Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο θάνατος του μισθοφόρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο θάνατος του μισθοφόρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

LUCID DARKNESS The Mark of the Grave: Τhe act of narration in Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary

 Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM

LUCID DARKNESS
Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The
Death of the Mercenary

1. Introduction

Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which
desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic
density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered
experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between
reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of
erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the
subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death.
The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical
construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework,
the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic
architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical
horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of
the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience
of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a
consciousness struggling to preserve its unity.
Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a
concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is
directly bound up with its existential and formal economy. 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου, εκδόσεις Ροδακιό 2016

Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες  

ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ ΣΚΟΤΑΔΙ

Υποκειμενικότητα, επιθυμία και ενοχή

στον Θάνατο του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή

  1. Εισαγωγή

Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη, στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.

Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύονται η πλοκή και η εσωτερική της δυναμική, η αφηγηματική και υφολογική αρχιτεκτονική του έργου, η οργανική σχέση μορφής και νοήματος, καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει μια ουσιαστική ανάγνωσή του. Κατά την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης, ο Θάνατος του Μισθοφόρου προβάλλει ως μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνική μορφή μορφοποιεί εκ των ένδον την εμπειρία του τραύματος, μετασχηματίζοντας την επιθυμία, την ενοχή και τη μνήμη σε πυρήνες μιας συνείδησης που αγωνίζεται να συγκρατήσει την ενότητά της.

Πριν από την ερμηνευτική και θεωρητική διερεύνηση του έργου, κρίνεται αναγκαία μια συνοπτική παρουσίαση της πλοκής του, καθώς η εσωτερική διάρθρωση των επεισοδίων συνδέεται άμεσα με την υπαρξιακή και μορφική του οικονομία.

  1. Πλοκή

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του Ηλία Πετρή από μια ζωή εσωστρεφή, επαναληπτική και συναισθηματικά αδρανή προς μια σταδιακή, οδυνηρή απορρύθμιση που καταλήγει στην αυτοχειρία. Στην αρχή, ο ήρωας εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε μια μονότονη καθημερινότητα, ορισμένη από τη διδακτική ρουτίνα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και μια μάλλον άνευρη σχέση με τη Μερόπη. Η εμφάνιση, όμως, του Γιούρι, νεαρού οπλίτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου, διαταράσσει ριζικά αυτή τη στατικότητα, καθώς αφυπνίζει μέσα του μια άρρητη επιθυμία και μια βαθύτερη υπαρξιακή ταραχή. Με αφορμή τα ιδιαίτερα μαθήματα αρχαίων ελληνικών, η σχέση των δύο αποκτά σταδιακά συναισθηματική και ερωτική ένταση, ώσπου η αδυναμία επικοινωνίας, η αυξανόμενη αμηχανία και η εμμονική προσκόλληση του Ηλία οδηγούν σε μια κρίσιμη απορρύθμιση, η οποία κορυφώνεται στη νυχτερινή τους συνάντηση στην παραλία και κατόπιν στο σπίτι του, όπου η σωματική εγγύτητα και η ψυχική αστάθεια εκβάλλουν στον αιφνίδιο θάνατο του Γιούρι.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Στη Μάλτα των Ιπποτών και της Μεσογείου.

Συγκατέλεγα στα ταξιδιωτικά μου σχέδια ανέκαθεν τη Μάλτα. Χώρα της Μεσογείου και μάλιστα χώρα-νησί, –για την ακρίβεια χώρα-νησάκι! Μόνο 21 τετραγωνικά χιλιόμετρα μεγαλύτερη απ’ την Κω (295 η Κως, 316 η Μάλτα), και όμως με 553 χιλιάδες μόνιμους κατοίκους (η Κως, μόλις 37 χιλιάδες). Επιπλέον, γιατί εκεί κατέληξαν οι Ιωαννίτες Ιππότες αφότου στις αρχές του 16ου αιώνα οι Οθωμανοί τούς έδιωξαν από τα Δωδεκάνησα. Το τάγμα κι ας μη διδάσκεται στην επίσημη Ιστορία, αποτελεί συνειδητό ή ασύνειδο μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας των Δωδεκανησίων, ιδιαίτερα των Ροδίων και Κώων. Τα κάστρα, οι πύλες, οι θυρεοί, τα παλάτια, οι τάφροι, η μοναδική Οδός των Ιπποτών στη Ρόδο, διάφορα κτιριακά κατάλοιπα, επίσης το ότι οι Ιταλοί στο αρχιτεκτονικό ύφος που έδωσαν στις πόλεις μας, κατά το σύντομο πέρασμά τους από τα Δωδεκάνησα στο πρώτο μισό του 20ού  αιώνα, τόνισαν αυτή την παράδοση. Οι Ιωαννίτες Ιππότες, μετά την Ιερουσαλήμ και την Κύπρο, έμειναν εγκαταστημένοι στα νησιά μας λίγο περισσότερο από δύο αιώνες. Ο ήρωάς μου στο Ο θάνατος του μισθοφόρου μελετάει την περίοδο της Ιπποτοκρατίας στα Δωδεκάνησα, και στο φινάλε του κειμένου –οιονεί αφηγηματική μου δοκιμασία στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος αμέσως πριν τον Περεγρίνο– νοερά ως Ιππότες, αυτός και συνοδευόμενος από τον νεαρό μισθοφόρο, καταφθάνουν έφιπποι στο Κάστρο (των Ιπποτών) στην Αντιμάχεια. Για τις σελίδες αυτές δεν έκανα μόνο μαθήματα ιππασίας σ’ έναν από τους τοπικούς ιππικούς ομίλους, έψαξα και τη σχετική βιβλιογραφία, τη μελετούσα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής στην Αθήνα, αναγκαστικά σκόνταφτα και στα πεπραγμένα του τάγματος στη Μάλτα. Η Μάλτα, να προσθέσω τέλος –ακόμα ένα στοιχείο οικειότητας με τον τόπο–, απέχει μια ανάσα απ’ τη Σικελία, με πάμπολλες κάθε είδους επιρροές από τη μεγαλόνησο του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Όμως για λίγο το κουφάρι θα έπαυε να βαραίνει τον σβέρκο του…

  

Μετά το πέρας κάθε έργου μου, ξαναπιάνω τα προηγούμενα –να θυμηθώ κάπως τον μεταξύ τους ειρμό–, κάνω μικρές διορθώσεις, την προεργασία-συμπληρωματικά κείμενα για τυχόν επανεκδόσεις, ανάλογα και μετά τον Περεγρίνο, ξεκίνησα με τον Δανιήλ, τη Διονυσία έπειτα, είμαι στον Μισθοφόρο τώρα, άφησα για το τέλος τα διαφορετικά δύο: Το Σκοτεινό Νησί και Το Γυμναστήριο.

