Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Από τον ατμό στον ορίζοντα / Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

 

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες, 27/8/2026 .  

Από τον ατμό στον ορίζοντα

Σώμα, μνήμη και ο μέλλοντας της αφήγησης στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή: Μνήμη, αφήγηση και επιστροφή

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα την ώρα που ξημερώνει και ο Μιχάλης, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια απουσίας, κοιτάζει από το κατάστρωμα το νησί της εφηβείας του. Οι γραμμές του τοπίου διαφεύγουν, η πόλη μοιάζει περισσότερο χτισμένη, οι πλαγιές του Δίκαιου περισσότερο μαντεύονται παρά φαίνονται, ενώ λίγα σταθερά σημεία, οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών, ο βραχίονας του παλιού λιμανιού, επιμένουν ως βεβαιότητες ενός τόπου που έχει μετακινηθεί μέσα στον χρόνο. Στην πρώτη αυτή εικόνα υπάρχει ήδη, σε μικρογραφία, ολόκληρη η νουβέλα. Ο άνθρωπος που επιστρέφει θα αναζητήσει έναν τόπο και έναν εαυτό που διατηρούνται μέσα του με την ίδια αβέβαιη καθαρότητα, και η χαρακτηριστική διατύπωση «περισσότερο τις μάντευα παρά τις έβλεπα» υπερβαίνει γρήγορα την περιγραφή μιας πρωινής άφιξης για να προαναγγείλει μια αφήγηση όπου η όραση συναντά διαρκώς τη μαντεψιά, το πραγματικό ίχνος τη μνημονική ανασύνθεση, το γεγονός την εικόνα που εξακολουθεί, δεκαετίες αργότερα, να γεννά.

Η επίσημη αιτία του ταξιδιού διαθέτει όλη την πεζότητα της ώριμης ζωής. Ένα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου, μια συμβολαιογραφική πράξη, η επικείμενη πώληση, τα χρήματα που αναλογούν στον Μιχάλη. Ο άνδρας που επιστρέφει πλησιάζει τα πενήντα, έχει οικογένεια, εργασία, δύο γιους, εξοχικό, ταξίδια, μια ζωή που έχει αποκτήσει τη δική της γεωγραφία και τη δική της τάξη. Κάτω από αυτή την τακτοποιημένη βιογραφία κινείται ωστόσο μια άλλη ανάγκη, για την οποία ο ίδιος αρχικά μιλά με υπεκφυγές, καθώς θέλει να «ξεμπλέξει κάτι ξεφτίδια από μνήμες» της εφηβείας του. Η λέξη είναι ακριβής. Η μνήμη εμφανίζεται σαν ύφασμα φθαρμένο, με χαμένη την αρχική συνοχή του και με αρκετά ακόμη νήματα για να οδηγήσουν εκείνον που τα αγγίζει προς την παλιά ύφανση.

Η πρώτη κίνηση προς εκείνη την ηλικία έχει άλλωστε αρχίσει πριν από το ταξίδι. Ο δεύτερος γιος του, ο Ιορδάνης, έχει κλείσει τα δεκαοχτώ και η εφηβεία των παιδιών έχει γεμίσει το σπίτι με ιδρώτα, αθλητικά παπούτσια, πεταμένα ρούχα, με εκείνη την υπερβολή νεανικής ενέργειας που ο αφηγητής αποκαλεί με χαρακτηριστικό αυτοσαρκασμό «άτσαλα περιχυμένη τεστοστερόνη». Ο ώριμος άνδρας ξαναβρίσκει τη δική του εφηβεία μέσα από την υλική παρουσία της εφηβείας των γιων του. Πριν αποκτήσει μορφή σκέψης, η μνήμη επιστρέφει ως οσμή.

Το ίδιο συμβαίνει μόλις ο Μιχάλης φτάσει στο ξενοδοχείο. Τα κυπαρισσόμηλα και οι πευκοβελόνες, νοτισμένα από την υγρασία της νύχτας, μπαίνουν στα ρουθούνια και τον ακολουθούν ως το δωμάτιο. Ένας γνώριμος βηματισμός θα επαναφέρει αργότερα τον Τάσο, η αφή μιας σκονισμένης σόλας, ο μεταλλικός κρότος ενός τσίγκινου κανατιού, η μυρωδιά και η υγρασία του χαμάμ θα ανοίξουν διαδοχικά διόδους προς τον παλιό χρόνο. Οι αισθήσεις λειτουργούν ως πραγματικές χρονικές πύλες του έργου. Εκεί όπου μια συμβατικότερη αφήγηση θα χρειαζόταν μια ημερομηνία ή μια ρητή δήλωση αναδρομής, στον Νικολή αρκεί μια μυρωδιά, μια υφή, ένας ήχος, μια ανεπαίσθητη μεταβολή της αναπνοής. Το σώμα θυμάται πριν ακόμη ο νους οργανώσει αυτό που θυμάται.

Αυτή η σωματική λειτουργία της μνήμης συνδέεται οργανικά με την αφηγηματική θέση του Μιχάλη, ο οποίος είναι συγχρόνως ο άνδρας που αφηγείται και ο έφηβος που έζησε όσα αφηγείται. Ανάμεσα στους δύο μεσολαβούν τρεις δεκαετίες, μια ολόκληρη ενήλικη ζωή και μια παράδοξη αντιστροφή γνώσης. Ο σημερινός Μιχάλης καταλαβαίνει περισσότερα από τον δεκαεπτάχρονο και θυμάται λιγότερα. Διαθέτει τη γλώσσα που τότε του έλειπε και έχει χάσει την ακρίβεια της άμεσης εμπειρίας. Η διπλή αυτή θέση χαρίζει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση το ιδιαίτερο βάθος της, αφού το εφηβικό βλέμμα και η ώριμη ερμηνεία του συνυπάρχουν μέσα στην ίδια φωνή. Ο αφηγητής διορθώνει τον εαυτό του, προσθέτει επιφυλάξεις, αναγνωρίζει εκ των υστέρων νοήματα που ο έφηβος μονάχα διαισθανόταν, έτσι ώστε η αφήγηση να μοιάζει συχνά να σκέφτεται την ίδια στιγμή που ξετυλίγεται.

Η ιδιοτυπία αυτή γίνεται σχεδόν αυτοσχολιασμός όταν ο Μιχάλης φτάνει στα Σάββατα του χαμάμ. Διστάζει ως προς τον ακριβή αριθμό τους και επιλέγει τελικά μια σαφή εκδοχή, έχοντας ήδη εξηγήσει στον αναγνώστη ότι προσδίδει στην παλιά εμπειρία την ακρίβεια πρόσφατου συμβάντος, ενώ λίγο αργότερα ομολογεί πως οι εικόνες επιστρέφουν ανάκατες, μισές, αποσπασματικές, πως το «υφάδι μπλέκει» και πως η διαδοχή χρειάζεται σύνθεση. Η μνήμη προσφέρει τις ύλες και η αφήγηση αναλαμβάνει την τάξη τους. Η αβεβαιότητα μετατρέπεται έτσι σε συστατικό της αφηγηματικής αλήθειας, καθώς ο Μιχάλης εκθέτει τα όρια της πρόσβασής του στο παρελθόν και οικοδομεί τη φωνή του επάνω στην επίγνωση αυτών ακριβώς των ορίων.

Γι’ αυτό οι μικρολεπτομέρειες αποκτούν τόσο μεγάλη δύναμη. Η μνήμη χάνει τη σειρά και φυλάσσει μια οσμή, ξεθωριάζει ένα πρόσωπο και κρατά ένα σημάδι στο δέρμα, αφήνει μια συνομιλία να διαλυθεί και σώζει τον ήχο των ξύλινων τσόκαρων. Η αλήθεια της βρίσκεται στην εντυπωσιακή αντοχή ορισμένων ιχνών, και ο αφηγηματικός χρόνος ακολουθεί την ίδια αρχή, αφού τρεις δεκαετίες μπορούν να χωρέσουν σε μερικές παραγράφους ενώ ένα απόγευμα της τρίτης Λυκείου απλώνεται σε σελίδες ολόκληρες. Η βιογραφία μετρά χρόνια, η μνήμη πυκνότητες, και εκεί όπου η εμπειρία υπήρξε πυκνή η αφήγηση επιβραδύνει, επιστρέφει στις λεπτομέρειες, κυκλώνει μια χειρονομία και επιτρέπει σε ένα χαμένο σώμα να ξαναποκτήσει όγκο.

Το νησί ως παλίμψηστο, το χαμάμ ως αρχείο

Ανάλογη είναι και η λειτουργία του χώρου. Το νησί παρουσιάζεται ως πραγματική τοπογραφία και συγχρόνως ως παλίμψηστο ιστορικών χρόνων. Το κάστρο των Ιπποτών, η αρχαία αγορά, το τζαμί, τα κατάλοιπα του ρωμαϊκού υδραγωγείου, τα καινούργια σπίτια στα παλιά περβόλια, οι αλλοτινές εξοχές που έγιναν περίχωρα, όλα συνυπάρχουν μέσα στην ίδια διαδρομή. Μια αλάνα έχει γίνει αρχαιολογικός χώρος, ένα χωράφι οικόπεδο, ένας παιδικός δρόμος μέρος μιας πόλης περισσότερο χτισμένης, και η τοπογραφία του νησιού αρχίζει να λειτουργεί όπως ακριβώς η μνήμη του αφηγητή, με κάθε σημερινή επιφάνεια να φέρει κάτω της μια προηγούμενη χρήση και κάθε σώμα της μέσης ηλικίας να διατηρεί το ίχνος εκείνου που κάποτε υπήρξε.

Η συνάντηση του Μιχάλη με τον Τάσο και τον Γιώργο αποκτά γι’ αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο αφηγητής παρατηρεί τα σημερινά τους σώματα σχεδόν αρχειακά, αντιπαραβάλλοντας μαλλιά, βάρος, ρυτίδες, στάσεις και βηματισμούς με τα εφηβικά «σουλούπια» που διατηρεί μέσα του. Η λιτή διαπίστωση «ότι γεράσαμε, γεράσαμε» απομακρύνει κάθε μελοδραματική ευκολία και αφήνει καθαρό το ουσιώδες, πως ο χρόνος έχει γίνει σώμα. Η πρώτη νύξη στο χαμάμ αποκαλύπτει συγχρόνως ότι οι τρεις φίλοι πλησιάζουν τη μνήμη τους με τον ίδιο περίπου τρόπο που είχαν πλησιάσει κάποτε τον χώρο, με περιέργεια, συστολή και αμήχανη αναδίπλωση, και η παλιά κοινή εμπειρία αναδύεται μέσα από τις ώριμες υπεκφυγές τους σαν κάτι που εξακολουθεί να τους συνδέει ακριβώς επειδή έμεινε επί δεκαετίες άλεκτο.

