Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Περσεφόνη Κουτσουράδη (1923-2018).


Υπήρξε αδιαμφισβήτητα η μεγάλη κυρία του πολιτισμού στο νησί της Κω. Πρόεδρος του παραρτήματος του Λυκείου Ελληνίδων με σημαντική δράση εκεί, συλλογέας λαογραφικού υλικού, όπως με περισσή αξιοπρέπεια ήξερε να δηλώνει, να διευκρινίζει μάλιστα τη διαφορά από τον λαογράφο - ερευνητή επιστήμονα, αλλά και ένας / μία από τους τελευταίους Κώους με κομψότητα πνεύματος και χιούμορ, ντόπιου χρώματος όμως και ιδιαίτερα εκλεπτυσμένου. Τη θυμάμαι να οδηγεί το κατσαριδάκι της, με συνοδηγό τον άντρα της, τον αείμνηστο Γιώργο Κουτσουράδη, να λένε για ένα "καρτελίνο" που τους έστειλε μια φίλη τους Ζωή απ' την Αθήνα, κι εγώ παιδί στο πίσω κάθισμα να ξεκαρδίζομαι. Δεν ήξερα να το πω, μα ήτανε εκείνοι οι Κώοι η παρηγορητική εξαίρεση τότε, τέλος του '60, όταν άρχιζε να θεριεύει η μικροαστική βαρβαρότητα στη χώρα. Η Περσεφόνη Κουτσουράδη, το γένος Μουζάκη, ήταν πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου από τη μητέρα μου. Εγγονή εκείνου του παππεπίπαππου από τα Σφακιά, του Σπύρου Γρυπάρη, για τον οποίο πρόσφατα σχετικά έκανα μνεία. Την προσφωνούσα θεία, τη συμπαθούσα πολύ, μα κι ανέκαθεν περισσότερο την εκτιμούσα. Νομίζω εκπροσωπούσε μια γενιά σπάνιων αστών στη νεοελληνική κοινωνία, βενιζελικής "κοπής" και που ανέπτυξαν δημόσια δράση όσο και ατομική προσωπική καλλιέργεια αξιοσημείωτη.
Στον Αχιλλέα, τον Κώστα, τον Τίμο, τον Πάρη, στις νύφες και τα εγγόνια της, συλλυπητήρια. Η τιμή και η αξία της προσφοράς της, η αγάπη και η μνήμη της μάνας και γιαγιάς να τους συνοδεύουν πάντα.
Λυπάμαι πολύ που, καθώς απουσιάζω από το νησί αυτές τις μέρες, δε θα μπορέσω να την τιμήσω με την παρουσία μου στο ξόδι της.


Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Η ελληνική γλώσσα και η ντροπή.

Σήμερα μιλάμε άλλη γλώσσα όσοι υπερασπιζόμαστε το φιλελεύθερο συνταγματικό πολίτευμα της χώρας και άλλη γλώσσα οι σκευωροί. Κι αν τυχόν μιλάμε την ίδια, σήμερα ντρέπομαι που μιλώ και γράφω στην ελληνική γλώσσα.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Φραντς Κάφκα: Ο Πύργος.