Στον Μισθοφόρο, λοιπόν, εντόπισα ένα μικρό δείγμα λεπτής (λογοτεχνικής) ειρωνείας.

[Ο θάνατος του μισθοφόρου, (κεφ. Δ)]

 

 

(…) Αλλά και με την ελάχιστη αφορμή επέστρεφε στην κατάθλιψη. Όπως το μεσημέρι που διέσχιζε την Ιπποκράτους κι εκεί λίγο πριν από το λύκειο θυμήθηκε την αφήγηση για τον φονιά ιερέα που, όποτε χρειαζόταν να ιερουργήσει, ένας άγγελος στην είσοδο του ναού έπαιρνε από τον ώμο του το κουφάρι του δολοφονημένου, το βάρος της αμαρτίας, τον ελάφραινε, το φορτωνόταν στη διάρκεια της λειτουργίας εκείνος. Ο Ηλίας βούρκωσε, βάρυναν οι ώμοι του, σχεδόν τρέκλισαν τα καλάμια του, χώθηκε στο αλσύλλιο του Ηρώου. Τα πόδια του τον κατεύθυναν στο μεσαίο από τα τρία εκεί εκκλησάκια, άλλωστε όποτε το θυμόταν, σχεδίαζε να ρίξει σε παγκάρι εκκλησίας τα 150 ευρώ του μισθοφόρου, τα φύλαγε, τα ίδια και τυλιγμένα όπως τα βρήκε, σε ξεχωριστή θήκη στο πορτοφόλι του. Το τερέτισμα των τζιτζικιών, οι ευκάλυπτοι, τα πεύκα, οι πικροδάφνες, οι ψευτοπιπεριές, χώθηκε στις πυκνές σκιές, πατούσε τις πευκοβελόνες, το ξερό χώμα, όλ’ αυτά τον ανακούφιζαν, κυρίως γιατί τον απομόνωναν, αλλά και δεν αρκούσαν για να του πάρουν απ’ τους ώμους το βαρύ φορτίο, έφτασε στην πλακόστρωτη αυλή του Αϊ-Γιώργη, στην πόρτα, την άνοιξε, άκουσε το τρίξιμο από τους γανιασμένους μεντεσέδες, τη μυρωδιά από το καμένο σπορέλαιο στα καντήλια, σήκωσε τα υγραμένα μάτια στα λιγοστά εικονίσματα, στους ασβεστωμένους τοίχους, στον τρούλο στο κέντρο του ναΐσκου, «Θε μου, λύτρωσέ με, το αγαπούσα αυτό το παιδί, δεν έφταιξα σε τίποτα, Εσύ το ξέρεις!» έπεσε γονατιστός στο δάπεδο, με τα δάχτυλα στις λαδωμένες πλάκες. Κι αίφνης θυμήθηκε πως Γιούρι στα ρώσικα είναι ο Γιώργης, προφανώς το ασυνείδητο τον είχε σύρει ίσαμε δω, στον συνονόματο άγιο, άπλωσε σαν αντιστήριγμα την παλάμη για να σηκωθεί, κι αμέσως, στα λογικά του πάλι, όλα, το εκκλησάκι, οι προσευχές του, οι βρόμικες παλάμες, όπως στέγνωνε με τις ράχες τους τις κόγχες των ματιών, όλα τού φαίνονταν παιδαριώδεις δοξασίες, διαλύονταν τώρα, ούτε θα έριχνε τα ευρώ στο παγκάρι (αλλά καιρό έπειτα σε κουμπαρά του Ερυθρού Σταυρού σε σουπερμάρκετ), ήτανε ξανά μόνος και χαμένος. Όμως για λίγο το κουφάρι θα έπαυε να βαραίνει τον σβέρκο του (αυτό δεν το συνειδητοποίησε), βυθισμένος (μα και ελαφρύτερος), έβγαινε προς τον παραλιακό. (...)         

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Οι αμάραντοι.



Οι αμάραντοι για το μαγιάτικο στεφάνι. Από την εισαγωγή του πρώτου κεφαλαίου στο μυθιστόρημα Ο θάνατος του μισθοφόρου:


«ΑΡΑΖΕ ΕΝΑ – ΔΥΟ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΛΟΘΥΡΑ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟΥ, με τη μούρη του αυτοκινήτου στη σκιά της ελιάς σύρριζα στο φράχτη. Ερχόταν καθυστερημένος σήμερα, πρωτύτερα είχε κατεβεί στο Ψαλίδι, στην παραλία κάτω από το ξενοδοχείο Ραμίρα, να κόψει αμάραντους για το μαγιάτικο στεφάνι. Απίθωσε τα γυαλιά ηλίου στο κάθισμα του συνοδηγού δίπλα στην πλαστική λεκάνη με τα μοβ λουλούδια, κι εκεί, γερτός λοξά ακόμα, προτού σβήσει τη μηχανή ή τραβήξει το ντεμπραγιάζ, επέστρεφε σ’ ό,τι προηγήθηκε, κυρίως στο στιγμιαίο σάστισμα από τη διάλειψη την πολύ έντονη και που έμοιαζε με το ξεφύλλισμα σαν από αεράκι της πάνω σελίδας ανοιχτού βιβλίου, με τις από κάτω να ανασηκώνονται κι αυτές η μία μετά την άλλη, καθεμία και το έδαφος ή η εποχή ενός διαφορετικού παρόλο που συγκεχυμένου και μόλις αισθητού κόσμου.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Η συνεύντευξη με τον Κώστα Μοστράτο στον Αθήνα 9.84.