Πριν από αυτή τη συνάντηση, το ίδιο το σώμα του Μιχάλη τον έχει ήδη οδηγήσει προς τα περβόλια. Τα πόδια επιταχύνουν ή επιβραδύνουν από μόνα τους, οι παλμοί αυξάνονται, η αναπνοή χρειάζεται συνειδητή ρύθμιση, σαν η φυσιολογία να γνωρίζει τον προορισμό πριν τον αποδεχθεί η σκέψη. Και όταν ο Μιχάλης φτάνει μπροστά στην παλιά αυλόπορτα, αντικρίζει σχεδόν την υλική μορφή της ίδιας του της μνήμης. Τα κτίσματα έχουν καταρρεύσει, οι σοβάδες έχουν πέσει, πόρτες και παράθυρα έχουν χαθεί, φυτά έχουν ριζώσει στους αρμούς, οι τρούλοι του χαμάμ κρύβονται πίσω από χόρτα, κάπαρες και αγριοσυκιές, ενώ μέσα σε αυτή τη γενική φθορά αντιστέκονται ο φοίνικας και κυρίως το αρσενικό κυπαρίσσι δίπλα στην είσοδο του λουτρού, ο παλιός «γιγαντόσωμος φρουρός της γύμνιας» των παιδιών. Μαζί με το δέντρο επιστρέφει η φωνή του Δανιήλ και η πρόβλεψη ότι, όταν όλοι θα έχουν φύγει, ο κυπάρισσος «θα ζγει και θα βασιλεύγει». Το δέντρο μετρά τη διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο χρόνο και στον χρόνο του τόπου, επιμένοντας εκεί όπου άνθρωποι, χρήσεις και κτίσματα έχουν υποχωρήσει.

Μπροστά στα ερείπια οι εικόνες αρχίζουν να επιστρέφουν «σαν κομμάτια από σκισμένες καρτ ποστάλ», μια μισή κουβέντα, δόντια και χείλη χωρίς ολόκληρο πρόσωπο, τρίχες στην κορφή μιας μύτης, ηλικιωμένα δάχτυλα, μια τριχωτή πλάτη, ο Δανιήλ με τα βαριά ξύλινα τσόκαρα, η Μαριγώ που σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό της, ώσπου όλα διαλύονται «σαν οι ατμοί από το λουτρό». Εδώ βρίσκεται μία από τις ωραιότερες μορφολογικές συλλήψεις της νουβέλας. Το χαμάμ αποτελεί συγχρόνως αντικείμενο της μνήμης και εικόνα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη. Ο ατμός κάνει τα σώματα παρόντα και τα περιγράμματά τους αβέβαια, επιτρέπει την εγγύτητα και θολώνει την όραση, όπως ακριβώς η εφηβεία επιστρέφει στον Μιχάλη, ζωντανή ως αίσθηση και ελλειπτική ως παράσταση.

Ο εφιάλτης που ακολουθεί μεταφέρει αυτή την αστάθεια στο ίδιο το σώμα. Ο Μιχάλης σκύβει πάνω από το πηγάδι του Δανιήλ, τα παπούτσια του πέφτουν ματωμένα μέσα στο σκοτάδι και, όταν στρέφεται προς τον εαυτό του, το κεφάλι του βρίσκεται κάθε φορά πάνω σε διαφορετικό σώμα. Η φοβική αυτή διάλυση θα βρει αργότερα το αντίστροφό της στο πρωινό μετά τη μεγάλη νύχτα, όταν ο έφηβος αισθανθεί το σώμα του σαν να το είχαν λύσει μάστορες και τεχνίτες και να το είχαν συναρμολογήσει εκ νέου. Ανάμεσα στις δύο εικόνες εκτείνεται η μετάβαση από την αβεβαιότητα προς μια νέα κατοίκηση του σώματος.

Όταν τελικά ο Μιχάλης περνά την αυλόπορτα, η περιήγησή του στα ερείπια μοιάζει με ανασκαφή. Αγγίζει παλιά αντικείμενα, ανεβαίνει σε ετοιμόρροπες σκάλες, πιάνει ένα ξεχασμένο αντρικό παπούτσι, αισθάνεται τη σκόνη στην παλάμη του, ακούει ένα τσίγκινο κανάτι να χτυπά στον ξερό κορμό της μουριάς. Ένα ημερολόγιο έχει μείνει στον τοίχο σταματημένο στις 19 Αυγούστου 1981. Το σπίτι έχει μετατραπεί σε αρχείο χωρίς ταξινόμηση, όπου τα πράγματα επιβιώνουν αποκομμένα από τις ζωές και τις χρήσεις που κάποτε τα ένωναν. Κάπως έτσι υπάρχει και το παρελθόν μέσα στον αφηγητή, ως σύνολο υπολειμμάτων που περιμένουν μια νέα σύνδεση, μόνο που εδώ ο ανασκαφέας αποτελεί συγχρόνως τμήμα του ευρήματος.

Και από όλα τα κτίσματα το χαμάμ έχει κρατήσει καλύτερα. Η λεπτομέρεια μοιάζει σχεδόν να σχολιάζει τη λειτουργία της ίδιας της μνήμης, αφού ο χώρος της εντονότερης εμπειρίας αποδεικνύεται και ο πιο ανθεκτικός στη φθορά. Ο Μιχάλης μπαίνει «με λυμένα τα γόνατα», αναγνωρίζει το ταμείο, τα ερμάρια, τις βρύσες, τις αίθουσες, τις αναφωτίδες, το κουρασάνι, αναπνέει τη σκόνη και τον υγρό αέρα, ώσπου «όλα επέστρεφαν ολοζώντανα», μαζί με τη θέρμη και την υγρή λάμψη της σάρκας. Το ερείπιο ξαναγίνεται σώμα.

Η μύηση και η μορφή του Δανιήλ

Από εδώ αρχίζει η άλλη μεγάλη κίνηση της νουβέλας, η επιστροφή στη μύηση. Οι τρεις έφηβοι είχαν πρωτοπλησιάσει το χαμάμ μέσα σε μια ατμόσφαιρα φημών, περιέργειας και φόβου. Ο χώρος ανήκε σε μια ασαφή ζώνη της μικρής κοινωνίας, γνώριμη και συγχρόνως περιβεβλημένη από ψιθύρους. Τα αγόρια ήξεραν αρκετά ώστε να προσδοκούν και ελάχιστα ώστε να γνωρίζουν τι ακριβώς προσδοκούσαν. Η μύηση έχει αρχίσει ήδη με την είσοδό τους, με τη γύμνια, τα ξύλινα τσόκαρα, τα σώματα γύρω τους, την αλλαγή της θερμοκρασίας και της ακοής. Σε κάθε επόμενη επίσκεψη ο βηματισμός γίνεται βεβαιότερος και τα τσόκαρα ακούγονται δυνατότερα. Το σώμα μαθαίνει τον χώρο και ο χώρος εγγράφεται στο σώμα.

Στο κέντρο του βρίσκεται ο Δανιήλ, μια μορφή που συγκροτείται κυρίως από μικρές, επίμονες λεπτομέρειες, ψηλόλιγνος, σκούρος, αυστηρός, «παλαιός άνθρωπος στις χειρονομίες και στην έκφραση», με καθαρά ρούχα, λιγοστές κουβέντες, τον ιδιαίτερο ρυθμό της ντοπιολαλιάς, τον σουγιά που λειαίνει ένα ξυλαράκι για να το κάνει οδοντογλυφίδα. Η δύναμη της παρουσίας του προέρχεται ακριβώς από αυτή την υλικότητα. Ο αφηγητής τού προσδίδει σταδιακά μυητικό κύρος, κρατώντας διαρκώς μέσα στην εικόνα το ανθρώπινο σώμα που το φέρει.

Το ίδιο αμφίσημη είναι και η θέση του στην κοινότητα. Ο Δανιήλ συνομιλεί με ιερείς και επαγγελματίες, κυκλοφορεί μέσα στον κοινωνικό ιστό, ενώ γύρω από το όνομά του σχηματίζεται μια περιοχή επιφυλάξεων, μισόλογων και κρυμμένων μορφασμών. Ο ώριμος Μιχάλης διαβάζει εκ των υστέρων σε αυτή την ατμόσφαιρα ένα κράμα σεβασμού και δέους. Ο Δανιήλ βρίσκεται μέσα στην κοινότητα και συγχρόνως λίγο έξω από τους ευκολότερους κανόνες της, ακριβώς στη θέση από όπου μπορεί να γίνει φορέας μιας διαφορετικής γνώσης του σώματος και της επιθυμίας.

Η γνώση αυτή συμπυκνώνεται στη φράση που θα ακολουθεί τον Μιχάλη σε ολόκληρη τη ζωή του. «Αυτός που δεν έχει το θάρρος των αισθημάτων του μένει σακάτης. Να το καταλάβεις μια μέρα αυτό», του λέει ο Δανιήλ, και ο ώριμος αφηγητής εξακολουθεί να σκύβει το κεφάλι όταν θυμάται τα λόγια του, ομολογώντας πως η πλήρης σημασία αυτού του «θάρρους των αισθημάτων» μένει ακόμη ανοιχτή γι’ αυτόν. Η φράση αποκτά τη δύναμη μιας αδρής ηθικής της επιθυμίας, όπου το συναίσθημα ζητά αναγνώριση και η αναγνώριση θάρρος, ενώ η διδασκαλία συνεχίζεται πολύ πέρα από τη στιγμή που εκφωνήθηκε, αφού ο έφηβος την ακούει και ο ώριμος άνδρας εξακολουθεί, τριάντα χρόνια αργότερα, να τη μαθαίνει.

