Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

Όλος ο αέρας νερό!

(...) Έσκυψα, του κατέβασα τα βλέφαρα, του έκλεισα τα μάτια, σήκωσα ένα από τα χράμια, σαν ένα στρωσίδι από χρόνο, μέσα μου το είπα… χρόνινο, και τον σκέπασα.

«Είναι μέρα;» με ρωτάει η Πέργαμοντ.

Σκέπαζα την άκρη του ποδιού του, κοίταξα τη λάμπα. «Νυχτώνει».

«Άρα, δεν θα φορέσουμε στολές. Καλό αυτό. Ή να τις φορέσουμε;»

«Πέθανε πλέον, νομίζω, πέθανε». Είχα ολοκληρώσει την ιδιότυπη μίνι κηδεία που του έκανα.

«Πρώτα όμως θα βρέξει».

«Τι…!» εκπλησσόμουν επιτέλους από κάτι ευχάριστο.

«Γιατί σ’ το υποσχέθηκα…»

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Και η υστάτη της ζωής του ολυμπιάδα.

 Περεγρίνος

(...) Τώρα όσο ποτέ, ακόμη κι αν δεν ήταν, όφειλε να συμπεριφέρεται ως ο σοφός, ο βαθύς, αυτός που ανέβηκε στο υψηλότερο βάθρο, που περίοπτος συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή και τον σεβασμό των άλλων, όσων περισσότερων άλλων. Ασκεπής, όπως υποχρεωτικά όλοι, με το κεφάλι και τον κορμό στητό, κάποτε και ώρες στο λιοπύρι, στοχαστικός και σιωπηλός, αδιάφορος για ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω του σε στάδιο, σε ιππόδρομο, σε παλαίστρα, –μεταξύ τους τον σχολίαζαν ακόμη και οι δικοί του: από πού ν’ αντλούσε τόσες αντοχές, τέτοια ανθεκτικότητα σε θερινό καύσωνα, σε δίψα, σε φασαρίες και φωνές έξαλλων φιλάθλων, ένας παραπάνω λόγος που το αμέσως προηγούμενο διάστημα είχε δώσει κάποια δείγματα λιποψυχίας–, και παρόλο που πολύ δύσκολα αποσπούσε κανείς την προσοχή του φιλοθεάμονος κοινού από τους αθλητές, όμως στα πρανή του στίβου στο στάδιο ή στον ιππόδρομο, ανάμεσα στους χιλιάδες θεατές, φαινόταν κάποτε κάποτε να διαπερνούν σαν ρίγη τα λοξοκοιτάγματα, ή τα αδιάκριτα επίμονα βλέμματα, ή το σούσουρο για την παρουσία του στην κορφή ή στο κέντρο της αλλόκοτης αγέλης των κυνικών (που ο ίδιος φαντασιωνόταν να αντιστοιχούν περίπου στη φράση:

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

Ο Περεγρίνος στην παρθενική ολυμπιάδα του.

Περεγρίνος

(...) Τον Ηρώδη θα τον συναντούσε πότε εδώ-πότε εκεί, λίγο αμεσότερα μερικούς μήνες αργότερα στην Ισθμία, στον ναό του Ποσειδώνα, όπου ο οδηγός της άμαξας με προορισμό την Ολυμπία, έκανε μικρή στάση για ανάπαυλα και για να θαυμάσουν τα κολοσσιαία αγάλματα του Ποσειδώνα και της συζύγου του Αμφιτρίτης στον κυρίως ναό, και το επίσης πελώριο δελφίνι με το παιδί στη ράχη του, τον θαλάσσιο θεό Παλαίμονα, στον ομώνυμο κυκλικό ναό, και τα τρία προσφορές του «μεγάλου ευεργέτη των Ελλήνων, του θαυμάσιου Ηρώδη», όπως κάθε λίγα βήματα τους επαναλάμβανε ο οδηγός. Και πόση έκπληξη για τη σύμπτωση, όταν στον περίβολο του θολωτού ναού με το δελφίνι αίφνης έκανε αισθητή με τη δέουσα ασφαλώς φασαρία η κουστωδία του Ηρώδη. Ήτανε μαζί του, κυριολεκτικά φρουρά του, ανάμεσα σε άλλους, ο πιστός του απελεύθερος ο Αλκιμέδοντας, ώριμος, όμως ακόμη ελκυστικός και παρά την ηλικία του και αρρενωπός άντρας, και παραδίπλα αυτός που δύσκολα μπορούσε να χωρέσει σ’ όποια περιγραφή η ομορφιά του, ο Αγαθίωνας όπως το παρονόμαζαν για να φέρνει γούρι (δηλαδή τι άλλο παρά την… αγαθή, την καλή τύχη, να εξυπηρετεί τέτοια και τόση αρμονία της φύσης), άλλοι τον έλεγαν ο Ηρακλής του Ηρώδη, κάποιος από τους συνεπιβάτες της άμαξας ψιθύρισε, «Να κι ο θεόρατος Σώστρατος», αν ήταν όντως αυτό το πραγματικό όνομά του, –ο Περεγρίνος δεν ανακάλεσε τον συνονόματο πατέρα του–, πανύψηλος πράγματι, με μακριά ανοιχτά καστανά μαλλιά, λεπτά μαύρα και σμιχτά φρύδια, μάτια στο χρώμα του μελιού ευκίνητα και ξύπνια, μύτη γρυπή, χείλη και δόντια να ξυπνούν τον πόθο του φιλιού, γενάκια αραιά εφηβικά, σβέρκο πλατύ και στιβαρό, στέρνο εύρωστο, κορμό και σκέλη γεροδεμένα, έως και τα δάχτυλα κι οι ράχες των ποδιών του σαν σμιλεμένες από ερωτομανή με τα αγόρια γλύπτη. Έκοβε την ανάσα η ομορφιά του αγοριού, κι εντούτοις η παρουσία του Ηρώδη δεν επισκιαζόταν σχεδόν καθόλου. Δέσποζε σαν να ήταν αυτός κι άλλος κανείς η απόλυτη υπερβολή της φύσης! Ο Περεγρίνος θα προτιμούσε να άνοιγε η γη να τον καταπιεί.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Όμως για λίγο το κουφάρι θα έπαυε να βαραίνει τον σβέρκο του…