Ήταν το περασμένο Σάββατο 19 τρέχοντος, στην εκπομπή "Αθήνα το φελέκι σου", γύρω στις 12.00 το μεσημέρι.
(Από το 59:20 λεπτό έως το 1:25:40.)
Να ευχαριστήσω ακόμα μια φορά τον πολύ καλό Κώστα Μοστράτο.


Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Απόσπασμα απ' το "Σκεπτικό για την Απονομή Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2016".


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ  ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
                                                                        Αθήνα, 7 Ιανουαρίου 2019
Επιτροπή Κρατικων Λογοτεχνικων Βραβειων
Κρατικα Λογοτεχνικα Βραβεια 2017 για το εκδοτικο ετοσ 2016
Σκεπτικο για την Απονομη Κρατικων Λογοτεχνικων Βραβειων 2016

(Το σχετικό με το μυθιστόρημα απόσπασμα:)
Το Βραβείο Μυθιστορήματος απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στον Μιχάλη Μοδινό για το βιβλίο του Εκουατόρια (εκδόσεις Καστανιώτη), η δράση του οποίου λαμβάνει χώρα στην Αφρική. Η ανακάλυψη των πηγών του Νείλου κατά τον 19ο αιώνα, μετά την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, είναι ένα ζήτημα που προκαλεί τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς, μέλη διαφόρων γεωγραφικών εταιρειών.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Στη Λέσχη Ανάγνωσης του βιβλιοπωλείου Ευριπίδης στην Κηφισιά.

Η καλή συνάδελφος Έλενα Μαρούτσου, μέλος της επιτροπής των κρατικών βραβείων για τη λογοτεχνική παραγωγή του 2016, διάβασε τον Μισθοφόρο, αγάπησε το μυθιστόρημα, επιδίωξε ύστερα να γνωριστούμε, το ενέταξε επίσης στα προς μελέτη βιβλία της (κλειστής) Λέσχης Ανάγνωσης του βιβλιοπωλείου Ευριπίδης στην Κηφισιά, την οποία διευθύνει. Η σχετική συνάντηση έγινε την περασμένη Δευτέρα 14 Ιανουαρίου, 18.00 με 20.00. Ήτανε η πρώτη μου φορά σε λέσχη ανάγνωσης, και ήτανε -το λιγότερο να πω- μια συναρπαστική εμπειρία.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Τα καλά παιδιά προκόβουν μόνα τους -ο Μισθοφόρος ίσαμε τη βραχεία λίστα των κρατικών βραβείων.

Και μέχρις εκεί, ίσαμε τη βραχεία λίστα, έφτασε εντελώς μονάχο του. Και γι' αυτό όπως και για τα προηγούμενα έργα μου δεν ήξερα ούτε βραβεία, ούτε επιτροπές, ούτε τον έναν ή τον άλλον, αντίθετα ήξερα ότι ακόμα και οι εκδότες τους τα υπέβλεπαν -ναι, απίστευτο, ακόμα κι αυτοί! Σ' αυτή τη χώρα, σ' αυτή τη συγκυρία της ελληνικής γλώσσας ζω: αν θεωρούσα σχεδόν ίσαμε τα σαράντα μου κατάρα το λογοτεχνικό ταλέντο, αν το ανέστελλα μ' όλες μου τις δυνάμεις, δεν είν' άσχετο μ' αυτή την πολύ βαθιά επίγνωση. Εντούτοις, και γιατί παρ' όλ' αυτά ενίοτε η ίδια η ζωή υπερασπίζεται το δίκιο της, και τα χρόνια πέρασαν, και τα έργα γίνανε - γίνονται. Και είναι γερά και δυνατά τα έργα μου. Είτε ζωντανός να το ακούσω είτε πεθαμένος και δεν το ακούσω, ό,τι και να κάνουν οι άθλιοι και οι ατάλαντοι (τα παρεάκια, οι παραγοντίσκοι και οι λοιποί), όσο και να βυσσοδομήσουνε, τα έργα μου θα προκόψουν. Μόνα τους. Όπως όλα τα καλά παιδιά. Των πολύ ευτυχισμένων πατεράδων.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018

Ο Μισθοφόρος στη βραχεία λίστα των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων.

Ανακοινώθηκε χτες η συμπερίληψη του μυθιστορήματός μου Ο θάνατος του μισθοφόρου στη βραχεία λίστα των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων του 2017 (για τις εκδόσεις του 2016).

Την κριτική επιτροπή συναποτελούν οι κάτωθι:
Μαριλίζα Μητσού (Πρόεδρος), Καθηγήτρια του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών, Βυζαντινής Ιστορίας της Τέχνης και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μονάχου,
Μαίρη Λεοντσίνη (Αντιπρόεδρος), Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Καθηγητής Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,
Κλαίρη Μιτσοτάκη, Συγγραφέας,
Κάλλια Παπαδάκη, Συγγραφέας​,
Παυλίνα Παμπούδη, Συγγραφέας,
Έλενα Μαρούτσου, Κριτικός,
Άννα Αφεντουλίδου, Κριτικός,
Κώστας Καραβίδας, Κριτικός.

Αναλυτικά οι υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος:
Άρης Μαραγκόπουλος, Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού, Τόπος.
Καρολίνα Μέρμηγκα, Ο Έλληνας γιατρός, Μελάνι.
Μιχάλης Μιχαηλίδης, Οι επόπτες, Νεφέλη.
Μιχάλης Μοδινός, Εκουατόρια, Καστανιώτης.
Αντώνης Νικολής, Ο θάνατος του μισθοφόρου, Το Ροδακιό.
Γιώργος Σκαμπαρδώνης,Υπουργός Νύχτας, Πατάκης.
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Το πέρασμα, Μεταίχμιο.    