Το «βράδυ των παιδιών» αποκτά κάτω από αυτό το φως μια σημασία πολύ ευρύτερη από μια ιστορία σεξουαλικής αφύπνισης. Η εμπειρία αφορά την επιθυμία και συγχρόνως τη γύμνια, την αμηχανία, τα διαφορετικά σώματα, την ηλικία, την τρυφερότητα, τη φροντίδα, τις ασυμμετρίες ανάμεσα στους μεγαλύτερους και στους νεότερους, το παιχνίδι και τη σιωπή, έτσι ώστε η μύηση να συντελείται μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα αισθήσεων και σχέσεων. Ο Δανιήλ αποτελεί την κεντρική μορφή αυτού του κόσμου, με το κύρος του οικοδεσπότη, την ισχύ του μεγαλύτερου, τη γνώση εκείνου που έχει δει περισσότερα σώματα και ακούσει περισσότερες ιστορίες, και συγχρόνως με τη δική του ανθρώπινη συμμετοχή στην επιθυμία που κυκλοφορεί μέσα στον χώρο.

Παράλληλα, τον κρατά ριζωμένο στην καθημερινή ύλη. Η σοφία του μυρίζει σαπούνι, ιδρώτα, καφέ και υγρασία, φορά καθαρό πουκάμισο, σέρνει ξύλινα τσόκαρα, κάθεται κάτω από τη μουριά, θυμώνει, επιθυμεί, παρατηρεί. Το μυητικό και το καθημερινό μένουν αχώριστα, όπως αχώριστα παραμένουν και στην τελετουργικότητα του τελευταίου βραδιού, όπου οι φαλλόσχημοι άρτοι, το ζεστό γάλα, τα πειράγματα και οι γκριμάτσες φέρνουν το αρχαϊκό σύμβολο δίπλα στην παιδικότητα και στο γέλιο. Η αφήγηση επιτρέπει στο υψηλό και στο γελοίο να κατοικούν στην ίδια σκηνή, προστατεύοντας την εμπειρία από τη σοβαροφανή εξιδανίκευση.

Το πρωινό έχει διαφορετικό τόνο. Ο Μιχάλης ξυπνά και αισθάνεται το σώμα του σαν καινούριο, σαν να είχε λυθεί και συναρμολογηθεί ξανά από τεχνίτες, και αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη στιγμή της μύησης, επειδή το σώμα αποκτά γι’ αυτόν μεγαλύτερη αξία και κύρος. Το σώμα της αμηχανίας, της σύγκρισης, της εφηβικής επίδειξης και της περιέργειας γίνεται σώμα βιωμένο. Αμέσως έπειτα οι φίλοι πλένονται και μιλούν για ασήμαντα πράγματα, σαν η γλώσσα να επιστρέφει στην προστατευτική καθημερινότητά της τη στιγμή που η εμπειρία έχει ήδη ξεπεράσει τις δυνατότητές της.

Αυτή η σιωπή θα τους ακολουθήσει. Τριάντα χρόνια αργότερα, η αμηχανία απέναντι στο χαμάμ, η επιλεκτική λήθη και οι υπεκφυγές αποτελούν την ώριμη μορφή εκείνου του πρωινού, και η παλιά πρόβλεψη του Δανιήλ, «όλα θα τα ξεχάσετε», επαληθεύεται με έναν τρόπο που η ίδια η νουβέλα μετατρέπει σε ειρωνεία της μνήμης. Η σειρά των γεγονότων έχει θολώσει, πολλές εικόνες χάθηκαν, η ενήλικη ζωή σκέπασε τα παλιά συμβάντα, ενώ το σώμα εξακολουθεί να κρατά μια μυρωδιά, ένα σημάδι, μια κρεατοελιά, έναν ήχο. Η λήθη γίνεται έτσι το σκοτεινό περιβάλλον της μνήμης, εκείνο μέσα στο οποίο λίγα ίχνη αποκτούν παράδοξη αντοχή.

Το χαμάμ αποτελεί επομένως κάτι περισσότερο από τόπο ερωτικής μύησης. Είναι η αρχιτεκτονική μορφή αυτής της μνημονικής διαδικασίας, ένας κλειστός χώρος με διαδοχικά δωμάτια, θερμότητα, υγρασία, ατμό, γύμνια, εισόδους και εξόδους, όπου ο έφηβος αφήνει τα ρούχα του, εκτίθεται, βιώνει, πλένεται, ντύνεται και επιστρέφει στην πόλη κουβαλώντας μαζί του εκείνο που φαινομενικά άφησε πίσω. Τριάντα χρόνια αργότερα ο ώριμος Μιχάλης πραγματοποιεί την ίδια διαδρομή αντίστροφα, επιστρέφοντας από την πόλη στον εγκαταλελειμμένο χώρο για να συναντήσει όσα είχαν κάποτε μείνει μέσα στους ατμούς του. Η πρώτη είσοδος οδηγούσε προς την εμπειρία, η δεύτερη προς τη μνήμη της εμπειρίας, και ανάμεσά τους βρίσκεται μια ολόκληρη ζωή.

Από το χαμάμ στη θάλασσα

Ήδη όμως μέσα στην παλιά ζωή του χαμάμ έχει αρχίσει να εμφανίζεται η θάλασσα. Όταν εύχονται στον Δανιήλ να ζήσει αρκετά ώστε να «κάνει άντρες» και τα παιδιά τους, εκείνος προβλέπει πως το χαμάμ θα κρατήσει λίγα ακόμη χρόνια και πως «τα παιδιά σας θα πααίνουνε στις παραλίες, στη θάλασσα». Η παρατήρηση καταγράφει μια πραγματική αλλαγή συνηθειών και συγχρόνως προαναγγέλλει μια βαθύτερη μετατόπιση του βιβλίου, από τον κλειστό χώρο της σωματικής κοινωνικότητας στον ανοιχτό χώρο της ακτής, από την προστατευμένη γύμνια του ατμού στην έκθεση του σώματος στο φως. Ο Δανιήλ έχει ήδη προφέρει τη θάλασσα πριν η αφήγηση τον οδηγήσει εκεί.

Ο θάνατός του, αντίθετα, φτάνει στον Μιχάλη σαν παλιά πληροφορία, σχεδόν σαν κάτι που θα έπρεπε ήδη να γνωρίζει. Η αναζήτηση του τάφου οδηγεί στο οστεοφυλάκιο, όπου τα οστά πολλών ανθρώπων βρίσκονται ανακατεμένα, και ο αφηγητής διατυπώνει με το χαρακτηριστικό μακάβριο χιούμορ του τη σκέψη πως αυτή η στενή ανάμειξη θα μπορούσε να αποτελεί για τον Δανιήλ ένα είδος μεταθανάτιας δικαίωσης, μια οριστική ένταξη στην κοινωνία απαλλαγμένη από τις επιφυλάξεις που συνόδευαν την παρουσία του όσο ζούσε. Η εικόνα λειτουργεί συγχρόνως ως αντίστροφο του χαμάμ. Εκεί κάθε σώμα είχε μοναδικότητα, θερμοκρασία, μυρωδιά, τρίχες, πληγές, σημάδια και βάρος. Στο οστεοφυλάκιο τα σώματα έχουν γίνει κοινή, ανώνυμη ύλη. Η αφήγηση παραλαμβάνει τον Δανιήλ από αυτή την ανωνυμία και του δίνει μια διαφορετική μορφή επιβίωσης.

Όταν οι πρακτικές υποχρεώσεις στο νησί τελειώνουν, ο Μιχάλης αποφασίζει να ταξιδέψει στα Χανιά για να συναντήσει τον Ιορδάνη, και η επιθυμία του είναι η απλούστερη δυνατή, να σφίξει τον γιο του στην αγκαλιά και να του δώσει δυο-τρία φιλιά «στο άσχετο». Η εφηβεία του παιδιού είχε ανοίξει στον πατέρα τον δρόμο προς τη δική του εφηβεία, και η επιστροφή στη μνήμη εκείνου του σώματος γεννά τώρα μια νέα δυνατότητα τρυφερότητας. Η αναδρομή αποκτά έτσι φορά προς το παρόν και προς το μέλλον. Το ταξίδι μέσα στα ερείπια επιστρέφει στον ζωντανό χρόνο. Και ακριβώς τότε ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα.

Η τελευταία σκηνή απομακρύνεται από την πιθανή ανασύσταση ενός πραγματικού γεγονότος και αποκτά την ελευθερία του οράματος. Νέοι με θύρσους, κισσό, κοντάρια και βάγια, άντρες που σηκώνουν το φορείο του Δανιήλ, γυναίκες και γνώριμες μορφές του χαμένου κόσμου σχηματίζουν μια πομπή προς την ακτή, συνδέοντας μέσα στην ίδια εικόνα εορτή, λιτανεία, θρίαμβο και νεκρική εκφορά. Η αμφισημία αποτελεί την ουσία της σκηνής. Ο Δανιήλ μεταφέρεται σαν νεκρός και συγχρόνως βρίσκεται ολοζώντανος, φέρει το κύρος ενός γέροντα που τιμάται και οδηγείται σε μια παραλία όπου λίγο αργότερα όλοι θα τρώνε, θα μιλούν, θα γελούν και θα κάνουν, με την υπέροχα απομυθοποιητική ακρίβεια του αφηγητή, «ό,τι κάνουν δηλαδή οι άνθρωποι στις παραλίες».

Η καθημερινότητα σώζει έτσι την πομπή από τη βαρύτητα της αποθέωσης. Το μυθικό μέγεθος που προσφέρει η μνήμη στον Δανιήλ επιστρέφει στη σάρκα. Η ιδιωτική εμπειρία έχει μετατραπεί σε ανοιχτή εικόνα και η μνήμη, έχοντας αρχίσει από θραύσματα, αναλαμβάνει τώρα πλήρως τη δημιουργική της δύναμη.

Ο μέλλοντας της αφήγησης

Εδώ συναντούμε και την τολμηρότερη χρονική μετατόπιση της νουβέλας. Ο νεκρός Δανιήλ περνά στον μέλλοντα. «Δεν θα τους ακούει», «θα γυρίσει το κεφάλι προς τη δύση», «θα κλείσει τα μάτια», «θα τ’ ανοίξει πάλι». Η γραμματική αντιστρέφει τη φυσική φορά της ανάμνησης και παραχωρεί σε έναν άνθρωπο του παρελθόντος τον χρόνο του «θα». Ο πραγματικός Δανιήλ έχει πεθάνει και το όνομά του υποχωρεί από τη συλλογική μνήμη· μέσα στην αφήγηση όμως αποκτά μέλλον, αφού θα γυρίζει το κεφάλι προς τον ήλιο κάθε φορά που η ανάγνωση θα φτάνει σε εκείνη την τελευταία ακτή. Ο μέλλοντας γίνεται χρόνος λογοτεχνικής επιβίωσης.

