Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μαύρο, μαύρο, μαύρο, σίγουρα μαύρο!

[Ο σπουδαίος Ναπολιτάνος Sergio Bruni (1921-2003), τραγουδιστής, τραγουδοποιός, κιθαρίστας, ο επονομαζόμενος και "η φωνή της Νάπολης" τραγουδάει τη μεγάλη λαϊκή επιτυχία των E.A.Mario (1884-1961 / σύνθεση), και Edoardo Nicolardi (1878-1954 / στίχους): Tammurriata nera. Το τραγούδι με αφέλεια ηθογραφική καταγράφει το σούσουρο στις γειτονιές της όμορφης πόλης (και 1, 2) όταν συμβαίνει ένα από τα πολλά ανάλογα περιστατικά στη διάρκεια της αμερικανικής διοίκησης του 1944, τα γεννητούρια έγχρωμου μωρού, που είτε το ονομάσει η μάνα του Cyrus ή Ciccio ή 'Ntuono ή Peppe ή Ciro, μ' όποιο ναπολιτάνικο όνομα τέλος πάντων, εκείνο είναι μαύρο, μαύρο, μαύρο σαν το κάρβουνο, σίγουρα μαύρο! Το τραγουδάκι ολότελα αθώο, ξεχειλίζει από τη μεταπολεμική μεσογειακή κατάφαση στη ζωή.]


[Το ίδιο τραγούδι και από τη Ρωμαία Gabriella Ferri (1942-2004), διακεκριμένη ερμηνεύτρια ρωμαϊκών και ναπολιτάνικων canzoni popolari.]

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Το οριστικό τέλος μιας συνεργασίας.

Δε θέλω να καταγράψω εδώ τα συναισθήματά μου. Είναι πια -το λιγότερο να πω- αρνητικά, και οι αιτίες που τα προξένησαν αρκετές και πολύ σοβαρότερες απ' αυτήν που σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή μου (ραδιόφωνο Amagi, εκπομπή Αντιφάσεις, 21-5-2017) ανέφερα.
Βάσει ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού που μόλις υπογράφηκε (από εμένα και τους υπευθύνους της εκδοτικής εταιρείας Τὸ Ροδακιὸ), τα δικαιώματα της Διονυσίας έχουν ήδη αποδεσμευτεί, και με τη λήξη των πενταετών συμβολαίων τους το ίδιο θα συμβεί και για τον Δανιήλ, το 2018, και για τον Μισθοφόρο, το 2020.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Γιάννης Δημητράκης, Vertigo.

Με τον πολύ καλό ζωγράφο Γιάννη Δημητράκη υπήρξαμε συστρατιώτες το μακρινό 1988. Από τις 19 / 10 έως τις 5 / 11 / 2017 εκθέτει την τελευταία, πολύ συναρπαστική δουλειά του στην αίθουσα τέχνης Alibi, Σαρρή 12, στου Ψυρρή. Τα εγκαίνια, αυτή την Πέμπτη στις 19.30.
Χαίρομαι την καλή τύχη που μας έφερε κοντά νεαρούς, αλλά θα 'ψαχνα την τέχνη του, το σχέδιο, τα χρώματα, αυτό τον ίλιγγο του ενθουσιασμού του, ακόμα κι αν δε γνωριζόμαστε.




(Δημητράκης στο γραφείο, στο καθιστικό, ως και... στην κουζίνα μου.)   



Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Μυστική δική μου Ρόδος.

Βρέθηκα στη Ρόδο αυτές τις μέρες, για μία επέμβαση ρουτίνας στη μητέρα μου.
Σημαδιακές επέτειοι φέτος: είκοσι χρόνια από την πρώτη φορά στην Κρήτη, σαράντα από την αντίστοιχη στη Ρόδο. Ήτανε το 1977, μάλλον Μάιος, σε σχολική εκδρομή της Β’ Λυκείου. Τι έξαψη, πόση μαγεία. Οι πόλεις είναι ή γίνονται μετωνυμίες για πολλά πράγματα της νόησης, της ποιήσεώς μας –κατά το καβαφικόν. Σχετικά πρόσφατα εξιχνίασα ο ίδιος μερικά από τα εντονότερα αισθήματα που μου γέννησε αυτή η πόλη, που πάντοτε τιμώ ως τη δική μου, την καταδική μου πρωτεύουσα.
[Να υπενθυμίσω πάντως κι εδώ τη ρήση του Μίλαν Κούντερα, “Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του” (Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153). Αξιοποιεί δηλαδή το πραγματολογικό ή άλλο υλικό της εμπειρίας του, όμως δεν αυτοβιογραφείται, ακόμα κι όταν ισχυρίζεται ότι κάνει κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας αφηγείται, δε λέει απλώς ιστορίες∙ ο καλός μάλιστα, περισσότερο κι απ' αυτό, δημιουργεί ύφος, δίνει μορφή και ρυθμό στο έργο του.]