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 12) Ρόδος – Αθήνα∙ η έξοδος.


(1)
Η έξοδος από το λύκειο, η έξοδος από την Κω, από την εφηβεία να πω δραματικότερα κιόλας, τότε στο τέλος της δεκαετίας του ’70, έμοιαζε θριαμβική για αρκετούς λόγους. Η ορμή της ηλικίας, οι ποικίλες λιγότερο ή περισσότερο τυφλές αναζητήσεις γύρευαν ζωτικό χώρο, ελευθερίες, στην ανάγκη ελευθεριότητα. Περίπου δώδεκα χρόνια αργότερα, όταν θα επέστρεφα απ' την Αθήνα στο νησί, το είχα-δεν το είχα ακόμα αποφασίσει οριστικά, νομίζω από μια ωραία παράλληλη συμπόρευση, τίποτε δεν θα ήτανε πια το ίδιο: ο κόσμος, η Ελλάδα, η Κως, μα βέβαια ούτε κι εγώ.
Όμως κι ένα ένα με τη σειρά.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 10) Σχολικές γιορτές και μερικά άλλα.

Μάλλον από την αποχαιρετιστήρια εκδήλωση του νηπιαγωγείου. Προφανώς χορεύουμε –είμαι στην πρώτη γραμμή, και χορευτικό ζευγάρι με την Αγγελικούλα Ιερομνήμονος. Στο νηπιαγωγείο της Ρούλας Κουλούρα. Η κυρία Ρούλα, σύζυγος του Χρήστου Κουλούρα, το σπίτι τους ακριβώς το διπλανό στο πατρικό μου, ήτανε η καλή γειτόνισσα της μαμάς. Με τις αυλές στον πρώτο όροφο, να τις χωρίζει ένα τοιχίο, «Ρούλα!», «Πόπη!», τις άκουγες κάθε λίγο, κρεμιόντουσαν άκρη άκρη, τα λέγανε με τις ώρες. Να πω κατ’ αρχάς για τη διάκριση της πρώτης γραμμής, δεν ήταν εύνοια από ετούτη τη γειτονία, είχα πάντοτε έφεση στο χορό, μαθαίνω πολύ εύκολα βήματα, μέχρι και το τέλος του λυκείου σε κάθε ανάλογη περίσταση πρωτοστατούσα. Άλλωστε η κυρία Ρούλα ήταν αυστηρή και δίκαιη, και όσο μπορώ να κρίνω ή να εκτιμήσω με τα χρόνια, πρέπει να υπήρξε άριστη νηπιαγωγός. Θυμάμαι την ένταση στην έκφραση, στο πρόσωπό της, το πώς κυριολεκτικά αναλωνόταν με τα νήπια μαθητούδια της. Τα πρωινά έπαιρνε από το ένα χέρι τη Μιρέλλα, την κόρη της, από το άλλο εμένα. Όποτε ήμουν άρρωστος, εκεί απ’ το πλατύσκαλο, δίπλα στη μαμά που αιτιολογούσε γιατί δεν θα τις ακολουθούσα, εγώ έκλαιγα, την παρακαλούσα να μην παίξει κουκλοθέατρο εκείνη τη μέρα, μην το χάσω. Πόσο συναρπαζόμουνα! Μας έδινε επίσης κάτι τεύχη από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», -να διαβάζουμε δεν ξέραμε εννοείται- μας εξιστορούσε εκείνη εικόνα εικόνα και σελίδα σελίδα τι βλέπαμε –αυτό το κομμάτι του μαθήματος με απορροφούσε πολύ, αλλά και με τρόμαζε. Θα πρέπει ακόμα στα παιχνίδια και τις κατασκευές με τις πλαστελίνες να μας εξοικείωνε με πολλή ευαισθησία στην χειροτεχνία: όταν κάτι πλάθω με τα χέρια μου, γλιστράνε μνήμες από τη μικρή μακρόστενη αίθουσά της. Η μητέρα μου έλεγε ότι δεν υπήρξε αριστούχος μαθητής απ’ όσους πέρασαν από το νηπιαγωγείο της που να μην είχε προβλέψει την καλή εξέλιξή του.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 8) Όταν ήμαστε τρεις.


[1]

Δεν έχω παρά ελάχιστες μνήμες, εικόνες ή στιγμιότυπα, παλιότερες από τους μήνες ή τις μέρες που περιμέναμε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού στην οικογένεια. Δεν αποκλείεται, βέβαια, οι μνήμες οι προγενέστερες απ’ τον Μάιο του 1964 που γεννιέται ο Θανάσης, να είναι ανακατεμένες με κατοπινές. Όπως συμβαίνει και στις φωτογραφίες -όταν δεν σημειώθηκε στην πίσω τους πλευρά η ημερομηνία λήψης-, αναγκαστικά παραμένουν αχρονολόγητες ή χρονολογούνται κατά προσέγγιση. Πάντως, θυμάμαι με τόση έξαψη τη γέννηση του Θανάση και αργότερα το 1967 του Λάμπρου, που υποθέτω δεν πρέπει να ήμουν και πολύ ευτυχισμένο μοναχοπαίδι.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 6) Με τη μαμά.



Εφόσον φωτογράφος είναι ο μπαμπάς, το μοτίβο μαμά και γιος θα ήτανε συχνό. Αν θέλει η τύχη, αν έχω ζωή, χωράει πολλή αφήγηση εδώ. Ήδη στον Μισθοφόρο ο ήρωας μού έκλεψε τον παιδικό εφιάλτη όταν περπατάμε βράδυ στο πέταλο του λιμανιού, με κρατάει απ’ το χέρι, τη χάνω, κλαίω απελπισμένος, κοιτάζω τους ενήλικους από χαμηλά, πού πήγε η μαμά μου*.
Ζουν και οι δυο, δόξα τω Θεώ, κι όσο ζούμε οι άνθρωποι, ίσαμε και την τελευταία κοινή μας στιγμή, οι σχέσεις μας συνεχίζουν δυναμικές.