Και ύστερα από θύρσους, βάγια, φορεία και τελετουργικές εικόνες, η νουβέλα επιλέγει να κρατήσει τον Δανιήλ μέσα στην πιο μικρή και πιο υλική χειρονομία. Κοιτάζει τον ήλιο που γλιστρά πίσω από το μικρό σύννεφο των υδρατμών και απλώνει με τη γλώσσα «μία λεπτή επάλειψη σάλιου στα στεγνά χείλη του». Στόμα, γλώσσα, σάλιο, ξηρότητα, μια κίνηση σχεδόν αόρατη, και μέσα της ολόκληρη η επιμονή του έργου στο σώμα, σαν η αφήγηση να προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αφαίρεση του συμβόλου σώζοντας εκείνο που φαίνεται ασήμαντο.

Το σώμα γίνεται αρχείο χρόνου, ενώ η γλώσσα αναλαμβάνει μια ανάλογη λειτουργία, καθώς η σημερινή, αστική, αυτοσαρκαστική φωνή του Μιχάλη συνυπάρχει με τη λαλιά του Δανιήλ, και το «θα ζγει και θα βασιλεύγει» ή το «θα πααίνουνε στις παραλίες» σώζει μαζί με το νόημα το άκουσμα μιας φωνής και μαζί της έναν κόσμο που έχει πάψει να υπάρχει με την παλιά του μορφή.

Επίλογος: Η δεύτερη μύηση

Υπό αυτό το φως αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και η συγγραφική σημείωση που προηγείται της έκδοσης και δηλώνει πως όλα τα πρόσωπα, μαζί και ο αφηγητής, είναι επινοημένα και συγχρόνως αυτοτελή απέναντι στον δημιουργό τους. Ο Μιχάλης ζητά να αντιμετωπιστεί ως αυτόνομη μυθοπλαστική συνείδηση, με τις δικές της μνήμες, υπεκφυγές, επιθυμίες και ανάγκες ανασύνθεσης, και το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου μετατοπίζεται έτσι από την εξωτερική βεβαιότητα του τι ακριβώς συνέβη προς την πολύ πιο γόνιμη περιοχή όπου ένας άνθρωπος, τρεις δεκαετίες αργότερα, επιχειρεί να δώσει μορφή σε όσα συνέβησαν μέσα του.

Η νουβέλα υπερβαίνει έτσι το γνώριμο σχήμα μιας αφήγησης ενηλικίωσης, αφού η πρώτη ενηλικίωση έχει ήδη συντελεστεί πολύ πριν αρχίσει το ταξίδι του Μιχάλη, και αυτό που διακυβεύεται τώρα είναι μια δεύτερη, αναδρομική μύηση, κατά την οποία ο ώριμος άνθρωπος επιστρέφει στη στιγμή της πρώτης σωματικής του γνώσης και ανακαλύπτει τη θέση που εκείνη εξακολουθεί να κατέχει μέσα στη σημερινή του ταυτότητα.

Εκεί ακριβώς, τη στιγμή που ο Μιχάλης μπορεί πια να εγκαταλείψει το νησί και να στραφεί προς τον γιο του, η αφήγηση οδηγεί τον Δανιήλ στη θάλασσα, από το χαμάμ που κράτησε μέσα στους ατμούς του τη μυστική θερμοκρασία των σωμάτων προς τον ανοιχτό ορίζοντα όπου το φως καταργεί τα τοιχώματα, ώστε η φράση Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, με τη σχεδόν παιδική καθαρότητα της σύνταξής της, να χωρέσει τελικά ολόκληρη την απόσταση από το σώμα στη μνήμη, από τον ατμό στον ορίζοντα, από τη φθορά στην εικόνα και από το «ήταν» στο «θα είναι». Ο Μιχάλης, έχοντας αρχίσει το ταξίδι του μαντεύοντας περισσότερο παρά βλέποντας το νησί, φτάνει να μαντέψει με την ίδια βαθιά αισθητηριακή ακρίβεια τον νεκρό Δανιήλ και να δείξει πως κάποτε η λογοτεχνία αρχίζει ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η μνήμη, έχοντας χάσει τη βεβαιότητα του γεγονότος, αποκτά τη λάμψη της μορφής.

*

©Δημήτριος Μποσνάκης

✳︎ 

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 24) Στην Πάτμο.


(Με τον αδελφό μου Λάμπρο, στη Χώρα της Πάτμου, αρχές δεκαετίας του '90.)

Πρωτοπήγα το φθινόπωρο του 1987. Μαζί με τα Ιεροσόλυμα ο αγαπημένος τόπος ταξιδιών της νονάς μου της Φροσύνης, ίσως γι’ αυτό θεωρούσα την Πάτμο, τόσο άδικα, προορισμό θρησκευτικού τουρισμού. Πήγα για ένα Σαββατοκύριακο και μάλιστα στο σπίτι της Γεωργίας Οικονόμου στη Χώρα, εκεί όπου συστηματικά κατέλυε και η νονά. Για τούτο το σημείωμα έχω μεγάλη δυσκολία να είναι ευσύνοπτο. Όποια μου εικόνα ή σκέψη παρασέρνει μεγάλη αρμαθιά από κοντινές της. Τα επόμενα δώδεκα χρόνια σχεδόν δεν θα ταξίδευα πουθενά αλλού. Ελάχιστα στην Αθήνα, καν στη Ρόδο. Μα και ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο ελεύθερο να είχα πεταγόμουν εκεί. Ή στην Κω χωμένος στο φροντιστήριο ή στην Πάτμο. Διήμερα αργιών, Χριστούγεννα – Πάσχα, για ένα μήνα τον Αύγουστο. Σε περίπτερα ή μαγαζιά, όσοι δεν με γνώριζαν, η πρώτη τους ερώτηση, «Πού εργάζεστε, κύριε;» έδινα την εντύπωση μόνιμου κατοίκου. Οι φίλοι, η παρέα, ταξίδευαν εκτός Ελλάδος, από δω - από κει, εμένα δεν με δελέαζε τίποτε. Και εντάξει ο χαρακτήρας μου, όμως το θυμάμαι κάθε φορά, είτε με τη μηχανή βγαίνοντας απ’ το πλοίο είτε με το αυτοκίνητο, κοίταζα ψηλά προς τη Χώρα και γέμιζαν τα μάτια μου δάκρυα. Κι αφού ακόμα κυλούσαν οι μέρες εκεί, το ρίγος που με συνέπαιρνε συχνά: μα κάποιος να με τσίμπαγε, δεν ήτανε πραγματικότητα∙ ήταν όνειρο ο τόπος αυτός.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 22) Με τη στολή των πολιτών.


Μετακόμισα Κω τον Ιούλιο του 1987. Με τα λιγοστά έπιπλα του φοιτητικού μου δωματίου, στο μικρό εσωτερικό της νονάς, ένα γραφείο και το κρεβάτι μου, παλαιικά κάπως, αγορασμένα από Μοναστηράκι, επίσης μία ανθοστήλη –την έχω ακόμα στο τωρινό καθιστικό μου- και τις καμιά ογδονταριά γλάστρες από τα φοιτητικά μπαλκόνια μου, στοιβαγμένες πια στο αυλίδι του ακάλυπτου της νονάς, κι όσες απ’ αυτές επέζησαν, τις κουβάλησα κι εδώ,  αφότου εγκαταστάθηκα, στο σπίτι μου, τον Αύγουστο του 1994.
Τους μήνες από το καλοκαίρι του 1987 μέχρι τον Ιανουάριο του 1988 που παρουσιάστηκα, σαν να 'χασα τον χρόνο. Διάβαζα πολύ, μόνο λογοτεχνία, η συγκατοίκηση με τη νονά, τη νανά μου, ήταν παραπάνω από αρμονική. Θυμάμαι να λέω του Θανάση, «Εδώ (σε αντίθεση με την Αθήνα) ο χρόνος, οι μέρες δεν κυλάνε σαν... κάτουρο». Βυθιζόμουν σε πολύ δικά μου πράγματα. Θυμάμαι κάτι μαγικές ξεναγήσεις της μακαρίτισσας Χάριτος Κάντζια, αρχαιολόγου στο νησί, στ’ απομεινάρια του θεάτρου στον Αμπάβρη, πίσω απ’ τη Ρωμαϊκή Οικία, την Casa Romana, μεγάλες βόλτες με πολλές στάσεις, ένα βαθύ παλιό πηγάδι ακόμα σε χρήση που σχετιζόταν με το αρχαίο υδραγωγείο της Βουρίνας, λεπτομέρειες: το κεραμικό ειδώλιο εντοιχισμένο σε περίβολο χτήματος, τη χαβούζα με τις ένθετες στα πλευρά της μουσουλμανικές επιτύμβιες στήλες, την αυλόθυρα με την επιγραφή στο υπέρθυρό της σε αραβικό αλφάβητο «Αυτή η θύρα είναι τόσο όμορφη που θα στέκει εδώ για πάντα», κάπως έτσι η μετάφραση, τη θρυμμάτισε ο μεγάλος σεισμός του 2017. Συνδυασμένες αυτές οι βόλτες με τον άλλο μυθικό τόπο, το Γενί Χαμάμ της Ρόδου, και ιδού η πρώτη λεία του «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα»… Τα πράγματα έχουν ποίηση, όλα τα πράγματα. Την ανακαλύπτουμε, και διαστέλλεται στη συνείδησή μας ο χρόνος. Δεν υπάρχει αυθεντικότερη εμπειρία.

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

16 Ιουνίου 2019: δέκα χρόνια μπλογκ Αντώνης Νικολής.

