Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Και να που θα ξυπνήσουμε σε μια καλύτερη χώρα!

Ισότητα στον γάμο/γάμος ομοφύλων. Ξημερώνει η μέρα που πριν είκοσι-τριάντα χρόνια δεν θα φανταζόμαστε ούτε στα πιο τρελά όνειρά μας. Χαρά και συγκίνηση.  

Κυριάκος Μητσοτάκης, πρωθυπουργός των Ελλήνων. 

Το άκουσα και το είδα πάνε δέκα χρόνια, είναι κάπως μελό προφανώς και στρατευμένο, όμως χαλάλι μια τέτοια μέρα. Και λίγη επιτήδευση στη συγκίνηση δεν βλάφτει, μια ελάχιστη χειρονομία, ένα τριαντάφυλλο σε μνημείο ανυπολόγιστου πόνου, στην άδικη ενοχή και ντροπή, στις κατεστραμμένες ζωές άραγε πόσων εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στο παρελθόν ή και στο παρόν στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη... 

(MACKLEMORE & RYAN LEWIS - SAME LOVE)


Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Σχόλιο με ευθυκρισία.

Ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξανδρος Ζωγραφάκης σημείωσε χτες Τρίτη στη στήλη του I Know what you did last week (6-12/2/24), στο ιστολόγιο ΙΣΤΟΣ, ανάμεσα σε άλλα περί κριτικής, σχόλιο και για το κείμενό μου στο Βήμα της περασμένης Κυριακής:

— Διάβασα το «Πολεμική αντί κριτικής» (Βήμα, 11/2/24) «Μια απάντηση στην κριτική του μυθιστορήματος “Περεγρίνος” από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου» το οποίο υπογράφει ο Αντώνης Νικολής, συγγραφέας του μυθιστορήματος.

Παραθέτω: «Σε τρεις όλες κι όλες παραγράφους ο συντάκτης τους περιέλαβε: α) Αρκετές κατά βάση ασύντακτες τάχα μακρές και περισπούδαστες περιόδους που καταλήγουν σε ακυριολεξίες [...]. β) Κάμποσες ασαφείς ή ακατανόητες συνάψεις-φράσεις, του τύπου: [...]. γ) Πληροφορίες που δεν μπορεί να αντλήθηκαν ούτε έξω απ’ το μυθιστόρημα (στις όποιες ιστορικές πηγές) ούτε από το μυθιστόρημα το ίδιο. Μερικές από αυτές: “Πρόσωπο που αμφισβητήθηκε κατά κόρον στον καιρό του, καθώς χλευάστηκε και κατηγορήθηκε ως κοινός απατεώνας”, “...Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων”, “...Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη” (οι έντονοι χαρακτήρες δικοί μου). Για τις “πληροφορίες” αυτού του είδους, εικάζω ότι ο κομιστής τους είτε γενικώς δυσκολεύεται να κυριολεκτήσει (άλλα εννοεί και άλλα περίπου διατυπώνει), είτε περιέτρεξε το μυθιστόρημα, έπειτα και εκ του προχείρου γκουγκλάροντας συνέλεξε όσες συνέλεξε, και πάντως με εντυπωσιακή ευκολία τις αράδιασε στις… εκτυφλωτικές τρεις παραγράφους του – και πόσο στραφταλιστή η παραπομπή του στο “κυνικό τρίπτυχο του Φουκό! Κι ενώ προφανέστατα μόνο φυλλομέτρησε τον Περεγρίνο, στην κατακλείδα της τρίτης παραγράφου, με την οίηση χιλίων τουλάχιστον Κατσιμπαλήδων, σχολιάζει αρνητικά την οικονομία του μυθιστορήματος, που είναι –και αυτό το πιθανότερο το γνωρίζει– το κρισιμότερο στοιχείο αξιολόγησης σε κείμενα εκτενούς αφήγησης: “Μικρότερη ανάπτυξη, πάντως του μυθιστορήματος θα διευκόλυνε τον Νικολή να αναδείξει πυκνότερα τόσο τις λεπτομέρειες όσο και το κεντρικό του σχήμα”. Μ’ άλλα λόγια, όταν τόσο στο ποδάρι απορρίπτει κανείς το έκτο και σαφώς έργο ζωής ενός δόκιμου συγγραφέα, η πρόθεσή του δεν είναι να γράψει κριτική, αρνητική εν προκειμένω, αλλά να κάνει πολεμική, και δη την πιο δηλητηριώδη, την “πολεμική των χαμηλών τόνων”». 