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Το οριστικό τέλος μιας συνεργασίας.

Δε θέλω να καταγράψω εδώ τα συναισθήματά μου. Είναι πια -το λιγότερο να πω- αρνητικά, και οι αιτίες που τα προξένησαν αρκετές και πολύ σοβαρότερες απ' αυτήν που σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή μου (ραδιόφωνο Amagi, εκπομπή Αντιφάσεις, 21-5-2017) ανέφερα.
Βάσει ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού που μόλις υπογράφηκε (από εμένα και τους υπευθύνους της εκδοτικής εταιρείας Τὸ Ροδακιὸ), τα δικαιώματα της Διονυσίας έχουν ήδη αποδεσμευτεί, και με τη λήξη των πενταετών συμβολαίων τους το ίδιο θα συμβεί και για τον Δανιήλ, το 2018, και για τον Μισθοφόρο, το 2020.

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Μυστική δική μου Ρόδος.

Βρέθηκα στη Ρόδο αυτές τις μέρες, για μία επέμβαση ρουτίνας στη μητέρα μου.
Σημαδιακές επέτειοι φέτος: είκοσι χρόνια από την πρώτη φορά στην Κρήτη, σαράντα από την αντίστοιχη στη Ρόδο. Ήτανε το 1977, μάλλον Μάιος, σε σχολική εκδρομή της Β’ Λυκείου. Τι έξαψη, πόση μαγεία. Οι πόλεις είναι ή γίνονται μετωνυμίες για πολλά πράγματα της νόησης, της ποιήσεώς μας –κατά το καβαφικόν. Σχετικά πρόσφατα εξιχνίασα ο ίδιος μερικά από τα εντονότερα αισθήματα που μου γέννησε αυτή η πόλη, που πάντοτε τιμώ ως τη δική μου, την καταδική μου πρωτεύουσα.
[Να υπενθυμίσω πάντως κι εδώ τη ρήση του Μίλαν Κούντερα, “Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του” (Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153). Αξιοποιεί δηλαδή το πραγματολογικό ή άλλο υλικό της εμπειρίας του, όμως δεν αυτοβιογραφείται, ακόμα κι όταν ισχυρίζεται ότι κάνει κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας αφηγείται, δε λέει απλώς ιστορίες∙ ο καλός μάλιστα, περισσότερο κι απ' αυτό, δημιουργεί ύφος, δίνει μορφή και ρυθμό στο έργο του.]

Ο ήρωας στο Σκοτεινό Νησί (2008, μεταγραφή θεατρικού του 2001) ανακαλεί εικόνα της Ρόδου (κυρίως από την πλατεία Ιωάννη Ζίγδη, όπου και η Ακαδημία) για την απολεσθείσα Εδέμ, τη ζωή στον πλανήτη προ οικολογικής καταστροφής.

Θα του πω ένα παραμύθι. Ένα ειδυλλιακό στιγμιότυπο, να τον γλυκάνω. «Στα πολύ πολύ παλιά χρόνια» αρχίζω να του λέω, εκείνος παίρνει βαθιά ανάσα, ησυχάζει. «Μια φορά κι έναν καιρό. Πριν από την καταστροφή. Δεκάδες χρόνια πριν. Μια μικρή πλατεία. Απόγευμα. Νωρίς το απόγευμα. Γυρίζουμε, λέει, από την παραλία. Είμαστε εσύ κι εγώ. Φοράμε μόνο το μαγιό. Περπατάμε ξυπόλητοι, κρατάμε τα παπούτσια μας στα χέρια. Ο ήλιος μάς στεγνώνει. Λεπτές άσπρες γιρλάντες το αλάτι στους ώμους σου. Όπως προχωράμε και χαζολογάμε, ο ήλιος κάνει απαλές σκιές στην πλάτη σου, ως κάτω στα δυο λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής σου στήλης, δυο μικρές γούβες σκιά. Όλο και σου ρίχνω εγώ πονηρές ματιές. Εσύ είσαι όμορφος. Καθίζουμε σ’ ένα καφενείο. Υπαίθριο. Υπαίθριο… μ’ ακούς; Υπαίθριο, υπαίθριο! Ανέμελοι! Ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανέμελους. Να πιούμε κάτι, να δροσιστούμε. Αρωκαρίες ψηλές και φοίνικες και πεκούνιες ανθισμένες, όλα τα χρώματα, και λιγούσχρα κλαδεμένα ολόγυρα στα παρτέρια, χαμηλοί φράχτες. Κυλούνε δυο ρυάκια στο στέρνο σου και έχεις λίγη υγρασία ανάμεσα στα σκέλη, μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα, να είναι ιδρώτας. Έρχεται το γκαρσόνι, ένας τρυφερούλης σαν ούτε τριάντα πέντε χρονών. Και παραγγέλλουμε να πιούμε ποτά. Δεν ξέρω τι ποτά. Ή μήπως αφεψήματα; Όχι, ναι. Καφέ παραγγέλλουμε. Που φτιάχνεται, λέει, από πραγματικό καφέ. Που τον φέρνουνε, τον καφέ, από μια άλλη ήπειρο, που τον αλέθουνε στη βόρεια άκρη της δικής μας, και που τον ψήνουν, λέει, για την πάρτη μας, στη νότια άκρη της ηπείρου μας, εδώ. Και μια κοιτάζω τους μικρούς νευρικούς παλμούς στους μυς των μπράτσων σου, απέναντί μου, μια τους άλλους θαμώνες (τι ποικιλία τα πορτρέτα), άλλοι με ακάλυπτα κεφάλια όπως κι εμείς, αναμαλλιασμένοι από το νερό και το αλάτι, άλλοι με καπέλα, άλλοι ημίγυμνοι, άλλοι σχεδόν γυμνοί. Έχεις προσέξει σε κάτι αρχαία φιλμ τι χρώμα είχε το ηλιοκαμένο δέρμα; Βλέπεις και τώρα καμιά φορά κανέναν τυχαίο ηλιοκαμένο, αλλά καμία σχέση, αυτοί είναι γεμάτοι εξανθήματα κι εγκαύματα…»  

Το χαμάμ του Δανιήλ, στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (άνοιξη 2009) είναι σίγουρα η φανταστική μικρότερη εκδοχή του Γενί Χαμάμ της πλατείας Αρίωνος στην Παλιά Πόλη.