Ήτανε κάποια μέρα τον Ιανουάριο του 2009, ανέβαινα Αθήνα, κι ενώ είχα πολύ λίγες ώρες πριν από την πτήση, μου τηλεφωνεί η Ιωάννα Μπλάτσου, η δημοσιογράφος, θα κάναμε μία συνέντευξη τότε, μου ζήτησε ορισμένες πληροφορίες-φωτοτυπίες απ' το αρχείο μου. Έτρεχα με πολύ άγχος να προλάβω αλλά και να μη χαθεί τίποτε απ' τους φακέλους, με βλέπει ο αδελφός μου ο Θανάσης -ήτανε στο φόρτε τους τα blogs εκείνα τα χρόνια, τα ιστολόγια ή online ημερολόγια-, μου λέει, λοιπόν, γιατί δεν μεταφέρεις όλα τα ντοσιέ (συνεντεύξεις, κριτικές, κείμενα παράλληλα ή επεξηγηματικά) σ' ένα μπλογκ, να είναι άμεσα προσιτά σε όποιον για τον έναν ή τον άλλο λόγο ενδιαφέρεται για τα έργα σου. Στην ουσία θα χρησιμοποιούσα τον χώρο του blog (ιστολόγιου) ως site (ιστοσελίδα ή ιστότοπο), και για άλλους λόγους και γιατί ήταν πολύ ευκολότερος στη χρήση του.
Η πρώτη ανάρτηση έγινε την Τρίτη 16 Ιουνίου του 2009. Έκτοτε, προστέθηκαν άλλες περίπου 760 (καμαρώνω ιδιαίτερα τις κατηγορίες / ετικέτες: Όμηρος - ο πρώτος μυθιστοριογράφος, Αρχαίο μυθιστόρημα, Δεύτερη Σοφιστική, Λουκιανός - ο Σύρος αττικιστής), ενώ οι επισκέψεις των αναγνωστών πλησιάζουν τις 76.000.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7) Με τον παππού Αντώνη.



Ο παππούς Αντώνης (Νικολής του Χαραλάμπους - η απόλυτη συνωνυμία), (1902-1987), πατρικός παππούς εννοείται, ανήκε στη γενιά των Νεοελλήνων την περιβόητη του 30, απ’ όσες τουλάχιστον πρόλαβα ίσως τη γενιά με τις ισχυρότερες προσωπικότητες. To επίθετο Νικολής, εξέλιξη ή απλοποίηση του Μαστρονικολής, όπως και τα συγγενικά του με πρώτο συνθετικό το μαστρο-, δηλώνει προέλευση από οικογένεια τεχνιτών. Και πράγματι, γιος κι εγγονός σιδερά (με μακρινή καταγωγή από Κρήτη), -ήμαστε οι σιδεράδες του χωριού της Κεφάλου-, ο ίδιος θα προαχθεί, θα βγει από το μαστορόσοο, ανάμεσα στους ελάχιστους μορφωμένους συνομηλίκους του του νησιού, τέλειωσε το γυμνάσιο της Καλύμνου, όταν ακόμη δεν υπήρχε γυμνάσιο στην Κω.

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Το οριστικό τέλος μιας συνεργασίας.

Δε θέλω να καταγράψω εδώ τα συναισθήματά μου. Είναι πια -το λιγότερο να πω- αρνητικά, και οι αιτίες που τα προξένησαν αρκετές και πολύ σοβαρότερες απ' αυτήν που σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή μου (ραδιόφωνο Amagi, εκπομπή Αντιφάσεις, 21-5-2017) ανέφερα.
Βάσει ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού που μόλις υπογράφηκε (από εμένα και τους υπευθύνους της εκδοτικής εταιρείας Τὸ Ροδακιὸ), τα δικαιώματα της Διονυσίας έχουν ήδη αποδεσμευτεί, και με τη λήξη των πενταετών συμβολαίων τους το ίδιο θα συμβεί και για τον Δανιήλ, το 2018, και για τον Μισθοφόρο, το 2020.

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Μυστική δική μου Ρόδος.

Βρέθηκα στη Ρόδο αυτές τις μέρες, για μία επέμβαση ρουτίνας στη μητέρα μου.
Σημαδιακές επέτειοι φέτος: είκοσι χρόνια από την πρώτη φορά στην Κρήτη, σαράντα από την αντίστοιχη στη Ρόδο. Ήτανε το 1977, μάλλον Μάιος, σε σχολική εκδρομή της Β’ Λυκείου. Τι έξαψη, πόση μαγεία. Οι πόλεις είναι ή γίνονται μετωνυμίες για πολλά πράγματα της νόησης, της ποιήσεώς μας –κατά το καβαφικόν. Σχετικά πρόσφατα εξιχνίασα ο ίδιος μερικά από τα εντονότερα αισθήματα που μου γέννησε αυτή η πόλη, που πάντοτε τιμώ ως τη δική μου, την καταδική μου πρωτεύουσα.
[Να υπενθυμίσω πάντως κι εδώ τη ρήση του Μίλαν Κούντερα, “Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του” (Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153). Αξιοποιεί δηλαδή το πραγματολογικό ή άλλο υλικό της εμπειρίας του, όμως δεν αυτοβιογραφείται, ακόμα κι όταν ισχυρίζεται ότι κάνει κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας αφηγείται, δε λέει απλώς ιστορίες∙ ο καλός μάλιστα, περισσότερο κι απ' αυτό, δημιουργεί ύφος, δίνει μορφή και ρυθμό στο έργο του.]

Ο ήρωας στο Σκοτεινό Νησί (2008, μεταγραφή θεατρικού του 2001) ανακαλεί εικόνα της Ρόδου (κυρίως από την πλατεία Ιωάννη Ζίγδη, όπου και η Ακαδημία) για την απολεσθείσα Εδέμ, τη ζωή στον πλανήτη προ οικολογικής καταστροφής.

Θα του πω ένα παραμύθι. Ένα ειδυλλιακό στιγμιότυπο, να τον γλυκάνω. «Στα πολύ πολύ παλιά χρόνια» αρχίζω να του λέω, εκείνος παίρνει βαθιά ανάσα, ησυχάζει. «Μια φορά κι έναν καιρό. Πριν από την καταστροφή. Δεκάδες χρόνια πριν. Μια μικρή πλατεία. Απόγευμα. Νωρίς το απόγευμα. Γυρίζουμε, λέει, από την παραλία. Είμαστε εσύ κι εγώ. Φοράμε μόνο το μαγιό. Περπατάμε ξυπόλητοι, κρατάμε τα παπούτσια μας στα χέρια. Ο ήλιος μάς στεγνώνει. Λεπτές άσπρες γιρλάντες το αλάτι στους ώμους σου. Όπως προχωράμε και χαζολογάμε, ο ήλιος κάνει απαλές σκιές στην πλάτη σου, ως κάτω στα δυο λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής σου στήλης, δυο μικρές γούβες σκιά. Όλο και σου ρίχνω εγώ πονηρές ματιές. Εσύ είσαι όμορφος. Καθίζουμε σ’ ένα καφενείο. Υπαίθριο. Υπαίθριο… μ’ ακούς; Υπαίθριο, υπαίθριο! Ανέμελοι! Ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανέμελους. Να πιούμε κάτι, να δροσιστούμε. Αρωκαρίες ψηλές και φοίνικες και πεκούνιες ανθισμένες, όλα τα χρώματα, και λιγούσχρα κλαδεμένα ολόγυρα στα παρτέρια, χαμηλοί φράχτες. Κυλούνε δυο ρυάκια στο στέρνο σου και έχεις λίγη υγρασία ανάμεσα στα σκέλη, μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα, να είναι ιδρώτας. Έρχεται το γκαρσόνι, ένας τρυφερούλης σαν ούτε τριάντα πέντε χρονών. Και παραγγέλλουμε να πιούμε ποτά. Δεν ξέρω τι ποτά. Ή μήπως αφεψήματα; Όχι, ναι. Καφέ παραγγέλλουμε. Που φτιάχνεται, λέει, από πραγματικό καφέ. Που τον φέρνουνε, τον καφέ, από μια άλλη ήπειρο, που τον αλέθουνε στη βόρεια άκρη της δικής μας, και που τον ψήνουν, λέει, για την πάρτη μας, στη νότια άκρη της ηπείρου μας, εδώ. Και μια κοιτάζω τους μικρούς νευρικούς παλμούς στους μυς των μπράτσων σου, απέναντί μου, μια τους άλλους θαμώνες (τι ποικιλία τα πορτρέτα), άλλοι με ακάλυπτα κεφάλια όπως κι εμείς, αναμαλλιασμένοι από το νερό και το αλάτι, άλλοι με καπέλα, άλλοι ημίγυμνοι, άλλοι σχεδόν γυμνοί. Έχεις προσέξει σε κάτι αρχαία φιλμ τι χρώμα είχε το ηλιοκαμένο δέρμα; Βλέπεις και τώρα καμιά φορά κανέναν τυχαίο ηλιοκαμένο, αλλά καμία σχέση, αυτοί είναι γεμάτοι εξανθήματα κι εγκαύματα…»  

Το χαμάμ του Δανιήλ, στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (άνοιξη 2009) είναι σίγουρα η φανταστική μικρότερη εκδοχή του Γενί Χαμάμ της πλατείας Αρίωνος στην Παλιά Πόλη.

Η Ρόδος, και πάλι, σ’ ένα διήγημα που μου ζητήθηκε για τη LiFO, το καλοκαίρι του 2012. (Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου. 17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO. 18.7.2012. The Summer fiction issue. Μια μικρή εκδοχή του κόσμου. Από τον Αντώνη Νικολή. Ένα διήγημα για την Κω.)


(…) παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου (…)

Στον Μισθοφόρο (2012-2015) οι εικόνες της Ρόδου συμφύρονται με πράγματα του ασυνειδήτου. Εκεί θα καταφύγει ο Ηλίας για να εξαφανίσει τα τεκμήρια του φόνου, αλλά κι εκεί θα νιώσει την αφύπνιση του ερωτισμού του.

Περπάταγε, ύστερα, ανάμεσα σε αποβιβασμένα φορτηγά και γιωταχί, λίγους πεζούς, σκυμμένος, έπειτα στον παραλιακό με τα άθλια διώροφα, το φως της Ρόδου είναι σαν πιο κίτρινο, στη μνήμη γίνεται γλυκιά ώχρα, βυθιζόταν κι άλλο μέσα του, μετά τη στροφή του πρώτου κόλπου, όπου το παλιό λιμάνι, κι από κει και πέρα η διαδρομή παράλληλα προς το κάστρο ως την Πύλη της Ελευθερίας και τη μικρή γέφυρα με την αβαθή τάφρο κάπως θα τον αποσπούσε, όλα γίνονταν πιο οικεία, σε λίγο θα τον δρόσιζε κι η απόληξη του πάρκου στις παρυφές του κάστρου, οι βαθύσκιωτοι φίκοι στο απέναντι πεζοδρόμιο, θα σήκωνε το βλέμμα προς το Μαντράκι και την παραλιακή λεωφόρο. Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του δίχως να συσπώνται οι μύες του προσώπου, σαν από μόνοι τους οι αδένες, δίχως συναισθήματα, εκτός από την κάπως ανακουφιστική εντύπωση του βλέμματος που ξανοιγόταν στον ανοιχτό ορίζοντα της πόλης. 

