Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς» / Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο.

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο

ΠΕΡΙ ΟΥ, 1 Αυγούστου 2026. 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:

«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».

Η εικόνα έχει τη χαρακτηριστική φλωμπερική υπερβολή και συγχρόνως αξιοθαύμαστη θεωρητική ακρίβεια. Το «ιστορικό χασίς» δηλώνει μια προσωρινή μεταβολή της συνείδησης, την είσοδο του αναγνώστη σε έναν άλλον χρόνο, αρκετά συνεκτικό ώστε για λίγες ώρες να αποκτήσει την ισχύ της παρούσας πραγματικότητας. Η γνώση αποκτά βιωματική υπόσταση, η χρονική απόσταση γίνεται οικειότητα και το παρελθόν προσλαμβάνεται μέσα από τις κατηγορίες με τις οποίες οι άνθρωποί του αισθάνονταν το σώμα, το ιερό, την επιθυμία, την εξουσία και τον θάνατο. Η φλωμπερική φιλοδοξία αφορά ακριβώς αυτή τη μετατόπιση του βλέμματος, χάρη στην οποία ο αναγνώστης μετρά προσωρινά έναν άλλον πολιτισμό με τα δικά του μέτρα.

Η σχέση του ίδιου του Φλωμπέρ με την Αρχαιότητα είχε έντονα σωματικό χαρακτήρα. «Η Αρχαιότητα με ζαλίζει», γράφει στον Μαξίμντυ Καν. «Είμαι βέβαιος πως έζησα στη Ρώμη, στα χρόνια του Καίσαρα ή του Νέρωνα. Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ένα βράδυ θριάμβου, όταν οι λεγεώνες επέστρεφαν και τα αρώματα έκαιγαν γύρω από το άρμα του θριαμβευτή, ενώ οι αιχμάλωτοι βασιλιάδες βάδιζαν πίσω του;»

Λίγους μήνες νωρίτερα είχε γράψει στον Αλφρέντ ντε Πουατβέν: «Κουβαλώ μέσα στα σπλάχνα μου την αγάπη για την Αρχαιότητα. Συγκλονίζομαι ως τα βάθη της ύπαρξής μου όταν συλλογίζομαι τις ρωμαϊκές γαλέρες που έσχιζαν τα ακίνητα κι όμως αιώνια κυματισμένα νερά αυτής της θάλασσας που μένει πάντοτε νέα».

Οι δύο επιστολές αποκαλύπτουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Φλωμπέρ προσέγγιζε το αρχαίο παρελθόν. Η Αρχαιότητα εμφανίζεται ως σχεδόν σωματική μνήμη, ως επιθυμία ανάκτησης μιας χαμένης πληρότητας των αισθήσεων. Η ανασύστασή της αρχίζει γι’ αυτόν από την ύλη, από τη θερμοκρασία του αέρα, την αφή των υφασμάτων, το βάρος των μετάλλων, τις οσμές, τα τρόφιμα, τα σώματα, τις κινήσεις, τους ήχους και τις δημόσιες τελετουργίες. Στην επιστολή προς τη Λουίζ Κολέ, τον Σεπτέμβριο του 1853, αυτή η ποιητική αποκτά σχεδόν προγραμματική διατύπωση: «Πρέπει να δημιουργεί κανείς χαρέμια μέσα στο μυαλό του, παλάτια πλημμυρισμένα από ύφος, και να τυλίγει την ψυχή του με την πορφύρα των μεγάλων εποχών».

Η Σαλαμπώ γεννήθηκε από αυτή τη σύλληψη. Η έρευνα έχει αφομοιωθεί σε τέτοιο βαθμό από την πρόζα, ώστε η Καρχηδόνα αποκτά δική της αισθητηριακή τάξη, ιδιαίτερο ρυθμό και ιδιαίτερη αντίληψη του σώματος, του ιερού και της βίας. Ο Peter Brooks, στο Flaubert in the Ruins of Paris του 2017, χαρακτηρίζει το έργο «το πιο οπερετικό από τα δημιουργήματα του Φλωμπέρ», μια παρατήρηση που αγγίζει τον πυρήνα της φλωμπερικής τεχνικής. Η μουσικότητα της πρόζας, οι μάζες των σωμάτων, οι μάχες, οι καταστροφές, τα χρώματα και η τελετουργική διάταξη του θεάματος υπηρετούν την απόδοση ενός πολιτισμού από το εσωτερικό του. Η αρχαιογνωσία μετασχηματίζεται σε αφηγηματική ύλη και η τεκμηρίωση γίνεται ρυθμός.

Εδώ βρίσκεται μία από τις ιδιαίτερες δυνατότητες της λογοτεχνίας απέναντι στο ιστορικό κατάλοιπο. Η αρχαιολογία ανασυνθέτει χώρους, αντικείμενα, μορφές και υλικές συνθήκες. Η λογοτεχνική φαντασία διερευνά τις σχέσεις που συνέδεαν τους ανθρώπους με αυτά, τον τρόπο με τον οποίο ένα σώμα κατοικούσε έναν χώρο, ένα αντικείμενο συμμετείχε στην καθημερινότητα, μια τελετουργία οργάνωνε τον χρόνο, μια πίστη καθόριζε την αίσθηση του φόβου ή της σωτηρίας. Η λεπτομέρεια αποκτά το πλήρες νόημά της όταν εντάσσεται σε μια συνεκτική ανθρώπινη πραγματικότητα.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ προσέγγισε την ίδια απαίτηση από διαφορετική κατεύθυνση. Στις Αναμνήσεις του Αδριανού η Ρώμη και η τεράστια γεωγραφία της αυτοκρατορίας συγκεντρώνονται στη συνείδηση ενός ανθρώπου. Οι στρατοί, οι επαρχίες, οι διοικητικές αποφάσεις, οι λατρείες, οι πόλεις, τα ταξίδια, η εξουσία και η πολιτική περνούν μέσα από τη μνήμη του Αδριανού και μετατρέπονται σε υλικό προσωπικής αποτίμησης. Ο αυτοκράτορας, πλησιάζοντας προς τον θάνατο, επιχειρεί να διακρίνει το σχήμα της ζωής του, να συνδέσει την πράξη με τη σκέψη, τον έρωτα με την απώλεια, τη διακυβέρνηση με τη γνώση των ανθρώπων και του εαυτού.