  

Μετά το πέρας κάθε έργου μου, ξαναπιάνω τα προηγούμενα –να θυμηθώ κάπως τον μεταξύ τους ειρμό–, κάνω μικρές διορθώσεις, την προεργασία-συμπληρωματικά κείμενα για τυχόν επανεκδόσεις, ανάλογα και μετά τον Περεγρίνο, ξεκίνησα με τον Δανιήλ, τη Διονυσία έπειτα, είμαι στον Μισθοφόρο τώρα, άφησα για το τέλος τα διαφορετικά δύο: Το Σκοτεινό Νησί και Το Γυμναστήριο.

Στον Μισθοφόρο, λοιπόν, εντόπισα ένα μικρό δείγμα λεπτής (λογοτεχνικής) ειρωνείας.

[Ο θάνατος του μισθοφόρου, (κεφ. Δ)]

 

 

(…) Αλλά και με την ελάχιστη αφορμή επέστρεφε στην κατάθλιψη. Όπως το μεσημέρι που διέσχιζε την Ιπποκράτους κι εκεί λίγο πριν από το λύκειο θυμήθηκε την αφήγηση για τον φονιά ιερέα που, όποτε χρειαζόταν να ιερουργήσει, ένας άγγελος στην είσοδο του ναού έπαιρνε από τον ώμο του το κουφάρι του δολοφονημένου, το βάρος της αμαρτίας, τον ελάφραινε, το φορτωνόταν στη διάρκεια της λειτουργίας εκείνος. Ο Ηλίας βούρκωσε, βάρυναν οι ώμοι του, σχεδόν τρέκλισαν τα καλάμια του, χώθηκε στο αλσύλλιο του Ηρώου. Τα πόδια του τον κατεύθυναν στο μεσαίο από τα τρία εκεί εκκλησάκια, άλλωστε όποτε το θυμόταν, σχεδίαζε να ρίξει σε παγκάρι εκκλησίας τα 150 ευρώ του μισθοφόρου, τα φύλαγε, τα ίδια και τυλιγμένα όπως τα βρήκε, σε ξεχωριστή θήκη στο πορτοφόλι του. Το τερέτισμα των τζιτζικιών, οι ευκάλυπτοι, τα πεύκα, οι πικροδάφνες, οι ψευτοπιπεριές, χώθηκε στις πυκνές σκιές, πατούσε τις πευκοβελόνες, το ξερό χώμα, όλ’ αυτά τον ανακούφιζαν, κυρίως γιατί τον απομόνωναν, αλλά και δεν αρκούσαν για να του πάρουν απ’ τους ώμους το βαρύ φορτίο, έφτασε στην πλακόστρωτη αυλή του Αϊ-Γιώργη, στην πόρτα, την άνοιξε, άκουσε το τρίξιμο από τους γανιασμένους μεντεσέδες, τη μυρωδιά από το καμένο σπορέλαιο στα καντήλια, σήκωσε τα υγραμένα μάτια στα λιγοστά εικονίσματα, στους ασβεστωμένους τοίχους, στον τρούλο στο κέντρο του ναΐσκου, «Θε μου, λύτρωσέ με, το αγαπούσα αυτό το παιδί, δεν έφταιξα σε τίποτα, Εσύ το ξέρεις!» έπεσε γονατιστός στο δάπεδο, με τα δάχτυλα στις λαδωμένες πλάκες. Κι αίφνης θυμήθηκε πως Γιούρι στα ρώσικα είναι ο Γιώργης, προφανώς το ασυνείδητο τον είχε σύρει ίσαμε δω, στον συνονόματο άγιο, άπλωσε σαν αντιστήριγμα την παλάμη για να σηκωθεί, κι αμέσως, στα λογικά του πάλι, όλα, το εκκλησάκι, οι προσευχές του, οι βρόμικες παλάμες, όπως στέγνωνε με τις ράχες τους τις κόγχες των ματιών, όλα τού φαίνονταν παιδαριώδεις δοξασίες, διαλύονταν τώρα, ούτε θα έριχνε τα ευρώ στο παγκάρι (αλλά καιρό έπειτα σε κουμπαρά του Ερυθρού Σταυρού σε σουπερμάρκετ), ήτανε ξανά μόνος και χαμένος. Όμως για λίγο το κουφάρι θα έπαυε να βαραίνει τον σβέρκο του (αυτό δεν το συνειδητοποίησε), βυθισμένος (μα και ελαφρύτερος), έβγαινε προς τον παραλιακό. (...)         

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

Παρά τη γιορταστική φωταψία.

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός 

Παρά τη γιορταστική φωταψία
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Περεγρίνος)