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ο Δανιήλ, η Διονυσία, ο Μισθοφόρος τούς κρίνουν.

Αναφέρομαι σ' όσους καμώνονται τους κριτικούς ή τους... παράγοντες περί τη λογοτεχνία.

Νομίζουν, λοιπόν, οι αδαείς ετούτοι ότι αυτοί θα κρίνουν τον Δανιήλ, τη Διονυσία, τον Μισθοφόρο.
Τουναντίον. Και μάλιστα τους ανταποδίδεται το ίσον. Το όποιο ίσον.
Ζητήστε τους να τα εκτιμήσουν, κι απολαύστε τους να αποτιμούν (φιλολογικά) τους εαυτούς τους.

Να θυμάστε, είχα πάντοτε συναίσθηση των παραπάνω, και ούτω πως αξιολογούσα (από άποψη φιλολογική) ανθρώπους, περιοδικά ή άλλα μέσα, τα διάφορα μίζερα παρεάκια, το σινάφι τέλος πάντων.

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Η συνέντευξη στις «Αντιφάσεις».

Ολόκληρη η συνέντευξη της περασμένης Κυριακής 21 Μαΐου, όπως την ανάρτησε ο Άντης Ζέρβας
στη σελίδα (fb) των Αντιφάσεων. Να τον ευχαριστήσω ακόμα μια φορά. Ευγενής και ανεπιτήδευτος, μου επέτρεψε να εκφραστώ με πολλή εσωτερικότητα.


Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Απόψε οκτώ με δέκα στον Amagi, στις "Αντιφάσεις" του Άντη Ζέρβα.


Ο Άντης Ζέρβας (και εδώ) σημείωσε το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης στη σελίδα (fb) της ραδιοφωνικής εκπομπής του "Αντιφάσεις": "Πριν λίγες μέρες τελείωσα συνεπαρμένος το δεύτερο βιβλίο του, την "Διονυσία". Έχοντας διαβάσει και τον "Θάνατο του Μισθοφόρου" και το "Ο Δανιήλ Πηγαίνει Στην Θάλασσα", νομίζω ότι ο Αντώνης Νικολής (Antonis Nikolis) είναι ένας συγγραφέας για τον οποίο και με τον οποίο θα έπρεπε να μιλάμε περισσότερο. Ξεκινώντας από αυτή την Κυριακή, στις 8, στις Αντιφάσεις."

Απόψε 20.00 με 22.00, λοιπόν, στις "Αντιφάσεις" / (Amagi Radio).

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

«Ο μισθοφόρος» του Αντώνη Νικολή είναι ανάμεσά μας.




«Ο μισθοφόρος» του Αντώνη Νικολή είναι ανάμεσά μας

Ο πολυγραφότατος κι όμως άκρως λεπτολόγος συγγραφέας μας έδωσε το καινούργιο αξιοδιάβαστο μυθιστόρημα «Ο θάνατος του μισθοφόρου», από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό»


O Αντώνης Νικολής μού έδωσε τη συνέντευξη που ακολουθεί στο «συνήθη τόπο του εγκλήματος», το καφενείο «Πανελλήνιο».

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Ταξίδι επιστροφής προς τη θάλασσα.


alt 












Για τη νουβέλα του Αντώνη Νικολή Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (εκδ. Το Ροδακιό).
Της Άλκηστης Σουλογιάννη
Με αφορμή μια συμβολαιογραφική τακτοποίηση, ο Μιχάλης ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου στη διάσταση του εσωτερικού ανθρώπου, όπου πάντως παρεμβαίνει και το κοινωνικό προσωπείο του, επιστρέφει στις περιοχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας και προσπαθεί να ανακτήσει το περιεχόμενο του προσωπικού του παρελθόντος, δηλαδή στην ουσία επιχειρεί μια επίσκεψη στον προσωπικό του χωρόχρονο ξεφεύγοντας προσωρινά από το κειμενικό παρόν του. Τα χαλάσματα που ο Μιχάλης εντοπίζει στο εδώ-και-τώρα του κειμενικού κόσμου, αντιπροσωπεύουν τα εναπομείναντα τεκμήρια αυτού του προσωπικού χωρόχρονου, όπου οι περιπλανήσεις στα φυσικά και κυρίως στα εσωτερικά τοπία δεν καθιστούν τελικά εφικτή την πρόσβαση.
Ο Αντώνης Νικολής έχει οργανώσει μια εντυπωσιακή τοπιογραφία, όπου αποτυπώνεται παραστατικά αφενός το διασωθέν περιεχόμενο της μνήμης και αφετέρου το υλικό που προέρχεται από τις διεργασίες της φαντασίας και του ονείρου.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ θάνατος τοῦ μισθοφόρου∙ ὁ τελευταῖος ἔλεγχος.


Σήμερα τέλειωσα τὸν πολυτονισμὸ παράλληλα μὲ τὸν τελευταῖο (ἐξονυχιστικὸ) ἔλεγχο τοῦ κειμένου. Ἑτοίμασα καὶ τρία ἀποσπάσματα γιὰ προδημοσιεύσεις.
Νομίζω ὅτι διακρίνω πιὰ τὸ τί καὶ πῶς ἀπὸ τὸν Δανιὴλ στὴ Διονυσία ὣς καὶ τὸ μισθοφόρο.

Συγκίνηση: χαρὰ καὶ ἤπια μελαγχολία μαζί.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Δανιήλ στα τραπεζάκια έξω.

Ο καλός δημοσιογράφος Παντελής Βαλασόπουλος φωτογράφισε τον Δανιήλ και σημείωσε στο χρονολόγιο / τοίχο του (στο facebook): "Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Α. Νικολής. Ό,τι καλύτερο διαβάσαμε αυτό το καλοκαίρι."

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Καθημερινές λειτουργίες ενός χαμάμ / κριτική του ποιητή Θανάση Νιάρχου στα ΝΕΑ – βιβλιοδρόμιο για τον Δανιήλ.


ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 20-21 Ιουνίου 2015

(Φιληδονισμός και ενηλικίωση σε ένα ναό των αισθήσεων και των μυστηρίων της ζωής από τον Αντώνη Νικολή)

Δεν θα ήταν άστοχο να χαρακτηρίσει κανείς τη νουβέλα του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» άκρως «επικίνδυνη». Με την έννοια ότι θα μπορούσε, λόγω θέματος, να ξεγλιστρήσει σε μια αφήγηση απολύτως προκλητική. Ενώ τώρα το μέτρο και η ισορροπία, πρωτίστως η λέξη «οικονομία», όσον αφορά τη χρήση επίμαχων λέξεων, όπως λόγου χάρη «πουτσοκούλουρα», «καυλωτικό», «αρχίδια» ή «σπερματοθήκη», αναδεικνύουν την παραβατικότητα που κυριαρχεί, από την αρχή σχεδόν της νουβέλας έως το τέλος της, σε νόμο της ζωής. Δεν είναι άσχετη, σε σχέση με το μέτρο και την ισορροπία που σημειώσαμε, η ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να διαιωνίζεται ακόμη και μέσα από ιδιόλεκτες εκφορές της, όπως παρατηρούμε να χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα (για παράδειγμα στον Σωτήρη Δημητρίου).

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Κριτικό σημείωμα της Πηνελόπης Πετράκου για τον Δανιήλ [Με την υπογραφή του Έναστρον (βιβλιοκαφέ) / στο Diavasame.gr].




Ο Έλληνας στην παλαιότερη εκδοχή του, ειδικά ο κάτοικος της επαρχίας, δε λογάριαζε τίποτα, παρά μόνο τη ζωή. Όλες του οι συμφορές ήταν μες στο πλαίσιο της κανονικότητας της φύσης και ως τέτοιες τις αντιμετώπιζε. Ακόμη και την ύστατη συμφορά, τον θάνατο. Αυτό ήταν το εφόδιό του ενώ, πια, η επιστήμη έχει διαγνώσει, για να μην πω επινοήσει, σύνδρομα και φοβίες που απορρέουν από την ανικανότητά μας να εμπεδώσουμε το Δίκαιο που υπάρχει εκεί έξω.

Ο Αντώνης Νικολής στο νέο του βιβλίο παρουσιάζει τον τύπο αυτού του ανθρώπου μέσα από την αφήγηση του Μιχάλη, ενός μεσόκοπου οικογενειάρχη που επιστρέφει στο νησί του για δουλειές και περιδιαβαίνει τις γειτονιές των εφηβικών του χρόνων με τελικό προορισμό τα λουτρά του Δανιήλ. Ο Δανιήλ, κλειδοκράτορας του χαμάμ που άφησε εποχή, αποτελεί έναν άξονα στον οποίο στηρίζονται και συνδέονται μεταξύ τους το ξέγνοιαστο και γεμάτο ερωτηματικά παρελθόν και το κουραστικό και απαντημένο παρόν. Είναι μια μορφή εξωτική για τα σημερινά δεδομένα, ως ρυθμιστής κι «αρχιερέας» μιας ιδιόμορφης κοινωνίας αφενός και ως οντότητα αυθεντική αφετέρου, φτιαγμένη από απολύτως φυσικά συστατικά. Μαζί του κι άλλοι άνθρωποι, επίσης ευανάγνωστοι και αποφορτισμένοι, μας συστήνονται και μας γοητεύουν ή μας κάνουν να θυμόμαστε αντίστοιχους γνωστούς μας. Ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του να παρατηρεί το γήρας και να βιώνει το πέρασμα του χρόνου, άλλοτε αυτοσαρκαζόμενος κι άλλοτε με κάποια αναπάντεχη όσο και δικαιολογημένη ματαιοδοξία. Ωστόσο, επιχειρεί να απεμπλακεί απ’ την εμμονή και ως τούτου πράττει κάτι ηρωικό.