Η Γιουρσενάρ γνώριζε πολύ καλά τη φλωμπερική καταγωγή αυτής της αναζήτησης. Στις σημειώσεις που συνοδεύουν τις Αναμνήσεις του Αδριανού ανακαλεί μια φράση του Φλωμπέρ την οποία είχε διαβάσει και υπογραμμίσει επανειλημμένα ήδη από το 1927:

«Εφόσον οι θεοί δεν υπήρχαν πια και ο Χριστός δεν είχε ακόμη έρθει, υπήρξε, από τον Κικέρωνα έως τον Μάρκο Αυρήλιο, μια μοναδική στιγμή όπου υπήρχε μόνο ο άνθρωπος, μόνος».

Η φράση αυτή διέθετε για τη Γιουρσενάρ τεράστια πνευματική γονιμότητα. Οι Αναμνήσεις του Αδριανού μπορούν να διαβαστούν ως μεγάλη μυθιστορηματική ανάπτυξη αυτής της φλωμπερικής διαίσθησης.

Από τη Σαλαμπώ στις Αναμνήσεις του Αδριανού διαγράφεται έτσι μια από τις γονιμότερες γραμμές της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής πρόσληψης της Αρχαιότητας. Στον Περεγρίνο του Αντώνη Νικολή η συνομιλία αυτή βρίσκει μια σύγχρονη και απολύτως αυτοδύναμη συνέχεια, με επίκεντρο τη διαμόρφωση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στις συνθήκες της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής κοινωνίας του δεύτερου αιώνα.

Ο Περεγρίνος ανήκει ασφαλώς στην ιστορική μυθοπλασία. Η ουσιαστική του δύναμη βρίσκεται στην επιλογή μιας εποχής εξαιρετικής κοινωνικής, θρησκευτικής και πνευματικής κινητικότητας ως πεδίου διερεύνησης της ανθρώπινης μεταμόρφωσης. Ο Νικολής διαθέτει εντυπωσιακή γνώση των πηγών, από τον Λουκιανό έως τον Αύλο Γέλλιο, και αυτή η γνώση έχει απορροφηθεί από την αφήγηση με τέτοια φυσικότητα ώστε λειτουργεί ως αόρατη υποδομή του μυθιστορήματος. Οι πόλεις, τα λιμάνια και οι δρόμοι, οι φιλοσοφικές σχολές, οι θρησκευτικές κοινότητες, οι αγορές και οι τελετές, τα ενδύματα, τα σώματα, η πέτρα, οι οσμές, η θερμότητα και το φως της Μικράς Ασίας, της Αλεξάνδρειας, της Ρώμης, της Αθήνας και της Ολυμπίας συγκροτούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι πράξεις του ήρωα αποκτούν το νόημά τους.

Η δύναμη αυτής της ανασύστασης βρίσκεται στην οργανική λειτουργία της λεπτομέρειας. Ένα ένδυμα δηλώνει θέση, παιδεία ή επιλογή βίου, ένας δρόμος καθορίζει τη σχέση του ανθρώπου με την πόλη, μια τελετή οργανώνει τη συλλογική ζωή, ένας τόπος συνάθροισης δημιουργεί δεσμούς, μια χειρονομία ή ένας τρόπος δημόσιου λόγου φανερώνουν κώδικες κοινωνικής αναγνώρισης. Η αρχαιογνωσία αποκτά έτσι ανθρωπολογική λειτουργία.

Η επιλογή του δεύτερου αιώνα είναι από αυτή την άποψη καθοριστική. Πρόκειται για περίοδο μεγάλης κινητικότητας μέσα στην αυτοκρατορία, κατά την οποία φιλόσοφοι, ρήτορες, σοφιστές, θρησκευτικοί διδάσκαλοι, ασκητές και περιπλανώμενοι διανοούμενοι κινούνται από πόλη σε πόλη, συγκροτούν ακροατήρια και οικοδομούν το κύρος τους μέσα από τον λόγο, την παιδεία, την εμφάνιση και τη στάση του σώματος. Η Δεύτερη Σοφιστική αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν περιβάλλοντα αυτής της δημόσιας κατασκευής της αυθεντίας. Η παιδεία είναι κοινωνικό κεφάλαιο, ο λόγος δημόσια πράξη και η προσωπικότητα αποκτά ορατότητα μέσα από την παρουσία ενώπιον ενός ακροατηρίου.

Ο Περεγρίνος εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο με εξαιρετική μυθιστορηματική γονιμότητα. Η περιπλάνησή του ανάμεσα σε πόλεις, κοινότητες, φιλοσοφικές διδασκαλίες και θρησκευτικές αναζητήσεις αποτελεί συγχρόνως πορεία ανάμεσα σε διαφορετικές δυνατότητες ύπαρξης. Κάθε σταθμός προσφέρει ένα σύστημα αξιών, μια σχέση με το σώμα, μια πνευματική πειθαρχία και έναν τρόπο εμφάνισης ενώπιον των άλλων. Η γεωγραφική κινητικότητα της αυτοκρατορίας μετατρέπεται σε εσωτερική κινητικότητα του ήρωα και η περιπλάνηση γίνεται διαρκής δοκιμή του εαυτού.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Περεγρίνος συναντά δημιουργικά τις Αναμνήσεις του Αδριανού. Ο Αδριανός της Γιουρσενάρ στρέφεται προς μια ολοκληρωμένη ζωή και αναζητεί μέσα στη μνήμη τη συνοχή της. Ο Περεγρίνος του Νικολή βρίσκεται διαρκώς καθ’ οδόν προς μια καινούργια εκδοχή του εαυτού του. Η κίνηση του Αδριανού είναι αναδρομική και συνθετική, του Περεγρίνου είναι μεταμορφωτική. Ο πρώτος επιχειρεί να κατανοήσει το σχήμα που απέκτησε η ζωή του,ο δεύτερος αντιμετωπίζει την ταυτότητα ως ανοιχτή δυνατότητα που ζητεί κάθε φορά νέα πραγμάτωση.

Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ευφυείς συλλήψεις του μυθιστορήματος. Οι αλλαγές ονόματος και οι διαφορετικές κοινωνικές εντάξεις κάνουν ορατή αυτή τη διαρκή δοκιμή του εαυτού. Η φιλοσοφική επιλογή αποκτά σωματική έκφραση, η θρησκευτική προσχώρηση δημιουργεί νέους δεσμούς, η άσκηση γίνεται τρόπος ζωής και η δημόσια πράξη δοκιμάζει την αλήθεια της προσωπικής επιλογής μέσα στο βλέμμα των άλλων.

