Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάλεκτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάλεκτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, ΜΑΤΙΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΑ, Αντώνης Νικολής.


Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019,
ΜΑΤΙΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΑ
(Γνωστά πρόσωπα του πολιτισμού ερμηνεύουν τα άγνωστα όνειρά τους / Επιμέλεια Μαίρη Αδαμοπούλου / φωτογραφία Μαρία Μπανούτα)

Αντώνης Νικολής


Τα όνειρα λέει η Πηνελόπη στην Οδύσσεια έρχονται είτε απ’ την πύλη την κεράτινη, από σκαλιστό κέρατο, τα αληθινά, είτε απ’ τη φιλντισένια πύλη, τα απατηλά. Τα δικά μου πάλι, παρόλο που επίσης δύο κυρίως ειδών, είναι άλλης υφής, το ένα είδος, σαν ξέφτια σκέψεων ή συνειρμών με αφορμές απ’ τη συμβατική καθημερινότητα, τα πραγματικά να τα ονομάσω, το άλλο είδος, τα όνειρα τα συνθεμένα από εικόνες, σκηνές, ρυθμούς που δεν σχετίζονται άμεσα με εμπειρίες μου και που με παρασέρνουν σε μια κατάσταση περίπου… ενύπνιας έξαρσης, τα δημιουργικά κατά κάποιο τρόπο. Αλλά και, ασχέτως προέλευσης, πραγματικά και δημιουργικά, υποδιαιρούνται ως προς τη διάθεσή τους –να δώσω σχηματικά τρεις διαβαθμίσεις- σε χαρούμενα, σε νηφάλια, σε εφιάλτες.   
Τα δημιουργικά πληθαίνουν σε περιόδους που γράφω, κι όταν εμφανίζονται ξέρω ότι η… καταπακτή γέμισε υλικό που πρέπει να εκτονωθεί. Οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες ίσως γενικότερα, είμαστε το οξύμωρο: οι λειτουργικοί… τρελοί. Έχουμε τη δυνατότητα -και τότε δημιουργούμε- να κατεβαίνουμε ξύπνιοι στις… γαλαρίες του ασυνειδήτου. Ένα είδος έμφρονος διαταραχής ή εν εγρηγόρσει ύπνωσης. Κατεβαίνουμε εκεί απ’ όπου ορμώνται και τα όνειρα, όσα αποδεικνύονται αληθινά ή, και που μάλλον είναι το ίδιο, όσα κουβαλούνε μέρος από την πρώτη ύλη των μύθων. Είναι και ο λόγος που, όταν για τη μια ή την άλλη ανάγκη χρειαστεί να πεταχτούμε εν ώρα γραψίματος πάνω στον κόσμο τον πραγματικό, πρέπει να κλείσουμε καλά πίσω μας την… καταπακτή, να νιφτούμε με κρύο νερό, σαν όταν σηκωνόμαστε απότομα από τον ύπνο…

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

Βόλτες σε άδειες πόλεις.




 



ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ [Στο Κ της κυριακάτικης Καθημερινής, 27.1.2019]

Βόλτες σε άδειες πόλεις

Αντώνης Νικολής
 
Όσοι μεγαλώσαμε σε τουριστικούς τόπους, στα νησιά ιδιαίτερα, ζούσαμε, μεταξύ των άλλων αλλαγών στον ετήσιο κύκλο, τη διαίρεση της χρονιάς σε δύο κύριες περιόδους, την τουριστική, από τα μέσα του Απριλίου περίπου έως και τον Οκτώβριο, και το υπόλοιπο πεντάμηνο-εξάμηνο με τον χειμώνα στο κέντρο του. Στη μια, την επονομαζόμενη και σεζόν, οι μέρες είναι φωτεινές, σφύζουν από κόσμο και συνακόλουθη οικονομική δραστηριότητα, άρα ανοιχτά μαγαζιά, ποτέ αργία, ούτε καν της Παναγίας. Αντίθετα, στον άλλο μισό χρόνο, η κίνηση στους δρόμους περιορίζεται, σχεδόν υποτονική τις καθημερινές και κόβεται μαχαίρι τις Κυριακές. Για μας τα παιδιά είχε Κυριακές όταν τέλειωνε το καλοκαίρι, όταν πια δεν είχε ούτε κόσμο, θάλασσες, φώτα. Και παρόλο που τις Κυριακές δεν είχαμε σχολείο, όποτε είχε... Κυριακές, είχε και Δευτέρες, πά’ να πει τις χειρότερες μέρες του σχολείου.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

Οι άντρες και τα… παντελόνια τους.



[ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ, σήμερα, 26-27 Ιανουαρίου 2019 / Weekend Πρόσωπα, σελ. 2, Φάκελος: ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΛΙΣΕ (ΔΕΝ) ΛΕΝΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, επιμέλεια Μαίρη Αδαμοπούλου, Ζωή Λιάκα, Διονυσία Μαρίνου, Έφη Φαλίδα]

Αντώνης ΝΙΚΟΛΗΣ, 
συγγραφέας, 
ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ...
ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ ΤΟΥΣ

Οι άντρες που τιμούν τα παντελόνια τους, μ’ άλλα λόγια ο αντρισμός υπονοούμενος ως αρετή. Πρόκειται για μετωνυμία: το περιέχον «τα παντελόνια» αντί του περιεχόμενου «ο αντρισμός». Γιατί δεν αμφισβητεί κανείς τον αντρισμό των αρχαίων που φόραγαν χιτώνες ίσαμε ψηλά στους μηρούς ούτε των συμπολεμιστών του Κολοκοτρώνη με τις πλισέ φουστανέλες –υπάρχει άλλωστε και η χαριτωμένη διαφήμιση με τους Σκωτσέζους που σηκώνουν απειλητικά κι αποκαλυπτικά τα κιλτ τους. Το πράγμα δεν σηκώνει πολλή σοβαρότητα.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Δωδεκάνησα ή Νότιες Σποράδες;


 
(Μου ζητήθηκε από το GREECE IS DODECANESE ένα κείμενο για τα Δωδεκάνησα, δημοσιεύθηκε τον περασμένο Αύγουστο, μεταφρασμένο, με τον τίτλο: The Floating Worlds of the Dodecanese.)

Δωδεκάνησα ή Νότιες Σποράδες;
Όταν ακόμα στέλναμε γράμματα και κάρτες, με φακέλους, ταχυδρομεία, γραμματόσημα, τότε, προ email και sms, κάτω από τον ταχυδρομικό κώδικα και το ιδιαίτερο νησί, φέρ’ ειπείν εμείς οι Κώοι: Κως 85300, γράφαμε συντομογραφικά: 12-νησα. Είμαστε οι 12-νήσιοι και ζούσαμε στα 12-νησα. Συμβεβλημένοι τρόπον τινά με τον αριθμό δώδεκα∙ δώδεκα το μεσημέρι, δώδεκα τα μεσάνυκτα, τα Δώδεκα Ευαγγέλια, οι Απόστολοι, οι μήνες. Μετά το 3, το 7 και το 9, ο επόμενος μαγικός αριθμός. 
Μόνο που δεν είμαστε ακριβώς δώδεκα∙ είμαστε περισσότερα νησάκια από δώδεκα (15 κύρια και 93 νησίδες, με κατοικημένα, το 2006, τα 27), και από την Πάτμο ίσαμε τη Μεγίστη, το Καστελλόριζο, το καράβι χρειάζεται συνήθως όσες ώρες από Αθήνα μέχρι Πάτμο: μ’ άλλα λόγια, και περισσότερα από δώδεκα, και υπερ…δωδεκάνησα, και επιπλέον σκόρπια, διασπαρμένα σε μεγάλη έκταση στη νοτιονατολική άκρη του Αιγαίου. Μήπως, άραγε, ο γεωγραφικός όρος Νότιες Σποράδες, η παλιότερη ονομασία του νησιωτικού συμπλέγματος, μας περιέγραφε σωστότερα; 

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Ο γιος της Κίττυς, και εγγονός της Σάρας, και δισέγγονος της Ζουλιέτας και του Μουσέ Μενασέ!