Η αναπόληση γίνεται με γλώσσα που διατηρεί τους τοπικούς ιδιωματισμούς, είναι χρωματισμένη συναισθηματικά και σχηματίζει γρήγορα εικόνες. Κυριαρχούν οι περιγραφές της γης, των οικημάτων και των ανθρώπινων χαρακτηριστικών εμπλουτισμένες με χρώματα και μυρωδιές, κι όλα αυτά με τρυφερότητα και με νοσταλγία για τη νιότη και το κάλλος. Η επιστροφή στην ηθική της απλότητας ίσως είναι το ζητούμενο του σύγχρονου ονειροπαρμένου ανθρώπου, που αφομοιώνεται επιτυχώς στην πραγματικότητα αλλά εξαντλείται και παρακμάζει με παράπονο. Το βιβλίο συγκινεί, κατευνάζει το θυμό και διεγείρει το πάθος, το αναζητά και το φέρνει στον αναγνώστη, το θυμίζει και το απενοχοποιεί. Ο αισθησιασμός στις σκηνές των λουτρών απηχεί την ανάγκη για βαθιά επικοινωνία και εξομολόγηση ανασφαλειών κι αγωνιών που πραγματοποιείται καθώς οι θαμώνες ανταλλάσσουν λατρευτικές προσφορές, δηλαδή άγγιγμα και φιλί.

                                                                                                                            Πηνελόπη Πετράκου

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Ο Δημήτρης Φύσσας για τον Δανιήλ.

Ο φίλος και πολύ καλός συγγραφέας Δημήτρης Φύσσας έγραψε για τον Δανιήλ ένα κείμενο κριτικής ανάλυσης υψηλού επιπέδου. Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Ευγνώμων ακόμα μια φορά και στον Στράτο Φουντούλη, το περιοδικό Στάχτες.

Δημήτρης Φύσσας: Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα

Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
fav-3
Κριτική παρουσίαση του Δημήτρη Φύσσα
Από την πρώτη στιγμή που διάβασα το «Δανιήλ» (το Νοέμβρη που μας πέρασε), ήξερα ότι ήθελα να γράψω γι΄ αυτόν. Το πρόβλημά μου συνοψιζόταν στο εξής:  Πώς γράφεις για ένα βιβλίο πολύ ψηλής ποιότητας, όταν οι σκέψεις που σου γεννιούνται στο μυαλό είναι όσο πολλές, ώστε να μην ξέρεις από πού ν΄ αρχίσεις και πώς να το πιάσεις; Μετέωρος μπροστά σ΄ ένα τέτοιο πρόβλημα, δεν έγραφα λέξη.
Κέρδιζα, ωστόσο, σε νέες αναγνώσεις. Προσπαθώντας να βρω τον τρόπο να καταπιαστώ μαζί του, γύρναγα και ξαναγύρναγα στο βιβλίο. Μέχρι τώρα, στο έβγα του Φλεβάρη,  το διάβασα τέσσερις φορές- και δεν είναι κοινότοπο να πως, κάθε φορά, έβρισκα και καινούργια στοιχεία. Πώς μπορούσε το μικρό αυτό βιβλίο  να γεννάει ξανά και ξανά νέο διανοητικό υλικό για το αναγνώστη, παραμένει για μένα μυστήριο, που σπάνια το ΄χω ξανανιώσει- μα όποτε ισχύει, ξέρω, βέβαια, ότι προσεγγίζω τη μεγάλη πεζογραφία.
Ας είναι, παρατράβηξα το ξεκίνημά μου- και φοβάμαι πως τον ανυπόκριτο θαυμασμό μου, ήδη προοιμιακά, πολύ αμήχανα μόνο τον έδωσα.
Η ιστορία
Η ιστορία διαδραματίζεται στις μέρες μας και μοιάζει,  στη βάση της, πολύ απλή. Ένας άντρας λίγο πριν τα 50 του, ονόματι Μιχάλης, παντρεμένος και με δυο μεγάλα παιδιά, κάτοικος Αθήνας, γυρνάει στο νησί του για ν΄ ασχοληθεί με την πώληση κάποιου κληρονομικού μεριδίου- συνήθεις «ουρές» που αφήνουνε οι θάνατοι των γονιών. Αυτός είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Μένοντας  για λίγες μέρες στο νησί, επισκέπτεται τόπους που του γεννάνε μνήμες της εφηβείας του, αρκετές δεκαετίες πριν, και σμίγει με τους δυο καλύτερους φίλους της παλιάς εποχής. Ζώντας ταυτόχρονα στο σήμερα και στο χτες, προχωρεί στις (αναπόφευκτες) συγκρίσεις, επανερχόμενος σε ανθρώπους και τόπους παλιούς «που ήταν μια φορά» και σε μνήμες που «χάνονται σ΄ ένα σκοτάδι εβένου».
Κλειδί για το τελικό ξεκλείδωμα της αναπολητικής διαδικασίας είναι το παλιό χαμάμ τού τόπου, τώρα κλειστό και μερικά διαλυμένο, και ο άνθρωπος που το λειτουργούσε, ο Δανιήλ, τώρα πεθαμένος.
Ωστόσο, η επάνοδος ειδικά στο συγκεκριμένο χώρο επαναφέρει στη μνήμη, μέσα σ΄ ένα κλίμα ηδονικής συντριβής κάτω από το βάρος των αναμνήσεων, την ουσιαστική σεξουαλική του μύηση, τη δική του κι όλης της τοτινής εφηβικής τριάδας,  όπως την είχαν ζήσει σ΄ ένα διονυσιακό όργιο τού τότε, με τελετάρχη ακριβώς το Δανιήλ. Το όργιο αυτό, που αποτελεί την κορύφωση της ιστορίας, δεν κρατάει παρά ελάχιστες  σελίδες της αφήγησης.
Εμπλουτισμένος αλλά και ξαλαφρωμένος μετά την εναργή, και συμφιλιωτική με το παρελθόν, αναβίωση εκείνης της εμπειρίας και φυσικά καθώς η διεκπεραίωση της κληρονομικής εκκρεμότητας έχει λήξει, ο Μιχάλης φεύγει από το νησί (που συγγραφική αποφάσει δεν κατονομάζεται ρητά, αλλά από χίλιες μπάντες βγαίνει πως είναι η Κως) και παίρνει το καράβι για να επισκεφτεί το στερνοπαίδι του που σπουδάζει στην Κρήτη.  Στον πλου, μετά από συγκεκριμένη αφορμή που φέρνει έναν απόηχο από τον «Καισαρίωνα», ο αφηγητής έχει μια σύντομη παραίσθηση όπου ο Δανιήλ επανέρχεται ως επικεφαλής μύστης μιας γιορταστικής πορείας που θα μπορούσε να είναι αρχαιοελληνική, και που κατεβαίνει προς τη θάλασσα.
Αυτά.
Θα ΄λεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα πεζό «μαθητείας» /  κέμενο «ενηλικίωσης»  για  «εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής» και τώρα «είν΄ ανοιχτά, φανερωμένα εμπρός του». Ισχύει προφανώς, μα το κείμενο είναι πολλά περισσότερα απ΄ αυτό. Γιατί ένα βιβλίο δύσκολα καταλήγει να γίνει σημείο αναφοράς  από ένα μόνο καλό στοιχείο, όσο σπουδαίο κι αν  είναι.  Γι΄ αυτό, αφήνοντας έξω το θέμα του χρόνου στο οποίο ήδη αναφέρθηκα,  θα προσπαθήσω να εμβαθύνω στα σημαντικότερα από τα υλικά  που συναποτελούν την αναγνωστική γοητεία του προϊόντος «Δανιήλ»- και δεν είναι λίγα.
Μερικά υλικά
Αφηγηματική πολλαπλότητα. Φαινομενικά, ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο. Σ΄ ένα δεύτερο κοίταγμα όμως, έχει τουλάχιστον τρεις «εαυτούς» που εναλλάσσονται: ο έφηβος που ζει στην αναδρομία,  ο ώριμος που ζει αυτά που ζει στη συγχρονία και ένας ακόμα ώριμος, που σχολιάζει κατά καιρούς τον τοτινό εαυτό του.
Πυκνότητα. Εφτά, όλα κι όλα, τα  σύντομα κεφάλαια του βιβλίου,  120 μονάχα σελίδες κειμένου κι αυτές με μεγάλη γενναιόδωρη γραμματοσειρά, δηλαδή λίγες χιλιάδες λέξεις συνολικά. Εκεί που άλλος θα ξέντωνε την ιδέα και θα ΄φτιαχνε μυθιστόρημα, ο Νικολής συμπυκνώνει σε νουβέλα (όρος που στην ελληνική Γραμματολογία έχει να άνει αποκλειστικά με το μήκος και μόνο του πεζογραφήματος, και που εδώ βρίσκει ακριβή ανταπόκριση),  Τον φαντάζομαι να γράφει και να κόβει, να γράφει και να ενώνει, ωσότου πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σπόντες. Προοικονομία πείτε το, πρόμνηση πείτε το, πρόληψη πείτε το,  (ποσώς μ΄ ενδιαφέρει η επακρίβεια των φιλολογικών όρων), οι υπαινιγμοί γι΄ αυτό που τελικά θα ΄ρθει  στο προτελευταίο κεφάλαιο έρχονται και ξανάρχονται στις προηγούμενες σελίδες σε μια σοφή διασπορά: άλλοτε σα διερώτηση των εφήβων, άλλοτε σαν καταγραφή τού τι λέει η κοινωνία (που «συσχέτιζε κουτά») για το χαμάμ και το Δανιήλ- άλλοτε σαν προειδοποιήσεις του ίδιου του Δανιήλ προς το νεαρό αφηγητή.
Κορύφωση. Παρτούζα πέστε το, όργιο πέστε το, εδώ αντανακλάται η χαρά της ζωής- κι έχει κι ένα απίστευτο εύρημα, για το οποίο θα γράψω μια μονάχα λέξη, επειδή δε θέλω να στερήσω τη χαρά της παρθενικής ανάγνωσης που ελπίζω να προκαλέσω:  εκμαγείο.  Αν νομίζει κανείς ότι οι  ερωτικές σελίδες στη λογοτεχνία είναι υποχρεωτικά είτε αποστειρωμένες, είτε γαργαλιστικές, δείτε το μάστορα σ΄ αυτές τις λίγες σελίδες. Θα πρέπει να ήταν οι δυσκολότερα γραμμένες.
(Μη) ρεαλισμός. Η νουβέλα κυριαρχείται από το «ρεαλισμό» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό): οι λεπτομέρειες είναι όλες αληθινές ή αληθοφανείς (ακόμα και τα περίφημα εκμαγεία!), η ιστορία «κουμπώνει» πλήρως, οι τόποι και οι χρόνοι προσδιορίζονται σαφώς. Αλλά υπάρχουν και δύο ακαριαία σημεία, εντελώς αξιοσημείωτα, στα οποία ο  ρεαλισμός αποτραβιέται υπέρ των στιγμιαίων παραισθήσεων. Το ένα το προανάφερα, είναι η τελετουργική πομπή – πορεία. Το άλλο είναι λίγες φράσεις στην πολύ-ερωτική πράξη, όπου ο μυούμενος έφηβος «ζει» με αταβιστικό τρόπο σεξουαλικές εμπειρίες που δε θα μπορούσαν να είναι αληθινές, οι οποίες συμφύρονται με τις «κανονικές» που ζει «πραγματικά». 
Κλιμάκωση και δευτερεύοντες ήρωες. Η κορύφωση της αναπολητικής διαδικασίας έρχεται λίγο λίγο μέσα από πολλά αφηγηματικά επεισόδια που την προετοιμάζουν, διατηρώντας όμως το καθένα την αυτονομία του. Οι δε δευτερεύοντες ήρωες (το προσωπικό του χαμάμ, η οικογένεια του Δανιήλ, οι άνθρωπο που τελικά θα συμμετάσχουν στο όργιο κλπ) δίνονται με σύντομες, χαρακτηριστικές καταγραφές, που εντυπώνονται στο μυαλό του αναγνώστη.
Ερωτικός ανθρωπισμός. Έλληνες και Τούρκοι (εδώ αναφέρονται όπως λέγονταν στο νησί: μωαμεθανοί, γκέι και στρέιτ, άντρες και γυναίκες, μαύροι και άσπροι, πλούσιοι και φτωχοί, χωραΐτες και χωριάτες, «μορφωμένοι» και «αμόρφωτοι», θαρρετοί και φοβισμένοι, φαντάροι και βαθμοφόροι, Ανατολίτες και Δυτικοί, όλοι είναι εδώ, σ΄ ένα σοφό παζλ συγγραφικής ισοτιμίας, που τίποτα δεν καταφρονάει αλλά και τίποτα δεν το ανεβάζει σε δυσθεώρητα ύψη. Και το αμάλγαμα που τους ενώνει όλους αυτούς ποιο άλλο θα μπορούσε να είναι παρά ο ερωτισμός;- έστω κι αν εδώ η ανατολίτικη  ατμόσφαιρα κυριαρχεί.
Επιγραμματική – φιλοσοφίζουσα διάσταση. Παρόλο που το βιβλίο δε γράφτηκε για να κουνήσει το δάχτυλο με διδακτισμό στον αναγνώστη, κάθε άλλο μάλιστα, δεν μπορείς να μη σταθείς ξανά και ξανά σε παρατηρήσεις που απηχούν βάθος σκέψης,  ανθρωπιά, στωικότητα.
Έκφραση φθοράς. Σπάνια έχω δει καλύτερα αποτυπωμένο τον καημό για το χάσιμο των παλιών ανθρώπων  που ζούσανε μετρημένα κοντά στη φύση, για το ερείπωμα των χώρων,  το χαμό της αθωότητας. Κι  ας μη φανταστεί φυσικά κανείς ότι  τα παραπάνω γράφονται πουθενά κατά τον απλοϊκό τρόπο που τα συνοψίζω εδώ εγώ.
Αυτοϋπονόμευση. Ούτε στις πιο σημαντικές στιγμές του το βιβλίο δε μοιάζει να παίρνει τον εαυτό του και την ιστορία του πλήρως και αδιάλειπτα στα σοβαρά. Σου κλείνει το μάτι και σου λέει: «Εγώ αυτά σού γράφω, αλλά συνάμα κοροϊδεύω και υπονομεύω τον εαυτό μου σαν αφηγητή. Εγώ αυτά σου λέω, τι θα δεχτείς εσύ –μάλλον τι θα δέχεσαι την καθεμιά από τις φορές που το διαβάζεις–  είναι δικό σου θέμα. Κόφ΄ το λαιμό σου να βγάλεις άκρη».  Κι αυτό ξεκινάει ήδη από το εμπνευσμένο μότο, δικής του έμπνευσης, που ο συγγραφέας προτάσσει στο βιβλίο του και που αφορά τη σχέση πραγματικότητας, ζωής και λογοτεχνίας.
Ντοπιολαλιά. Ο  Νικολής δε φοβάται ν΄ αναπαράγει την τοπική λαλιά, το νησιώτικο αυτό ιδίωμα, μουσικότατο και γλυκύτατο άλλωστε, σε σημεία του  βιβλίου όπου μιλάνε οι ντόπιοι «απλοί» άνθρωποι. Ταιριάζει μια χαρά και συμβάλλει στον αφηγηματικό ρεαλισμό, όπως άλλωστε και η αναφορά σε μερικά έθιμα της εποχής- ειδικά το πώς ξενυχτάνε το νεκρό στο σπίτι. Εδώ συγγραφέας ακολουθεί τον τρόπο των παλιών ηθογράφων. Κι αυτό είν΄ όλο, η ομοιότητα σταματάει, γιατί κανένα από τ΄ άλλα (και άκρως απωθητικά) στοιχεία της παλιάς ηθογραφίας δεν εμφανίζεται εδώ.  Αλλά είπαμε να μη φιλολογίσουμε.
Γαστριμαργία. Ουδέποτε συμπάθησα της μόδα των τελευταίων 10 ή 20 ετών, να χώνονται φαγητά και συνταγές ακριβείς περιγραφές πιάτων και αφηγήσεις γευμάτων μέσα στη λογοτεχνία. Μου μοιάζει ότι ανακατεύει στοιχεία ανόμοιων απολαύσεων (το φαϊ είναι φαϊ και η λογοτεχνία είναι λογοτεχνία), για να μην πω ότι ψαρεύει ευθέως αναγνώστριες. Και στο «Δανιήλ» υπάρχουν τέτοιες αναφορές, αλλά, προσοχή: είναι μετρημένες και είναι ενταγμένες στην αφηγηματική οικονομία, συμβάλλοντας στην εξέλιξη του μύθου. Ας πούμε, η παρτούζα θα ήταν λειψή ή μάλλον δε θα υπήρχε καν, αν δεν είχε προηγηθεί γεύμα συγκεκριμένης σύνθεσης. Και θα είχε  μικρότερο βάρος αν, μετά το γλυκοξύπνημα, δεν έπονταν το πρωινό.
Τίτλος. Πέρα από την πομπή που καταλήγει στη θάλασσα, ο τίτλος μπορεί και να ερμηνευτεί και ως σπαρακτική φράση. Δηλαδή τι (θα) σήμαινε το «πάει στη θάλασσα» για το χαματζή Δανιήλ, ποια σχέση (δεν) είχε η θάλασσα με το χαμάμ. Αλλά για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διαβαστεί το βιβλίο .
Έκδοση. Διόλου τυχαία, «Το Ροδακιό» λογαριάζεται σαν ένας από τους αρτιότερους εκδότες. Πολύ δίκαια, νομίζω, και το ανά χείρας βιβλίο το επιβεβαιώνει: γενική όψη, στήσιμο, ευανωγνωσία, εξώφυλλο, επιμέλεια. Τόσο, που του συγχωρώ το αχώνευτο πολυτονικό.
*
©Δημήτρης Φύσσας – d.fyssas@gmail.com
fav-3
nikolis-bkΑντώνης Νικολής
Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα
Εκδόσεις «To Ροδακιό»
Αθήνα 2014