Θα σταθώ στο κρισιμότερο ίσως στοιχείο της απάντησης του κ. Νικολή, ότι πιστεύει πως ο κ. Χατζηβασιλείου δεν διάβασε καν το μυθιστόρημα πριν συντάξει την κρίση του. Είμαι της άποψης ότι ειδικά ο συγγραφέας μπορεί πολύ εύκολα να αντιληφθεί πότε ο κριτικός έχει διαβάσει ένα βιβλίο και πότε όχι. Μπορούν και άλλοι, πέραν του συγγραφέα, αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία, όταν ο ίδιος ο συγγραφέας νιώθει ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ένα άλλο στοιχείο που θίγει ο κ. Νικολής είναι η έκταση της “κριτικής”. «Σε τρεις όλες κι όλες παραγράφους [...]»,  «στις… εκτυφλωτικές τρεις παραγράφους του», γράφει χαρακτηριστικά. Η έκταση των “κριτικών” κειμένων στις εφημερίδες δεν ξεπερνά τις 500-600 λέξεις. Τα κείμενα αυτά, επαναλαμβάνω, είναι μόνο κατ’ επίφαση κριτικά. Σκοπός τους είναι να προωθήσουν βιβλία. Η ειρωνεία, εδώ, είναι ότι ο κ. Χατζηβασιλείου, στα ήδη σύντομα κείμενά του εντάσσει πάντοτε και μια σύντομη ανασκόπηση του έργου του συγγραφέα πριν από το βιβλίο που κρίνει κάθε φορά. Ο χώρος που απομένει για να γράψει κάτι ουσιαστικό είναι, επομένως, ακόμα λιγότερος. Περαιτέρω ειρωνεία, ότι ο κ. Χατζηβασιλείου εξαιρετικά σπάνια θα γράψει κάτι αρνητικό για κάποιο βιβλίο, κι αν το κάνει θα έχει φροντίσει να το σερβίρει με εξαιρετικά μειλίχιους τόνους, όπως, καλή ώρα, έπραξε εδώ. Πολύ καλά κάνει και διαμαρτύρεται ο κ. Νικολής. Πολύ καλά κάνει και δημοσιεύει το Βήμα την απάντησή του στη κριτική του κ. Χατζηβασιλείου.

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

Πολεμική αντί κριτικής (απάντηση στην «κριτική» του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου).


(Δημοσιεύθηκε στο σημερινό «Βήμα της Κυριακής», 11-2-2024, Β2, σελ. 15.)

Πολεμική αντί κριτικής

Μια απάντηση στην κριτική του μυθιστορήματος «Περεγρίνος» από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Του Αντώνη Νικολή

Στο «Βήμα της Κυριακής», 14-1-2024, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου δημοσίευσε «κριτική» για το τελευταίο μυθιστόρημά μου Περεγρίνος.

Σε τρεις όλες κι όλες παραγράφους ο συντάκτης τους περιέλαβε:

α) Αρκετές κατά βάση ασύντακτες, τάχα μακρές και περισπούδαστες περιόδους που καταλήγουν σε ακυριολεξίες [π.χ. «Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων, οι οποίοι θα έπρεπε να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους, επιδιώκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά (το βασικό δόγμα των «σκυλοφιλοσόφων»), στο πλαίσιο του κυνικού τριπτύχου (όπως το θέτει ο Μισέλ Φουκό) αντοχή-επαγρύπνηση-ενδοσκόπηση, είτε την υπέρβαση της θνητότητας (τον θεμελιώδη πόθο του χριστιανισμού). Και παρακάτω: Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη, αποσπώντας από αυτό το ήθος του αληθώς λέγειν (απαραίτητο για να υποστηριχθεί η πραγματική-μυθιστορηματική αυτοχειρία του Περεγρίνου).].

β) Κάμποσες ασαφείς ή ακατανόητες συνάψεις-φράσεις, του τύπου: «…να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους», «την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά».