[…]ΝΟΙΑΖΟΤΑΝ ΤΟΝ ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟ. ΜΑ ΣΤΗ βάση της συνείδησης του Περεγρίνου η έκφραση των συναισθημάτων δεν είχε και πολύ κύρος. Τα θεωρούσε, τα δικά του συναισθήματα όσο και των άλλων, αδύναμες και αβέβαιες σκιές του ψυχικού κόσμου, και την εξωτερίκευσή τους περίπου ιδιοτελείς τακτικές επιβίωσης. Τον Αγαθόβουλο ήτανε προφανές ότι τον κατέβαλλε πια το γήρας. Ο Περεγρίνος παρατηρούσε τις μειωμένες αντοχές του, πώς βαριανάσαινε σε ανηφόρες ή σκαλιά, πώς κουραζόταν με το τίποτε στο περπάτημα, αυτός που τον πρόλαβε ακαταπόνητο στην πεζοπορία παραπατούσε τώρα κάθε τόσο και σωριαζόταν παρά το μπαστούνι, αδυνατούσε να δει καθαρά ή να διαβάσει κάτι, ακόμη και σε στήλες ευδιάκριτα μεγάλα γράμματα, οτιδήποτε πια ζήταγε να του το περιγράψουν ή να του το διαβάσουν ο Κνήμων ή όποιος μαθητής του τύχαινε κοντά του, δυσκολευόταν να θυμηθεί λέξεις, ιδίως ονόματα, ενώ όλο και συχνότερα επαναλάμβανε μια, την ίδια κουβέντα, δίχως να το συνειδητοποιεί. Ο Περεγρίνος έκανε τη σούμα όλων αυτών, τα σκεφτόταν σωρευτικά λόγω του εξασθενημένου κατά το πέρας του ταξιδιού Αγαθόβουλου, δεν ήταν πια μόνο ένα σφίξιμο ή τσίμπημα μπροστά σε κάποιο μεμονωμένο σύμπτωμα της φανερής από καιρό αδυναμίας ή, και όσο δυσάρεστο, πάντως μπροστά σε ένα μόνο προμήνυμα του επερχόμενου τέλους του Αγαθόβουλου. Κι αυτά ολότελα κόντρα στην απαστράπτουσα μεγαλειώδη Αλεξάνδρεια, που αντίκριζαν σαν να μην την είχαν ξαναδεί ύστερα από τον πολυήμερο ποταμίσιο πλου τους. Έμπαιναν από τις Πύλες του Ήλιου, τη γλυκιά ώρα πριν από το σύθαμπο, και μάλιστα ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η έναρξη της λαμπρής γιορτής για τον Σέραπη, στην πόλη που έτσι κι αλλιώς πάντοτε ξεπερνούσε την όποια προηγούμενη αποτύπωσή της στη μνήμη, πάντοτε φάνταζε πιο μεγαλόπρεπη, πιο σύνθετη στις γραμμές και πιο περικαλλής στις λεπτομέρειές της απ’ όσο μπορούσε να την αναπλάσει με τις δυνάμεις του μυαλού του ακόμη και ένας βέρος γέννημα-θρέμμα Αλεξανδρινός, διέσχιζαν τη μεγάλη ευθεία λεωφόρο με τη διπλή κιονοστοιχία σ’ όλο το μήκος της, τα θαυμαστά αρχιτεκτονήματα, τις πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες, όπου κι αν σήκωναν το βλέμμα η πόλη απλωνόταν σ’ έναν ατελείωτο αστραφτερό θρίαμβο, ειδικά απόψε ενισχυμένο απ’ τις τελετές για τον Σέραπη, κυρίως απ’ τη μεγάλη, πολυάνθρωπη λαμπαδηφορία, το πλήθος του κόσμου στους δρόμους, ιδίως εδώ στην πλατιά και μακρότατη λεωφόρο, που η άλλη άκρη της σε απόσταση πολλών σταδίων έμοιαζε κουκίδα, στις Πύλες της Σελήνης, πέρα στο δυτικό άκρο της πόλης∙ Ήλιος και Σελήνη, οι θεοί-φρουροί της Αλεξάνδρειας. Κοσμοπλημμύρα ιδίως κοντά στο μέσον της λεωφόρου, εκεί που η Αλεξάνδρεια απ’ τη ζηλευτή ευρυχωρία θυμίζει ύπαιθρο παρά πόλη, κοντά στο Βρουχείο, στα ανάκτορα και στην ευρύτερη περιοχή του Μουσείου με το άλσος όπου η Βασιλική Βιβλιοθήκη και το Σώμα, οι τάφοι του Αλεξάνδρου και των Πτολεμαίων, τη ρυμοτομία με τους ευθείς και εγκάρσιους δρόμους, τις διασταυρούμενες κιονοστοιχίες, τις προσόψεις ναών, ανακτόρων, μεγάρων –τι να περιεργαστεί πρώτο και με πόση προσοχή ένα μυαλό–, η πόλη εντωμεταξύ απέραντη, τα πλήθη σε πλατείες και δρόμους δεκάδες, ίσως κι εκατοντάδες χιλιάδες –πώς να υπολογίσει κανείς;–, κι απ’ τις μυριάδες δάδες η νύχτα να έχει γίνει κυριολεκτικά μέρα, αλλά κι όλ’ αυτά, όλη ετούτη