Η ιστορική θεμελίωση χαρίζει σε αυτή τη σύλληψη το βάθος της: οι μεταμορφώσεις του ήρωα αναδύονται από πραγματικές δυνατότητες της εποχής των Αντωνίνων, από τις φιλοσοφικές τέχνες του ζην, τις θρησκευτικές κοινότητες και τις μορφές δημόσιας αυτοπαρουσίασης που αυτή προσφέρει.

Ακριβώς γι’ αυτό ο Περεγρίνος αποκτά τόσο ισχυρή σύγχρονη απήχηση. Η οικειότητα του προσώπου του γεννιέται μέσα από την ιστορική του ετερότητα. Η ανάγκη αναγνώρισης, η φροντίδα της δημόσιας εικόνας, η διαδοχική υιοθέτηση διαφορετικών ταυτοτήτων και η επιθυμία να συμπέσουν κάποτε ο βίος, η πεποίθηση και η εικόνα του εαυτού εμφανίζονται ως δυνατότητες πλήρως ριζωμένες στον δεύτερο αιώνα και συγχρόνως φωτίζουν πλευρές της ανθρώπινης κατάστασης που παραμένουν οικείες.

Η τελική αυτοσκηνοθεσία του Περεγρίνου με την αυτοπυρπόλησή του στους Ολυμπιακούς αγώνες (165 μ.Χ.) αποκτά μέσα σε αυτή την προοπτική το πλήρες βάρος της. Ολόκληρη η πορεία του τείνει προς μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος, η εκδοχή που έχει επιλέξει για τον εαυτό του και το κοινό ενώπιον του οποίου την πραγματώνει επιδιώκουν την απόλυτη σύμπτωση. Η τελευταία πράξη ολοκληρώνει έναν βίο κατά τον οποίο η φιλοσοφία, η θρησκεία, η άσκηση και η δημόσια παρουσία υπήρξαν διαδοχικές απόπειρες να προσλάβει η ύπαρξη οριστική μορφή.

Στο σημείο αυτό η φράση του Φλωμπέρ που είχε τόσο βαθιά εντυπωσιάσει τη Γιουρσενάρ αποκτά στον Περεγρίνο νέα αντήχηση. Ο Νικολής τοποθετεί τον ήρωά του μέσα στην πυκνότητα αυτής της μεταβατικής εποχής, όπου η ελληνορωμαϊκή παράδοση διαθέτει ακόμη τεράστια πολιτισμική ισχύ και νέες μορφές πίστης και σωτηρίας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη παρουσία. Οι διαθέσιμες αλήθειες προσφέρουν πολλές δυνατότητες ζωής και μετατρέπουν την επιλογή ανάμεσά τους σε κρίσιμο στοιχείο της προσωπικής διαδρομής.

Εδώ μπορεί πλέον να φανεί η βαθύτερη σημασία της περίφημης «δόσης ιστορικού χασίς». Η ιστορική λογοτεχνία αποκτά τη μεγαλύτερη δύναμή της όταν η είσοδος σε έναν άλλον χρόνο μεταβάλλει τις κατηγορίες με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο. Στη Σαλαμπώ ο Φλωμπέρ ανασυστήνει την αισθητηριακή τάξη ενός χαμένου πολιτισμού. Στις Αναμνήσεις του Αδριανού η Γιουρσενάρ μετατρέπει την αυτοκρατορία σε εσωτερική γεωγραφία μιας συνείδησης που αναμετράται με τη ζωή και τον θάνατο. Στον Περεγρίνο ο Αντώνης Νικολής χρησιμοποιεί τον κόσμο των Αντωνίνων και της Δεύτερης Σοφιστικής για να εξετάσει τον άνθρωπο μέσα στην ίδια τη διαδικασία της αυτοδημιουργίας του, ανάμεσα στις δυνατότητες που του προσφέρει η εποχή, στις επιλογές του και στο βλέμμα των άλλων.

Από τον Φλωμπέρ στη Γιουρσενάρ και από εκεί στον Νικολή, η επιστροφή στην Αρχαιότητα γίνεται έτσι τρόπος ανθρωπολογικής γνώσης. Εκεί εξακολουθεί να ενεργεί η φλωμπερική δόση, στη στιγμή όπου ένας ξένος χρόνος αποκτά αρκετή εσωτερική αλήθεια ώστε να αλλάξει το μέτρο με το οποίο κοιτάζουμε τον δικό μας.

Δημήτρης Μποσνάκης

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Στη Μάλτα των Ιπποτών και της Μεσογείου.

Συγκατέλεγα στα ταξιδιωτικά μου σχέδια ανέκαθεν τη Μάλτα. Χώρα της Μεσογείου και μάλιστα χώρα-νησί, –για την ακρίβεια χώρα-νησάκι! Μόνο 21 τετραγωνικά χιλιόμετρα μεγαλύτερη απ’ την Κω (295 η Κως, 316 η Μάλτα), και όμως με 553 χιλιάδες μόνιμους κατοίκους (η Κως, μόλις 37 χιλιάδες). Επιπλέον, γιατί εκεί κατέληξαν οι Ιωαννίτες Ιππότες αφότου στις αρχές του 16ου αιώνα οι Οθωμανοί τούς έδιωξαν από τα Δωδεκάνησα. Το τάγμα κι ας μη διδάσκεται στην επίσημη Ιστορία, αποτελεί συνειδητό ή ασύνειδο μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας των Δωδεκανησίων, ιδιαίτερα των Ροδίων και Κώων. Τα κάστρα, οι πύλες, οι θυρεοί, τα παλάτια, οι τάφροι, η μοναδική Οδός των Ιπποτών στη Ρόδο, διάφορα κτιριακά κατάλοιπα, επίσης το ότι οι Ιταλοί στο αρχιτεκτονικό ύφος που έδωσαν στις πόλεις μας, κατά το σύντομο πέρασμά τους από τα Δωδεκάνησα στο πρώτο μισό του 20ού  αιώνα, τόνισαν αυτή την παράδοση. Οι Ιωαννίτες Ιππότες, μετά την Ιερουσαλήμ και την Κύπρο, έμειναν εγκαταστημένοι στα νησιά μας λίγο περισσότερο από δύο αιώνες. Ο ήρωάς μου στο Ο θάνατος του μισθοφόρου μελετάει την περίοδο της Ιπποτοκρατίας στα Δωδεκάνησα, και στο φινάλε του κειμένου –οιονεί αφηγηματική μου δοκιμασία στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος αμέσως πριν τον Περεγρίνο– νοερά ως Ιππότες, αυτός και συνοδευόμενος από τον νεαρό μισθοφόρο, καταφθάνουν έφιπποι στο Κάστρο (των Ιπποτών) στην Αντιμάχεια. Για τις σελίδες αυτές δεν έκανα μόνο μαθήματα ιππασίας σ’ έναν από τους τοπικούς ιππικούς ομίλους, έψαξα και τη σχετική βιβλιογραφία, τη μελετούσα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής στην Αθήνα, αναγκαστικά σκόνταφτα και στα πεπραγμένα του τάγματος στη Μάλτα. Η Μάλτα, να προσθέσω τέλος –ακόμα ένα στοιχείο οικειότητας με τον τόπο–, απέχει μια ανάσα απ’ τη Σικελία, με πάμπολλες κάθε είδους επιρροές από τη μεγαλόνησο του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Και η υστάτη της ζωής του ολυμπιάδα.