Η Ρόδος, και πάλι, σ’ ένα διήγημα που μου ζητήθηκε για τη LiFO, το καλοκαίρι του 2012. (Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου. 17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO. 18.7.2012. The Summer fiction issue. Μια μικρή εκδοχή του κόσμου. Από τον Αντώνη Νικολή. Ένα διήγημα για την Κω.)


(…) παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου (…)

Στον Μισθοφόρο (2012-2015) οι εικόνες της Ρόδου συμφύρονται με πράγματα του ασυνειδήτου. Εκεί θα καταφύγει ο Ηλίας για να εξαφανίσει τα τεκμήρια του φόνου, αλλά κι εκεί θα νιώσει την αφύπνιση του ερωτισμού του.

Περπάταγε, ύστερα, ανάμεσα σε αποβιβασμένα φορτηγά και γιωταχί, λίγους πεζούς, σκυμμένος, έπειτα στον παραλιακό με τα άθλια διώροφα, το φως της Ρόδου είναι σαν πιο κίτρινο, στη μνήμη γίνεται γλυκιά ώχρα, βυθιζόταν κι άλλο μέσα του, μετά τη στροφή του πρώτου κόλπου, όπου το παλιό λιμάνι, κι από κει και πέρα η διαδρομή παράλληλα προς το κάστρο ως την Πύλη της Ελευθερίας και τη μικρή γέφυρα με την αβαθή τάφρο κάπως θα τον αποσπούσε, όλα γίνονταν πιο οικεία, σε λίγο θα τον δρόσιζε κι η απόληξη του πάρκου στις παρυφές του κάστρου, οι βαθύσκιωτοι φίκοι στο απέναντι πεζοδρόμιο, θα σήκωνε το βλέμμα προς το Μαντράκι και την παραλιακή λεωφόρο. Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του δίχως να συσπώνται οι μύες του προσώπου, σαν από μόνοι τους οι αδένες, δίχως συναισθήματα, εκτός από την κάπως ανακουφιστική εντύπωση του βλέμματος που ξανοιγόταν στον ανοιχτό ορίζοντα της πόλης. 

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

Για τους τιμώντες την ελληνική γλώσσα -και φέτος.

Μετά το περσινό μου ταξίδι στην Κρήτη, είχα αναρτήσει ένα σημείωμα εδώ για τις ωραίες φόρμες στα κηδειόσημα του Ρεθύμνου, δεν ήξερα αν ήτανε σε χρήση και στο υπόλοιπο νησί.
Να θυμίσω ένα απόσπασμα από εκείνη την ανάρτηση: "...κάποιοι λόγιοι, λοιπόν, ίσως εκπαιδευτικοί, ενδεχομένως ιερείς, μακάρι και εργολάβοι κηδειών, κάποιοι πάντως που είχαν την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό να αγαπούν την καλή διατύπωση στην οικεία, τη μητρική τους γλώσσα, την ελληνική, εικάζω θα έφτιαξαν αυτές τις ωραίες φόρμες.

                                                          Αγγελτήριο Μνημοσύνου
Τελούμε μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του/της αγαπημένου/ης μας. Παρακαλούμε όπως προσέλθετε και προσευχηθείτε μαζί μας. Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως παραστούν σ’ αυτό.
Αγγελτήριο Θανάτου
Τον/τη λατρευτό/ή μας … ετών … κηδεύουμε ημέρα … … … … και ώρα … από την οικία μας. Η νεκρώσιμος θα ψαλεί στον Ιερό Ναό … Η ταφή στο κοιμητήριο … Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως συνοδεύσουν την εκφορά του/της.
Οι συγγενείς …

Φέτος κουβάλησα έως και φωτογραφικά τεκμήρια. Τα κηδειόσημα με τα ωραία ελληνικά τα συνάντησα παντού. Από τα Χανιά ως τη Σητεία, στον Άγιο επίσης και στο Ηράκλειο, σε χωριά κάτω στο Λιβυκό. Δεν αποκλείεται να συνηθίζονται και σε άλλη περιφέρεια, φέρ' ειπείν στη γειτονική της Κρήτης νοτιοανατολική Πελοπόννησο. Θα χαιρόμουν, παρόλο που θα μου χαλούσε αυτή την πολύ γοητευτική εντύπωση ενός τόπου που εννοεί να διατηρεί ιδιώματα, να επιμένει στα ιδιοχαρακτηριστικά του λίγο έως πολύ, από την προφορά στην ομιλία ως την τρέχουσα μουσική ντόπια παραγωγή, αλλά και σε πολύ καθημερινά πράγματα. Κρητικό και το μανάβικο, ας πούμε, ή ακόμα και το σουπερμάρκετ. Από τα τοπικά προϊόντα μέχρι και την όλη χωροθέτηση του μαγαζιού.
Στήνω αυτί για τους ουρανικούς φθόγγους (κ, γ, χ), ιδίως στην ανατολική Κρήτη, νομίζω δεν υπάρχουν πιο εύηχα αλλόφωνα συμφώνων, τρελαίνομαι να ρουφάω ολόκληρες κουβέντες από διπλανά τραπέζια ή και στους δρόμους, στα μαγαζιά, όχι τα νοήματά τους, το τι λένε, μόνο τον ήχο της ομιλίας τους. Οι Κρητικοί -οι Κύπριοι ακόμη περισσότερο- συγκαταλέγονται στους πιο υπερήφανους για τη διάλεκτό τους ελληνόφωνους. Στην ίδια νοτιοανατολική νησιωτική διάλεκτο (ανατολική Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κύπρος) υπαγόμαστε κι εμείς, μόνο που εμείς σχεδόν την απωλέσαμε. Πολύ σπάνια μιλούμε τις ντοπιολαλιές μας, και οι νεότεροι σχεδόν καθόλου. Άρα, όταν ένα Κρητικόπουλο βλέπει τηλεόραση, ακούει την νεοελληνική (αττική) κοινή, δεν ακούει ούτε νογάει ακριβώς τους δικούς του, ένα Κωτάκι αντίθετα ή Ροδιτάκι νομίζει ότι ακούει τα μοντέρνα, τα καλά νεοελληνικά -και είναι κρίμα.