η φαντασμαγορική αίγλη γύρω του σαν για να κάνει τον Περεγρίνο να βιώσει ακόμη πιο οξύμωρη την προσωπική του ανασφάλεια. Γιατί, αν εξέλειπε ο Αγαθόβουλος, παρά τους όποιους δεσμούς με τους υπόλοιπους της συνοδείας του, με τη Θελξινόη επίσης, παρά και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλης, εντούτοις δίχως εκείνον, δεν ήθελε να βαυκαλίζεται, δεν θα αισθανόταν μόνο, θα ήταν και ουσιαστικά ένας ξένος. Επέστρεφε στις έγνοιες του, πρώτα στο τι μέλλει γενέσθαι με τα οικονομικά του, κι αμέσως ύστερα παίρνανε σειρά και μια μια όλες οι άλλες πληγές του. Η πόλη, όπως τη ζούσε, απαρτιζόταν κυρίως από ένα ευρύ δίκτυ γνώριμων του Αγαθόβουλου, οι οποίοι επένδυαν στη συντροφιά του, στις ιδιότυπες σοφιστικές παραστάσεις του ίδιου κι από κοντά και των μαθητών του, τους φρόντιζαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τούς συντηρούσαν, όμως τις σχέσεις τις καλλιεργούσε εκείνος, ο Αγαθόβουλος, κάτι που προφανώς ούτε ο Κνήμωνας, ούτε άλλος κανένας θα κατάφερνε με την ίδια ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Στην Αλεξάνδρεια, όπου, όπως όλα, και οι σχέσεις των ανθρώπων απέβαιναν δαιδαλώδεις και περίτεχνες, ο Αγαθόβουλος διατηρούσε στη μνήμη ένα πολύ πλούσιο αρχείο για πρόσωπα και θεσμούς, ήξερε ανά πάσα στιγμή τι ακριβώς χρειαζόταν και πότε στα αλισβερίσια του τόσο με τους άλλους σοφιστές και λόγιους, όσο και με τους εύπορους της πόλης, όσους επέλεγε να τους ελέγχει σαν κυνικός δημόσια, και τους άλλους από τους οποίους προσποριζόταν ποικίλες εύνοιες και για τους οποίους με διάφορες προφάσεις έκανε τα στραβά μάτια, και ανάλογα και με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή τις σχέσεις του με τις ρωμαϊκές αρχές.
Ύστερα, δεν γερνούσε μόνο ο Αγαθόβουλος, σε λίγο καιρό θα έκλεινε κι ο ίδιος ο Περεγρίνος τα πενήντα τρία. Τα μαλλιά του, ένα ελάχιστο λοφίο ψηλά πάνω απ’ το κούτελο, και πυκνά μόνο γύρω απ’ τους κροτάφους, μαζί και τα γένια του, είχανε ασπρίσει εντελώς, σκληρές γεροντικές άσπρες τρίχες –πού πια το στιλπνό άσπρο του σαραντάρη…–, το δέρμα του είχε σκουρύνει, γκριζάρει κι άλλο, ο κορμός του καμπούριαζε, ο σβέρκος του σαν να βάρυνε, οι μύες του, παρότι δεν έπαψε να συχνάζει στην παλαίστρα, λίγο να ζεσταινόταν κρέμαγαν χαλαροί. Δεν ήταν ποτέ του φιλάρεσκος ούτε τον ένοιαζε η τωρινή φθορά της μορφής του βέβαια, απλώς στένευαν και τα δικά του χρονικά περιθώρια, αν δεν είχαν ήδη εξαντληθεί. Του τριβέλιζαν το μυαλό οι παλιές αγωνίες: ποιος ήταν, τι τον ξεχώριζε από τους άλλους, τι είχε αποκλειστικά δικό του, πού και πώς θα συνέχιζε να ζει. Έμπαιναν στην πόλη και παρά τον καταιγισμό των εικόνων της, παρά τον πανζουρλισμό και τη γιορταστική φωταψία, οι κλεφτές ματιές προς τον Αγαθόβουλο, που ειδικά απόψε του φαινόταν, σκυμμένος και συρρικνωμένος, να έχει απομείνει σχεδόν ο μισός, συνειρμικά τού θύμιζαν την κουβέντα της Θελξινόης: «Ίσαμε πότε θα κοιμάσαι, μεγάλος άνθρωπος, κατάχαμα σε νεκροταφεία κι από δω κι από κει, μέσα στην υγρασία, στις βροχές και στα κρύα –όπου να ’ναι, καθώς θα βλέπεις από κοντά το κακό γήρας του σοφού Αγαθόβουλού σου, ίσως συνετιστείς…» Κάτι βρήκε να της αντείπει, πως ο άνθρωπος είναι σκληραγωγημένος, μαθημένος στα δύσκολα, όμως η απόδειξη ότι ο λόγος της του καρφώθηκε, όταν δεν θα θυμόταν παρά ένα μόνο πράγμα απ’ τη γυναίκα, θα θυμόταν την κουβέντα της αυτή.[…]