 Περεγρίνος

(...) Τώρα όσο ποτέ, ακόμη κι αν δεν ήταν, όφειλε να συμπεριφέρεται ως ο σοφός, ο βαθύς, αυτός που ανέβηκε στο υψηλότερο βάθρο, που περίοπτος συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή και τον σεβασμό των άλλων, όσων περισσότερων άλλων. Ασκεπής, όπως υποχρεωτικά όλοι, με το κεφάλι και τον κορμό στητό, κάποτε και ώρες στο λιοπύρι, στοχαστικός και σιωπηλός, αδιάφορος για ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω του σε στάδιο, σε ιππόδρομο, σε παλαίστρα, –μεταξύ τους τον σχολίαζαν ακόμη και οι δικοί του: από πού ν’ αντλούσε τόσες αντοχές, τέτοια ανθεκτικότητα σε θερινό καύσωνα, σε δίψα, σε φασαρίες και φωνές έξαλλων φιλάθλων, ένας παραπάνω λόγος που το αμέσως προηγούμενο διάστημα είχε δώσει κάποια δείγματα λιποψυχίας–, και παρόλο που πολύ δύσκολα αποσπούσε κανείς την προσοχή του φιλοθεάμονος κοινού από τους αθλητές, όμως στα πρανή του στίβου στο στάδιο ή στον ιππόδρομο, ανάμεσα στους χιλιάδες θεατές, φαινόταν κάποτε κάποτε να διαπερνούν σαν ρίγη τα λοξοκοιτάγματα, ή τα αδιάκριτα επίμονα βλέμματα, ή το σούσουρο για την παρουσία του στην κορφή ή στο κέντρο της αλλόκοτης αγέλης των κυνικών (που ο ίδιος φαντασιωνόταν να αντιστοιχούν περίπου στη φράση:

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

Ο Περεγρίνος στην παρθενική ολυμπιάδα του.

Περεγρίνος

(...) Τον Ηρώδη θα τον συναντούσε πότε εδώ-πότε εκεί, λίγο αμεσότερα μερικούς μήνες αργότερα στην Ισθμία, στον ναό του Ποσειδώνα, όπου ο οδηγός της άμαξας με προορισμό την Ολυμπία, έκανε μικρή στάση για ανάπαυλα και για να θαυμάσουν τα κολοσσιαία αγάλματα του Ποσειδώνα και της συζύγου του Αμφιτρίτης στον κυρίως ναό, και το επίσης πελώριο δελφίνι με το παιδί στη ράχη του, τον θαλάσσιο θεό Παλαίμονα, στον ομώνυμο κυκλικό ναό, και τα τρία προσφορές του «μεγάλου ευεργέτη των Ελλήνων, του θαυμάσιου Ηρώδη», όπως κάθε λίγα βήματα τους επαναλάμβανε ο οδηγός. Και πόση έκπληξη για τη σύμπτωση, όταν στον περίβολο του θολωτού ναού με το δελφίνι αίφνης έκανε αισθητή με τη δέουσα ασφαλώς φασαρία η κουστωδία του Ηρώδη. Ήτανε μαζί του, κυριολεκτικά φρουρά του, ανάμεσα σε άλλους, ο πιστός του απελεύθερος ο Αλκιμέδοντας, ώριμος, όμως ακόμη ελκυστικός και παρά την ηλικία του και αρρενωπός άντρας, και παραδίπλα αυτός που δύσκολα μπορούσε να χωρέσει σ’ όποια περιγραφή η ομορφιά του, ο Αγαθίωνας όπως το παρονόμαζαν για να φέρνει γούρι (δηλαδή τι άλλο παρά την… αγαθή, την καλή τύχη, να εξυπηρετεί τέτοια και τόση αρμονία της φύσης), άλλοι τον έλεγαν ο Ηρακλής του Ηρώδη, κάποιος από τους συνεπιβάτες της άμαξας ψιθύρισε, «Να κι ο θεόρατος Σώστρατος», αν ήταν όντως αυτό το πραγματικό όνομά του, –ο Περεγρίνος δεν ανακάλεσε τον συνονόματο πατέρα του–, πανύψηλος πράγματι, με μακριά ανοιχτά καστανά μαλλιά, λεπτά μαύρα και σμιχτά φρύδια, μάτια στο χρώμα του μελιού ευκίνητα και ξύπνια, μύτη γρυπή, χείλη και δόντια να ξυπνούν τον πόθο του φιλιού, γενάκια αραιά εφηβικά, σβέρκο πλατύ και στιβαρό, στέρνο εύρωστο, κορμό και σκέλη γεροδεμένα, έως και τα δάχτυλα κι οι ράχες των ποδιών του σαν σμιλεμένες από ερωτομανή με τα αγόρια γλύπτη. Έκοβε την ανάσα η ομορφιά του αγοριού, κι εντούτοις η παρουσία του Ηρώδη δεν επισκιαζόταν σχεδόν καθόλου. Δέσποζε σαν να ήταν αυτός κι άλλος κανείς η απόλυτη υπερβολή της φύσης! Ο Περεγρίνος θα προτιμούσε να άνοιγε η γη να τον καταπιεί.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

Γιώργος Δεληγιαννάκης, "Διακρίσεως αγώνας άγονος" -το πλήρες κείμενο.