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Στην Κρήτη –είκοσι χρόνια μετά την πρώτη φορά.



Ήτανε αργά το απόγευμα μιας από τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 1997, με πολλές ώρες καθυστέρηση αράζαμε στο λιμάνι της Σητείας. Ταξίδευα με πλοίο, για να μεταφέρω το τότε αυτοκινητάκι μου, ένα Clio Renault. Το πλοίο το λέγανε Romilda, ξεκίναγε από Αλεξανδρούπολη, άγονη γραμμή, μετά την Κω έπιανε Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο (Διαφάνι και Πηγάδια), Κάσο, κατέληγε Σητεία. Θυμάμαι τη στιγμή που από την μπουκαπόρτα στην αποβάθρα έψαχνα την πρώτη εντύπωση της κοντινότερης σε μας κρητικής πόλης, σούρουπο, όλα τα θυμάμαι αμυδρά βέβαια, αλλά και δεν ξέρω γιατί ή από ποιους άδηλους συνειρμούς τη Σητεία θα την έδενα από τότε με την Κω του ’60. 
Ταξίδι προς την Κρήτη που επανέλαβα και το 1998 και το 2000, και που θύμιζε τα φοιτητικά καλοκαίρια του ’80 με τα σλίπινγκ μπαγκ, τους υπνόσακους και τις σκηνές, στις παραλίες των παρθένων ακόμα Κυκλάδων. Πάνω - κάτω, θάλασσες βουνά χωριά πόλεις, στη δίχως όρια στις αντιθέσεις μεγαλόνησο, κι όπου μας έβγαζε το τέλος της μέρας, παίρναμε από το αυτοκινητάκι – ντουλάπα τα χρειώδη, νοικιάζαμε για ένα βράδυ κάποιο δωμάτιο, αρκούσε να έχει καθαρά σεντόνια και μπάνιο.

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Μαίρη Αδαμοπούλου: Αντώνης Νικολής / Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής.


Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής

Ένα βιβλίο, που αν και θυμίζει αστυνομικό, είναι περισσότερο μια τραγωδία, αντλεί υλικό από τα πλούσια κοιτάσματα του ανθρώπινου ψυχισμού για να θίξει ζητήματα που ακόμη δεν έχουν λυθεί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας

  | ΤΑ ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο,16/09/2017 08:00. |
Τα βιβλία του 57χρονου Αντώνη Νικολή που κυκλοφορούν ήδη είναι: «Το Σκοτεινό Νησί», νουβέλα (2008), η τριλογία «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα», νουβέλα (2014) και τα μυθιστορήματα «Διονυσία» (2012) και «Ο θάνατος του μισθοφόρου» (2016)
Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής 
Μια στιγμή αρκεί για να μετατρέψει έναν ήσυχο και μοναχικό σαρανταπεντάχρονο φιλόλογο, που ζει στη γενέτειρά του, την Κω, σε δολοφόνο. Αρκεί για να τεμαχίσει τη ζωή του στα δύο ή ακόμη και στα τέσσερα: στην εποχή πριν γνωρίσει το θύμα του, τον Γιούρι, και στην περίοδο μετά. Και στην εποχή πριν από τη δολοφονία και σε εκείνη που ακολουθεί. 
Ποια είναι όμως εκείνη η στιγμή στο μυθιστόρημα του Αντώνη Νικολή «Ο θάνατος του μισθοφόρου» που βαραίνει περισσότερο; Η διαρκείας; Εκείνη που η παρουσία του νεαρού επαγγελματία οπλίτη αρχίζει σαν μικρόβιο να μολύνει σταδιακά τη σκέψη του κεντρικού του ήρωα, του Ηλία, μέχρι να την κυριεύσει; Ή μήπως εκείνη που σε μια κίνηση αυτοάμυνας ο φιλόλογος θα σκοτώσει ακούσια τον άνδρα που θα μπορούσε να είναι «ο γιος που δεν είχε, ο ιδανικός μαθητής που δεν είχε, που ήτανε η εικόνα της ομορφιάς στην όψη και στον εσωτερικό του κόσμο, τα νιάτα, συνεκδοχικά η ζωή»;
Ο αναγνώστης θα πρέπει να απαντήσει αφού αφεθεί στις σελίδες όπου ξεδιπλώνεται η ιστορία του κουρασμένου και αφημένου στη ρουτίνα του Ηλία, του οποίου η ζωή θα αλλάξει δραματικά όταν στην καθημερινότητά του θα εμφανιστεί ο αρρενωπός, ευγενής, αλλά ελάχιστα καλλιεργημένος νεαρός, ο οποίος θέλει να κερδίσει τον χαμένο χρόνο της εφηβείας και έχει επιστρέψει στα θρανία. Ο καθηγητής θα προσφερθεί να του κάνει δωρεάν ιδιαίτερα μαθήματα για να αποκτήσει οικειότητα μαζί του. Κι αν η έλξη που αισθάνεται προς τον νεαρό δεν είναι σεξουαλική, όπως υποστηρίζει, το υποσυνείδητό του αποδεικνύεται πιο ισχυρό. Είναι εκείνο που σε μια στιγμή αδυναμίας θα παρακάμψει τη λογική, θα εκφραστεί με δυο αθώα χάδια στο στέρνο, αρκετά όμως για να πυροδοτήσουν τις εξελίξεις για τις οποίες μας προϊδεάζει ο τίτλος.
Πάθη και εμμονές 
Ολα από εκεί και στο εξής θα γίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο Ηλίας θα καταφέρει να ξεφορτωθεί τη σορό του Γιούρι, όχι όμως και τον πόθο του, τις ενοχές και τις εμμονές του για τον νεαρό. Κι αν τα χαρακτηριστικά ενός αστυνομικού μυθιστορήματος βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, ο έμπειρος αναγνώστης γρήγορα διαπιστώνει πως το κείμενο δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία, αλλά ουσιαστικά φέρει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν μια τραγωδία: έλεος, φόβο και κάθαρση. 
Ο συγγραφέας σκάβει σε βάθος, στα μαλακά μέρη της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου όλα είναι ρευστά και ομολογητέα, προτού βγουν ακόμη στην επιφάνεια και παγώσουν από τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά και το βλέμμα των τρίτων για να ερμηνευθούν ανάλογα με τα δικά τους «γνωρίζω» και «θέλω». Αφήνει πάθη κι εμμονές να εκφραστούν όπως πραγματικά καταλαμβάνουν τον νου και την ψυχή. Λειτουργεί ως καθρέφτης μέσα από τον οποίο όταν κοιτάζονται οι χαρακτήρες του, δεν αποκαλύπτονται απλώς, αλλά αφήνουν πάνω στο γυαλί να χαραχθεί ακόμη κι η παραμικρή αμυχή που φέρουν στα κατά τα άλλα αθέατα σωθικά τους. Και μέσα από αυτά τα παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής που θα ταλανίσουν τον Ηλία στη μετά Γιούρι εποχή θα έρθει η κάθαρση. Μια καθαρτήρια λύση που θα δώσει ο ίδιος ο δράστης ύστερα από μια δύσκολη διαδρομή και η οποία θα του χαρίσει σε μια άλλη πραγματικότητα τη συντροφιά του ανθρώπου που αθώα αποζητούσε σε τούτη τη ζωή.
Ηδυσμένος λόγος
Η τραγωδία όμως δεν χαρακτηρίζεται μόνο από έλεος, φόβο και κάθαρση, αλλά και από ηδυσμένο λόγο, τον οποίο υπηρετεί η εξαιρετική γραφή του Αντώνη Νικολή με τα άψογα ελληνικά και χωρίς διάθεση εκζήτησης. Μια γραφή που διατηρεί ισορροπία με την πλοκή, χωρίς να τη «στραγγαλίζει», και επιτρέπει στον αναγνώστη να απολαύσει κάθε λεπτή απόχρωση των χαρακτήρων οι οποίοι σκιαγραφούνται με λεπτομέρεια μικροσκοπίου και ακρίβεια χειρουργικής λεπίδας. Τεχνική που ενδεχομένως υποσυνείδητα να σχετίζεται με τις πανεπιστημιακές σπουδές του συγγραφέα, καθώς ξεκίνησε από την ιατρική πριν αφιερωθεί στη φιλολογία. 
Με αφορμή δε τους συμπαγείς και καλοχτισμένους χαρακτήρες, ο συγγραφέας τολμά να θίξει ζητήματα που ακόμη και σήμερα δεν έχουν λυθεί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, όπως η αμφισεξουαλική ταυτότητα του Ηλία. Δεν διστάζει να περιγράψει τη σεξουαλικότητα όπως εκφράζεται στη σχέση του ήρωά του, είτε συναναστρέφεται με άνδρες είτε με την εξ αποστάσεως σύντροφό του (τη Μερόπη που ζει στην Αθήνα), με λεπτομέρεια, ζωντάνια και ακρίβεια, τόσο που ενώ ο αναγνώστης μπορεί να εισπράξει ακόμη και την ερεθισμένη ανάσα των ηρώων, δεν υπάρχει ούτε υποψία πορνογραφικής διάθεσης. Παρακολουθεί τις επιπτώσεις της κρίσης στη ζωή των Ελλήνων, εντάσσει την υπόθεσή του στο πλαίσιο της «κλασικής» ελληνικής οικογένειας που διατηρεί αρκετά ισχυρούς ακόμη δεσμούς, ενώ η προσοχή του σε κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αμφισβητείται ως φανταστικό το σκηνικό του, φτάνει σε σημείο να τεκμηριώνει με ιατρικά δεδομένα τις συνθήκες θανάτου του Γιούρι, αλλά και να παρουσιάζει με επιστημονική ακρίβεια τα μνημεία που μελετούσε στον ελεύθερο χρόνο του ο Ηλίας.
[Αντώνης Νικολής
Ο θάνατος του μισθοφόρου
Εκδ. Ροδακιό, 2016, σελ. 296
Τιμή: 17 ευρώ]


(Η κα Μαίρη Αδαμοπούλου.)

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ο Δανιήλ, η Διονυσία, ο Μισθοφόρος τούς κρίνουν.

Αναφέρομαι σ' όσους καμώνονται τους κριτικούς ή τους... παράγοντες περί τη λογοτεχνία.

Νομίζουν, λοιπόν, οι αδαείς ετούτοι ότι αυτοί θα κρίνουν τον Δανιήλ, τη Διονυσία, τον Μισθοφόρο.
Τουναντίον. Και μάλιστα τους ανταποδίδεται το ίσον. Το όποιο ίσον.
Ζητήστε τους να τα εκτιμήσουν, κι απολαύστε τους να αποτιμούν (φιλολογικά) τους εαυτούς τους.

Να θυμάστε, είχα πάντοτε συναίσθηση των παραπάνω, και ούτω πως αξιολογούσα (από άποψη φιλολογική) ανθρώπους, περιοδικά ή άλλα μέσα, τα διάφορα μίζερα παρεάκια, το σινάφι τέλος πάντων.