✳︎

©Αντώνης Νικολής

❦ ❦ ❦

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

«Είμαι ο φοβερός σοφιστής Περεγρίνος και τώρα θα σας βγάλω λόγο!»*


(…)
ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΦΟΡΕΣ, πάλι, που ο Σώστρατος γινόταν ένας σχεδόν τρυφερός πατέρας, όπως τότε που κυκλοφόρησε η είδηση ότι ο περίφημος σοφιστής Σκοπελιανός από τις Κλαζομενές, σπουδασμένος και που διέπρεπε στη Σμύρνη, μαθητής εκείνου του θρυλικού Σμυρναίου Νικήτη, έφτασε στο Πάριο, περαστικός από την πόλη, και όχι επί τούτω, που όμως τον πείσανε να δώσει για τους Παριανούς θαυμαστές του μία σοφιστική παράσταση, να εκφωνήσει λόγο, και μάλιστα στο θέατρο.

Πατέρας και γιος, κι οι δυο με επίσημη περιβολή, ο Σώστρατος και κρεμασμένος απ’ το χέρι του ο πεντάχρονος Περεγρίνος, ένας ελεύθερος πολίτης σε μικρογραφία, παιδί σοβαρό κι ευτυχισμένο που περπάταγε, ένα βήμα μιμούμενο τον βηματισμό του πατέρα του και δύο τρέχοντας να τον προλάβει, ο χιτωνίσκος, το ιμάτιο που μπερδευόταν στα ποδαράκια του, τα μαλακά δερμάτινα παπουτσάκια του, η Ανθία τούς καμάρωνε χαμογελαστή ενώ ανηφόριζαν στον αμαξιτό πλατύ δρόμο κατευθυνόμενοι στο πολύ κοντινό τους θέατρο, το περίλαμπρο κτίριο με τα κορινθιακά κιονόκρανα στην εντυπωσιακά υψηλή πρόσοψη. Μ’ όλο τον συνωστισμό βρήκαν καθίσματα ανάλογα της κοινωνικής τους θέσης, στην κεντρική κερκίδα στο κάτω διάζωμα, ο Σώστρατος είχε πιάσει την κουβέντα μ’ έναν γνωστό του από δίπλα, εκθείαζαν το… δαιμόνιο του σοφιστή, τη σπάνια φύση του. Ο συνομιλητής του ήταν ένας εύσωμος μεσήλικας με μαλακά άσπρα ξυρισμένα προγούλια, με γυαλισμένους μαύρους βοστρύχους και βαμμένα μάτια, όπως κι ο Σώστρατος άλλωστε, με λαμπρό πορφυρό ιμάτιο που διαρκώς το χάιδευε με τα παχιά αβρά δάχτυλά του, που επιπλέον λαμπίριζαν από τα χρυσά και φορτωμένα με πολύτιμους λίθους δαχτυλίδια του. Αργά το απόγευμα και παρόλο που ακόμα είχε κάποιο φως, ήταν ήδη αναμμένες οι δάδες περιμετρικά στο δάπεδο του λογείου αλλά και οι πυρσοί στους τοίχους με τον πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο της διώροφης σκηνής, όπως σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι του το παιδί σχεδόν τρόμαξε από τον μαρμάρινο Τρίτωνα στην αριστερή πάροδο, ο εύσωμος κύριος από δίπλα τον έκοψε με την άκρη του ματιού του και σαν εν παρόδω σχολίασε στον Σώστρατο, «–ο γιος σου φαίνεται από τώρα, καλοβαλμένο, όμορφο αγόρι–», και συνέχισε την αφήγησή του για τον σοφιστή που ανέμεναν από στιγμή σε στιγμή στο επόμενο τέταρτο της ώρας να εμφανιστεί στη σκηνή, ο οποίος «σαν ήτανε βρέφος πέντε ημερών και στα σπάργανα, αυτός και ο δίδυμος αδελφός του, το ένα μωρό δίπλα στο άλλο, έπεσε κεραυνός, το αδελφάκι του κάηκε, ναι, αλλά ετούτος δεν έπαθε τίποτε, απολύτως τίποτε, καμία βλάβη, να κουφαθεί έστω, ή κάποια άλλη αναπηρία, να τυφλωθεί ίσως, ναι, απίστευτο δεν είναι, παρόλο που φαντάζεσαι τι ποσότητα θειάφι εκλύθηκε, που άλλοι τόσο κοντά τους να πέσει κεραυνός πεθαίνουν και μόνο απ’ τον φόβο τους…» Γέλαγε, «Καλέ, μένουνε σύξυλοι, κάρβουνο, και στη στάση που τους εύρει η φωτιά, άλλος κάτω από δέντρο, άλλος δίπλα στην καμινάδα του σπιτιού του, το συζητάς, όχι νιάνιαρο πράγμα και να μην πάθει τίποτε…» Εντωμεταξύ στη σκηνή, κοντά στη δεξιά πάροδο, ένας νεαρός αυλητής έδινε τον τόνο στο ύφος της επίσημης δημόσιας εκδήλωσης, και ο οποίος σταμάτησε και υποκλινόμενος αποχωρούσε με το που εμφανίστηκε ο δημόσιος κήρυκας για να αναγγείλει τον διακεκριμένο ομιλητή.

Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-ΙΙΙ.


Παράλληλα πλήθαινε ένα είδος αδιάκριτου, διεισδυτικού, διατρητικού βλέμματος πάνω του. Το βλέμμα που ζύγιζε τις αντοχές, τις δυνάμεις, την αγωνία του. Του μίλαγαν, αλλά κοίταζαν πέρα από τα λόγια του και τη στιχομυθία τους, με βλέμμα απλανές, καρφωμένο στα μάτια του, ώστε να τον αναγκάσουν να λυγίσει, να προδοθεί, να τραβήξει αποκαμωμένος την κουρτίνα, να δουν τη μεταμέλεια, τον τρόμο της περδικούλας του, ν’ ακούσουν ύστερα το τσάκισμα, καλύτερα το τραύλισμα στη φωνή, να δουν το μάτι του να λοξεύει καταρρακωμένο, να ψάχνει στο πλάι μια πόρπη στον ώμο, ή χαμηλά ένα λουράκι στο σανδάλι του συνομιλητή του, κάπου ν’ ακουμπήσει, να κρυφτεί.


 

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-ΙΙ.

 

Στον δίσκο δυο σταφυλόρωγες άσπρες, διάφανες, που γυάλιζαν και φέγγριζαν τα κουκούτσια τους, παραπέρα σκόρπια, και τα μετρούσε, σποράκια ροδιού, έξι στον αριθμό, ενώ τα μάζευε, τα ’φερνε στο στόμα, τα μάσαγε, «Θεαγένη, κοίτα: έξι σπόροι ροδιού, όσους έφαγε κι η Κόρη στον Άδη, όταν την απήγαγε ο Πλούτωνας, ο λόγος που ο Δίας την καταδίκασε να περνάει τους έξι μήνες του χρόνου στον Κάτω Κόσμο». Ο Πατρινός, που εκείνο τον καιρό τού ’κανε τσαλίμια ο Φιλίσκος, κι ήτανε μια στα νεύρα του, μια αφηρημένος, τον κοίταζε σαν να μην άκουσε. «Το επιμύθιο: αν τυχόν βρεθείς αθάνατος στον Άδη, μην κάνεις το λάθος να πιεις ποτό, να καταπιείς φαγώσιμο». Έχει κέφια ο γέρος, χαμογέλασε, μολονότι απορροφημένος απ’ τις δικές του σκοτούρες ο Θεαγένης. 

 


Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-I.


Τα κύμβαλα και τα τύμπανα του μυαλού του δεν ήταν παρά οι καταφρονεμένες απ’ όλους κι από τον ίδιο φιλοδοξίες του. Να ανέβαινε στο βήμα, να καθάριζε από τις φερτές ύλες την κοίτη του λόγου του, να δημηγορούσε όπως δεν μίλησε ποτέ του, μα κι όπως δεν μίλησε σοφιστής κανένας ποτέ! Να ’μοιαζε ο λόγος του, καθώς θα κορυφωνόταν, με μουσική έκρηξη, με κρεσέντο διθυράμβου, με ορμητική κελαρυστή ροή νερού, με λαμπερή κίτρινη ανθοφορία ασπάλαθων, ω θεοί, και ποιος άλλος θα διάνθιζε ευχερέστερα με στίχους και με αποφθέγματα σοφών της αρχαιότητας την ομιλία του από εκείνον…

     


Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του.