Πρόσφατα σχετικά, σε πάγκο στο υπόγειο της Πρωτοπορίας, έπεσε το μάτι μου σε αντίτυπο του Πύργου του Κάφκα, της ειδικής έκδοσης για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, στην εξευτελιστική τιμή του ενάμισι ευρώ (1,5 €)! Ντράπηκα, πήρα ένα από τη στοίβα, μαζί με ό,τι άλλο είχα επιλέξει το ανέβασα στο ταμείο. Τον Κάφκα, και σίγουρα και τον Πύργο, τον είχα διαβάσει, μάλλον αρχές της δεκαετίας του ’80, σ’ εκείνες τις ωραίες (τόσο ισόρροπες και με ειλικρίνεια σεβαστικές προς τη λογοτεχνία) εκδόσεις Ηριδανός. (Και όντως, εκ των υστέρων τον βρίσκω στη βιβλιοθήκη, είναι σε μετάφραση Τέας Ανεμογιάννη / μακέτα εξωφύλλου από τον Αλέξανδρο Ίσαρη.) Τέλος πάντων, και γιατί χρόνια έψαχνα μια ευκαιρία να επιστρέψω στον Κάφκα, έπιασα να ξαναδιαβάσω, όμως τον τωρινό, τον ταπεινωμένο Πύργο του 1,5 €.
Από τα σημαντικότερα έργα του Φραντς Κάφκα, στην καρδιά της νεωτερικής λογοτεχνίας των αρχών του 20ού αιώνα, και κατά την εγκυρότερη ανάλυση, αν στη Δίκη, το άλλο μεγάλο του έργο, μια σκοτεινή γραφειοκρατία καταδιώκει αναίτια το άτομο, εδώ, στον Πύργο, ο ήρωας της αφήγησης, ο (όπως και στη Δίκη) οιονεί ανώνυμος Κ., αναζητεί ο ίδιος την κατηγορία με την οποία βαρύνεται, την αιτία που και πάλι ένας αφανής πολυπλόκαμος μηχανισμός, η κλειστή διοικητική ιεραρχία του Πύργου, τον κρατάει στις παρυφές ή έξω από την επικράτειά της.

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Χέρμαν Μέλβιλ: Τα μαγεμένα νησιά.



Ιστορίες από τα Ενκαντάδας ή τα Μαγεμένα νησιά στις Νότιες Θάλασσες, του Herman Melville. Δημοσιευμένες το 1854, τρία χρόνια μετά το μοναδικό στην παγκόσμια γραμματεία αριστούργημά του, τον Μόμπι – Ντικ.
Στοιχεία βιογραφικά του Μέλβιλ και παρουσίαση του Μόμπι – Ντικ σε παλιότερη ανάρτησή μου. (Παρεμπιπτόντως, σημειώνω τότε, τον Οκτώβριο του 2010: Φέτος που όλα τα σκιάζει ο ζόφος του λαϊκισμού… -πού να φανταζόμουν επτά και βάλε χρόνια αργότερα πόσο τρομακτικά περισσότερο θα τα έσκιαζε…)
Το έργο του Μέλβιλ συγκαταλέγεται στην ατόφια λογοτεχνία / τέχνη. Ο Μέλβιλ μηρυκάζει τον κόσμο της εμπειρίας του, για να τον αποδώσει σχεδόν επινοημένο από τη φαντασία του, περίπου σαν δρώμενα και εικόνες του εσωτερικού του βίου. Αφήγηση με ιδιοφυΐα και ζηλευτή ζωντάνια, και που παραμένει η κύρια αξία του έργου του, αλλά νομίζω και η απόλυτη λογοτεχνική αξία. Δηλαδή τι άλλο έκανε ο Όμηρος;

Μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα.
(Σελ. 16) (…) Γκρεμισμένες μάζες από ένα μαυριδερό ή πρασινωπό υλικό σαν σκωρία από υψικάμινο, σχηματίζουν σκοτεινές σχισμές και σπήλαια εδώ κι εκεί, μέσα στα οποία η θάλασσα αδειάζει ακατάπαυστα με μένος τον αφρό της, απλώνοντας από πάνω τους ένα πέπλο γκρίζας καχεκτικής ομίχλης μέσα στην οποία πετούν εξώκοσμα πτηνά μεγαλώνοντας την αντάρα με τις στριγκλιές τους. Όσο ήρεμη κι αν είναι η θάλασσα στ’ ανοιχτά, δεν υπάρχει ανάπαυση γι’ αυτά τα κύματα κι αυτούς τους βράχους. Μαστιγώνουν και μαστιγώνονται, ακόμη και όταν ο ωκεανός πιο έξω είναι γαληνεμένος. Εκείνες τις καταθλιπτικές συννεφιασμένες μέρες, που είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της περιοχής του υδάτινου μεσημβρινού, οι σκούρες υαλώδεις μάζες, πολλές από τις οποίες υψώνονται μέσα από λευκές δίνες και κύματα σε απομονωμένα και επικίνδυνα μέρη μπροστά στην ακτή, παρουσιάζουν ένα πλουτώνειο τοπίο. Τέτοια μέρη μόνο σ’ έναν εκπεσόντα κόσμο θα μπορούσαν να υπάρχουν. (…)