Σε κείμενα που μου ζητήθηκαν για την Κω έχω συχνά αναφερθεί στην κουλτούρα ανοχής των κατοίκων του νησιού, που προϋπήρχε και που συνέβαλε στην τουριστική ανάπτυξη. Σ’ ένα απ’ αυτά (Κως, ήτανε το πεπρωμένο της ο τουρισμός), τον Ιούλιο του 2013, για το ειδικό τεύχος 444 της Athens Voice, σημείωνα ανάμεσα σε άλλα:

«…Μια βόλτα στην πόλη, και από τον ιδιότυπο συγκρητισμό των μνημείων της, τις ορθόδοξες εκκλησιές μαζί με την καθολική μητρόπολη, τα τζαμιά, τη συναγωγή, τη λαϊκή νησιωτική αρχιτεκτονική μαζί με τα ιταλικά δημόσια κτίρια, το κάστρο των Ιπποτών, τα παλαιοχριστιανικά ερείπια μαζί με την Κάζα Ρομάνα, το ρωμαϊκό ωδείο, τα αρχαιολογικά πάρκα και το Ασκληπιείο, και μόνο από το συγκερασμό όλων αυτών, ο επισκέπτης της πόλης μπορεί να εικάσει τη συνειδητή ή ασύνειδη πολυπολιτισμική ανεκτικότητα των κατοίκων της.
Η γιαγιά μου έλεγε πως στα παλιά χρόνια σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας σύσσωμος ο πληθυσμός ακολουθούσε τη λιτανεία πρώτα του μητροπολίτη, έπειτα του ραβίνου, στο τέλος του χότζα, «κι οποιανού έπιανε η ευχή», όποιου εισακουγόταν η δέηση.
Γειτόνισσα και καλή της φίλη ήταν η Ζουλιέτα Μενασέ, εβραία με καταγωγή από τη μικρασιατική Μέλασσο, σπουδασμένη στο προπολεμικό Παρίσι –οι περίπλοκες μαγειρικές του σπιτιού μας ήτανε πάντοτε δικές της συνταγές–, μαζί με τους υπόλοιπους εβραίους του νησιού έφτασε ως τα κρεματόρια, σώθηκε όμως κι έσωσε την οικογένειά της λόγω του τουρκικού διαβατηρίου της, βέβαια έκτοτε με κλονισμένη ψυχική υγεία. Η μεγάλη κόρη της, η Ρενάτα, ήτανε συμμαθήτρια κι επίσης στενή φίλη της μάνας μου, και τα καλοκαίρια ενώνονταν στα παιχνίδια μας, στην αυλή της συναγωγής και στο γειτονικό αρχαιολογικό πάρκο, τα εγγόνια της από το Ισραήλ, η Μύριαμ, ο Νώε, η Κίττυ…»

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Επουλώνοντας ρωγμές.

Στην Κω, τρεις εβδομάδες μετά το σεισμό. Γράφει ο Αντώνης Νικολής. 
Andro, 12.08.2017

[Η μουσουλμανική κρήνη στο τζαμί της Λότζιας προ του πρόσφατου σεισμού, φωτογραφία Θανάσης Νικολής.] 

Ο χρόνος από την αποφράδα Παρασκευή μετράει πια σε βδομάδες. Είπα την πρώτη Παρασκευή αργότερα, πάει κιόλας μια βδομάδα, τη δεύτερη, πάνε δυο, με τη χτεσινή, τρεις. Είχα μαζέψει λάπτοπ και σημειώσεις από τη βεράντα της αυλής, έκλεινα παράθυρα, πόρτες, και –που δεν το συνηθίζω-, μάλλον για τις ώρες του ύπνου που υπολείπονταν ή το πότε θα ξυπνούσα, κοίταξα το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας: 01.31, κι ήτανε πάνω στη στιγμή που θα ξεκίναγε το κακό. Οι τρομερές δονήσεις, σαν να μας ξεριζώνανε συθέμελα, ο θόρυβος, η βουή, η συσκότιση. Κράταγα το κινητό, πρόλαβα κι ένα μακρομάνικο για τη νυκτερινή ψύχρα, πετάχτηκα έξω απ’ το σπίτι. Η πόλη στο δυτικό ορίζοντα αντηχούσε από φωνές, συναγερμούς που ενεργοποιήθηκαν, ο νυχτερινός θόλος ακόμα, που δεν ξέρω από ποια μη ρεαλιστική εντύπωση θα τον θυμάμαι σαν κίτρινο, όλα έδειχναν ότι συντελούνταν ο… επαπειλούμενος από χρόνια «μεγάλος». «Αργεί ο μεγάλος, και θα παραείναι καταστροφικός», μουρμούραγε ο πατέρας μου ήδη από τη δεκαετία του ’70, για το μεγάλο σεισμό που καθυστερούσε να συμβεί. Ο προηγούμενος ήτανε του 1933, και τα ίχνη του τα βρίσκουμε έως και στη λαλιά μας. Δεν υπάρχει Κώος να μην έχει πει ή κατανοήσει τη διάκριση: προσεισμική και μετασεισμική (από εκείνο το σεισμό) Κως.
Φως, νερό, σταθερό τηλέφωνο, κομμένα όλα. Με την εφαρμογή του φακού στο κινητό έλεγξα πρόχειρα τις ζημιές: η βιβλιοθήκη από τον ένα τοίχο είχε πέσει πλακώνοντας καρέκλες - γραφείο, τα τζαμάκια θρύψαλα και τα βιβλία σκορπισμένα και σωριασμένα ως τη βιβλιοθήκη του απέναντι τοίχου, φωτιστικά, γυαλικά, η γλάστρα μαζί με την ανθοστήλη, αλλά και δόξα τω Θεώ επρόκειτο μόνο για ζημιές αντικειμένων κι επίπλων, ούτε μια ρωγμή σε σοβάδες. Ήδη οι κινητές τηλεφωνίες λειτουργούσαν, στο εικοσάλεπτο απάνω πρόλαβα να μιλήσω με δυο - τρεις από τους πολύ οικείους, έμενε η αγωνία για τους γονείς, περασμένα ογδόντα με βαριά βαρηκοΐα αμφότεροι, δεν άκουγαν φωνές, τηλέφωνα,  το ρόπτρο, αμπαρωμένοι, χρειάστηκε να σπάσουμε την εξώπορτα, ούτε θα ξεχάσω με πόδια που τρέμανε πώς ανέβαινα στο υπνοδωμάτιό τους -ευτυχώς όλα καλά κι εδώ.
Μερικά δευτερόλεπτα – η απόλυτη διαστολή του χρόνου. Η πόλη, το νησί γέμισε ιστορίες, ο καθένας τη δική του, υγρά μάτια, τρέμουλο στα χείλη, η έγνοια για τους αδύναμους, για τις στριγκλιές των παιδιών στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας, για τους ηλικιωμένους γονείς που βγήκαν στους δρόμους μονάχοι, σαστισμένοι, ανηφορίζοντας μαζί μ’ εκατοντάδες όλων των ηλικιών προς τις εξοχές, το βουνό, τρομαγμένοι από τη θάλασσα που ανέβηκε σε ύψος κοντά ένα μέτρο στην προκυμαία και τον παραλιακό του λιμανιού, τις φήμες για φονικό επερχόμενο τσουνάμι. Οδηγώντας από το σπίτι στο εξοχικό των γονιών μου, η ακόμα δυσκολότερη εικόνα: τουρίστες στα πεζοδρόμια και τους κήπους των ξενοδοχείων τυλιγμένοι με σεντόνια ή πετσέτες. Τα πρώτα δάκρυα, οι σιωπηλοί σπασμοί. Το είδα σε πολλά πρόσωπα κι όταν ξημέρωσε: ντρεπόμασταν τους ξένους μας, σαν γιατί φταίγαμε εμείς. Είμαι σίγουρος, ποτέ άλλοτε δεν ήμαστε τόσο φιλόξενοι. 

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

Αντώνης Νικολής: Απανωτά σβουριχτά φιλιά στον Σαν Καλότζερο.