 Τεύχος 153

Ο αναπληρωτής καθηγητής της ύστερης αρχαιότητας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου Γιώργος Δεληγιαννάκης δημοσίευσε εκτενές κείμενο κριτικής ανάλυσης για τον Περεγρίνο στο the books' journal, (τεύχος 153, σελ. 60-61), με τίτλο "Διακρίσεως αγώνας άγονος", -εδώ το πλήρες κείμενο.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Διακρίσεως αγώνας άγονος
 

Από τον Γιώργο Δεληγιαννάκη

Η εν Ολυμπία πύρινη εξαέρωσις του θειότατου Παριανού Περεγρίνου στη ζώνη υψηλής θέασης. Ένα βιβλίο για έναν ματαιόδοξο κυνικό φιλόσοφο, το πέρασμα του οποίου από τη Γη ήθελε να στεφθεί με στεφάνι δόξης. Για τον Λουκιανό, ο Περεγρίνος ήταν ένας χαρισματικός τσαρλατάνος. Αλλά ο Αντώνης Νικολής, στο έκτο μυθιστόρημά του, ανατρέπει την προσέγγιση του Λουκιανού. Γιατί το μυθιστόρημά του αφορά τον σύγχρονο αναγνώστη; [ΤΒJ]

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

Εκδήλωση: Περεγρίνος / μια μυθιστορηματική βιογραφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Διοργανωτής: Εκδόσεις Αρμός
στον χώρο των Εκδόσεων
Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα
τη Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου στις 7 μ.μ.  

 

Περεγρίνος

Μια μυθιστορηματική βιογραφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

 

 

Η ομότιμη καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας Παυλίνα Καραναστάση συζητάει με τον συγγραφέα του μυθιστορήματος Αντώνη Νικολή.

Ο Αντώνης Νικολής μιλάει για το ιστορικό μυθιστόρημά του "Περεγρίνος".

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

Παρά τη γιορταστική φωταψία.

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός 

Παρά τη γιορταστική φωταψία
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Περεγρίνος)

