά στην κάμερα, πως τα δέντρα αυτής της λεωφόρου έπρεπε να είναι φοίνικες, στην ανάγκη και πλαστικοί. Ο Βασίλης Μανιάς, στον οποίο ανατέθηκε από τη νέα δημοτική αρχή η μέριμνα για το πρόβλημα και που πράγματι βρήκε την καλύτερη και οικονομικότερη λύση, πρότεινε και να συμμετάσχω σ’ αυτήν τη δημόσια συζήτηση.

Να σημειώσω επίσης ότι στα είκοσι σχεδόν χρόνια που δραστηριοποιούμαι στο κέντρο, στην Αθήνα, ως συγγραφέας, παραμένω εντούτοις μόνιμος κάτοικος Κω, ανήκω στη ΔΟΥ Κω, είναι η πρώτη φορά που μου ζητήθηκε (υπό την ιδιότητά μου του συγγραφέα) εδώ στο νησί δημόσια (ή και κατ’ ιδίαν) μία γνώμη. Θέλω να πω, και είναι θέμα λεπτό, και παρακαλώ να γίνει αντιληπτό όπως το διατυπώνω: σαν ο καθένας, βέβαια, συμβαίνει να είμαι ο γιος, ο αδελφός, ο φίλος, ο γείτονας, για ορισμένους και ο παλιός δάσκαλος, και με αυτές τις ιδιότητες να επικοινωνώ με όποιους συναντώ στον μανάβη, στο σούπερ μάρκετ, στον δρόμο. Είναι το λιγότερο άτοπο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη που ζει με τις όποιες δικές της αξίες, τους όποιους δικούς της ταγούς και λογίους, να πετιέσαι και να λες, «Εγώ, ξέρετε, που είμαι ο… και ο…, και που έχω αυτήν ή την άλλη γνώμη…». Εν πάση περιπτώσει και για να μη μακρηγορώ, με τον καιρό έμαθα την ιδιότητα και τις σκέψεις μου, του συγγραφέα, να μην τις κοινοποιώ, και πάντως όχι δίχως να μου ζητηθούν. Τα τελευταία, λοιπόν, χρόνια θεωρούσα ότι εκκρεμούσαν τρεις κυρίως δράσεις σχετικές με την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα ή τις αξίες της πόλης και του νησιού, σκέψεις που όταν μου ζητήθηκε τις εξέφρασα.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2021

Με την προσήνεια και τη γενναιοδωρία της Μυρσίνης Ζορμπά.


Έλαβα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και με συγκίνησε πολύ το παρακάτω σημείωμα της Μυρσίνης Ζορμπά* για Το Σκοτεινό Νησί. Το δημοσιεύω με την άδειά της.

"Κύριε Νικολή,

Με αυξανόμενο ενδιαφέρον από σελίδα σε σελίδα διάβασα το σκοτεινό μεν και αλλόκοτο, διαυγές όμως στην παιγνιώδη υπαινικτικότητά του νησί σας.

Να ομολογήσω ότι σπανίως διαβάζω πια ελληνική λογοτεχνία, δεν με ενδιαφέρουν συνήθως οι ιστορίες που επιλέγουν να αφηγηθούν οι συγγραφείς αλλά, κυρίως, ο τρόπος και η γλώσσα.

Χάρηκα, λοιπόν, που αυτή η σχεδόν ασήμαντη ανταλλαγή λόγου ανάμεσα στα πρόσωπα του βιβλίου σας,  κατάφερνε να διατηρεί οικονομία, ακρίβεια, συνέπεια. Κι αυτό, επιτρέποντας σε μένα ως αναγνώστρια,  να σκέφτομαι ανάμεσα στα κενά της ανάγνωσης το κείμενο που διάβασα, να διατηρώ την αίσθηση της ατμόσφαιράς του.

Απόλαυση και ελευθερία. Τώρα πάω για το Γυμναστήριο.

Να είστε καλά και να γράφετε

Εγκαρδίως

Μυρσίνη Ζορμπά"