(Andro, 27/7/17) http://www.andro.gr/apopsi/san-calogero-agrigento/



(Ταξιδιωτικό αφήγημα προς διαπορούντες ορθολογιστές συμπατριώτες)

Σε πρόσφατο ταξίδι μου στη Σικελία και καθοδόν από Ραγκούσα προς Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα, στο μπροστινό κάθισμα του λεωφορείου ηλικιωμένος κύριος έλεγε ότι το ίδιο βράδυ Παρασκευής και τις επόμενες δύο μέρες ολοκληρώνονταν οι γιορτές της πόλης στον San Calogero, τον άγιο Καλόγηρο. Αναλογίστηκα το όνομα, το επιχωριάζον στη Σικελία, και που εύκολα εντυπώνεται λόγω της ελληνικής του προέλευσης, το όνομα Καλότζερο, αλλά ίσαμε κει, δεν έδωσα περισσότερη βάση. Το μεσημέρι της μεθεπομένης, στη via Atenea, από τις κεντρικές του Agrigento, προπορευόταν μία μπάντα, ακολουθούσαν ιππήλατες άμαξες, αμαξώματα και υποζύγια στολισμένα, τα πρώτα με λογής γιρλάντες και διακοσμητικά χειροτεχνήματα κυρίως με στάχυα, τα άλογα με πλεγμένες σε πλεξίδες τις χαίτες και με λοφία πολύχρωμα στις κορφές των κεφαλιών τους, οι αμαξηλάτες με τοπικές ενδυμασίες, όμως και κατσίκες στην πομπή, κι αυτές με εορταστικές ταινίες -υπέθεσα κατάλοιπα από πομπές αρχαίων θυσιών-, πάλι δεν έδωσα βάση. Κάπως ανέτρεχα στις festas populares, τις λαϊκές γιορτές της Λισαβόνας και του Πόρτο για τον Santo António (της Πάντοβας) και τους São João και São Pedro, στις οποίες είχα τύχει αρκετές φορές τα χρόνια που η Πορτογαλία μονοπωλούσε τα εκτός Ελλάδος ταξίδια μου -υπάρχει κάτι κοινό στις καθολικές λαϊκές γιορτές που επιβιώνουν ως τις μέρες μας, και (που ασύμβατες εν πολλοίς προς τη σύγχρονη ζωή) αναγκαστικά με αρκετό κιτς.

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Η δυνατότητα της ελευθερίας.



Αφιέρωμα Pride: Η δυνατότητα της ελευθερίας



Του Αντώνη Νικολή*
Τα Gay Pride, οι ετήσιες Παρελάσεις Υπερηφάνειας των Ομοφυλόφιλων, ευρύτερα των ΛΟΑΤ, είναι πια ένας παγκόσμιος θεσμός για τις ελεύθερες κοινωνίες, και ο οποίος εκτιμώ θα παραμείνει σε ισχύ έως το πολύ μακρινό μέλλον. Εκτός εάν ανατραπεί ριζικά ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε, ο κόσμος μετά το Διαφωτισμό.
Να πω εξαρχής, και παρά την πρόσφατη πολιτική συγκυρία στις ΗΠΑ, είναι αξιοσημείωτο ότι και το σημαντικό αυτό βήμα ξεκινάει από τη μεγάλη υπερατλαντική δημοκρατία, και βέβαια ονοματίζεται από τη γλώσσα της, είναι περισσότερο Gay Pride παρά Παρέλαση Υπερηφάνειας των Ομοφυλοφίλων, οι οποίοι παρεμπιπτόντως -και που δεν είναι ήττα μόνο της ελληνικής γλώσσας- διεθνώς ολοένα και πιο πολύ επιλέγουν να αυτοπροσδιορίζονται ως gay. Λες και δεν το ξέραμε δηλαδή, όταν καθυστερεί ή αρνείται την εξέλιξη μια κοινωνία, πρώτη ξεπερνιέται η ίδια η γλώσσα της.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Ο Ηρόδοτος και η κομμώτρια.

Αντώνης Νικολής, Ο Ηρόδοτος και η κομμώτρια*

nikolis20.6.17
favicon
Ο ήρωας της ιστορίας μας είναι συγγραφέας και μάλιστα δόκιμος λογοτέχνης, που δε σημαίνει βέβαια και πολλά για μια εκδοτική πιάτσα σαν την τρέχουσα νεοελληνική. 55 χρόνων, μεσαίου ύψους, μεσαίου βάρους, έχει εκδώσει ήδη τρία βιβλία, μία νουβέλα και δύο μυθιστορήματα. Τα δύο τελευταία στον ίδιο μικρό εκδοτικό οίκο, με τον οποίο όμως εσχάτως ήταν στα μαχαίρια, κάτι που οσμίστηκε φέρελπις υπεύθυνη ανερχόμενου άλλου οίκου. Τον γυρόφερνε στο φέισμπουκ με τις συνήθεις γαλιφιές και αβρότητες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, εκείνος πάλι κολακευμένος τη ρώτησε στο ίμποξ αν θα την ενδιέφερε ένα ανέκδοτο εκτενές αφήγημά του. «Μα τι λέτε. Θα το διαβάσω με μεγάλη μου χαρά.»
Απόγευμα η ώρα τέσσερις της το ταχυδρομεί ηλεκτρονικά, κοιμόταν δεν είδε το ενθουσιώδες μέιλ της την ίδια νύχτα στις δύο, την επομένη στις δέκα το πρωί τού τηλεφωνεί. Εκθείαζε με ασυγκράτητο ενθουσιασμό τις αρετές του αφηγήματος, έμοιαζε να έχει απομνημονεύσει κομμάτια ολόκληρα, ο συγγραφέας μας απέκλειε όπως στην κουβέντα την παράσερνε από το ένα στο άλλο σημείο του κειμένου να προλαβαίνει εκείνη να το ξεφυλλίζει ηλεκτρονικά ή τυπωμένο, και όχι μόνο, είχε εντρυφήσει και σε πολλά άλλα γραπτά του. Χαιρόταν βέβαια, ετούτη εδώ το πιθανότερο είχε ξαγρυπνήσει για την πάρτη του.

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

GREECE IS KOS / A Three - Letter Delight / Μονοσύλλαβη ηδονή.



[Κείμενό μου στο ειδικό τεύχος του GREECE IS, το αφιερωμένο στην Κω, GREECE IS KOS / NISYROS (www.greece-is.com).]

 
Πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή: το λογοπαίγνιο που συνηθίζω μιλώντας για το νησί μου, την Κω. Το μονοσύλλαβο νησί του Αιγαίου, το προορισμένο από την ιστορία του να μοιράζει τις χαρές της φιλοξενίας.
Θα μου επιτραπεί ελπίζω ένας προσωπικός τόνος. Είμαι συγγραφέας, μυθιστοριογράφος κυρίως, και πολλές φορές αναγκάζομαι να εξηγήσω μία εκ πρώτης όψεως αντίφαση ή και οξύμωρο: πώς, όντας αυτός, επέλεξα να ζω μόνιμα σ’ έναν τόπο από τους πιο αξιοποιημένους τουριστικά. Ερώτημα που δε διαφέρει και πολύ από το: για ποιους λόγους ένας σύγχρονος απαιτητικός τουρίστας ή και ταξιδιώτης θα επέλεγε την Κω ως προορισμό για τις διακοπές του.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Οιωνός και μάλιστα αίσιος.