[…]ΝΟΙΑΖΟΤΑΝ ΤΟΝ ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟ. ΜΑ ΣΤΗ βάση της συνείδησης του Περεγρίνου η έκφραση των συναισθημάτων δεν είχε και πολύ κύρος. Τα θεωρούσε, τα δικά του συναισθήματα όσο και των άλλων, αδύναμες και αβέβαιες σκιές του ψυχικού κόσμου, και την εξωτερίκευσή τους περίπου ιδιοτελείς τακτικές επιβίωσης. Τον Αγαθόβουλο ήτανε προφανές ότι τον κατέβαλλε πια το γήρας. Ο Περεγρίνος παρατηρούσε τις μειωμένες αντοχές του, πώς βαριανάσαινε σε ανηφόρες ή σκαλιά, πώς κουραζόταν με το τίποτε στο περπάτημα, αυτός που τον πρόλαβε ακαταπόνητο στην πεζοπορία παραπατούσε τώρα κάθε τόσο και σωριαζόταν παρά το μπαστούνι, αδυνατούσε να δει καθαρά ή να διαβάσει κάτι, ακόμη και σε στήλες ευδιάκριτα μεγάλα γράμματα, οτιδήποτε πια ζήταγε να του το περιγράψουν ή να του το διαβάσουν ο Κνήμων ή όποιος μαθητής του τύχαινε κοντά του, δυσκολευόταν να θυμηθεί λέξεις, ιδίως ονόματα, ενώ όλο και συχνότερα επαναλάμβανε μια, την ίδια κουβέντα, δίχως να το συνειδητοποιεί. Ο Περεγρίνος έκανε τη σούμα όλων αυτών, τα σκεφτόταν σωρευτικά λόγω του εξασθενημένου κατά το πέρας του ταξιδιού Αγαθόβουλου, δεν ήταν πια μόνο ένα σφίξιμο ή τσίμπημα μπροστά σε κάποιο μεμονωμένο σύμπτωμα της φανερής από καιρό αδυναμίας ή, και όσο δυσάρεστο, πάντως μπροστά σε ένα μόνο προμήνυμα του επερχόμενου τέλους του Αγαθόβουλου. Κι αυτά ολότελα κόντρα στην απαστράπτουσα μεγαλειώδη Αλεξάνδρεια, που αντίκριζαν σαν να μην την είχαν ξαναδεί ύστερα από τον πολυήμερο ποταμίσιο πλου τους. Έμπαιναν από τις Πύλες του Ήλιου, τη γλυκιά ώρα πριν από το σύθαμπο, και μάλιστα ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η έναρξη της λαμπρής γιορτής για τον Σέραπη, στην πόλη που έτσι κι αλλιώς πάντοτε ξεπερνούσε την όποια προηγούμενη αποτύπωσή της στη μνήμη, πάντοτε φάνταζε πιο μεγαλόπρεπη, πιο σύνθετη στις γραμμές και πιο περικαλλής στις λεπτομέρειές της απ’ όσο μπορούσε να την αναπλάσει με τις δυνάμεις του μυαλού του ακόμη και ένας βέρος γέννημα-θρέμμα Αλεξανδρινός, διέσχιζαν τη μεγάλη ευθεία λεωφόρο με τη διπλή κιονοστοιχία σ’ όλο το μήκος της, τα θαυμαστά αρχιτεκτονήματα, τις πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες, όπου κι αν σήκωναν το βλέμμα η πόλη απλωνόταν σ’ έναν ατελείωτο αστραφτερό θρίαμβο, ειδικά απόψε ενισχυμένο απ’ τις τελετές για τον Σέραπη, κυρίως απ’ τη μεγάλη, πολυάνθρωπη λαμπαδηφορία, το πλήθος του κόσμου στους δρόμους, ιδίως εδώ στην πλατιά και μακρότατη λεωφόρο, που η άλλη άκρη της σε απόσταση πολλών σταδίων έμοιαζε κουκίδα, στις Πύλες της Σελήνης, πέρα στο δυτικό άκρο της πόλης∙ Ήλιος και Σελήνη, οι θεοί-φρουροί της Αλεξάνδρειας. Κοσμοπλημμύρα ιδίως κοντά στο μέσον της λεωφόρου, εκεί που η Αλεξάνδρεια απ’ τη ζηλευτή ευρυχωρία θυμίζει ύπαιθρο παρά πόλη, κοντά στο Βρουχείο, στα ανάκτορα και στην ευρύτερη περιοχή του Μουσείου με το άλσος όπου η Βασιλική Βιβλιοθήκη και το Σώμα, οι τάφοι του Αλεξάνδρου και των Πτολεμαίων, τη ρυμοτομία με τους ευθείς και εγκάρσιους δρόμους, τις διασταυρούμενες κιονοστοιχίες, τις προσόψεις ναών, ανακτόρων, μεγάρων –τι να περιεργαστεί πρώτο και με πόση προσοχή ένα μυαλό–, η πόλη εντωμεταξύ απέραντη, τα πλήθη σε πλατείες και δρόμους δεκάδες, ίσως κι εκατοντάδες χιλιάδες –πώς να υπολογίσει κανείς;–, κι απ’ τις μυριάδες δάδες η νύχτα να έχει γίνει κυριολεκτικά μέρα, αλλά κι όλ’ αυτά, όλη ετούτη η φαντασμαγορική αίγλη γύρω του σαν για να κάνει τον Περεγρίνο να βιώσει ακόμη πιο οξύμωρη την προσωπική του ανασφάλεια. Γιατί, αν εξέλειπε ο Αγαθόβουλος, παρά τους όποιους δεσμούς με τους υπόλοιπους της συνοδείας του, με τη Θελξινόη επίσης, παρά και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλης, εντούτοις δίχως εκείνον, δεν ήθελε να βαυκαλίζεται, δεν θα αισθανόταν μόνο, θα ήταν και ουσιαστικά ένας ξένος. Επέστρεφε στις έγνοιες του, πρώτα στο τι μέλλει γενέσθαι με τα οικονομικά του, κι αμέσως ύστερα παίρνανε σειρά και μια μια όλες οι άλλες πληγές του. Η πόλη, όπως τη ζούσε, απαρτιζόταν κυρίως από ένα ευρύ δίκτυ γνώριμων του Αγαθόβουλου, οι οποίοι επένδυαν στη συντροφιά του, στις ιδιότυπες σοφιστικές παραστάσεις του ίδιου κι από κοντά και των μαθητών του, τους φρόντιζαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τούς συντηρούσαν, όμως τις σχέσεις τις καλλιεργούσε εκείνος, ο Αγαθόβουλος, κάτι που προφανώς ούτε ο Κνήμωνας, ούτε άλλος κανένας θα κατάφερνε με την ίδια ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Στην Αλεξάνδρεια, όπου, όπως όλα, και οι σχέσεις των ανθρώπων απέβαιναν δαιδαλώδεις και περίτεχνες, ο Αγαθόβουλος διατηρούσε στη μνήμη ένα πολύ πλούσιο αρχείο για πρόσωπα και θεσμούς, ήξερε ανά πάσα στιγμή τι ακριβώς χρειαζόταν και πότε στα αλισβερίσια του τόσο με τους άλλους σοφιστές και λόγιους, όσο και με τους εύπορους της πόλης, όσους επέλεγε να τους ελέγχει σαν κυνικός δημόσια, και τους άλλους από τους οποίους προσποριζόταν ποικίλες εύνοιες και για τους οποίους με διάφορες προφάσεις έκανε τα στραβά μάτια, και ανάλογα και με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή τις σχέσεις του με τις ρωμαϊκές αρχές.
Ύστερα, δεν γερνούσε μόνο ο Αγαθόβουλος, σε λίγο καιρό θα έκλεινε κι ο ίδιος ο Περεγρίνος τα πενήντα τρία. Τα μαλλιά του, ένα ελάχιστο λοφίο ψηλά πάνω απ’ το κούτελο, και πυκνά μόνο γύρω απ’ τους κροτάφους, μαζί και τα γένια του, είχανε ασπρίσει εντελώς, σκληρές γεροντικές άσπρες τρίχες –πού πια το στιλπνό άσπρο του σαραντάρη…–, το δέρμα του είχε σκουρύνει, γκριζάρει κι άλλο, ο κορμός του καμπούριαζε, ο σβέρκος του σαν να βάρυνε, οι μύες του, παρότι δεν έπαψε να συχνάζει στην παλαίστρα, λίγο να ζεσταινόταν κρέμαγαν χαλαροί. Δεν ήταν ποτέ του φιλάρεσκος ούτε τον ένοιαζε η τωρινή φθορά της μορφής του βέβαια, απλώς στένευαν και τα δικά του χρονικά περιθώρια, αν δεν είχαν ήδη εξαντληθεί. Του τριβέλιζαν το μυαλό οι παλιές αγωνίες: ποιος ήταν, τι τον ξεχώριζε από τους άλλους, τι είχε αποκλειστικά δικό του, πού και πώς θα συνέχιζε να ζει. Έμπαιναν στην πόλη και παρά τον καταιγισμό των εικόνων της, παρά τον πανζουρλισμό και τη γιορταστική φωταψία, οι κλεφτές ματιές προς τον Αγαθόβουλο, που ειδικά απόψε του φαινόταν, σκυμμένος και συρρικνωμένος, να έχει απομείνει σχεδόν ο μισός, συνειρμικά τού θύμιζαν την κουβέντα της Θελξινόης: «Ίσαμε πότε θα κοιμάσαι, μεγάλος άνθρωπος, κατάχαμα σε νεκροταφεία κι από δω κι από κει, μέσα στην υγρασία, στις βροχές και στα κρύα –όπου να ’ναι, καθώς θα βλέπεις από κοντά το κακό γήρας του σοφού Αγαθόβουλού σου, ίσως συνετιστείς…» Κάτι βρήκε να της αντείπει, πως ο άνθρωπος είναι σκληραγωγημένος, μαθημένος στα δύσκολα, όμως η απόδειξη ότι ο λόγος της του καρφώθηκε, όταν δεν θα θυμόταν παρά ένα μόνο πράγμα απ’ τη γυναίκα, θα θυμόταν την κουβέντα της αυτή.[…]

✳︎

©Αντώνης Νικολής

❦ ❦ ❦

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

«Είμαι ο φοβερός σοφιστής Περεγρίνος και τώρα θα σας βγάλω λόγο!»*


(…)
ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΦΟΡΕΣ, πάλι, που ο Σώστρατος γινόταν ένας σχεδόν τρυφερός πατέρας, όπως τότε που κυκλοφόρησε η είδηση ότι ο περίφημος σοφιστής Σκοπελιανός από τις Κλαζομενές, σπουδασμένος και που διέπρεπε στη Σμύρνη, μαθητής εκείνου του θρυλικού Σμυρναίου Νικήτη, έφτασε στο Πάριο, περαστικός από την πόλη, και όχι επί τούτω, που όμως τον πείσανε να δώσει για τους Παριανούς θαυμαστές του μία σοφιστική παράσταση, να εκφωνήσει λόγο, και μάλιστα στο θέατρο.