Ένας μικρός αναστεναγμός σαν βαθιά ανάσα γλιστράει απ’ το στόμα της αφηγήτριας.

Μυρίζει άνοιξη και άπλα στην εξοχή.

«Και όπως ήτανε νωρίς το απόγευμα, όλοι αυτοί, μα κι εγώ μαζί τους, κάτι έγινε και σαν να βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια έρημη αχανή αλάνα… Ούτε λόφος, ούτε δέντρο, ούτε τίποτε. Μόνο ξερό αργιλόχωμα, αλλού ασπρουδερό κι αλλού κοκκινωπό. Και απλωσιά, όση χωράει στο μάτι σου». Χαμογελάει, ένα γελάκι που καταλήγει σαρδόνιο. «Φύσαγε –να πω- ένα… τελετουργικό αεράκι, απ’ αυτά που σηκώνουν μικρούς στροβίλους σκόνης».

Η Ράνια κλείνει τα μάτια, «Αχ, ναι, βρέθηκα κιόλας εκεί».

«Μα δεν αποσκοπώ και σε τίποτε άλλο», δεύτερο γελάκι. «Ήτανε, που λες, όλοι τους όρθιοι: ένα ημικύκλιο, απέναντί μου. Στο κέντρο η αλλοδαπή η μάνα».

«Δεύτερη φορά που την ονομάζεις μάνα!»

«Μ’ αφού ήτανε, πώς αλλιώς να την πω;» κι άλλο γελάκι, «Το ξένη πια ή το αλλοδαπή, μόνα τους, δεν μου φτάνουν… Δίπλα της, η πενήντα κάτι, η αφηρημένη. Παραδίπλα, το αγόρι και το κορίτσι, τα δυο τους με τις στενές λεκάνες. Από την άλλη πλευρά, το παιδί με τα σπυράκια, τη σάκα και τη μεγάλη νάιλον σακούλα. Παραπέρα λίγο, ο μαύρος σπουδαστής με τα στρογγυλά γυαλάκια και οι τρεις οι δικοί μας, οι ψωμωμένοι, επιτέλους με κλειστά τα κινητά τους. Λίγο πιο πίσω, οι δύο οι θορυβώδεις, η φωνακλού και η άλλη με το κολάν, αμίλητες τώρα. Ακόμα και το πρεζάκι ο άστεγος, ο γέρος. Παραπίσω, μακρύτερα αυτός. Και όλοι τους σοβαροί, τα χέρια πιασμένα, κρεμασμένα μπροστά, χαμηλά, σεμνά, σαν σε τελετή. Και στραμμένοι προς τα μένα. Εγώ, πάλι, στεκόμουν σε ψηλό βάθρο, κι ένας ιμάντας πλατύς κατηφόριζε από τα πόδια μου μπροστά έως κάτω, στον βωμό. Ένας ιμάντας σαν τσουλήθρα».

Η Ράνια με το στόμα ανοικτό: «Βωμός!»

«Ένας πέτρινος, τίποτε φοβερό. Ένας μικρούλης. Οικογενειακός. Με ανάγλυφα κεφάλια βοδιών στεφανωμένα με γιρλάντες. Στη σχάρα του καίγονταν κούτσουρα ελιάς μαζί με χλωρά δαφνόκλαδα και μπόλικο μοσχολίβανο.» Ξανά γελάκι, «Χάσκεις, καημένη!»

«Θα με φάει η αγωνία. Μη σταματάς, λέγε!»

«Το… αεράκι, οι… στρόβιλοι, το… σιγανό τριζοβόλημα απ’ τα κούτσουρα. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο. Περίμενα έως ότου γίνει η ρέμβη μας βαθιά όσο χρειαζόταν, οι αισθήσεις μας να απομακρυνθούν από τα πράγματα λίγο, περίμενα πότε θα μου επιτρεπόταν ένα… άλλο πέταγμα. Ρυθμικό πέταγμα».

«Σκόπευες να πετάξεις;»

«Μη λέμε και χαζομάρες. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή, για να την αναποδογυρίσω. Την τσάντα μου. Ούτε που θα το άγγιζα. Το δέμα. Το σφάγιο».

«Το… ποιο!» μ’ έναν ανεπαίσθητο βλεφαρόσπασμο, σαν γιατί τσιμπήθηκε.

«Το σφάγιο».

«Μη! Όχι, όχι…»

«Θα το πέταγα, θα κατρακυλούσε στον ιμάντα, στην τσουλήθρα, ίσαμε κάτω, στην εστία του βωμού».  

Έτοιμη να καταρρεύσει απ’ την πολλή αγωνία: «Σταμάτα, λυπήσου με, θα βάλω τα κλάματα, αδελφούλα μου! Όχι… τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ… Πες μου κάτι άλλο. Οτιδήποτε… Εσύ, ας πούμε, τι φόραγες εσύ;»

«Τι… φόραγα; Ένα χιτώνα, μόνο. Μονοκόμματο. Χειριδωτό και ποδήρη -που λένε και τα εγχειρίδια-, μακρυμάνικο και μάξι», κι άλλο γελάκι, «από ταφτά, νομίζω, πορφυρό. Α, και στο λαιμό, ένα φουλάρι - τύπου πετραχήλι», πάλι γελάκι, «σε χρώμα σμαραγδί».

«Μπράβο! Σμαραγδί και πορφυρό: τι έξοχα χρώματα!» Όμως, και καταρρέει, «Αδελφούλα μου…» πέφτει στο δάπεδο, αρκουδίζει ως τη θέση της Ρούλας, «αγαπημένη μου αδελφούλα, τρυφερή μου… μονάκριβή μου… παρηγοριά μου εσύ…» της αγκαλιάζει τις γάμπες, στριμώχνεται ανάμεσά τους.

«Έλα, έλα… φτάνει, καλά είναι…»

«Η καλή μου η αδελφούλα…» με ειλικρινή ευγνωμοσύνη.

«Και προς τι… όλ’ αυτά; Μήπως γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο;»

«Μη! Όχι, όχι!»