γ) Πληροφορίες που δεν μπορεί να αντλήθηκαν ούτε έξω απ’ το μυθιστόρημα (στις όποιες ιστορικές πηγές) ούτε από το μυθιστόρημα το ίδιο. Μερικές από αυτές: «Πρόσωπο που αμφισβητήθηκε κατά κόρον στον καιρό του, καθώς χλευάστηκε και κατηγορήθηκε ως κοινός απατεώνας», «…Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων»,  «Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη» (οι έντονοι χαρακτήρες δικοί μου). 

Για τις “πληροφορίες” αυτού του είδους, εικάζω ότι ο κομιστής τους είτε γενικώς δυσκολεύεται να κυριολεκτήσει (άλλα εννοεί και άλλα περίπου διατυπώνει), είτε περιέτρεξε το μυθιστόρημα, έπειτα και εκ του προχείρου γκουγκλάροντας συνέλεξε όσες συνέλεξε, και πάντως με εντυπωσιακή ευκολία τις αράδιασε στις… εκτυφλωτικές τρεις παραγράφους του, –και πόσο στραφταλιστή η παραπομπή του στο «κυνικό τρίπτυχο» του Φουκό!

Κι ενώ προφανέστατα μόνο φυλλομέτρησε τον Περεγρίνο, στην κατακλείδα της τρίτης παραγράφου, με την οίηση χιλίων τουλάχιστον Κατσιμπαλήδων, σχολιάζει αρνητικά την οικονομία του μυθιστορήματος, που είναι –και αυτό το πιθανότερο το γνωρίζει– το κρισιμότερο στοιχείο αξιολόγησης σε κείμενα εκτενούς αφήγησης: «Μικρότερη ανάπτυξη, πάντως, του μυθιστορήματος θα διευκόλυνε τον Νικολή να αναδείξει πυκνότερα τόσο τις λεπτομέρειες όσο και το κεντρικό του σχήμα».

Μ’ άλλα λόγια, όταν τόσο στο ποδάρι απορρίπτει κανείς το έκτο και σαφώς έργο ζωής ενός δόκιμου συγγραφέα, η πρόθεσή του δεν είναι να γράψει κριτική, αρνητική εν προκειμένω, αλλά να κάνει πολεμική, και δη την πιο δηλητηριώδη, την «πολεμική των χαμηλών τόνων».  

Υ.Γ. Λίγες μέρες πριν από την έκδοση του Περεγρίνου στην επιθεώρηση «The BooksJournal», όπου επίσης διατηρεί στήλη ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, δημοσίευσα το επίμετρο του μυθιστορήματος, στο οποίο καταχώριζα στοιχεία εργαστηριακά του Περεγρίνου: τη διάρκεια της εργασίας, την έκταση της έρευνας, την ένταση της λογοτεχνίας που του αφιέρωσα, στοιχεία άλλωστε που σεμνύνομαι πως όποια σελίδα του μυθιστορήματος κι αν ξεφυλλίσει φιλαναγνώστης με στοιχειώδες ένστικτο εύκολα θα τα αναγνωρίσει, ακόμη κι αν η λογοτεχνία μου για τον χ ή ψ λόγο δεν του αρέσει ή και τον ενοχλεί.

Κοντολογίς, ένας δόκιμος συγγραφέας, ανάμεσα στα 55 και 63 του, αποκλειστικά εργαζόμενος ως συγγραφέας, γράφει πέρα εκεί στη δωδεκανησιακή μεθόριο τον Περεγρίνο, τον φέρνει στο εθνικό κέντρο, για να εισπράξει σ’ ένα απ’ τα εγκυρότερα κυριακάτικα φύλλα την περί ης ο λόγος «κριτική»...

Ο κ. Αντώνης Νικολής είναι συγγραφέας.

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και ο Περεγρίνος.

Στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (14/1/2024), ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου δημοσίευσε “κριτική” για το τελευταίο μυθιστόρημά μου Περεγρίνος. Αντιγράφω (ΤΟ ΒΗΜΑ ΒΙΒΛΙΑ Β2, σελ. 16):

«Σκοτεινός, αφανής, αυτόχειρ

Ο «Περεγρίνος» του Αντώνη Νικολή προκαλεί με πειστική γενναιότητα τον θάνατο στην εποχή της Δεύτερης Σοφιστικής

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Ο Αντώνης Νικολής έχει γράψει στο παρελθόν μυθιστορήματα και νουβέλες για τον έρωτα και την αμφισεξουαλικότητα, για δυστοπικές πολιτείες, για τον θάνατο, για την τρέλα και για την μακρά και επώδυνη διεργασία της ενηλικίωσης, συνεχίζοντας τώρα με ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τον σοφιστή της ύστερης αρχαιότητας Περεγρίνο. Ο Περεγρίνος ανήκει στην εποχή της Δεύτερης Σοφιστικής. Γεννημένος στην αυγή του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο Περεγρίνος κέρδισε την κατοπινή του δόξα με την αυτοκτονία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 165μ.Χ. Πρόσωπο που αμφισβητήθηκε κατά κόρον στον καιρό του, καθώς χλευάστηκε και κατηγορήθηκε ως κοινός απατεώνας, ο Περεγρίνος επικαλέστηκε για την αυτοκτονία του αμιγώς φιλοσοφικούς λόγους. Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων, οι οποίοι θα έπρεπε να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους, επιδιώκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά (το βασικό δόγμα των «σκυλοφιλοσόφων»), στο πλαίσιο του κυνικού τριπτύχου (όπως το θέτει ο Μισέλ Φουκό) αντοχή-επαγρύπνηση-ενδοσκόπηση, είτε την υπέρβαση της θνητότητας (τον θεμελιώδη πόθο του χριστιανισμού).

Ο Λουκιανός, ένας από τους σημαντικότερους αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης Σοφιστικής, αντιπαθούσε σφόδρα τον Περεγρίνο –τον είχε στολίσει δεόντως σε επιστολή προς φίλο του. Από αυτήν την επιστολή εκκινεί ο Νικολής για να γράψει τον μυθιστορηματικό βίο του Περεγρίνου με ελάχιστα κατά τα άλλα διαθέσιμα πραγματολογικά στοιχεία. Ο Νικολής εμφυσά στη ζωή του ήρωά του μια ζωή λιγότερο ψεύτικη και υπολογιστική από όσο την προτιμά ο Λουκιανός και μολονότι βάζει έξυπνα και τον ίδιο στο μυθιστορηματικό παιχνίδι, μοιάζει να εμπιστεύεται τον δικό του Περεγρίνο, μιλώντας ευνοϊκά για τις μετακινήσεις του από τον Ελλήσποντο μέχρι την Ιουδαία, την Αλεξάνδρεια, τη Ρώμη και την Αθήνα, και ζωντανεύοντας με ζωηρά χρώματα τον σαγηνευτικό κόσμο της Δεύτερης Σοφιστικής. Εδώ θα συναντήσουμε και τον κορυφαίο του αττικιστικού ύφους Ηρώδη τον Αττικό (ο μέγας αντίπαλος του Περεγρίνου στην Αθήνα, μέσω της αίγλης του οποίου ο συγγραφέας εικονογραφεί αντιστικτικά την ταπεινή καταγωγή και τις χαμηλές δημόσιες πτήσεις του πρωταγωνιστή του).

Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη, αποσπώντας από αυτό το ήθος του αληθώς λέγειν (απαραίτητο για να υποστηριχθεί η πραγματική-μυθιστορηματική αυτοχειρία του Περεγρίνου). Καταφέρνει επιπλέον ο Νικολής να σκιαγραφήσει έναν σκοτεινό, αντιφατικό και ταυτοχρόνως αφανή χαρακτήρα, που θα τινάξει τα πάντα στον αέρα χάρη στην τόλμη του να πεθάνει, έστω κι αν πιστέψουμε πως δεν αγωνίστηκε παρά για την υστεροφημία του. Μικρότερη ανάπτυξη, πάντως, του μυθιστορήματος θα διευκόλυνε τον Νικολή να αναδείξει πυκνότερα τόσο τις λεπτομέρειες όσο και το κεντρικό του σχήμα.

Ο Νικολής εμφυσά στη ζωή του ήρωά του μια ζωή λιγότερο ψεύτικη και υπολογιστική από όσο την προτιμά ο Λουκιανός»