vintage_under2

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο Γιώργος Κορδομενίδης για τον Δανιήλ.


Ο Γιώργος Κορδομενίδης στο τρέχον τεύχος 106 του Εντευκτηρίου, στη στήλη του, Βιβλία στο κομοδίνο, σημειώνει: "Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα: Νουβέλα. Ψηφιακή ζωγραφική Πελαγία Κυριαζή (Το Ροδακιό, 129 σ.): γλώσσα υποδειγματικά δουλεμένη, πρόσωπα άρτια σκιαγραφημένα (ακόμη κι όσα εκ πρώτης όψεως παίζουν μικρό ρόλο στην ιστορία), μεστές περιγραφές κτισμάτων και τοπίων, δομή μελετημένη και υπηρετημένη σε κάθε λεπτομέρεια, πρωτίστως όμως η κυριαρχία του σώματος και η πανδαισία των αισθήσεων είναι τα βασικά χαρακτηριστικά και προτερήματα αυτού του νέου βιβλίου. Πρόκειται για ένα κάθε άλλο παρά "τυπικό" αφήγημα ενηλικίωσης, όπως την ανακαλεί ο μεσήλικας αφηγητής, κάνοντας μακροβούτια στο τροπικό δάσος των αναμνήσεων της εφηβείας. Δεν είχα κρύψει τον ενθουσιασμό μου για το προηγούμενο πεζογράφημά του (Διονυσία, 2012), και αισθάνομαι ότι Ο Δανιήλ... του δικαίωσε -και με το παραπάνω- κάθε προσδοκία μου."
Να υπενθυμίσω, στο τεύχος 104 του Εντευκτηρίου είχε προδημοσιευθεί απόσπασμα από τον Δανιήλ, (Το θάρρος των αισθημάτων).

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης για τον Δανιήλ.


Ακόμα ένας εξαίρετος συνάδελφος, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, τιμάει με σημείωμά του τον Δανιήλ. Τον διαβάζω από το πρώτο του βιβλίο και τον συγκαταλέγω στους καλύτερους Έλληνες μυθιστοριογράφους.

 
"Διάβασα με μιας χθες βράδυ το βιβλίο και ταράχτηκα. Υπάρχουν ορισμένα κείμενα που χρειάζεσαι προσπάθεια να τα δεχτείς, όμως εδώ, σκεφτόμουν, είναι ένα βιβλίο μιας μυθολογίας που μ' αφορά. Η κατάδυση του αφηγητή από το στεγνό παρόν σε ένα υγρό, ερωτικό, παρελθόν, ο περασμένος χρόνος όπως έρχεται κομματιαστά, σαν ένα ξεχασμένο τραγούδι, να μην πω  μοιρολόι της νιότης και της εποχής του. Η ανατολίτικη ερωτική -και μεσογειακή- ατμόσφαιρα σαν τοιχογραφία της Πομπηίας, σαν ελληνιστική απεικόνιση σε θρυμματισμένο αγγείο. Και πάνω απ' όλα η γλώσσα, το χτίσιμο της πρότασης, οι λεπτές αποχρώσεις ύφους και τόνου από έναν -διαβασμένο και ευαίσθητο- συγγραφέα. 
Ας πάμε λοιπόν στη θάλασσα κι εμείς, μαζί με τον Δανιήλ και τον Αντώνη."