«Μα τι αηδίες κάθομαι και αραδιάζω!» Πετάει το κουβάρι απ’ το χέρι. «Τίποτε απ’ όλ’ αυτά! Καμιά αλάνα, κανένας ιμάντας, κανένας βωμός… Άλλωστε, τα σχήματα του λόγου, τα περισσότερα, εγώ, τα σιχαίνομαι! Σ’ τα χάρισα –δεν σ’ τα χάρισα; Λοιπόν, τέλος οι αηδίες: εδώ το κράταγα», χτυπάει τα γόνατά της, «μέσα στην τσάντα, πάνω στα πόδια μου». Στρίβει το πρόσωπο διαγώνια προς την τραπεζαρία, σκέφτεται με ένταση. «Μα, αν έχεις το κεφάλι ενός ανθρώπου, έχεις τον άνθρωπο όλον. Στα μέρη του παππού μου, του πατέρα του πατέρα μου, όταν κάνουν την εκταφή του νεκρού, πετάνε τα υπόλοιπα κόκαλα περίπου στα σκουπίδια, κρατάνε μόνο το κρανίο. Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του. Κουβαλούσα το κεφάλι του, άρα τον κουβαλούσα όλον. Να γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο!»

Η Ράνια παραιτημένη, ξέπνοη: «Έχεις δίκιο… Αλλά όχι τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ…» Γέρνει το κεφάλι στο γόνατο της Ρούλας, κλείνει τα μάτια, ακούγεται η ανάσα της, σαν πονεμένης. «Σε παρακαλώ…»

[Απόσπασμα από τη νουβέλα "Το γυμναστήριο", εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2018, σελ. 76-79]

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα.


(Σπαθάκι ή πετειναράκι, άγρια γλαδιόλα σε παρτέρι του κήπου. Το απόσπασμα από "Το γυμναστήριο".)

(...) »Εγώ περπατούσα σκυφτή, αφαιρέθηκα, σε μονοπάτια σκιασμένα από φυλλώματα που πλέκονταν ψηλά σε πυκνές αψίδες. Άφησα τους άλλους στους υπολογισμούς τους, έκοβα κυκλάμινα στις άκρες των μονοπατιών και κάτι άλλα κρινάκια κοκκινωπά που θύμιζαν γλαδιόλες σε μικρογραφία. Τα σπαθάκια, αν έχεις υπόψη σου, τα πετειναράκια –που τα κρινάκια τους βγαίνουν κατά μήκος του βλαστού; που γέρνουν προς τη μια πλευρά; Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα. Και τότε, σ’ έναν κολπίσκο με χλιαρό νερό, οι ατμοί να κυματίζουν πάνω από την πρασινωπή υγρή επιφάνεια –ξέρεις-, …να τοι, μια παρέα νεαροί αξιωματικοί, γυμνιστές. Εντελώς γυμνοί: ούτε μαγιό. Πέντε. Σίγουρα πέντε!»

Σταματάει, τον διαπερνάει όπως αν ήτανε πλάσμα της φαντασίας της μόνο, αν ήτανε διαφανής. Εκείνος μένει ασάλευτος. Ύστερα, σαν γιατί δόθηκε κάποιο σύνθημα, λύνει την πετσέτα γύρω απ’ τη λεκάνη του -φοράει σλιπ-, σκουπίζει αυχένα – πλάτη, της χαμογελάει. Η Ράνια κατεβάζει το βλέμμα αργά, τον σαρώνει ίσαμε κάτω στις φλέβες που δένουν τους αστραγάλους του, το αίμα επιστρέφει στο πρόσωπο, στα μάγουλά της.

Όπως θα το ’λεγε αν ήτανε η μάνα του: «Φοράς το σλιπ σου».

«Αν θες, το βγάζω».

«Όχι! Να χαρείς, όχι! Άλλωστε, μη νομίζεις, τόση πολλή γύμνια δεν αντέχεται…» Χαμογελάει, «Πάντως, ωραίο το σλιπάκι σου. Μόνος σου τα πλένεις τα εσώρουχά σου; Στο χέρι;»

«Η μάνα τα πλένει».

«Ναι, μωρέ, πάντα το ξεχνάω ότι μένεις με τη μαμά σου… Και πάνω που ετοιμαζόμουνα να σου πω: τίποτε πιο τρυφερό από έναν νεαρό εργένη που πλένει τα εσώρουχά του στο χέρι…» Τον χαζεύει. «Ωραίοι οι θωρακικοί, και οι δελτοειδείς, οι μύες σου… Τι ωραία που ξεδιπλώνεται το σώμα σου… εσύ ολόκληρος δηλαδή…» χαμογελάει, «και η ανάσα σου ακόμα, γερή και ανάλαφρη…».  

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Μία πόλη, παλιά, πολύ παλιά... / Το Σκοτεινό Νησί / απόσπασμα.

(...) «Μία πόλη, παλιά, πολύ παλιά… -να πούμε απόγευμα; Απομεσήμερο ή πιο αργά; Αργά το απομεσήμερο καλύτερα», προτείνω. «Έβρεξε πριν από λίγο. Μερικές στάλες μόνο. Άνθρωποι στους δρόμους. Ψωνίζουν». Ξάνοιγα την εικόνα παραστατικά και με την υπόλοιπη έκφρασή μου (τη μιμόγλωσσα και τον επιτονισμό), σαν σε οθόνη σινεμασκόπ. Πάντα μού άρεσε να αφηγούμαι, τα λόγια μου να γραπώνουν τους ακροατές μου, να μετεωριζόμαστε μαζί στις κοιλάδες και τις λαγκαδιές και τα λαγούμια του μυαλού μου.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Το Σκοτεινό Νησί.