Από το δωμάτιο νοσηλείας του πατέρα μου στον τέταρτο όροφο του Ευγενίδειου Θεραπευτηρίου επί της Παπαδιαμαντοπούλου, από το πλατύ παράθυρο – οθόνη που κοίταζε στο πλάι το Αιγινήτειο, αλλά και το Μέγαρο Μουσικής και πέρα ως το Λυκαβηττό, αφηρημένος όπως ήμουνα, οι ώρες κυλούσαν, ο μπαμπάς ανέρρωνε, κάνω μια, ανεβάζω το βλέμμα, τι να δω. Κάτι σκούρα πράσινα πουλιά με το σουλούπι του παπαγάλου, σ’ ένα σχηματισμό περίπου είκοσι, να φτερουγίζουν στο βάθος –δεν μπορούσα να διακρίνω με σιγουριά. «Είναι δυνατόν, παπαγάλοι ελεύθεροι στην Αθήνα;» Ο πατέρας μου μειδίασε. Δεν είχε ώρα ξύπνιος από τη νάρκωση για την αφαίρεση της χολής (χολοκυστεκτομή, η ωραία σύνθετη λέξη των γιατρών), ούτε ήξερε για την υποψία κακοήθειας που εκκρεμούσε να διερευνηθεί -βιοψία που έκρινε παραπάνω από αναγκαία ο πολύ καλός χειρουργός του και φίλος Γιώργος Πέρος.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Τα λιθαράκια του σπιτιού μας.

Αντώνης Νικολής, Τα λιθαράκια του σπιτιού μας

Περιοδικό Στάχτες, Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015.