Ο ήρωας στο Σκοτεινό Νησί (2008, μεταγραφή θεατρικού του 2001) ανακαλεί εικόνα της Ρόδου (κυρίως από την πλατεία Ιωάννη Ζίγδη, όπου και η Ακαδημία) για την απολεσθείσα Εδέμ, τη ζωή στον πλανήτη προ οικολογικής καταστροφής.

Θα του πω ένα παραμύθι. Ένα ειδυλλιακό στιγμιότυπο, να τον γλυκάνω. «Στα πολύ πολύ παλιά χρόνια» αρχίζω να του λέω, εκείνος παίρνει βαθιά ανάσα, ησυχάζει. «Μια φορά κι έναν καιρό. Πριν από την καταστροφή. Δεκάδες χρόνια πριν. Μια μικρή πλατεία. Απόγευμα. Νωρίς το απόγευμα. Γυρίζουμε, λέει, από την παραλία. Είμαστε εσύ κι εγώ. Φοράμε μόνο το μαγιό. Περπατάμε ξυπόλητοι, κρατάμε τα παπούτσια μας στα χέρια. Ο ήλιος μάς στεγνώνει. Λεπτές άσπρες γιρλάντες το αλάτι στους ώμους σου. Όπως προχωράμε και χαζολογάμε, ο ήλιος κάνει απαλές σκιές στην πλάτη σου, ως κάτω στα δυο λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής σου στήλης, δυο μικρές γούβες σκιά. Όλο και σου ρίχνω εγώ πονηρές ματιές. Εσύ είσαι όμορφος. Καθίζουμε σ’ ένα καφενείο. Υπαίθριο. Υπαίθριο… μ’ ακούς; Υπαίθριο, υπαίθριο! Ανέμελοι! Ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανέμελους. Να πιούμε κάτι, να δροσιστούμε. Αρωκαρίες ψηλές και φοίνικες και πεκούνιες ανθισμένες, όλα τα χρώματα, και λιγούσχρα κλαδεμένα ολόγυρα στα παρτέρια, χαμηλοί φράχτες. Κυλούνε δυο ρυάκια στο στέρνο σου και έχεις λίγη υγρασία ανάμεσα στα σκέλη, μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα, να είναι ιδρώτας. Έρχεται το γκαρσόνι, ένας τρυφερούλης σαν ούτε τριάντα πέντε χρονών. Και παραγγέλλουμε να πιούμε ποτά. Δεν ξέρω τι ποτά. Ή μήπως αφεψήματα; Όχι, ναι. Καφέ παραγγέλλουμε. Που φτιάχνεται, λέει, από πραγματικό καφέ. Που τον φέρνουνε, τον καφέ, από μια άλλη ήπειρο, που τον αλέθουνε στη βόρεια άκρη της δικής μας, και που τον ψήνουν, λέει, για την πάρτη μας, στη νότια άκρη της ηπείρου μας, εδώ. Και μια κοιτάζω τους μικρούς νευρικούς παλμούς στους μυς των μπράτσων σου, απέναντί μου, μια τους άλλους θαμώνες (τι ποικιλία τα πορτρέτα), άλλοι με ακάλυπτα κεφάλια όπως κι εμείς, αναμαλλιασμένοι από το νερό και το αλάτι, άλλοι με καπέλα, άλλοι ημίγυμνοι, άλλοι σχεδόν γυμνοί. Έχεις προσέξει σε κάτι αρχαία φιλμ τι χρώμα είχε το ηλιοκαμένο δέρμα; Βλέπεις και τώρα καμιά φορά κανέναν τυχαίο ηλιοκαμένο, αλλά καμία σχέση, αυτοί είναι γεμάτοι εξανθήματα κι εγκαύματα…»  

Το χαμάμ του Δανιήλ, στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (άνοιξη 2009) είναι σίγουρα η φανταστική μικρότερη εκδοχή του Γενί Χαμάμ της πλατείας Αρίωνος στην Παλιά Πόλη.

Η Ρόδος, και πάλι, σ’ ένα διήγημα που μου ζητήθηκε για τη LiFO, το καλοκαίρι του 2012. (Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου. 17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO. 18.7.2012. The Summer fiction issue. Μια μικρή εκδοχή του κόσμου. Από τον Αντώνη Νικολή. Ένα διήγημα για την Κω.)


(…) παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου (…)

Στον Μισθοφόρο (2012-2015) οι εικόνες της Ρόδου συμφύρονται με πράγματα του ασυνειδήτου. Εκεί θα καταφύγει ο Ηλίας για να εξαφανίσει τα τεκμήρια του φόνου, αλλά κι εκεί θα νιώσει την αφύπνιση του ερωτισμού του.