Πατέρας και γιος, κι οι δυο με επίσημη περιβολή, ο Σώστρατος και κρεμασμένος απ’ το χέρι του ο πεντάχρονος Περεγρίνος, ένας ελεύθερος πολίτης σε μικρογραφία, παιδί σοβαρό κι ευτυχισμένο που περπάταγε, ένα βήμα μιμούμενο τον βηματισμό του πατέρα του και δύο τρέχοντας να τον προλάβει, ο χιτωνίσκος, το ιμάτιο που μπερδευόταν στα ποδαράκια του, τα μαλακά δερμάτινα παπουτσάκια του, η Ανθία τούς καμάρωνε χαμογελαστή ενώ ανηφόριζαν στον αμαξιτό πλατύ δρόμο κατευθυνόμενοι στο πολύ κοντινό τους θέατρο, το περίλαμπρο κτίριο με τα κορινθιακά κιονόκρανα στην εντυπωσιακά υψηλή πρόσοψη. Μ’ όλο τον συνωστισμό βρήκαν καθίσματα ανάλογα της κοινωνικής τους θέσης, στην κεντρική κερκίδα στο κάτω διάζωμα, ο Σώστρατος είχε πιάσει την κουβέντα μ’ έναν γνωστό του από δίπλα, εκθείαζαν το… δαιμόνιο του σοφιστή, τη σπάνια φύση του. Ο συνομιλητής του ήταν ένας εύσωμος μεσήλικας με μαλακά άσπρα ξυρισμένα προγούλια, με γυαλισμένους μαύρους βοστρύχους και βαμμένα μάτια, όπως κι ο Σώστρατος άλλωστε, με λαμπρό πορφυρό ιμάτιο που διαρκώς το χάιδευε με τα παχιά αβρά δάχτυλά του, που επιπλέον λαμπίριζαν από τα χρυσά και φορτωμένα με πολύτιμους λίθους δαχτυλίδια του. Αργά το απόγευμα και παρόλο που ακόμα είχε κάποιο φως, ήταν ήδη αναμμένες οι δάδες περιμετρικά στο δάπεδο του λογείου αλλά και οι πυρσοί στους τοίχους με τον πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο της διώροφης σκηνής, όπως σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι του το παιδί σχεδόν τρόμαξε από τον μαρμάρινο Τρίτωνα στην αριστερή πάροδο, ο εύσωμος κύριος από δίπλα τον έκοψε με την άκρη του ματιού του και σαν εν παρόδω σχολίασε στον Σώστρατο, «–ο γιος σου φαίνεται από τώρα, καλοβαλμένο, όμορφο αγόρι–», και συνέχισε την αφήγησή του για τον σοφιστή που ανέμεναν από στιγμή σε στιγμή στο επόμενο τέταρτο της ώρας να εμφανιστεί στη σκηνή, ο οποίος «σαν ήτανε βρέφος πέντε ημερών και στα σπάργανα, αυτός και ο δίδυμος αδελφός του, το ένα μωρό δίπλα στο άλλο, έπεσε κεραυνός, το αδελφάκι του κάηκε, ναι, αλλά ετούτος δεν έπαθε τίποτε, απολύτως τίποτε, καμία βλάβη, να κουφαθεί έστω, ή κάποια άλλη αναπηρία, να τυφλωθεί ίσως, ναι, απίστευτο δεν είναι, παρόλο που φαντάζεσαι τι ποσότητα θειάφι εκλύθηκε, που άλλοι τόσο κοντά τους να πέσει κεραυνός πεθαίνουν και μόνο απ’ τον φόβο τους…» Γέλαγε, «Καλέ, μένουνε σύξυλοι, κάρβουνο, και στη στάση που τους εύρει η φωτιά, άλλος κάτω από δέντρο, άλλος δίπλα στην καμινάδα του σπιτιού του, το συζητάς, όχι νιάνιαρο πράγμα και να μην πάθει τίποτε…» Εντωμεταξύ στη σκηνή, κοντά στη δεξιά πάροδο, ένας νεαρός αυλητής έδινε τον τόνο στο ύφος της επίσημης δημόσιας εκδήλωσης, και ο οποίος σταμάτησε και υποκλινόμενος αποχωρούσε με το που εμφανίστηκε ο δημόσιος κήρυκας για να αναγγείλει τον διακεκριμένο ομιλητή.

Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-ΙΙΙ.


Παράλληλα πλήθαινε ένα είδος αδιάκριτου, διεισδυτικού, διατρητικού βλέμματος πάνω του. Το βλέμμα που ζύγιζε τις αντοχές, τις δυνάμεις, την αγωνία του. Του μίλαγαν, αλλά κοίταζαν πέρα από τα λόγια του και τη στιχομυθία τους, με βλέμμα απλανές, καρφωμένο στα μάτια του, ώστε να τον αναγκάσουν να λυγίσει, να προδοθεί, να τραβήξει αποκαμωμένος την κουρτίνα, να δουν τη μεταμέλεια, τον τρόμο της περδικούλας του, ν’ ακούσουν ύστερα το τσάκισμα, καλύτερα το τραύλισμα στη φωνή, να δουν το μάτι του να λοξεύει καταρρακωμένο, να ψάχνει στο πλάι μια πόρπη στον ώμο, ή χαμηλά ένα λουράκι στο σανδάλι του συνομιλητή του, κάπου ν’ ακουμπήσει, να κρυφτεί.


 

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-ΙΙ.