Στη Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής πατρική οικογένεια.
Στη Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής πατρική οικογένεια.
fav-3
“Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του.” (Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος[*])
Είχα και άλλες ευκαιρίες να αναλογιστώ την παραπάνω ρήση, αλλά συχνότερα παρακολουθώντας αναρτήσεις είτε σε ιστολόγια (blogs) είτε σε χρονολόγια (τοίχους) στο facebook, από τη θέση αυτού που παρατηρεί μία σχεδόν ασύγγνωστη σπατάλη: «μα τι το δημοσιοποιεί τώρα αυτό, τόσο ωραίο κομμάτι», είναι η σκέψη μου συνήθως, «γιατί δεν το κρατάει για τον εαυτό του;». Για ένα συγγραφέα, ιδίως μυθιστοριογράφο, τα βιώματα, μικρά – μεγάλα, καθετί που αποθησαυρίζει η μνήμη, είναι το πολύτιμο υλικό της δουλειάς του. Μερικοί, κιόλας, αυτά τα λογής στιγμιότυπα τα καταγράφουν σε μπλοκάκια, τα καταχωρίζουν ή τα αποδελτιώνουν περίπου όπως οι ερευνητές επιστήμονες. Προσωπικά, κι όχι από φυγοπονία ή από έλλειψη οργάνωσης, τα ρίχνω ατάκτως, το προτιμώ να μεταβολίζονται μόνα τους, ν’ αφομοιώνονται εν αγνοία μου, εκεί κάτω στις γαλαρίες του ασυνειδήτου –ας μου επιτραπεί το σχήμα.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2014), στη βεράντα του σπιτιού μου στην Κω. Με φωτογραφίζει ο Δημήτρης Μποσνάκης.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2014), στη βεράντα του σπιτιού μου στην Κω. Με φωτογραφίζει ο Δημήτρης Μποσνάκης.
Οι ιστορίες που αφηγούμαστε, τα λογοτεχνικά κείμενα καθαυτά, νομίζω είναι όντα φυσικά, όντα πέρα από μας, και τόσα όσες και οι πιθανές δυνατότητες της ύπαρξης. Ανάμεσα στα πολλάκις εκατομμύρια σπερματοζωάρια και τα εκατοντάδες ωάρια των γονιών μας, η ύπαρξή μας ήταν ήδη μία απειροστή πιθανότητα, όμως και μία φυσική δυνατότητα. Το ίδιο ισχύει για κάθε λογοτεχνικό έργο. Η συμβολή των συγγραφέων, αυτό που λέμε και ταλέντο, δεν είναι παρά η ικανότητα να φέρουμε από κείνους τους αφανείς τόπους τις σκιώδεις αυτές οντότητες, να τους δώσουμε ύλη από τη δική μας υπόσταση, (από το νου τα απαυγάσματα, από τα κιβώτια της μνήμης ανασύροντας συνειρμικά τις ακολουθίες και τις εκλάμψεις, από τη γλωσσική δεξαμενή την ιδιόλεκτο, από την αισθητική αγωγή τους ρυθμούς, τις μορφές του λόγου), και όλ’ αυτά σε ακέραια οικονομία, στη δική τους οικονομία. Έτσι, όντας απέριττα, -άρα, τι άλλο από αυθεντικά-, πάντως ποτέ με λογική επεξεργασία κατασκευασμένα, είναι αληθινά, και πια δεν είναι δικά μας. Όπως δεν ανήκουν σε κανένα γονιό τα παιδιά του, κι ας πήραν από τις σάρκες του για να γεννηθούν.
Μ’ άλλα λόγια, η δημιουργικότητά μας οικονομεί από τα βιώματα, από τα λιθαράκια του σπιτιού μας, γκρεμίζοντάς το, τα δομικά υλικά των αφηγήσεών μας. Να εικάσω, επιπλέον, ότι όλα τούτα εξατομικεύονται στον καθένα μας κατά τον τρόπο του, κατά το ύφος της δικής του τέχνης.
Ωστόσο, από την εμπειρία μου μιλώντας, η εν λόγω δημιουργική αποδόμηση των βιωμάτων, (όταν δε γίνεται επί τούτω, γιατί ειρωνεύομαι ή παίζω με φιλολογικές ευκολίες), μου είναι όχι μόνο ασύνειδη, αλλά κι όποτε τυχόν συμβεί να τη συνειδητοποιήσω, αυτό γίνεται δύσκολα και πολύ αφότου έχω τελειώσει τη δουλειά, το γράψιμο. Όταν διάβασε τη Διονυσία στενός από χρόνια φίλος -όχι κανένας πουριτανός-, σοκαρισμένος από το επεισόδιο με την ηρωίδα και τον άγνωστό της μετανάστη που συναντιούνται σε παγκάκι στην Αγίας Ζώνης και αμέσως έπειτα καταλήγουν για σεξ σε υπόγειο στη Μηθύμνης, περισσότερο από τη «ρεαλιστική σφοδρότητα» του επεισοδίου (σελ. 140 – 146), περίπου μου επέρριψε: «Μα καλά, είναι δυνατόν να ζεις τέτοια πράγματα!», καθώς θεωρούσε απίθανο τέτοιας έντασης αφήγηση να αντλούσε μόνο από στοιχεία μυθοπλασίας. Ξαναδιάβαζα το απόσπασμα και μπορεί επηρεασμένος από την άποψη του φίλου σοκαριζόμουν κι εγώ. Και, ειλικρινά, χρειάστηκα καιρό για να εξιχνιάσω ή καλύτερα να ξεδιαλύνω ποιο κομμάτι της αφήγησης ανήκε όντως στα «λιθαράκια του σπιτιού μου». Για καλή τύχη, ο φίλος θα μαρτυρούσε κι ο ίδιος ως αυτόπτης όσα θα ανακαλούσα. Στο απόσπασμα το μεταναστόπουλο πλησιάζει τη Διονυσία κρατώντας μια νάιλον με τρία – τέσσερα άδεια μπουκάλια μπίρας. Αυτά τα μπουκάλια θα γινόντουσαν ο μίτος που με οδήγησε στο έναυσμα.
Το μυθιστόρημα Διονυσία κυκλοφόρησε στις 19 Μαρτίου 2012 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Το μυθιστόρημα Διονυσία κυκλοφόρησε στις 19 Μαρτίου 2012 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Και πράγματι, μερικά χρόνια πριν, με τον ίδιο φίλο και μια ξαδέλφη του, μεσημέρι Κυριακής στο Γκάζι, παντού κόσμος πολύς, βρήκαμε να καθίσουμε σε γωνιακό εστιατόριο, στην απόμερη πρόσοψή του, κι όπου τα τραπέζια ίσα χώραγαν στριμωγμένα το ένα πίσω από το άλλο, κι από ένα μόνο κατά πλάτος στο στενό πεζοδρόμιο. Μπροστά μας είχε σερβιριστεί ήδη μια συντροφιά, νεαροί πολύ σύγχρονοι στην εμφάνισή τους. Είχαμε παραγγείλει κι εμείς, όταν λίγο αργότερα θα εμφανιζόταν από τα νώτα μας ένα ισχνό μεταναστόπουλο, Πακιστανός ή Ινδός, κρατούσε σφιχτά στο δεξί μία νάιλον (ο μίτος που έλεγα παραπάνω) με τρία – τέσσερα μπουκάλια μπίρας, περπάταγε στο ρείθρο του πεζοδρομίου, μας προσπέρασε, στάθηκε δίπλα στο τραπέζι των νεαρών. Όρθιος και κοίταζε μπροστά του, παράλληλα προς το δρόμο και το πεζοδρόμιο, όμως σε σωματική σχεδόν επαφή με τον ακριανό της συντροφιάς. Περνούσαν τα λεπτά, εκείνοι λοξοκοίταζαν κατά την πλευρά του, παρατηρούσαμε το ασυνήθιστο του πράγματος και εμείς. Υπήρχε κάτι πολύ αμήχανο στην περίσταση. Ο ακριανός κάποτε δεν άντεξε, ζήτησε απ’ τον Πακιστανό να μετακινηθεί, να πάει παρακεί. Εκείνος δεν αντέδρασε. Ο ένας μετά τον άλλο τού απευθύνονταν και οι υπόλοιποι, το γκαρσόνι υστερότερα, ο ιδιοκτήτης ή υπεύθυνος του καταστήματος στο τέλος, και όλοι τους κάθε άλλο παρά επιθετικοί. Ο μετανάστης, αντίθετα, είχε στυλώσει τα ποδάρια, αρνιόταν πεισματικά να κουνηθεί, κι όταν πια τον μετακινούσαν κι εντέλει τον έσερναν, αυτός φώναζε κι έκλαιγε. Περίπου σαν αν είχε ορίσει -άραγε μετά από πόση απελπισία- ως έσχατο όριο της αντοχής ή του ζωτικού του χώρου το να παραμείνει όρθιος κι αμετακίνητος σ’ εκείνο εκεί το σημείο του ρείθρου. Εννοείται σταδιακά μάς είχε κοπεί η όρεξη, χάσαμε το κέφι μας. Το πράγμα δε χώραγε ίχνος αισθηματολογίας. Παρόλο τον πόνο που προξενούσε, τίνος το μέρος να πάρουμε, ποιος έφταιξε, σε ποια μεριά βρισκότανε το δίκιο; Κι όσο διήρκεσε όλο αυτό, το μεταναστόπουλο κρατούσε με δύναμη σφιχτά τη νάιλον σακούλα, «Τα άδεια μπουκάλια, τι τα θέλει, άραγε, τι τα κουβαλάει», είπα χωρίς να σκέφτομαι τι λέω, πιο πολύ για να μιλήσω, να εκτονωθώ.
Θύμισα στο φίλο το περιστατικό, τη φράση μου. «Τα άδεια μπουκάλια στη νάιλον σακούλα, άραγε, τι τα κουβαλούσε συνέχεια μαζί του;» αναρωτιέται η Διονυσία στο μυθιστόρημα. Στην αφήγηση το μεταναστόπουλο δεν είναι Πακιστανός -η ιστορία διαδραματίζεται περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα-, αλλά Αλβανός, οι δυο τους θα πάνε για σεξ σε παλιά πολυκατοικία στη Μηθύμνης, όπου στο χτύπημα του κουδουνιού, «ακούσανε τον ήχο όπως και το άνοιγμα της εισόδου που θύμιζε τράβηγμα σύρτη». Εδώ κι αν σκίρτησα: μα αυτό δεν ήτανε παρά το σπίτι του Σαχτούρη! Στη δεκαετία του ’80, φοιτητές και τα τρία αδέρφια (με την αλλαγή της σχολής, από την Ιατρική στη Φιλοσοφική, είχα χάσει τρία χρόνια κι έτσι συμπέσαμε), και γιατί μας βόλευε στου Ζωγράφου ή Ιλίσια, βρήκα δίχως να το ξέρω και νοίκιασα –από σύμπτωση ίδια με αφηγηματική πύκνωση- το σπίτι όπου ζούσαμε με τους γονείς μου από το ’60 που γεννήθηκα έως το ’63, στη οδό Γουναροπούλου. Φοιτητής μετακινούμουν με παπί και, γιατί μετά την εξαγορά του τότε από την Goody’s είχε ανακαινιστεί ο Φλόκας της Φωκίωνος, πολύ εντυπωσιακός –πρόκειται για την εποχή που είναι πια σε παρακμή οι καφετέριες του ’70, τα δερμάτινα καθίσματα και οι τσίγκινες ταπετσαρίες στους τοίχους, οι θαμώνες να χτυπούν με το κουταλάκι στο φλιτζάνι εωσότου ασπρίσει τη ζάχαρη με τους κόκκους του στιγμιαίου και μια κουταλιά νερό για το ζεστό νες με γάλα-, πεταγόμουν για καφέ, λοιπόν, στο Φλόκα της Φωκίωνος, όπου σύχναζε και ο Σαχτούρης, κι αφότου συνδεθήκαμε, καθώς ο ποιητής δεν είχε τηλέφωνο για προηγούμενη συνεννόηση, είχα ανοιχτή πρόσκληση, μπορούσα να τον επισκέπτομαι, όποια μέρα ήθελα, τα απογεύματα στις επτά. Ο φίλος, που έλεγα παραπάνω, έλειπε στην Ελβετία για τη διατριβή του εκείνα τα χρόνια, και όποτε κατέβαινε Αθήνα με συνόδευε σε μία τουλάχιστον από τις επισκέψεις μου στον Σαχτούρη, θέλω να πω ήξερε και αυτός το σπίτι στη Μηθύμνης, ήτανε τι ευρύχωρη εμπειρία το δυάρι του ποιητή, νόμιζες είχε ταξιδέψει σ’ όλο τον πλανήτη, κι αυτός είχε πάει μέχρι τα σύνορα σαν φαντάρος και με έξοδά του ίσαμε τον Πόρο μόνο. Θύμισα στο φίλο τον ήχο του σύρτη, σκίρτησε κι εκείνος.
Ώστε, να τι είχε συμβεί: η Διονυσία, αυτή που παραιτημένη άφησε το κλαδί απ’ όπου κρεμιόταν, για να μετεωριστεί με τα ένστικτα παραλυμένα σ’ ένα θολό σαν σκέψη κόσμο, πήρε στο κατόπι το μεταναστόπουλο του μεσημεριού στο Γκάζι, έφτασαν στο σπίτι της ποίησης, κι εκεί του πρόσφερε τη δική της παρηγορητική συμπάθεια, την ηδονή.
Και δυο μικρές, ακόμα, λεπτομέρειες. Το σπίτι στη Μηθύμνης όπου ο μετανάστης και η Διονυσία κάνουν σεξ είναι σκοτεινό, με μυρωδιές αντρικής απλυσιάς και υπόγειο∙ το σπίτι του ποιητή, παρόλο που χαμηλότερα από την είσοδο, ήτανε ισόγειο, έβλεπε πίσω στον ακάλυπτο, επίσης με τη μέριμνα και της συντρόφου του, της Ιωάννας Περσάκη, ζωγράφου, που αν θυμάμαι καλά έμενε δυο – τρία τετράγωνα ψηλότερα επί της Φωκίωνος, ήτανε νοικοκυρεμένο. Επιπλέον, στην αφήγηση το έχω κατεβάσει χαμηλά στο ύψος της Δροσοπούλου, -να υποθέσω πως ετούτη η αφηγηματική… μετατόπιση δεν είναι άσχετη με το αλισβερίσι των ναρκωτικών που αντιλήφθηκα αρκετές φορές ή με την πορνεία που δεν είδα ποτέ αλλά φημολογείται στη Δροσοπούλου. Αυτές τις ασύνειδες διεργασίες μπόρεσα να ξεδιαλύνω (και το πιθανότερο θα είναι χωνεμένες πολύ περισσότερες), προκειμένου να αιτιολογήσω την ένταση ή την προέλευση ενός φαινομενικά μη βιωμένου περιστατικού.
Αυτή είναι και η τέχνη μου. Το δικό μου υλικό συντίθεται και από βιώματα, δεν ξέρω να πω αν μόνο από βιώματα, όμως και αυτά όχι προτού μεταβολιστούν, μεταπλαστούν, κυλήσει ο καιρός και γίνουν ιλύς, ύλες φερτές που κουβαλάει στην κοίτη της ανυποψίαστη και ως αν ήτανε δικά της πλάσματα η φαντασία μου.
*
©Αντώνης Νικολής: (1960-). Συγγραφέας, μυθιστοριογράφος. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Το Σκοτεινό Νησί» (2008) και «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» (2014), νουβέλες, και το μυθιστόρημα «Διονυσία» (2012). Από τις αρχές του 2013 δημοσιεύει άρθρα του στην ηλεκτρονική Φωνή της Αθήνας (Athens Voice).
*
______________________
[*] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153.
vintage_under2

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ο Αντώνης Νικολής μάς συστήνει το νησί του.


(Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 15 Ιουνίου 2014, στο ένθετο ταξίδια extra.)

Ο Αντώνης Νικολής μάς συστήνει το νησί του.

Για την Κω συνηθίζω το λογοπαίγνιο πολλοί κόσμοι ή πολλές ηδονές σε μία συλλαβή, δεν αγαπώ τα λογοπαίγνια, μα σε τούτο το οξύμωρο χωράει η σχέση γοητείας που με συνδέει με το μονοσύλλαβο νησί της Δωδεκανήσου, το νησί μου είναι σωστότερο να πω, γιατί από δω κατάγομαι κι εδώ ζω το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου.
Η Κως είναι σχετικά μεγάλο νησί, το ένα από το άλλο άκρο της απέχει οδικώς γύρω στα 50 χιλιόμετρα, με πληθυσμό κοντά στους 35 χιλιάδες κατοίκους.
Ήπιο, μαλακό, ηδύ, τα επίθετα για το τοπίο της. Πεδινή με γήλοφους, ακόμα και οι ορεινοί της όγκοι μοιάζουν με ψηλούς ήμερους λόφους. Ενδοχώρα με εξοχικούς δρόμους που φέρνουν στο νου χρόνους αφηγηματικούς της παλιάς καλής λογοτεχνίας και που σβήνει δίχως εξάρσεις και με αχνές πινελιές στο ακροθαλάσσι. Και σχεδόν παντού με ομαλή πρόσβαση στην ακτή, με παραλίες από καλές έως εξαιρετικές.
Η πόλη της Κω διακρίνεται για τον ιταλικό δωδεκανησιακό χαρακτήρα του κέντρου της, τα διάσπαρτα στον ιστό της αρχαιολογικά πάρκα, τον ιδιότυπο συγκρητισμό των μνημείων της, (ναοί ορθόδοξοι, καθολικοί, η συναγωγή, τεμένη μουσουλμανικά, το ιπποτικό κάστρο της Νεραντζίας στον παλιό λιμενοβραχίονα, οθωμανικά, βυζαντινά, παλαιοχριστιανικά κατάλοιπα, ρωμαϊκά όπως η αναστηλωμένη Κάζα Ρομάνα ή το ωδείο, ελληνιστικά και υστεροκλασικά όπως το Ασκληπιείο στα περίχωρα), που μαζί με τα αλσύλλια και τις δεντροστοιχίες από φίκους, φοινικοειδή, πλατάνια, αγριογιασεμιά, μπουκαμβίλιες, ιβίσκους, συμπληρώνει την κοσμοπολίτικη και κάπως ανατολίζουσα εντύπωση που αποκομίζει ο επισκέπτης της.
Η Κως ήτανε γνωστή και με το προσωνύμιο: το νησί των ποδηλάτων, τότε που οι περισσότερες οικογένειες είχαν τόσα ποδήλατα όσα και μέλη. Τα τελευταία χρόνια χάρη στο ευρύ δίκτυο των σύγχρονων ποδηλατόδρομων, επιστρέφουν οι γνώριμες εικόνες, οι φίλοι δυο – δυο με συντονισμένες πεταλιές να ποδηλατούν και να συζητούν ήσυχα, τα προειδοποιητικά κουδουνίσματα, οι τσιρίδες των παιδιών οιονεί ιαχές μικρών ζογκλέρ ποδηλατώντας με τα χέρια σε έκταση, ή γι’ ακόμα πιο ριψοκίνδυνη οδήγηση με τα πόδια περασμένα πάνω από το τιμόνι.
Οι επισκέπτες του νησιού αξίζει να κατεβείτε στα Θερμά, δύο χιλιόμετρα έξω από την πόλη, στον υποβλητικό βραχώδη τόπο με τη θερμή πηγή πλάι στο κράσπεδο του γιαλού. Στην αντίθετη κατεύθυνση, να ανεβείτε στα άνδηρα του Ασκληπιείου, για τον ίδιο το χώρο αλλά και για τη θέα της πόλης από ψηλά, των γειτονικών νησιών, των μικρασιατικών ακτών απέναντι. Να επισκεφτείτε το εκεί επιγραφικό μουσείο με τα σύγχρονα εκθεσιακά πολυμέσα. Μερικά χιλιόμετρα δυτικότερα, συνεχίζοντας στους πρόποδες του κύριου ορεινού όγκου του νησιού, του βουνού Δίκαιος, το Παλιό Πυλί, το ερειπωμένο χωριό, αλλά και το σύγχρονο Πυλί με τη δροσερή Πηγή του, ύστερα το Ασφενδιού με τους παραδοσιακούς οικισμούς, τις ταβέρνες , τα καφενεία. Στα μεσόγεια, στην Αντιμάχεια, το δεύτερο μεγάλο ιπποτικό κάστρο. Και σ’ όλη τη νοτιανατολική ακτογραμμή από την Καρδάμαινα έως την Κέφαλο, σε πολλά χιλιόμετρα, τις αμμουδιές απαράμιλλης ομορφιάς. Στον κόλπο της Κεφάλου, την παλαιοχριστιανική του Αγίου Στεφάνου απέναντι από το νησάκι. Κάντε μία στάση στον κόλπο, για κολύμπι, για ψάρι ή και για διανυκτέρευση.
Η Κως δεν είναι το ήσυχο γραφικό νησί. Θα σας αρέσει, αν σας ελκύει η ποικιλία των προσφορών, αν συνυπολογίσετε επιπλέον ότι λόγω υποδομών, ακόμα και ντάλα τουριστική σεζόν, εδώ θα βρείτε καταλύματα, ενοικιαζόμενα οχήματα, εστίαση σε πολύ προσιτές τιμές, αλλά και λόγω μεγέθους μέχρι… και ερημικές αμμουδιές αν αυτό ορέγεστε. Αν πάλι φορώντας το μαγιό γίνεστε κοινωνικότεροι, υπάρχουν και οι παραλίες οι οποίες σφύζουν από ημίγυμνο ανθρωπομάνι. Και μια και το ’φερε ο συνειρμός, η μεγαλύτερη και πιο πολυσύχναστη παραλία γυμνιστών βρίσκεται στο Τιγκάκι, η οποία λόγω του μεγάλου βάθους της παράκτιας ζώνης, του ανάγλυφου των θινών, της απόστασης από τον οικισμό, θεωρείται από τους λάτρεις του είδους ιδεώδης.
Μα η Κως θα σας ανταμείψει πρωτίστως με το φως του νοτιανατολικού Αιγαίου και της Καρίας. Βαρύ και πυκνώνει τις σκιές το μεσημέρι, το σούρουπο ιώδες. Στα μέρη μας το κοκτέιλ περιέχει τρία μέρη: συγκατάβαση, ανοχή, νοσταλγία. Απ’ αυτό ξεκίνησα: πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Οι κάλλες.



Αυτά τα κρίνα συμβολίζουν, λέει, την αγνότητα. Εμένα, όπως και ορισμένα είδη ορχιδέας, μου δίνουν την εντύπωση σχεδόν αισθησιακής σάρκας. Ή μήπως είναι το ίδιο; Σε γυναικείο μοναστήρι το περασμένο Σάββατο είδα τα βάζα στη βάση του τέμπλου γεμάτα κάλλες. 
Οι μοναχές τις έκοψαν, τις πρόσφεραν θυσία.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Η δεξαμενή που δε λέει να στερέψει.