(...) 
Σκεφτόμουν φωναχτά: «Είμαστε στο κατάστρωμα ενός σκυλοπνίχτη. Ένα σκουριασμένο σκαρί που όλο αγκομαχάει και τρίζει, από αυτά που μεταφέρουν τυχαίους επί το πλείστον. Ταξιδεύουμε. Κορμιά στοιβαγμένα όπως όπως, ανάμεσά τους κι εμείς. Η ναυτία. Η ζάλη και οι μυρωδιές, οι δυσωδίες και οι ευωδιές. Η θάλασσα τη νύχτα. Μελανή με τον άσπρο αφρό των κυμάτων. Πεθύμησα τη θάλασσα. Επιτέλους, από τη ναυτία δεν σκέφτομαι».

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

"Ο ακραίος επικούρειος" / προδημοσίευση, απόσπασμα από Το Σκοτεινό Νησί.

"Ο ακραίος επικούρειος" (προδημοσίευση, απόσπασμα από Το Σκοτεινό Νησί)
- στη σελίδα των Εκδόσεων Ποταμός (fb), 11/11/2019.


Μιλάγαμε ήσυχα.
Ξάπλωσε κοντά μου, ακουμπούσε στον αγκώνα του. «Αδέλφια έχεις, Ηρακλή;»
Κατένευα.
«Οι γονείς σου ζουν;»
«Έναν πατέρα είχα, σου είπα, τον έχασα, χαθήκαμε δηλαδή».
«Οι φυσικοί σου γονείς, ρωτάω».
«Αν ζουν;» Μόρφασα το “δεν ξέρω”.
«Πώς γίνεται; Να μην ξέρεις αν ζούνε».
«Με ρώτησαν οι γενετιστές μου αν ήθελα να μάθω ποιοι είναι, να μου δώσουνε τη λίστα με τους βασικούς έστω, τις διευθύνσεις τους, αν ήθελα να τους βρω, τους απάντησα όχι. Εγώ τον αγαπούσα τον πατέρα μου. Μου αρκούσε ο θετός μου πατέρας, τι με ένοιαζε εμένα από πού τα πήραν τα γονίδιά μου. Ούτε σε ποιους τα έδωσαν τα δικά μου τα γονίδια με νοιάζει. Ποια δικά μου δηλαδή; Ιδιοκτησία στα γονίδια; Ξέρεις πιο ηλίθια σκέψη; Ούτε τα δικά μου τα παιδιά να με βρουν ποτέ τους. Έπειτα, φαντάζεσαι τι αμηχανία, τι ανόητες κουβέντες, τι χαζές ευγένειες, γεια σας, τι κάνετε, μου είπαν από το Ινστιτούτο είστε οι γονείς μου… και κάθε λίγο άντε να ξεροβήχεις, άντε να χαζογελάς…»

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Το Σκοτεινό Νησί - προδημοσίευση / Terror terrae ο φοίβος έφηβος.


Το Σκοτεινό Νησί - προδημοσίευση στο Διάστιχο, 25/10/2009.

Αντώνης Νικολής
Terror terrae ο φοίβος έφηβος

ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΜΕ μάλλον ύστερα, ήτανε τώρα πρωί της άλλης μέρας, παίρνω την κιθάρα μου, καθίζω στο πεζούλι. Είχε ζέστη, ιδρώναμε, αλλά όχι πολύ. 34 ­- 36 βαθμοί Κελσίου, μια πολύ κανονική θερμοκρασία για τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη. Το πρόσωπο του μικρού ήταν φουσκωμένο και μαλακό, είχε την ησυχία από τον πολύ και βαθύ ύπνο.
«Όπως σου έλεγα και χτες, χρειάστηκα δύο χρόνια για να φτιάξω αυτή τη σύμμετρη φράση: τρόμος της γης ο φωτεινός έφηβος», και μ’ ένα απλό ακόρντο,

«Terror terrae φοβος φηβος.

»Άκουσέ το και ερασμιακά :

»Terror terrae hο phobος έphεεbος.

»Δεν με προσέχεις…»

Δεν με πρόσεχε. Δεν τον γοήτευα, ή δεν τον συγκινούσα, ή ίσως κανένα από τα δυο. Είχα επενδύσει τόσες ελπίδες σ’ αυτή μου τη σύμμετρη φράση.

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί -προδημοσίευση / Το είδος της ειρωνείας.


Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί -προδημοσίευση

Διορθωμένη-αναθεωρημένη έκδοση, εμπλουτισμένη με εκτενές κατατοπιστικό επίμετρο του συγγραφέα. Από τις Εκδόσεις Ποταμός



Το είδος της ειρωνείας

«ΤΩΡΑ εξηγούνται όλα!»
Ό,τι και να του αντέλεγα πια, δεν θα μ’ άκουγε καν. Βρήκε το ακράδαντο επιχείρημα αυτός, δυνάμωνε τη φωνή, ξεσπάθωνε.
«Και… η διαίσθηση και… η τηλεπάθεια και όλα!» ότι εξηγούνται. «Μία τυχαία, μία τυχαία!» τσίριζε. Ρίχνεται στο κορμί της, της βγάζει τις σαγιονάρες, εξετάζει λεπτομερώς τα ακροπόδια της,
«δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλες ανωμαλίες…»
«Όχι, να σου δείξω τα χαρτιά της». Κατευθύνομαι προς την πορτοκαλιά βαλίτσα, τη ρωτάω για τα έγγραφά της, «Πού είναι; Πού τα ’χωσες, λέγε μου!» Φωνάζω, απευθύνομαι στη λογική του.
«Αν είχες μηχάνημα ελέγχου εδώ, θα το έβλεπες: τον τελευταίο έλεγχο τον κάναμε μαζί. Την ίδια μέρα, στην ίδια κλινική. Μίλα του κι εσύ. Είναι ελεγμένη. Πίστεψέ με. Χρόνια ζούμε μαζί, αν ήτανε τυχαία, δεν θα το είχα καταλάβει; Απλώς έγινε ένα μικρό λάθος, ένα εντελώς ασήμαντο λαθάκι».
«Φοβάσαι για το νερό και δεν κοιτάς που ζεις δίπλα σε μια εστία μόλυνσης…»