 

Στον δίσκο δυο σταφυλόρωγες άσπρες, διάφανες, που γυάλιζαν και φέγγριζαν τα κουκούτσια τους, παραπέρα σκόρπια, και τα μετρούσε, σποράκια ροδιού, έξι στον αριθμό, ενώ τα μάζευε, τα ’φερνε στο στόμα, τα μάσαγε, «Θεαγένη, κοίτα: έξι σπόροι ροδιού, όσους έφαγε κι η Κόρη στον Άδη, όταν την απήγαγε ο Πλούτωνας, ο λόγος που ο Δίας την καταδίκασε να περνάει τους έξι μήνες του χρόνου στον Κάτω Κόσμο». Ο Πατρινός, που εκείνο τον καιρό τού ’κανε τσαλίμια ο Φιλίσκος, κι ήτανε μια στα νεύρα του, μια αφηρημένος, τον κοίταζε σαν να μην άκουσε. «Το επιμύθιο: αν τυχόν βρεθείς αθάνατος στον Άδη, μην κάνεις το λάθος να πιεις ποτό, να καταπιείς φαγώσιμο». Έχει κέφια ο γέρος, χαμογέλασε, μολονότι απορροφημένος απ’ τις δικές του σκοτούρες ο Θεαγένης. 

 


Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-I.


Τα κύμβαλα και τα τύμπανα του μυαλού του δεν ήταν παρά οι καταφρονεμένες απ’ όλους κι από τον ίδιο φιλοδοξίες του. Να ανέβαινε στο βήμα, να καθάριζε από τις φερτές ύλες την κοίτη του λόγου του, να δημηγορούσε όπως δεν μίλησε ποτέ του, μα κι όπως δεν μίλησε σοφιστής κανένας ποτέ! Να ’μοιαζε ο λόγος του, καθώς θα κορυφωνόταν, με μουσική έκρηξη, με κρεσέντο διθυράμβου, με ορμητική κελαρυστή ροή νερού, με λαμπερή κίτρινη ανθοφορία ασπάλαθων, ω θεοί, και ποιος άλλος θα διάνθιζε ευχερέστερα με στίχους και με αποφθέγματα σοφών της αρχαιότητας την ομιλία του από εκείνον…

     


Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2023

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Ο Περεγρίνος στο The Books' Journal Σεπτεμβρίου.

Μπορεί να είναι απεικόνιση ημερολόγιο και κείμενο που λέει "the 5€ ΤΙΜΗ books' journal 2023 ΤΕΥΧΟΣ 145 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ TO ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΥΚΟΣ H Επανάσταση, Καποδίστριας, η Ερμούπολη... ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΠΑΔΑΚΗΣ, ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ Σπίτι στον παράδεισο ABAD FACIOLINCE για Στρατή Τσίρκα ΝΗΣΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣΣΙΜΟΣ ΣΙΜΟΣ Οι Ρομά και Ρωμιοί ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ περιέχει πολυπλοκότητες ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΤΑΛΗΣ ζώα ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣΤΣΙΑΜΟΥΡΑ ΤΣΙΑΜΟΥΡΑΣ ee ΧΑΡΗΣ ΠΕΪΤΣΙΝΗΣ Γιατί αντέχει Μάριος Χάκκας ΙΖΥΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ ΙΑΝΝΗΣΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ 12ποιητέ ποιήτριες ξαναδιαβάζουν τον Ανδρέα Εμπειρίκο ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ: Ποιος είναι Περεγρίνος; 770001" 

Στο έγκυρο και φιλόξενο the books' journal -τεύχος 145/Σεπτεμβρίου- δημοσιεύονται: 

"Είμαι ο φοβερός σοφιστής Περεγρίνος και τώρα θα σας βγάλω λόγο!" (απόσπασμα)

και το

Επίμετρο στο μυθιστόρημα Περεγρίνος (Ο Λουκιανός, ο Όμηρος, το Αρχαίο Μυθιστόρημα, η Β' Σοφιστική, η αίγλη της ελληνικής γλώσσας).

Η έκδοση του Περεγρίνου επίκειται εντός των επομένων ημερών από τις εκδόσεις Αρμός.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Ταξίδι στη Νάπολη -ήτανε σαν τάμα...

Την άνοιξη του 2020, με προαγορασμένα τα εισιτήρια, θα επισκεπτόμουν τη Νάπολη. Σχέδια που ακύρωσε η πανδημία, αλλά και περίπου σαν τάμα είχα υποσχεθεί, το πρώτο εκτός Ελλάδος ταξίδι -αν ο Θεός, η ζωή, η τύχη το επέτρεπαν- να το έκανα προς τη μαγική μητρόπολη. Το θωρηκτό που απελευθέρωσε την Κω από την οθωμανική δεσποτεία έφερε το όνομά της, Ναπολιτάνοι και Σικελοί κυρίως οι Ιταλοί που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα των δωδεκανησιακών πόλεων στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, η πόλη που όταν την περιδιαβάζεις με το βλέμμα στο ύψος των ματιών είναι συχνά βρόμικη, χαοτική, περίπου σαν μια μεσογειακή της Εγγύς Ανατολής, μα, αν την περπατάς με το βλέμμα υψωμένο ή παρατηρείς τη ρυμοτομία της, όμορφη και αρχοντική, ίσως όχι εφάμιλλη της Ρώμης, νομίζω όμως αυθεντικότερη.

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Θεοί, τι μεγάλο, τι ωραίο ταξίδι.


Διήνυα τις τελευταίες σελίδες / μέρες του μυθιστορήματός μου. Ο καλός συνοδοιπόρος μού σύστησε τότε τον Μπέντζαμεν Κλέμενταϊν (Benjamin Clementine). Τόσο ξένος τύποις στην ατμόσφαιρα του κειμένου μου, κι όμως θα γινόταν ο μαγικός συντονιστής -αυθεντικό εἴδωλον του ασυνειδήτου γαρ-,  μαζί μουσικός κωδικός και καταλύτης στο πιο συναρπαστικό μέρος της δουλειάς που είναι πάντοτε το φινάλε της.

Θεοί, τι μεγάλο, τι ωραίο ταξίδι.

Χρειάζομαι μερικούς μήνες να φέρω σε νηφαλιότητα τη μνήμη, να οικονομήσω προσεκτικά λέξη λέξη την εργασία μου. Ύστερα, καταπώς συνηθίζεται, όλο αυτό θα τυπωθεί, θα γίνει βιβλίο.