Athens Voice, 20/09/2013 - 10:37

Τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου, μέχρι και το 1963, τα χρόνια που έπαιρνε ο πατέρας μου την ειδικότητα της ακτινολογίας, ζούσαμε στην Αθήνα. Τότε, το πιθανότερο γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμη γιαγιά –εκείνες μένανε στο νησί–, ίσως και για να διευκολύνει στα βάρη του έναν καλό πρώτο του ξάδερφο στο χωριό, ο πατέρας μου ανέβασε στην Αθήνα μαζί μας τη δεκαπεντάχρονη κόρη εκείνου του συγγενή, το Ποπάκι, που θα αναλάβαινε για μένα χρέη αυτής που σε απλά αγγλοελληνικά ονομάζουμε μπέιμπι σίτερ. Και ούτω πως με μεγάλωναν πια δύο Καλλιόπες, η Πόπη η μάνα μου η μία, και το Ποπάκι η άλλη, η ξαδερφούλα από την Κέφαλο, το χωριό το πιο φτωχό και το πιο απομακρυσμένο από την πόλη της Κω. Να πω επίσης πως καθώς δε μίλαγα μέχρι τα δύο (κι ύστερα τραύλιζα μέχρι και τα επτά) την φώναζα «το Παπάτσι μου».
Δε θυμάμαι τίποτα από εκείνα τα χρόνια, όμως κάθε φορά που συναντώ το Ποπάκι αυθόρμητα ξεπηδά από μέσα μου η μνήμη μιας βαθιάς οικειότητας. Ανήκει στα πολύ λίγα πρόσωπα που μπορώ να περιγράψω λεπτομερώς ή να ζωγραφίσω από μνήμης, ιδίως τις ρυτίδες του γέλιου στα ζωηρά μάτια της κι αμέσως παρασυρμένα σαν μ’ εσωτερικό νήμα τα χείλια της, τη χαρούμενη φωνή της.
Το Ποπάκι γύρισε στην Κέφαλο, έφτιαξε τη ζωή της. Τις χαρές ή το χρόνο που κυλάει αμέριμνος, όμως, τον σκιάσανε λύπες, σίγουρα μεγαλύτερες απ’ όσες αναλογούν σ’ έναν άνθρωπο της εποχής και του τόπου της. Έμεινε γρήγορα ζωντοχήρα, δούλεψε σκληρά μεγαλώνοντας τα έξι παιδιά της. Εκείνα τα δύσκολα πρώτα χρόνια έχασε και τη μία από τις δύο θυγατέρες της. Το περασμένο Σάββατο, ανήμερα του Σταυρού, έμελλε να τη βρει και η δεύτερη μεγάλη συμφορά. Να χάσει και δεύτερο παιδί, το δευτερότοκο Μανόλη της. Πρώτες πρωινές ώρες, πριν χαράξει ακόμα, εργαζόμενος στην αποκομιδή των σκουπιδιών, πίσω από τη σκουπιδιάρα, πάνω στη δουλειά του ο Μανόλης, χτυπήθηκε θανάσιμα από γιωταχί που οδηγούσε ένας μεθυσμένος.
Το μάθαμε μεσημέρι. Πήρα τους γονείς μου και φύγαμε για το χωριό. Στην πλατεία και στον κεντρικό δρόμο, όταν με κατεβασμένο το τζάμι ρωτούσα πού έχουν τον νεκρό, –νιόπαντρος και ζούσε στο σπίτι της γυναίκας του–, μου απαντούσαν, «Προχώρει πέρα κατά τον Λιμιώνα. Θα καταλάβεις πού τον έχουσι ’πό τον κόσμο». Πράγματι, ήταν ήδη μαζεμένος πολύς. Στάθμευσα, περπατάγαμε μουδιασμένοι ανάμεσα στους μαυροφορεμένους που στεκόντουσαν όρθιοι κι απ’ τις δυο πλευρές του στενού. Ανεβήκαμε τη σκάλα προς τον όροφο, στη μέση του καθιστικού το φέρετρο με τον Μανόλη, δίπλα κι από πάνω του το Ποπάκι, παραδίπλα η χήρα και τ’ αδέρφια του. Το Ποπάκι από τις πέντε το πρωί κι ίσαμε το τέλος του ξοδιού δίχως να σταματήσει ούτε λεπτό, μα πώς δε στέγνωνε το στόμα της απορούσαν οι γυναίκες απέξω, μιλούσε στο παιδί της, του μίλαγε ασταμάτητα σε μια καθημερινή πρόζα, «Μανόλη μου, έλα Μανόλη, ξύπνα, γιε μου», ο πόνος της προδιδόταν μόνο από την επίμονα υψηλή ένταση της φωνής, κάθε που ερχόταν ένας οικείος, ένας οξύς γόος σπαραξικάρδιος χυνόταν μέσ’ απ’ την κάμαρα του θρήνου έξω στο δρόμο. Το Ποπάκι, η αγκαλιά της, οι φωνές της, ο κοπετός γύρω μας, τα κρύα σταυρωμένα χέρια του Μανόλη. Ύστερα βγήκα έξω, ακούμπησα στην κουπαστή της σκάλας, χάζευα τον κόσμο, τα πρόσωπα, τις εκφράσεις, τις στάσεις των σωμάτων τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι το μισό μου σόι.
Η Κέφαλος είναι ψηλά χτισμένη, έχει καλό αέρα και ολόγυρά της προς όλες τις κατευθύνσεις ένα σπάνιας ομορφιάς φυσικό τοπίο. Ήταν απόγευμα, δίχως υγρασία στην ατμόσφαιρα, το φως έπεφτε μαλακό και στις αποχρώσεις του μελιού. Ο θάνατος δίνει ένταση στη ζωή. Ήρθαν οι παπάδες, οι θρήνοι γίνανε στριγκιές κραυγές, πήραν οι φίλοι του στον ώμο τον Μανόλη, ξέσκεπο το κασόνι, ξεκίναγε η πομπή για την εκκλησία. Εκεί περίμεναν κι όσοι δεν ήρθαν στο σπίτι. Όλο το χωριό. Άρχισε η λειτουργία, που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Το εκκλησίασμα, σκόρπιες φωνές από δω κι από κει, με τις κραυγές του επικάλυπτε ψάλτες και παπάδες, δεν ήταν κλάματα, ήταν άγριες επικλήσεις δεν ξέρω σε ποιον ούτε άκουγα καθαρά, μέσα μου έμεινε η εντύπωση μιας τελετουργίας σαν γύρω από ένα βάραθρο. Σκληρά πρόσωπα, με οικονομία στην έκφρασή τους. Έμοιαζε μ’ έναν αλλόκοτο ασύντακτο χορό.
Είπε δυο λόγια ο καλός παπα-Κωνσταντής, αυτά απολύτως που έπρεπε, όχι περισσότερα, ύστερα πάλι εν πομπή κινήσαμε για το νεκροταφείο. Το νεκροταφείο βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και με θέα πανοραμική στον κόλπο τον ομώνυμο της Κεφάλου. Εδώ είναι θαμμένοι ο παππούς Αντώνης, η γιαγιά Καλλιόπη. Λίγο πριν από το μούχρωμα τελέστηκε και η ταφή. Διαλυόταν πια το σόι, μαζί και το υπόλοιπο χωριό. Σκοτείνιαζε όταν έβαζα μπροστά για την επιστροφή στην πόλη. Παρά τον άδικο χαμό, το Ποπάκι και τον πόνο τον ανήκεστο στα σωθικά της, μέσα μου είχα και μια άλλη συγκίνηση. Και το όνομα και το επίθετο και το πατρώνυμό μου, Αντώνης Νικολής του Χαραλάμπους, μου τα έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Αλλά κι από την όλη έκφρασή τους, (ειλικρινά δεν παρασύρομαι από τη συγκίνηση της ίδιας της γραφής, έχω τα χρονάκια μου πια και αρκετή εμπειρία), μια ιδιότυπη αισιοδοξία:
Αν μετά από τόσα χρόνια λαϊκίστικου εκμαυλισμού η νεοελληνική κοινωνία διαθέτει ακόμα τέτοια αποθέματα, έχει ακόμα κάπου μερικούς ανθρώπους ικανούς να χαρούν ή να πενθήσουν με όλη την αλήθεια της ύπαρξής τους, τότε η δεξαμενή δε στέρεψε. Παράξενο, βέβαια, όμως, κι αν δεν έχω λαλήσει από την πολλή απαισιοδοξία, –που κι αυτό δεν αποκλείεται–, ετούτη η δεξαμενή ίσως να μη στέρεψε…

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Κως, πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή.