Περπάταγε, ύστερα, ανάμεσα σε αποβιβασμένα φορτηγά και γιωταχί, λίγους πεζούς, σκυμμένος, έπειτα στον παραλιακό με τα άθλια διώροφα, το φως της Ρόδου είναι σαν πιο κίτρινο, στη μνήμη γίνεται γλυκιά ώχρα, βυθιζόταν κι άλλο μέσα του, μετά τη στροφή του πρώτου κόλπου, όπου το παλιό λιμάνι, κι από κει και πέρα η διαδρομή παράλληλα προς το κάστρο ως την Πύλη της Ελευθερίας και τη μικρή γέφυρα με την αβαθή τάφρο κάπως θα τον αποσπούσε, όλα γίνονταν πιο οικεία, σε λίγο θα τον δρόσιζε κι η απόληξη του πάρκου στις παρυφές του κάστρου, οι βαθύσκιωτοι φίκοι στο απέναντι πεζοδρόμιο, θα σήκωνε το βλέμμα προς το Μαντράκι και την παραλιακή λεωφόρο. Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του δίχως να συσπώνται οι μύες του προσώπου, σαν από μόνοι τους οι αδένες, δίχως συναισθήματα, εκτός από την κάπως ανακουφιστική εντύπωση του βλέμματος που ξανοιγόταν στον ανοιχτό ορίζοντα της πόλης. 

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Για τους τιμώντες την ελληνική γλώσσα -και φέτος.

Μετά το περσινό μου ταξίδι στην Κρήτη, είχα αναρτήσει ένα σημείωμα εδώ για τις ωραίες φόρμες στα κηδειόσημα του Ρεθύμνου, δεν ήξερα αν ήτανε σε χρήση και στο υπόλοιπο νησί.
Να θυμίσω ένα απόσπασμα από εκείνη την ανάρτηση: "...κάποιοι λόγιοι, λοιπόν, ίσως εκπαιδευτικοί, ενδεχομένως ιερείς, μακάρι και εργολάβοι κηδειών, κάποιοι πάντως που είχαν την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό να αγαπούν την καλή διατύπωση στην οικεία, τη μητρική τους γλώσσα, την ελληνική, εικάζω θα έφτιαξαν αυτές τις ωραίες φόρμες.

                                                          Αγγελτήριο Μνημοσύνου
Τελούμε μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του/της αγαπημένου/ης μας. Παρακαλούμε όπως προσέλθετε και προσευχηθείτε μαζί μας. Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως παραστούν σ’ αυτό.
Αγγελτήριο Θανάτου
Τον/τη λατρευτό/ή μας … ετών … κηδεύουμε ημέρα … … … … και ώρα … από την οικία μας. Η νεκρώσιμος θα ψαλεί στον Ιερό Ναό … Η ταφή στο κοιμητήριο … Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως συνοδεύσουν την εκφορά του/της.
Οι συγγενείς …

Φέτος κουβάλησα έως και φωτογραφικά τεκμήρια. Τα κηδειόσημα με τα ωραία ελληνικά τα συνάντησα παντού. Από τα Χανιά ως τη Σητεία, στον Άγιο επίσης και στο Ηράκλειο, σε χωριά κάτω στο Λιβυκό. Δεν αποκλείεται να συνηθίζονται και σε άλλη περιφέρεια, φέρ' ειπείν στη γειτονική της Κρήτης νοτιοανατολική Πελοπόννησο. Θα χαιρόμουν, παρόλο που θα μου χαλούσε αυτή την πολύ γοητευτική εντύπωση ενός τόπου που εννοεί να διατηρεί ιδιώματα, να επιμένει στα ιδιοχαρακτηριστικά του λίγο έως πολύ, από την προφορά στην ομιλία ως την τρέχουσα μουσική ντόπια παραγωγή, αλλά και σε πολύ καθημερινά πράγματα. Κρητικό και το μανάβικο, ας πούμε, ή ακόμα και το σουπερμάρκετ. Από τα τοπικά προϊόντα μέχρι και την όλη χωροθέτηση του μαγαζιού.
Στήνω αυτί για τους ουρανικούς φθόγγους (κ, γ, χ), ιδίως στην ανατολική Κρήτη, νομίζω δεν υπάρχουν πιο εύηχα αλλόφωνα συμφώνων, τρελαίνομαι να ρουφάω ολόκληρες κουβέντες από διπλανά τραπέζια ή και στους δρόμους, στα μαγαζιά, όχι τα νοήματά τους, το τι λένε, μόνο τον ήχο της ομιλίας τους. Οι Κρητικοί -οι Κύπριοι ακόμη περισσότερο- συγκαταλέγονται στους πιο υπερήφανους για τη διάλεκτό τους ελληνόφωνους. Στην ίδια νοτιοανατολική νησιωτική διάλεκτο (ανατολική Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κύπρος) υπαγόμαστε κι εμείς, μόνο που εμείς σχεδόν την απωλέσαμε. Πολύ σπάνια μιλούμε τις ντοπιολαλιές μας, και οι νεότεροι σχεδόν καθόλου. Άρα, όταν ένα Κρητικόπουλο βλέπει τηλεόραση, ακούει την νεοελληνική (αττική) κοινή, δεν ακούει ούτε νογάει ακριβώς τους δικούς του, ένα Κωτάκι αντίθετα ή Ροδιτάκι νομίζει ότι ακούει τα μοντέρνα, τα καλά νεοελληνικά -και είναι κρίμα.