(Στο περιοδικό Blue της Aegean Airlines, Νο 45.)

 Αντώνης Νικολής
Κως, πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή

Η Κως είναι νησί μαλακό στις γραμμές του, με βουνά που μοιάζουν με λόφους, με ήπιες κατωφέρειες, γήλοφους, εύφορες επίπεδες εκτάσεις, γη που απλώνεται νωχελικά ως τη θάλασσα, στην άκρη του νοτιανατολικού Αιγαίου, στο μέσον των Δωδεκανήσων. Υπάρχει μία αισθητή ηδύτητα στο τοπίο, υποβάλλει μία ιδιότυπη αισθησιακή χαλαρότητα ο ίδιος ο τόπος, οι εξοχικοί δρόμοι στην ενδοχώρα του νησιού, οι πολλές κι εκτεταμένες σε χιλιόμετρα αμμουδερές παραλίες, στη βόρεια πλευρά από το Μαστιχάρι ως τον Άγιο Φωκά, επίσης στις νοτιοανατολικές ακτές από την Καρδάμαινα ως την Κέφαλο.
Το όρος Δίκαιος χωρίζει το νησί στα δυο, σε δύο κάπως διαφορετικά μικροκλίματα, στη βορειότερη πλευρά, όπου βρίσκεται η πόλη, με περισσότερη υγρασία και πράσινο, στη νοτιότερη με έντονη την ώχρα από τα πορώδη ασβεστολιθικά εδάφη, με διαφορετική συχνά χλωρίδα, όπως τα δάση αρκεύθων στη διαδρομή ανάμεσα στην Αντιμάχεια και την Κέφαλο.  
Η Κως είναι ένα σχετικά μεγάλο νησί, με περίπου 35 χιλιάδες κατοίκους.
Η ομώνυμη πρωτεύουσά της, μία μικρή σύγχρονη τουριστική πόλη, έχει χρώμα ιταλικό δωδεκανησιακό στο κέντρο της, κυρίως στα δημόσια κτήρια, ενώ την ιδιαίτερη εικόνα στο ιστό της συμπληρώνουν τα μεγάλα αρχαιολογικά πάρκα, όπως και οι δεντροστοιχίες, φίκοι, πλατάνια, φοινικοειδή, την κάπως ανατολίζουσα ατμόσφαιρά της. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα όπως και στον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, ανάλογο της Ρόδου, συμβάλλει ο ιδιότυπος συγκρητισμός των ιστορικών και πολιτιστικών μνημείων της, άλλα αρχαιοελληνικά με κύριο το Ασκληπιείο, ρωμαϊκά όπως η αναστηλωμένη Κάζα Ρομάνα, πολλά παλαιοχριστιανικά, επίσης βυζαντινά, ιπποτικά όπως το κάστρο της Νεραντζίας στον παλιό λιμενοβραχίονα, οθωμανικά όπως το τέμενος της Λότζας στην πλατεία με τον πλάτανο το λεγόμενο του Ιπποκράτους, καθολικοί ναοί, η συναγωγή, απομεινάρι της ακμάζουσας άλλοτε εβραϊκής κοινότητας, οι ορθόδοξες εκκλησιές βέβαια, η νεοελληνική λαϊκή αρχιτεκτονική, όση διασώθηκε μετά το σεισμό του 1933 στις εξοχές ή στα χωριά της βορεινής πλαγιάς του Δίκαιου, στο Ασφενδιού και τους δορυφόρους συνοικισμούς του.
Αξίζει μια βόλτα με ποδήλατο στους σύγχρονους ποδηλατόδρομους, κάποτε ήτανε και προσωνύμιο της Κω: το νησί των ποδηλάτων. Τότε που οι περισσότερες οικογένειες είχαν τόσα ποδήλατα όσα τα μέλη τους.
Αλλά οι μεγάλες ωραίες διαδρομές απαιτούν αυτοκίνητο ή μηχανή. Από την πόλη ως τα Θερμά (στους τολμηρούς συνιστάται και μεταμεσονύκτια επίσκεψη στην καυτή πηγή που εκβάλλει στη θάλασσα). Από το Ασκληπιείο ως τις Χαϊκούτες. Από το Λαγούδι ως το Πυλί με στάση στο ερειπωμένο Παλιό Πυλί. Πάνω από το Πυλί με κατεύθυνση προς την τουριστική Καρδάμαινα, ή στο μέσον παρακάμπτοντας για το ιπποτικό κι αυτό κάστρο της Αντιμάχειας. Μετά το αεροδρόμιο με κατεύθυνση προς Κέφαλο, μία κατάβαση στο αθέατο από το ύψος του δρόμου δάσος της Πλάκας. Στην Κέφαλο οπωσδήποτε μία στάση, για τα νερά του κόλπου, για το νησάκι στο μυχό του. Από κει προς τα Παλάτια και το αρχαίο θεατράκι, προς το Ζηνί, τη Λάθρα, τον Άγιο Θεολόγο.
Η Κως γαστρονομικά ανήκει στην Εγγύς Ανατολή. Με αρκετές δικές της σπεσιαλιτέ, όπως την πασά μακαρούνα (σπιτικά λαζάνια με χοιρινό κιμά και μυζήθρα), ή το πλιγούρι με ρεβίθια και χοιρινό. Κουζίνα που συγγενεύει με την απέναντι μικρασιατική, την κρητική και την κυπριακή. Στα μπαχαρικά δεσπόζει το κύμινο και η κανέλλα. Στα γλυκά η μαστίχα, το ανθόνερο ή το ροδόνερο και πάλι η κανέλλα. Τουρκική κουζίνα της περιοχής μπορεί να γευτεί κανείς στο Πλατάνι, ιταλική στο «Otto e mezzo» στα Χαλουβαζιά, ψάρι σε όλους τους παραθαλάσσιους οικισμούς, παραδοσιακή τοπική κουζίνα σε πολλές ταβέρνες, ιδιαίτερα καθοδόν προς το Ασφενδιού στο «Πανόραμα», στον «Ωρομέδοντα» στη Ζιά, στο «Καζίνο» στον Ασώματο. Όπως και στην Πηγή του Πυλιού.
Ανάμεσα στα καφέ και μπαρ της πόλης, το «Le café», to «H2O», ο «Μύλος», αλλά και το «Ταμ-Ταμ» στο Μαστιχάρι και ο εναλλακτικός «Νερόμυλος» στη Ζιά. 
Να μην ξεχάσω, για τους ειδικά ενδιαφερόμενους, παραλία γυμνιστών και αρκετά πολυσύχναστη υπάρχει στο Τιγκάκι.
Στην Κω ταιριάζουν οι μεταβατικές εποχές του χρόνου, η άνοιξη, το φθινόπωρο. Αλλά και στους μήνες αιχμής -γιατί έχει το μέγεθος και την υποδομή- παραμένει και προσιτή στις τιμές της, και δε δίνει την εντύπωση τόπου κορεσμένου από τουρίστες. Όποιος ψάξει βρίσκει για την πάρτη του ερημικές παραλίες ακόμα και στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, παρόλο που δεν είναι λίγες ούτε όσες κατακλύζονται από δίποδες ομορφιές, κατακλιμένες σε ξαπλώστρες ή στην άμμο, ημίγυμνες ή και ολότελα τσίτσιδες.

(Η φωτογραφία, από τον αδερφό μου Θανάση.)